Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

"Απόψε φθινοπώριασε"..


Rowanberries
Rönn










Από το παραθυρό μου έβλεπα..

Από το παραθυρό μου βλέπω..



ΕΛΕΝΗ
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι

Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές

Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!

Κατά που θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια

ο καιρός

Κατά που θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές

ναυάγησαν στα σύννεφα

Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας

Κι είμαστε - σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη -

Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου.

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη

Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις

Μια που υπάρχει άλλου ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη

Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας

Μια που υπάρχει αλλού

Καταπράσινη πεδιάδα πέρ' από το γέλιο σου ως τον ήλιο

Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι

Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ' αντιμετωπίσουμε

Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής

Ένα θολό συναίσθημα

Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν

κι απομακρύνονται

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας

Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου

Το φως στον άσπιλο ουρανό

Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική

Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα

Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός

Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση

Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως

Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη

Που δε βλέπει τίποτε

Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα

του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο

Γιατί έγινε κιόλας

Ποίημα στίχος μ' άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα

και λόγια

Λόγια όχι σαν τ' αλλά μα κι αυτά μ' ένα μοναδικό τους προορισμόν:

Εσένα!
Ελύτης


Έμορφη μουσικότητα των φθινοπωρινών
ημερών στη Θεσσαλονίκη,
όταν η βροχή πέφτει πότε πυκνή,
αραιώνει κι ύστερα πάλι
πυκνώνει η ασημένια βροχή, διάφανη και τόσο λεπτή,
σαν σιγανή μουσική ομιλία γυναικών
στο φθινόπωρο της ζωής των.
Εκείνων των γυναικών που μένουν
στο φθινόπωρο της ζωής των.
Εκείνων των γυναικών που μένουν
ήσυχες και σιωπηλές, μοιάζουν,
λιγάκι περήφανες ή μελαγχολικές
και κάποτε, όταν μιλήσουν,
βιάζονται να πουν εκείνο
που ζητούν ίσως να λησμονήσουν.
Ζωή Καρέλλη


ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ' αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού' μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ' αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ' άλλα νά' ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.
Κική Δημουλά


Απόψε φθινοπώριασε

Απόψε πέφτει παγωνιά
Στο δρόμο και στη γειτονιά
Και μες’ το βράδυ το θολό
θυμάμαι και μελαγχολώ

Απόψε φθίνοπώριασε
Και τ’ όνειρο ξεθώριασε
Καρδιά μου κάν’ υπομονή
Κι ο ήλιος θα ξαναφανεί...

Απόψε μύρισε βροχή
Χειμώνας μπαίνει στη ψυχή
Και στο δρομάκι το στενό
Με πιάνει το παράπονο
Μητσιάς Μανώλης
Μουσική/Στίχοι: Χατζιδάκις Μάνος/Γκάτσος Νίκος

Έπεφτε βαθιά σιωπή - Γιάννης Πουλόπουλος


Πέμπτη 21 Αυγούστου 2008

"Non, Je Ne Regrette Rien"





























Εντιθ Πιαφ: Το «σπουργίτι» της Γαλλίας

Η ΕΝΤΙΘ Πιαφ είναι παγκοσμίως γνωστή ως η πιο διάσημη τραγουδίστρια της Γαλλίας. Ακόμη και πολλά χρόνια μετά το θάνατο της, «το Σπουργίτι», όπως έμεινε γνωστή, επηρέασε άμεσα κάθε Γάλλο τραγουδοποιό και τραγουδιστή. Κυριότερο χαρακτηριστικό της δεν υπήρξε η τεχνική, αλλά το πάθος και η δύναμη της φωνής της. Προτιμούσε να ερμηνεύει τραγούδια μελαγχολικά που περιέγραφαν τη φτώχεια, τον χαμένο έρωτα και τη σκληρή πραγματικότητα της ζωής, ενώ κάποια προερχόταν από προσωπικές της εμπειρίες.

Γεννημένη ως Έντιθ Τζιοβάνα Γκασιόν το Δεκέμβριο του 1915, τα πρώτα χρόνια της ζωής της μέχρι και την εφηβεία έζησε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη ζωή. Η μητέρα της, αλκοολική και περιστασιακή πόρνη, αδιαφορούσε πλήρως για εκείνη όσο ο πατέρας της έλειπε στα μέτωπα του Ά Παγκοσμίου Πολέμου. Με την επιστροφή του, ο Λουί Γκασιόν, περιπλανώμενος ακροβάτης ζογκλέρ, έστειλε την 5χρονη Έντιθ στη μητέρα του που διατηρούσε οίκο ανοχής σε μια μικρή πόλη της Νορμανδίας.

Το 1922 ο πατέρας της Έντιθ αποφασίζει να την πάρει μαζί του στις περιοδείες του, φέρνοντας έτσι για πρώτη φορά σε επαφή με το κοινό. Μέχρι το 1930, η έφηβη πια Πιαφ προσέλκυε πλήθη περαστικών με τη φωνή της. Κυκλοφορούσε σε κύκλους μικροεγκληματιών απολαμβάνοντας την προστασία νονών της νύχτας. Με έναν εξ'αυτών γέννησε μια κόρη η οποία όμως πέθανε από μηνιγγίτιδα όταν η Έντιθ τερμάτισε τη σχέση της δίνοντας στον πατέρα την κηδεμονία.

Το 1935 την ανακαλύπτει ο Λουί Λεπλέ, ιδιοκτήτης καμπαρέ στην περιοχή Πιγκάλ, ο οποίος την προσλαμβάνει για κύρια τραγουδίστρια του μαγαζιού του. Της δίνει το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «το μικρό σπουργίτι», της διδάσκει τα βασικά στοιχεία σκηνικής παρουσίας και την έντυσε με ένα απλό μαύρο φόρεμα που έγινε το σήμα κατατεθέν της. Η επιτυχία δεν άργησε να έρθει και το 1936 η Πιαφ ηχογραφεί τους δύο πρώτους της δίσκους.

Όταν ο Λεπλέ βρέθηκε νεκρός από πυροβολισμούς στο διαμέρισμα του, η Πιαφ αναζήτησε καταφύγιο από τα μέσα ενημέρωσης που την κατηγορούσαν στον Ραϊμόντ Ασό, συνθέτη και επιχειιρηματία. Ο Ασό απεκατέστησε τη φήμη της και την απομάκρυνε από τους κακόφημους κύκλους της. Ακολούθησε μια σειρά ετών κατά την οποία η Πιαφ ηχογραφούσε τη μια επιτυχία μετά την άλλη, ενώ μέσω των σχέσεων της κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου αναρριχήθηκε στην υψηλή γαλλική κοινωνία.

Το 1947 πραγματοποίησε την πρώτη της περιοδεία στις ΗΠΑ, η οποία βρήκε αρχικά μικρή ανταπόκριση, καθώς το κοινό περίμενε να δει κάποια πληθωρική τραγουδίστρια να γεμίζει τη σκηνή. Μια ευνοϊκή κριτική ωστόσο ήταν αρκετή για να παρατείνει την παραμονή της στη χώρα για πέντε μήνες, όταν και γνώρισε τον Γάλλο μποξέρ Μαρσέλ Σερντάν. Παρά το ότι εκείνος ήταν παντρεμένος, οι δυο τους έζησαν μια θυελλώδη σχέση που έληξε άδοξα όταν το αεροπλάνο στο οποίο επέβαινε ο Σερντάν συνετρίβη στις Αζόρες. Συντετριμμένη, η Πιαφ παρασύρεται στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά ενώ δοκίμασε μέχρι και μορφίνη. Στις αρχές της δεκαετίας του '50 ηχογραφεί το «Ύμνος στην Αγάπη», ένα τραγούδι που πολλοί θεωρούν ότι αναφέρεται στον έρωτα της για τον Σερντάν.

Ολόκληρη η δεκαετία του 1950 η Πιαφ ηχογραφεί πολλά τραγούδια που εξελίχθηκαν σε μεγάλες μουσικές επιτυχίες, με τις καταχρήσεις σε αλκοόλ και ναρκωτικά να επηρεάζουν ελάχιστα τις φωνητικές της επιδόσεις. Οι περιοδείες της είχαν πάντοτε απόλυτη επιτυχία, ενώ η ίδια συνέχιζε να προωθεί νεαρούς καλλιτέχνες, όπως συνήθιζε από την αρχή της καριέρας της. Μάλιστα, ένας από αυτούς, ο Έλληνας Θεοφάνης Λαμπούκης (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Τεό Σαραπό), έγινε το 1962 ο τρίτος κατά σειρά σύζυγος της. Έχοντας τα μισά της χρόνια σε ηλικία και με δεδομένα τα πολλά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε η Πιαφ, ο γαλλικός τύπος δεν είδε με καλό μάτι τις προθέσεις του Σαραπό.

Το 1963, Η Πιαφ έκανε την ηχογράφηση του «Άντρα του Βερολίνου», που έμελλε να είναι και η τελευταία της. Λίγο αργότερα πέφτει σε κώμα και μεταφέρεται στο εξοχικό της στη γαλλική Ριβιέρα, όπου πεθαίνει στις 11 Οκτωβρίου 1963. Η σορός της μεταφέρεται κρυφά στο Παρίσι ώστε να θεωρηθεί ότι πέθανε στην πρωτεύουσα της Γαλλίας. Στη κηδεία της, χιλιάδες πολίτες κατέκλυσαν τους δρόμους του Παρισιού, ενώ ο τάφος της δέχεται χιλιάδες επισκέψεις κάθε χρόνο. Ακόμη και σήμερα, η Πιαφ εξακολουθεί να αποτελει έμπνευση για πολλούς καλλιτέχνες της ποπ μουσικής, όχι μόνο Γάλλους αλλά από ολόκληρο τον κόσμο.

www.kathimerini.gr


Hymne à L'Amour



Le ciel bleu sur nous peut s'effondrer
Et la Terre peut bien s'écrouler
Peut m'importe si tu m'aimes
Je me fous du monde entier

Et tant que l'amour inondera mes matins
Et tant que mon corps frémira sous tes mains
Peut m'importent les problèmes
Mon amour puisque tu m'aimes

J'irai jusqu'au bout du monde
Je me ferai teindre en blonde
Si tu me le demandais

J'irai décrocher la Lune
J'irai voler la fortune
Si tu me le demandais

Je renierai ma patrie
Je renierai mes amis
Si tu me le demandais

On peut bien rire de moi
Moi je ferai n'importe quoi
Si tu me le demandais

Et si un jour la vie t'arrache à moi
Si tu meures que tu sois loin de moi
Peu m'importe si tu m'aimes
Car moi je mourrai aussi

Et nous aurons pour nous l'éternité
Dans le bleu de toute l'immensité
Dans le ciel plus de problèmes
Mon amour crois-tu qu'on s'aime

Dans le ciel plus de problèmes
Mon amour puisque tu m'aimes


The blue sky can tumble down upon us
And the earth can also collapse
It doesn't matter, if you love me
I don't care about the entire world
As long as love floods my mornings
As long as my body trembles beneath your hand
These problems don't matter
My love, since you love me

I would go to the end of the earth
I would dye my hair blonde
I would go take down the moon
I would go steal a fortune
If you asked it of me
I would disown my country
I would disown my friends
If you asked it of me
People can have a good laugh at me
I would do anything
If you asked it of me

If one day life tears you from me
If you die that you be far from me
It doesn't matter, if you love me
Because, me, I will die also
We will have eternity for ourselves
In the great blue immensity
In the sky, no more problems
My love, do you believe we love each other
God reunites those who love each other


La Foule
Musique: Charles Dumont


Je revois la ville en fête et en délire
Suffoquant sous le soleil et sous la joie
Et j'entends dans la musique les cris, les rires
Qui éclatent et rebondissent autour de moi
Et perdue parmi ces gens qui me bousculent
Étourdie, désemparée, je reste là
Quand soudain, je me retourne, il se recule,
Et la foule vient me jeter entre ses bras...

Emportés par la foule qui nous traîne
Nous entraîne
Écrasés l'un contre l'autre
Nous ne formons qu'un seul corps
Et le flot sans effort
Nous pousse, enchaînés l'un et l'autre
Et nous laisse tous deux
Épanouis, enivrés et heureux.

Entraînés par la foule qui s'élance
Et qui danse
Une folle farandole
Nos deux mains restent soudées
Et parfois soulevés
Nos deux corps enlacés s'envolent
Et retombent tous deux
Épanouis, enivrés et heureux...

Et la joie éclaboussée par son sourire
Me transperce et rejaillit au fond de moi
Mais soudain je pousse un cri parmi les rires
Quand la foule vient l'arracher d'entre mes bras...

Emportés par la foule qui nous traîne
Nous entraîne
Nous éloigne l'un de l'autre
Je lutte et je me débats
Mais le son de sa voix
S'étouffe dans les rires des autres
Et je crie de douleur, de fureur et de rage
Et je pleure...

Entraînée par la foule qui s'élance
Et qui danse
Une folle farandole
Je suis emportée au loin
Et je crispe mes poings, maudissant la foule qui me vole
L'homme qu'elle m'avait donné
Et que je n'ai jamais retrouvé...


"Ξαναβλέπω τη πόλη,
παραληρώντας να γιορτάζει
να σκάει από τον ήλιο κι από τη χαρά
κι ακούω μες στη μουσική φωνές και γέλια
που ξεσπούν και δυναμώνουν γύρω μου
Και χαμένη μέσα σ' ανθρώπους που με σπρώχνουν
αφηρημένη, πελαγωμένη, μένω εκεί
Όταν, ξάφνου γυρνώ, αυτός κάνει πίσω,
και το πλήθος με ρίχνει στην αγκαλιά του...

Παρασυρμένοι απ' το πλήθος
που μας σέρνει, μας ξεσέρνει
στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον
είμαστε σαν ένα σώμα
και το ρεύμα, χωρίς προσπάθεια
μας σπρώχνει, δεμένους, τον ένα με τον άλλο
και μας αφήνει και τους δυο
ολάνθιστους, μεθυσμένους κι ευτυχείς.
Παρασυρόμαστε απ' το πλήθος
που χυμάει και χορεύει ένα τρελό χορό
τα χέρια μας μένουν ενωμένα
και καμιά φορά σηκωμένα
τα δυο κορμιά μας αγκαλιασμένα
πετούν και ξαναπέφτουν και τα δυο
ολάνθιστα, μεθυσμένα κι ευτυχή...
Kι η χαρά που βγαίνει απ' το χαμόγελό του
με διαπερνά και φτεροκοπά στο βάθος του είναι μου.

Μα ξαφνικά μπήγω μια κραυγή μες απ' τα γέλια
όταν το πλήθος ορμά και τον αρπάζει
μες απ' την αγκαλιά μου...
Παρασυρόμαστε απ' το πλήθος
που μας σέρνει, μας ξεσέρνει
μας απομακρύνει τον έναν απ' τον άλλο
Μάχομαι και χτυπιέμαι
μα ο ήχος της φωνής μου πνίγεται
μες στα γέλια των άλλων
και φωνάζω από πόνο, από πάθος και οργή
και κλαίω...
Παρασυρμένη απ' το πλήθος
που χυμάει και χορεύει ένα τρελό χορό
και με παίρνει μακριά
σφίγγω τις γροθιές μου
και καταριέμαι τον όχλο που μου κλέβει
τον άντρα που μου 'δωσε
και που δε ξαναβρήκα ποτέ..."
Cabral Rivgauche (La Foule) 1956


La vie en rose


Des yeux qui font baisser les miens
Un rire qui se perd sur sa bouche
Voilà le portrait sans retouches
De l'homme auquel j'appartiens
Quand il me prend dans ses bras
Il me parle tout bas
Je vois la vie en rose
Il me dit des mots d'amour
Des mots de tous les jours
Et ça m'fait quelque chose
Il est entré dans mon coeur
Une part de bonheur
Dont je connais la cause
C'est lui pour moi, moi pour lui, dans la vie
Il me l'a dit, l'a juré, pour la vie
Et dès que je l'aperçois
Alors je sens dans moi,
Mon coeur qui bat
Des nuits d'amour à plus finir
Un grand bonheur qui prend sa place
Les ennuis, les chagrins s'effacent
Heureux, heureux à en mourir
Quand il me prend dans ses bras
Il me parle tout bas
Je vois la vie en rose
Il me dit des mots d'amour
Des mots de tous les jours
Et ça m'fait quelque chose
Il est entré dans mon coeur
Une part de bonheur
Dont je connais la cause
C'est toi pour moi, moi pour toi, dans la vie
Tu me l'as dit, l'as juré, pour la vie
Et dès que je t'aperçois
Alors je sens dans moi
Mon coeur qui bat.

"Μάτια που κάνουνε τα μάτια μου
να χαμηλώνουν.
χαμόγελο που σβήνεται
στις άκρες των χειλιών του,
να το πορτραίτο,
χωρίς ρετούς κανένα,
του άντρα που ανήκω.

Όταν με παίρνει αγκαλιά
και μου σιγοψιθυρίζει,
βλέπω τη ζωή ρόδινη.
Μου λέει λόγια αγάπης,
λόγια καθημερινά
κι αυτό μου κάνει κάτι...

Μπήκε στη καρδιά μου,
ένα κομμάτι ευτυχίας,
για το οποίο ξέρω
πολύ καλά την αιτία:
Είναι αυτός για μένα
κι εγώ γι' αυτόν,
σε τούτη τη ζωή...

Μου το 'πε,
μου τ' ορκίστηκε,
για όλη τη ζωή.
Και μόνο που τον βλέπω,
αισθάνομαι στα στήθια μου
τη καρδιά μου να βροντά...

Νύχτες αγάπης αξημέρωτες,
που δε λένε να τελειώσουν
με κυριεύει μια πελώρια ευτυχία,
καημοί κι έννοιες σβήνουνε.
Ευτυχισμένοι... τόσον ευτυχισμένοι,
που μας έρχεται να πεθάνουμε."
Edith Piaf (La Vie En Rose) 1945


Padam Padam


Cet air qui m'obsède jour et nuit
Cet air n'est pas né d'aujourd'hui
Il vient d'aussi loin que je viens
Traîné par cent mille musiciens
Un jour cet air me rendra folle
Cent fois j'ai voulu dire pourquoi
Mais il m'a coupé la parole
Il parle toujours avant moi
Et sa voix couvre ma voix

Padam...padam...padam...
Il arrive en courant derrière moi
Padam...padam...padam...
Il me fait le coup du souviens-toi
Padam...padam...padam...
C'est un air qui me montre du doigt
Et je traîne après moi comme un drôle d'erreur
Cet air qui sait tout par cœur

Il dit: "Rappelle-toi tes amours
Rappelle-toi puisque c'est ton tour
'y a pas d'raison pour qu'tu n'pleures pas
Avec tes souvenirs sur les bras...
" Et moi je revois ceux qui restent
Mes vingt ans font battre tambour
Je vois s'entrebattre des gestes
Toute la comédie des amours
Sur cet air qui va toujours

Padam...padam...padam...
Des "je t'aime" de quatorze-juillet
Padam...padam...padam...
Des "toujours" qu'on achète au rabais
Padam...padam...padam...
Des "veux-tu" en voilà par paquets
Et tout ça pour tomber juste au coin d'la rue
Sur l'air qui m'a reconnue
...
Écoutez le chahut qu'il me fait
...
Comme si tout mon passé défilait
...
Faut garder du chagrin pour après
J'en ai tout un solfège sur cet air qui bat...
Qui bat comme un cœur de bois...

"Αυτός ο ρυθμός που με στοιχειώνει μέρα-νύχτα,
αυτός ο ρυθμός, δε γεννήθηκε σήμερα.
Έρχεται από τόσο μακριά όσο κι εγώ,
παιγμένος από χίλιους μουσικούς.
Μια μέρα αυτός ο ρυθμός θα με τρελάνει.
Εκατό φορές θέλησα να πω γιατί,
μα μου 'κοψε τη κουβέντα.
Πάντα προλαβαίνει και μιλά πριν από μένα
κι η φωνή του σκεπάζει τη δική μου.

Παντάμ... παντάμ... παντάμ...
καταφθάνει τρέχοντας πίσω από μένα
Παντάμ... παντάμ... παντάμ...
και μου κάνει το κόλπο του 'Θυμάσαι;'
Παντάμ... παντάμ... παντάμ...
είναι ένας ρυθμός που με δείχνει με το δάχτυλo
και που σέρνω πίσω μου σαν ηλίθιο λάθος.

Αυτός ο ρυθμός όλα τα ξέρει απ' έξω
Μου λέει: -'Για θυμήσου τις αγάπες σου.
Θυμήσου μιας κι είν' η σειρά σου
και δεν υπάρχει λόγος να μη κλαις,
με τις αναμνήσεις σου υπό μάλης...'
Κι εγώ ξαναβλέπω όσους μένουν.
Τα είκοσι χρόνια μου, παίζουνε ταμπούρλο.
Βλέπω να αλληλοχτυπιούνται με κινήσεις,
όλης της κωμωδίας των ερώτων,
σ' αυτό το ρυθμό που συνεχίζει...

Παντάμ... παντάμ... παντάμ...
Tα 'σ' αγαπώ' των εθνικών εορτών
Παντάμ... παντάμ... παντάμ...
Tα 'για πάντα' που αγοράζουμε στις εκπτώσεις.
Παντάμ... παντάμ... παντάμ...
Tα 'θέλεις;' ορίστε, σε πακέτα.

Κι όλα αυτά για να ξαναπέσω στη γωνιά.
Πάνω στο ρυθμό που μ' αναγνώρισε...
Ακούστε το σαματά που μου κάνει...
Λες και παρελαύνει όλο το παρελθόν μου...
Πρέπει να κρατήσω τη λύπη μου για μετά.
Έχω ολόκληρο σολφέζ,
γι' αυτό το ρυθμό που χτυπά...
Που χτυπά σα ξύλινη καρδιά..."
Glanzberg Contet (Padam... Padam... Padam...)


Non, Je ne regrette rien


Non ! Rien de rien...
Non ! Je ne regrette rien
Ni le bien qu'on m'a fait
Ni le mal, tout a m'est bien gal !
Non ! Rien de rien...
Non ! Je ne regrette rien
J'ai pay, balay, oubli
Je me fous du pass !

Avec mes souvenirs
J'ai allum le feu
Mes chagrins, mes plaisirs
Je n'ai plus besoin d'eux !
Balays mes amours
Et tous leurs trmolos
Balays pour toujours
Je repars zro...

Non ! Rien de rien...
Non ! Je ne regrette rien
Ni le bien qu'on m'a fait
Ni le mal, tout a m'est bien gal !
Non ! Rien de rien...
Non ! Je ne regrette rien...
Car ma vie, car mes joies
Aujourd'hui, a commence avec toi !

"Όχι, τίποτα, για τίποτα
δε λυπάμαι για τίποτα,
ούτε για το κακό που μου κάνανε,
ούτε για το καλό,
όλα τούτα το ίδιο μου κάνουν.

Όχι, τίποτα, με τίποτα,
όχι, δε μετανιώνω για τίποτα.
Έχω πληρώσει, έχω σβήσει,
έχω ξεχάσει το παρελθόν
και σκασίλα μου μεγάλη!

Aναθυμούμενη, άναψα φωτιά
με τις χαρές και τις λύπες μου.
Διαλυμένοι οι έρωτές μου κι οι τρεμούλες τους.
Σαρωμένοι για πάντα!
Ξαναρχίζω απ' το μηδέν!

Όχι, τίποτα, για τίποτα
δε λυπάμαι για τίποτα,
ούτε για το κακό που μου κάνανε,
ούτε για το καλό,
όλα τούτα μου κάνουνε το ίδιο.

Όχι, τίποτα, με τίποτα,
όχι, δε μετανιώνω για τίποτα.
Γιατί η ζωή μου, οι χαρές μου,
σήμερα ξαναρχίζουν μαζί σου..."
Dumond Vaucaire (Non, Je Ne Regrette Rien)

"Je n'ai pas peur de la mort. Je ne crois pas avoir commis ou fait du mal autour de moi au point de craindre le châtiment. Evidemment, on a tous plus ou moins une mauvaise ou bonne conduite, mais je crois que si on compense et si on fait le tout avec sincérité, je n'ai pas l'impression que quand on se présente devant le grand juge, si on a la conscience tranquille, qu'on ait quelque chose à craindre. Je n'ai jamais été déçu par l'amour. Mes amants m'ont apporté une grande expérience. Je ne regrette rien de ce que j'ai fait, de ce que j'ai connu, et si c'était à refaire je recommencerais. Et je remercie le ciel de m'avoir donné c e t t e vie, cette possibilité de vivre, car j'ai vécu à cent pour cent et je ne le regrette pas."

"Δεν έχω λόγο να φοβάμαι το θάνατο. Δε νομίζω πως έκανα κάτι κακό στο περιβάλλον μου, σε σημείο που να φοβάμαι την τιμωρία. Προφανώς, όλοι μας λίγο ή πολύ, έχουμε καλή ή κακή συμπεριφορά, αλλά νομίζω πως, αν το αντισταθμίζουμε και αν κάνουμε τα πάντα με ειλικρίνεια, δεν έχω την εντύπωση πως, τη στιγμή που θα παρουσιαστούμε μπροστά στο Μεγάλο Κριτή, αν έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας, έχουμε κάτι να φοβηθούμε. Δεν απογοητεύτηκα ποτέ από την αγάπη. Οι εραστές μου μου προσέφεραν πλούσια εμπειρία. Δεν μετανιώνω για τίποτα από όσα έκανα, από όσα γνώρισα, κι αν ήταν να ξαναζήσω, θα ξαναέκανα τα ίδια. Κι ευχαριστώ τον Ουρανό που μου έδωσε α υ τ ή τη ζωή, αυτή τη δυνατότητα να ζήσω, γιατί έζησα στο εκατό τοις εκατό και δεν το μετανιώνω."

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

"Κοιμήθηκα κοιμήθηκα στου γιασεμιού την ευωδιά"..Ελύτης






























ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ (1972)

Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης. Πίσω από κάθε

ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα

λόγια και να τα ταξιδέψει από χείλη σε χείλη. Δεν είναι λίγο αυτό.

Είναι η χαρά να δίνεις χαρά στους άλλους, είναι αυτό που μας βα-

στάει στη ζωή. Γι΄ αυτό, κοντά στα ποιήματά μου, δοκίμασα να γρά-

ψω και μερικά τραγούδια, χωρίς να τα υποτιμώ καθόλου. Έτσι ή αλ-

λιώς, μιλά κανείς για τα ίδια πράγματα που αγαπά, και από κει και πέ-

ρα το λόγο έχουν αυτοί που θα τ' ακούσουν. Λένε πως το είδος έχει

ορισμένους κανόνες. Δεν τους ξέρω και, πάντως, δεν ενδιαφέρθηκα

ή δεν μπόρεσα να τους ακολουθήσω. Δουλεύει ο καθένας όπως

νοιώθει. Και η θάλασσα είναι απέραντη, τα πουλιά μυριάδες, οι ψυχές

όσες και οι συνδυασμοί που μπορούν να γεννήσουν οι ήχοι και τα λό-

για, όταν ο έρωτας και το όνειρο συμβασιλεύουν.



ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ

ΜΑΡΙΝΑ

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
λουίζα και βασιλικό
Μαζί μ' αυτά να σε φιλήσω
και τι να πρωτοθυμηθώ


Τη βρύση με τα περιστέρια
των Αρχαγγέλων το σπαθί
Το περιβόλι με τ' αστέρια
και το πηγάδι το βαθύ


Τις νύχτες που σε σεργιανούσα
στην άλλη ν άκρη τ' ουρανού
Και ν' ανεβαίνεις σε θωρούσα
σαν αδελφή του Αυγερινού


Μαρίνα πράσινό μου αστέρι
Μαρίνα φως του Αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού.


ΤΑ ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ

Τον Μάρτη περικάλεσα
και τον μικρό Νοέμβρη
Τον Αύγουστο τον φεγγερό
κακό να μη μας έβρει


Γιατ' είμαστε μικρά παιδιά
είμαστε δυο Ελληνάκια
Μες στα γαλάζια πέλαγα
και στ' άσπρα συννεφάκια


Γιατ' είμαστε μικρά παιδιά
κι η αγάπη μας μεγάλη
Που αν τη χωρέσουμε απ' τη μια
περσεύει από την άλλη


Κύματα σύρετε ζερβά
κι εσείς τα σύννεφα δεξιά
Φάληρο με Περαία
μια γαλανή σημαία.


Η ΜΑΓΙΑ

Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
μέσ' απ' τους ουρανούς περνά
Κάποτε λίγο σταματά
στο φτωχικό μου και κοιτά:

Γεια σας τι κάνετε; Καλά;
-Καλά. Πως είναι τα παιδιά;
-Τι να σας πω εκεί ψηλά
τα τρώει τ' αγιάζι κι η ερημιά

-Γι' αυτό πικραίνεσαι Κυρά
δε μου τα φέρνεις εδωνά;
-Ευχαριστώ μα 'ναι πολλά
θα σου τη φάνε τη σοδειά


-Δώσε μου καν την πιο μικρή
τη Μάγια την αστραφτερή
Λάμπουνε γύρω τα βουνά
τα χέρια μου βγάνουν φωτιά
Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
φεύγει και μ' αποχαιρετά.



ΤΑ 'ΔΑΤΕ ΤΑ ΜΑΘΑΤΕ

Ήταν μια θεία θέληση
κι ενός αγίου τάμα
Εμείς οι δυο να σμίξουμε
και να γενεί το θάμα:


Οι βάρκες ν' ανεβαίνουνε
ως τα ψηλά μπαλκόνια
Κι οι ορτανσίες να πετούν
καθώς τα χελιδόνια


Ν' ανάβουν οι άγιοι κερί
στη χάρη των δυονώ μας
Και τα ψαράκια να φυλούν
την άκρη των ποδιών μας


Όλος ο κόσμος ν' απορεί
μωρέ τι να 'ν' και τούτο
Με το μπουζούκι να λαλεί
και το μικρό λαγούτο:


-Τα 'δατε τα μάθατε
μια αγάπη που εγεννήθη
Άνθρωπος δεν την κατελεί
κι ο Άδης ενικήθη.



ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΟΡΙΑ


Του μικρού Βοριά παράγγειλα
να 'ναι καλό παιδάκι
Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα
και στο παραθυράκι


Γιατί στο σπίτι που αγρυπνώ
η αγάπη μου πεθαίνει
Και μες στα δάκρυα την κοιτώ
που μόλις ανασαίνει


Με πιάνει το παράπονο
γιατί στον κόσμο αυτόνα
Τα καλοκαίρια τα 'χασα
κι έφτασα στο χειμώνα


Σαν το καράβι που άνοιξε
τ' άρμενα κι αλαργεύει
θωρώ να χάνονται οι στεριές
κι ο κόσμος λιγοστεύει


Γεια σας περβόλια γεια σας ρεματιές
γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές
Γεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί
γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί.



ΤΟ ΤΡΙΖΟΝΙ


Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στου γιασεμιού την ευωδιά
Στων φύλλων το μουρμουρητό
στων άστρων τον χρυσό γιαλό


Οι άνθρωποι μ' αρνήθηκαν
κανείς δε μου σιμώνει
Μόνο μου κάνει συντροφιά
της νύχτας το τριζόνι:


-Έννοια σου λέει έννοια σου
κι εγώ είμαι δω κοντά σου
Για συντροφιά στην έγνοια σου
και για παρηγοριά σου


Τρι και τρι τρι και τρι
τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι


Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στων Αρχαγγέλων τη σκιά
Στην ερημιά του φεγγαριού
στο κυματάκι του γιαλού


Τι να 'φταιξα της μοίρας μου
κι έτσι με φαρμακώνει
Μονάχα μου αποκρίνεται
της νύχτας το τριζόνι:


-Είμαι μικρό πολύ μικρό
μα 'ναι ο Θεός μεγάλος
Αυτό ποτέ δε θα σ' το πω
μήτε κανένας άλλος


Τρι και τρι τρι και τρι
τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι.


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΥΡΟ ΚΑΙ ΤΖΙΑ

Ανάμεσα Σύρο και Τζια
μικρή φυτρώνει νεραντζιά
η μικρή μου η κοπελιά


Πόχει τις ρίζες στο βυθό
και τα κλαδιά στον ουρανό
το κορίτσι που αγαπώ


Πλάσμα δεν είναι ανθρωπινό
δεν είναι μήτε ξωτικό
το κορίτσι που αγαπώ


Μα 'χει τον ήλιο φορεσιά
τα κύματα περπατηξιά
η μικρή μου η Παναγιά


Χάιντε νύφη της θαλάσσης
τι φαμίλιες θα χαλάσεις
Νύφη μέσα στα μπουγάζια


με τα πέπλα τα γαλάζια
Άνεμος να μη σε πιάσει
λούλουδο μη σου χαλάσει


Κι αν γενεί ποτέ το θάμα
κι αγαπήσεις κάνω τάμα
Να σου στείλω μια μπρατσέρα
με τον Πολικόν Αστέρα.


ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ

Μια φορά στα χίλια χρόνια
του πελάγου τα τελώνια
Μες στα σκοτεινά τα φύκια
μες στα πράσινα χαλίκια
Το φυτεύουνε και βγαίνει
πριν ο ήλιος ανατείλει
Το μαγεύουνε και βγαίνει
το θαλασσινό τριφύλλι

Κι όποιος το 'βρει δεν πεθαίνει
κι όποιος το 'βρει δεν πεθαίνει

Μια φορά στα χίλια χρόνια
κελαηδούν αλλιώς τ' αηδόνια
Δε γελάνε μήτε κλαίνε
μόνο λένε μόνο λένε:
-Μια φορά στα χίλια χρόνια
γίνεται η αγάπη αιώνια
Να 'χεις τύχη να 'χεις τύχη
κι η χρονιά να σου πετύχει

Κι από τ' ουρανού τα μέρη
την αγάπη να σου φέρει

Το θαλασσινό τριφύλλι
ποιος θα βρει να μου το στείλει
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.


ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ

Η Παναγιά το πέλαγο
κρατούσε στην ποδιά της
Τη Σίκινο την Αμοργό
και τ' άλλα τα παιδιά της


Από την άκρη του καιρού
και πίσω απ' τους χειμώνες
Άκουγα σφύριζε η μπουρού
κι έβγαιναν οι Γοργόνες


Κι εγώ μέσα στους αχινούς
στις γούβες στ' αρμυρίκια
Σαν τους παλιούς θαλασσινούς
ρωτούσα τα τζιτζίκια:


Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
γεια σας κι η ώρα η καλή
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
κι ' όλ' αποκρίνονταν μαζί:

-Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει.


ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

1. Αρχή του κόσμου πράσινη
κι αγάπη μου θαλασσινή
Την κλωστή σου λίγο λίγο
τραγουδώ και ξετυλίγω


2. Διαβάζω μέσα στο νερό
το άλφα το βήτα και το ρω
Τα δυο γυμνά σου πόδια
τους κήπους με τα ρόδια


3. Σ' έκανα πουκάμισό μου
σε φορώ και περπατάω
Με το σώμα το μισό μου
στο δικό σου που κρατάω


4. Σου 'χτισα μια Σαντορίνη
με καμάρες και πορτιά
Να γυρνάς σαν το λυθρίνι
μες στη δροσερή φωτιά


5. Θα κλείσω μια θα κλείσω δυο
την απαλάμη των χαδιώ
Θα κλείσω δυο θα κλείσω τρεις
την Τύχη κι άμε να τη βρεις


6. Έλα να γίνουμε δυο ζώα
σε μακρινούς να πάμε τόπους
Όπου τα πλάσματα τ' αθώα
να μας φαντάζονται γι' ανθρώπους


7. Άκουσα μες στον ύπνο σου
που κολυμπούσε ο κύκνος σου
Τα δύο μας τα ονόματα
ν' αλλάζουν χίλια χρώματα


8. Τα χέρια μου τ' αδίσταχτα
πιάναν την άνοιξη πριν φτάσει
Τα μάτια σου τ' ανύσταχτα
της ρίχνανε άνθη να χορτάσει


9. Βγήκε απ' το κόκκινο το μαύρο
και τώρα που να πάει δεν ξέρει
Κόκκινα που 'ναι όλα τα μέρη
Το 'να που απόμεινε ίσως θα 'βρω


10. Μου 'φυγ' ένα συννεφάκι
πάει τη λύπη στα βουνά
Ψάχνει να χτίσει ένα σπιτάκι
στο πάντα και στο πουθενά


11. Σ' ένα λιμανάκι μωβ
ξύπνησα τα χαράματα
Όχι να μη γίνω Ιώβ
μήτε να μάθω γράμματα


12. Στήνει καρτέρι ο κεραυνός
χώρια να μας πετύχει
Μα 'ναι μεγάλος ο ουρανός
και τοσοδούλα η Τύχη


13. Φύγε από κει μωρέ πουλί
και γέρνει η βάρκα μας πολύ
Μόνο σου πέταξε και δες:
ίσα που παίρνει δυο καρδιές


14. Σταμάτα μου την αστραπή
ν' ανάψω ένα τσιγάρο
Και πες του σύννεφου να πει
πως θα 'ρθω να σε πάρω


15. Την αγάπη μια τη λες
την ντύνεσαι τη γδύνεσαι
Όσο που γίνονται πολλές
και πάλι σ' όλες δίνεσαι


16. Περνώντας απ' τις λυγαριές
κάποιος μου το μουρμούρισε
Το 'παν οι σκύλοι στις αυλές
κι η γάτα το χουρχούρισε


17. Κάνε με Μωαμεθανό
να προσκυνώ στη Μέκκα
Και να σε πάρω μια και δυο
κι εφτά φορές γυναίκα


18. Ο που ξέρει ελληνικά
πέντε κι έξι έντεκα
Κι ο που ξέρει μόρτικα
δύο αλλ' αλλιώτικα


19. Η χαρά μου για να παίξει
διάλεξε κοπέλες έξι
Καθεμιά κι από μια λέξη
να τη λέει ώσπου να φέξει


20.Ένα κύμα μέσα σ' όλα
έγια λέσα έγια μόλα
Πήρε τα κρυφά μας λόγια
να τα κάνει κομπολόγια


21. Αυτό που λέμε «σ' αγαπώ»
στα δέντρα θα το τρίξω
Με τον αέρα να σ' το πω
και να σου το φυσήξω


22. Λένε πως κατιτίς κοιμάται
μέσα στης θάλασσας τον πάτο
Κάποια που πια δεν το θυμάται
μ' έχασε σαν σταυρό εκεί κάτω


23. Σαν κάποιος ν' αναστέναξε
ή να 'κοψ' έναν μενεξέ
Ραγίστηκεν ο ουρανός
και φάνηκε ο κατάμονος


24. Τι να 'γινε το μαξιλάρι
που 'χε απ' τα λόγια μας γεμίσει
Στον ουρανό θα το 'χει πάρει
άγγελος για ν' αποκοιμίσει
κάτι που πια δε θα γυρίσει


25. Μόνο που κοιτάχτηκες
μέσα στο πηγάδι
Στην ηχώ σου πιάστηκες
σαν σε παραγάδι


26. Να σου δένω τα μαλλιά
με χρυσόν αστάχυ
Και να λένε τα πουλιά:
ο που τα 'βρε ας τα 'χει


27. Μες στου κήπου το σκοτάδι
φέγγεις μόνο με το χάδι
Όμως όταν μπεις στο σπίτι
σβήνεις τον Αποσπερίτη


28. Να 'χα μια γομολάστιχα
να πιάνει στα Γραμμένα
Να σβήσω τα τετράστιχα
και να κρατήσω εσένα.


Yiannis Parios - Matia Ble

Nena Venetsanou - Marina