Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου, μη χάσεις το θάρρος σου. Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά. Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται να παραμερίσει την καρδιά του.
Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων.. Τάσος Λειβαδίτης
Εγώ είμαι,εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας. Εδώ ή αλλού,χτυπάω όλες τις πόρτες ω,μην τρομάζετε καθόλου που είμαι αθώρητη κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί να δει.
Εδώ και δέκα χρόνια εδώ καθόμουνα στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε κι είμαι παιδί,τα εφτά δεν τα καλόκλεισα, μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.
Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια όλη-όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα την πήρε ο άνεμος κι αυτή σ'ένα ουρανό συγνεφιασμένο.
Ω,μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα, κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει τι το παιδί που σαν κομμάτι εφημερίδα κάηκε δε μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.
Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας,ακούστε με, φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται και να μπορούν να τρώνε καραμέλες.
Ναζίμ Χικμέτ
(απόδοση Γιάννη Ρίτσου)
Η πιο ομορφη θαλασσα
Θα γελασεις απ'τα βαθη των χρυσων σου ματιων Ειμαστε μεσ'το δικο μας κοσμο Η πιο ομορφη θαλασσα ειν'αυτη που δεν εχουμε ακομα ταξιδεψει Τα πιο ομορφα παιδια δεν εχουν μεγαλωσει ακομα Τις πιο ομορφες μερες μας δεν τις εχουμε ζησει ακομα Κι αυτο που θελω να σου πω το πιο ομορφο απ'ολα δεν στοχω πει ακομα
I'll Miss You (Mi Mancherai) I'll miss you, if you go away I'll miss your serenity Your words like songs in the wind And Love, that you take away.
I'll miss you, if you go away Now and forever I don'know how to live And joy, my friend, goes away with you
I'll miss you, I'll miss you, because you go away Because the love in you is dead Because, because... Nothing it's gonna change, I know And inside of me I feel you I'll miss the immensity Of our days and nights,us together Your smiles when it's getting dark Your being naive like a little girl
I'll miss you, my love I look at myself and I find emptiness inside of me And joy, my friend, goes away with you
ναζίμ χικμέτ, ο τούρκος ποιητής παγκόσμιας εμβέλιας
Ο Ναζίμ Χικμέτ (20 Νοεμβρίου 1901- 3 Ιουνίου 1963) ήταν Τούρκος ποιητής και δραματουργός, τα έργα του οποίου μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες.Πολλά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από το γνωστό Τούρκο συνθέτη Ζουλφού Λιβανελί, ενώ αρκετά μελοποιήθηκαν και από το συνθέτη Μάνο Λοΐζο και τον Θάνο Μικρούτσικο.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 15 Γενάρη 1902. Ο πατέρας του Χικμέτ Ναζίμ Μπέης, υπηρετούσε στο Υπουργείον Εξωτερικών, έκανε μάλιστα για λίγο και Πρόξενος στο Αμβούργο κι όταν απολύθηκε έκανε τον διαχειριστή σε κινηματογραφικές αίθουσες. Η μητέρα του, Αϊσέ Τζελιέ Χανούμ, ήτανε ζωγράφος.
Ο μικρός Ναζίμ ολοκλήρωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση στη Κωνσταντινούπολη κι ύστερα γράφτηκε στη Ναυτική Σχολή Χάλκης, το 1918, κάτω από τη διοίκηση του Κεμάλ Πασά. Ο διοικητής του, άκουσε και θαύμασε το ποίημά του "Λόγια Ενός Αξιωματικού Του Ναυτικού", που 'χε γράψει στα 12. Όταν αποφοίτησε μπήκε στο πολεμικό σκάφος Hamidiye ως εκπαιδευόμενος αξιωματικός καταστρώματος. Ωστόσο, η σταδιοδρομία του στο Ναυτικό σταμάτησεν απότομα, γιατί αρρώστησεν από πλευρίτη στη διάρκεια μιας νυχτερινής βάρδιας (1919) και δεδομένου ότι δε μπόρεσε ν' ανακτήσει την υγεία του, απαλλάχτηκε σαν άτομο μ' ειδικές ανάγκες (1920).
Ανέλαβε καθηγητής στην Ανατολία, στο γυμνάσιο Bolu, για σύντομο διάστημα (1921). Ενδιαφέρθηκε ζωηρά για τη ρωσική επανάσταση, πήγε στη Μόσχα και μελέτησεν οικονομία και κοινωνικές επιστήμες στο εκεί πανεπιστήμιο (1922-1924). Εκεί συναντά τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκη κι επηρεάζεται απ' αυτόν. Η επαναστατική τούρκικη ποίηση έχει τον "πατέρα" της. Όταν επέστρεψεν αρχίζει να δουλεύει σε μιαν εφημερίδα της Σμύρνης.
Στη Τουρκία όμως το κεμαλικό κίνημα μισεί την αριστερή παράταξη και ξεκινά διώξεις και συλλήψεις. Έτσι αναγκάζεται να ξαναφύγει κρυφά για τη Μόσχα. Ο Μαγιακόφσκη τονε ξαναμαγεύει και μην αντέχοντας για πολύ να 'ναι μακριά από τη πατρίδα, γυρίζει κρυφά, χωρίς διαβατήριο.
Συλλαμβάνεται κι εισπράττει τη πρώτη καταδίκη για τα επαναστατικά του φρονήματα. Μπαίνει στη φυλακή Hopa για 3 μήνες (1928). Έπειτα, εγκαθίσταται στη Κωνσταντινούπολη κι εργάζεται σε διάφορα περιοδικά, εφημερίδες και σε κινηματογραφικά στούντιο. Εκδίδει τα πρώτα βιβλία ποίησης και γράφει συνεχώς (1928-1932). Συλλαμβάνεται ξανά το 1931, αλλά στο δικαστήριο, απο κατηγορούμενος, γίνεται κατήγορος κι αναγκάζονται να τον αθωώσουν. Την επόμενη χρονιά τονε ξαναπιάνουν και καταδικάζεται 5 χρόνια φυλακή, όμως αφήνεται λεύτερος λόγω της αμνηστείας για τον εορτασμό των πρώτων 10 ετών της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Εργάστηκεν ως αρθρογράφος και συντάκτης σε περιοδικά κι εφημερίδες με το ψευδώνυμο Orhan Selim (1933). Μα η αντίδραση που ξέρει πια με ποιον έχει να κάνει, του στήνει προβοκάτσια το 1934. Μηνύεται επειδή έκανε δήθεν, προπαγάνδα στους σπουδαστές της Στρατιωτικής Ακαδημίας. Δικάζεται "κεκλεισμένων των θυρών", χωρίς συνήγορο και καταδικάζεται συνολικά, σε 35ετή φυλάκιση, μα κατορθώνει να τη μειώσει στα 28 χρόνια και 4 μήνες σύμφωνα με τα άρθρα 68 κι 77 του τουρκικού ποινικού κώδικα (1938). Μπαίνει στα φοβερά μπουντρούμια της φυλακής στη Προύσα.
Οι διανοούμενοι ξεκινούν μεγάλην εκστρατεία για να πείσουν την ηγεσία να τον αμνηστεύσει. Αρχίζει απεργία πείνας στη φυλακή (1950). Τελικά, η υπόλοιπη ποινή, του χαρίζεται, μετά 13 χρόνια φυλακής. Δε μπορούσε να βρει δουλειά, μήτε να εκδόσει βιβλία, λόγω που 'χεν οριστεί ως άτομο μ' ειδικές ανάγκες κι είχε σταματήσει τη στρατιωτική του θητεία. Διάταγμα που ουσιαστικά είχε κείνον για στόχο. 50 χρονών πια, άρρωστος και σε τρομερά δύσκολη θέση, φοβούμενος παράλληλα τυχόν απόπειρα κατά της ζωής του, αποδέχεται τη συμβουλή του γνωστού, σύγχρονου, θεατρικού συγγραφέα και δημοσιογράφου Refik Erduran κι αυτοεξορίζεται. Με ρουμάνικο σκάφος, διαπλέει τη Μαύρη θάλασσα και περνά στη Ρωσία και πιο συγκεκριμένα στη Μόσχα.
Από κει πηγαίνει στο Βερολίνο, όπου μέσα σε μια κατάμεστην αίθουσα με πάνω από 500 άτομα, δίνει ένα αγωνιστικό ρεσιτάλ και καταχειροκροτείται σαν ελεύθερος πλέον αγωνιστής ποιητής. Χωρίς να σταματήσει να γράφει, περνά την υπόλοιπη ζωή του, στη Μόσχα. Στις 3 Ιουνίου 1963 ο Ναζίμ Χικμέτ πεθαίνει και θάβεται στη Μόσχα, σ' ηλικία 61 ετών.
Την ομορφιά που κλείνω μέσα μου κανείς ποτέ δε θα τη νιώσει. Κι αν την πληγώσει θά ΄ναι ανίδεος κι ούτε γι΄αυτό θα μετανιώσει.
Μαρία Πολυδούρη
Τρία πάθη, απλά, αλλά κατακλυσμιαία, εξουσιάζουν τη ζωή μου: Η λαχτάρα για αγάπη, η αναζήτηση της γνώσης και η ανυπόφορη θλίψη για τα βάσανα του ανθρώπινου είδους. Bertrand Russell
Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας...
Οδυσσέας Ελύτης
.."Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε Ομορφιά. Την Ομορφιά που είναι μια οδός - η μόνη ίσως οδός προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει".. Ελύτης
Μεταρσίωση
Το πνεύμα μου, σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα, λύνεται απόψε στο άπειρο χωρίς να βρίσκει αναπαμό. Τις ζώνες γύρω του έσπασε και ανατινάζεται θερμό το πνεύμα μου σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα. Σαν γαλαξίας απέραντος το σύμπαν σέρνω στο χορό. Ήλιο τον ήλιο γκρέμισα, θόλο το θόλο χάλασα, κι είμαι σαν μιαν απέραντη, πλατιά γαλάζια θάλασσα, που οι στενοί πάνω μου ουρανοί δε μου σκεπάζουν το νερό.
Ν.Βρεττάκος
Γλυκειά μου αγάπη No Pasaran!!!!
Syntagma Square 20110925
Την ομορφιά που κλείνω μέσα μου κανείς ποτέ δε θα τη νιώσει. Κι αν την πληγώσει θά ΄ναι ανίδεος κι ούτε γι΄αυτό θα μετανιώσει
Μαρία Πολυδούρη
«Δεν είμαι διανοούμενος, είμαι μόνο μια ευαισθησία» είχε πει κάποτε ο Σάμιουελ Μπέκετ
Για ν' ακούς μόνο εμένα τρυφερεύουν ώρες ώρες τα λόγια μου και γίνονται σαν τις πατημασιές των γλάρων στην άμμο του γιαλού...
Είναι θύελλες ζαλωμένο το πρωινό μες στο κατακαλόκαιρο. Σαν άσπρα μαντηλάκια αποχαιρετισμών σαλπάρουν τα σύννεφα, και, εκεί, τ' αρπάζει ο άνεμος και τα σηκώνει με τα χέρια του τα ταξιδιάρικα. Αρίφνητη η καρδιά του ανέμου που χτυπάει μες στην ερωτοδέσμια σιωπή μας...
Ω πευκώνα μου, εσύ, απέραντε, φλοίσβε των παρόχθιων κυμάτων, σιγανό πηγαινέλα των φώτων, της εκκλησιάς καμπάνα κατάμονη, στάλα εσπερινή που ραντίζεις τα δικά σου τα μάτια, παναγιά μου, κουκλί μου πεντάμορφο, της στεριάς αχιβάδα, μάσα σου εσένα τραγουδάει το χώμα!..
Από τ' αμπέλια του ήλιου πέφτει μια ρώγα στο σκούρο φουστάνι σου. Της νύχτας οι πελώριες ρίζες θρασεύουν απότομα και βγαίνουν από την ψυχή σου, κι έτσι επιστρέφεις στον έξω κόσμο ότι είχες μέσα σου κρυμμένο, κι έρχονται σμάρια εκεί, σμάρια γαλαζωπά, που εσύ εγέννησες κι εσύ τα τρέφεις...
Στη στερνή αναλαμπή του το φως σε τυλίγει...
Gracias!!
Άρης Αλεξάνδρου
..Κοιμήσου μέρα κόκκινη της άνοιξης αχείλι πόχεις τον ήλιο στην καρδιά τη λευτεριά στα μάτια και σε παινάει το δειλινό και σε ζουλεύει η αυγούλα..
..Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες Για να μην τύχει και προσέξεις Πόσο διστάζω να σε αγγίξω..
Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός, όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο.
..Βάδιζε πάντα σταθερά σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του..
Επιταγές και δέματα Τα κανονίζεις όπως όπως Τριάντα τα εκατό πενήντα τα εκατό Μα ποιος θα πάρει την μισή μου ξενιτειά; Ποιος θα δεχτεί να πάρει Τριάντα τα εκατό απ’ τη μισή μου ξενιτειά
Πλάι στη θάλασσα μαζί σου Είχα μπορέσει να πετάξω Δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού Και μας πιτσίλισαν λιακάδα..
...Όσο υπάρχεις Ταξιδεύω Θα σε βρω Όπου πατάς Πέφτουν πράσινα φύλλα
Ίσως και να’ναι πρόφαση Όπως προφασίζουμε τα φύλλα Κι έχω κατά νου μου το νερό Όπως μιλάω για γεράνια Και βλέπω εκεί που αγγίξανε Τα χείλη σου το φως
Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά Μια υπόγεια σήραγγα Μ΄ένα σουγιά μ΄ένα πιρούνι με τα νύχια Σκάβαμε τις πέτρες Ξέροντας πως θα φτάσουμε το πολύ ως τη θάλασσα..
Μας παίρνουν τον Κωστή για το στρατοδικείο Τα δάχτυλά του Μπερδεύονται και δένονται στους κόμπους.. ..Ήθελε να ζήσει Όσο θέλουμε κι εμείς Κι όμως τον σκοτώσαμε Είχε ένα χαμόγελο Σαν τη στιγμή που στρίβω τη γωνιά Και βλέπω φως Στο παράθυρό σου Κι όμως τον σκοτώσανε Μπόρεσε και δέχτηκε πως θα τον ξεχάσουμε Όπως ξεχνάς μια πέτρα που κρατάει το σπίτι σου Κι όμως τον σκοτώσανε..
Σύντροφε κοιμάσαι; Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού Που να βουλιάζουνε οι λέξεις στο χαρτί Σαν τη σιωπή μου Στις κόρες των ματιών της; Ο Πέτρος που κοιμάται στο τσιμέντο Δίχως φόδρα στο σακάκι Κάθε πρωί μου έκανε τράκα μια καλημέρα στα κλεφτά Γιατί τον είχαν για προδότη..
«Για την ομάδα ήμουν ύποπτος πάντα σαν την αλήθεια»
Ο ποιητής ολάκερος μπαίνει στα προβλήματα, ο ποιηματογράφος περνά πλάι απ’ τα προβλήματα. Γι’ αυτό διατυπώθηκε μια μέρα ο καημός: «Έχετε την ιδέα πως κάνετε ποίηση, όταν το αίμα σας είναι καλά σιγουρεμένο στις φλέβες;»..
Ο ποιηματογράφος ενδιαφέρεται για τη διάρκεια στη χρονική προέκταση. Ο ποιητής είναι διαρκής χωρίς την παραμικρή χρονική προέκταση. Ο ένας βλέπει τον ήλιο και νιώθει τη ζέστη. Ο άλλος βλέπει τον ήλιο και νιώθει το φως.
Ο ποιητής έχει στα μάτια του το αρχέτυπο και ξέρει πως η φύση δεν οργίζεται πραγματικά ούτε με την όποια καταιγίδα. Ο ποιηματογράφος έχει στα μάτια του το εγώ του και παίρνει στα σοβαρά τα δάκρυα του. Φυσικό να φοβάται, λοιπόν, το βρυχηθμό των ερωτημάτων, την ίδια στιγμή που ο ποιητής ποιμαίνει τα ερωτήματα, με την απόκριση που είναι ο ίδιος.
Ο ποιητής είναι σαλός. Ο ποιηματογράφος είναι σάλος. Ο πρώτος είναι θέαμα της θεότητας. Ο δεύτερος είναι θεατής της θεότητας.
Είπε κάποτε το αηδόνι: «Θα γίνω πίθηκος». Κ’ έγινε. Είπε κάποτε ο πίθηκος: «Θα γίνω αηδόνι». Και δεν έγινε, γιατί το κλαδί έσπασε απ’ τα πολλά του χοροπηδήματα.
Κατακίτρινος άγγελος, εκτυφλωτικά πορτοκάλια, χρησιμότητα των κορυφογραμμών – η ποίηση. Και ύψιστο σκουλήκι – ο ποιητής.
Κράτα το άλογο, μου είπε και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη έσκυψε στο νερό να πιει και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι. Κοίταζε τα κουρέλια μου τα πόδια μου μες στις λινάτσες τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου και πώς του χαμογέλαγα κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.
Λοιπόν, ιδού ο Άγγελος, το πηγάδι και η βάρκα. Ο ποιητής και, φυσικά, το φεγγάρι. Το όνειρο και ο έρωτας. Όλοι χωράμε οι ζωντανοί κι οι νεκροί σ' ένα ποίημα
Ο Γιώργης Παυλόπουλος είναι ένας ποιητής υποδειγματικής λιτότητας… Τα αντικλείδια μας προσφέρουν ματιές μέσα σε κείνο το φευγαλέο εσωτερικό άδυτο της ποίησης που σε μια στιγμή είναι ερμητικά κλειστό και σε μιαν άλλη, σαν από θαύμα, διάπλατα ανοιχτό.
Γιώργος Δανιήλ Πανεπιστήμιο του Τορόντο WORLD LITERATURE TODAY, 64,1 (1990), 170-1
… Ο Παυλόπουλος πέρασε τα παιδικά του χρόνια στον Πύργο, κοντά στην Ολυμπία, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, και μετά από λίγα χρόνια στην Αθήνα, έχει τώρα επιστρέψει στη Επαρχιακή του Πατρίδα. Η εκφραστική έκταση και δύναμη της ποίησής του κάθε άλλο παρά Επαρχιακή είναι. Το κέντρο του "Κατωγιού" είναι μια τρομακτική νεανική εμπειρία πολέμου, εμπειρία που έχει απορροφηθεί από την ευρυνόμενη φαντασία του οριμάζοντος ποιητή.
Alan Υoung Κριτικός λογοτεχνίας Εφημ. TIMES (Λονδίνου), TLS, 18-8-1978
…Ο Παυλόπουλος γράφει από το υφάδι της ζωής του, είναι Έλληνας όπως ο Προύστ είναι Γάλλος. Σιγά-σιγά τ' όνομά του ακούστηκε στην Ελλάδα ακόμη και στις θλιβερές ημέρες της δικτατορίας. Δεν είναι όμως φημισμένος ποιητής, είναι απλώς πολύ καλός ποιητής. Τα ποιήματα αυτά έχουν εκείνη τη ποιότητα και τη γερή φτιαξιά που βρίσκονται στα θεμέλια της μεγαλοσύνης. Έχουν μια προσωπική αυθεντία. Περνούν την κρίσιμη δοκιμασία - αν δεν είχαν γραφτεί ο κόσμος και η Ελληνική γλώσσα θα φαίνονταν αλλιώτικα. Είναι δύσκολο να διδαχθείς απ' ένα μεγάλο ποιητή πώς να γράφεις και μολονότι ο Γιώργος Σεφέρης στάθηκε κατά κάποιο τρόπο ο δάσκαλος αυτών των ποιημάτων δεν βλέπω τη συντριπτική επίδρασή του είτε στη μορφή τους είτε στον εσωτερικό ρυθμό της γλώσσας τους που χαρίζει την πλαστικότητα στις μορφές. Εδώ κι εκεί στον Γιώργη Παυλόπουλο υπάρχουν κάποια σπιθίσματα υπερρεαλισμού αλλά τούτο είναι μόνο μια μαρμαρυγή στην επιδερμίδα των ποιημάτων του. Ο Παυλόπουλος είναι απόλυτα προσωπικός πιο προσωπικός ίσως από τους περισσότερους ποιητές και τούτο είναι αρκετός λόγος για να τον μεταφράσει κανείς…
Πήτερ Λήβι Μεταφραστής Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 5-5-1977
Μ' ενδιαφέρει η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου γιατί είναι αποτελεσματική χωρίς ψιμύθια. Λέγοντας "ψιμύθια", εννοώ: χωρίς γλωσσικούς κορδακισμούς, που συνήθως είναι επιφανειακά σχήματα χωρίς ν' αγγίζουν τίποτε στο βάθος - και η ποίηση είναι, αν μπορώ να πω, έκφραση βάθους. Σε τι προχωρεί, μ' αυτόν, η ποίηση; Δεν ξέρω, άλλοι θα το πουν. αλλά στα χρόνια που ζούμε, το να κρατά κανείς την τέχνη σε μια ορισμένη στάθμη, είναι πρόοδος.
Γιώργος Σεφέρης Ποιητής Από το βιβλίο του Γ.Π. Σαββίδη: "Πάνω νερά" (Αθήνα, Ερμής 1973)
Οσο θα κοιτάζεις τον άλλο στα μάτια και κάτι θα συμβαίνει μέσα σου... Γιώργος Δουατζής
Θυμάμαι τώρα καθαρά, που είπες, πως αν η αλήθεια είναι άσπρο ή μαύρο δε θέλω να τη μάθω ποτέ.
Σταύρο των πολύτιμων στιγμών της ευαισθησίας, της ανημποριάς και της υπέρτατης δύναμης. Χαίρε τα ερέβη.
Πολύτιμε, ησυχία. Τώρα η νύχτα είναι βαθειά.
Ομως... Για να υψώνεις το χέρι, γροθιά ή παλάμη ανοιχτή πάνω από τους ανθρώπους και τα ερείπια, θα πει ότι είδες ορίζοντες και το σύμπαν δεν άδειασε - γιατί χωρίς φως πώς θα φανούν γραμμές των οριζόντων - κι έπειτα, μαζί με το χέρι απλωμένο ή γροθιά, υψώνεσαι και συ αδερφέ μου. Τι κι αν κάτω είναι ερείπια ή ναοί. Υψώνεσαι κι αυτό μετράει σ αυτή την καταραμένη συνομοταξία μας. Κι αν όχι, πώς και γιατί αιωρούμαστε;
Γιώργος Δουατζής
Οταν άρχισα που λές Σταύρο τα τραγούδια μου παιδί, ήξερα ότι δεν θα σταματούσα. Μόνο κάτι ανάπαυλες μεγάλες, με ενοχές για τον αποχωρισμό από τα χαρτιά μου και πάλι από την αρχή τραγούδι. Ξέρεις εσύ γιατί ομότεχνε. Το τραγούδι ήταν και είναι τόσο ζωογόνο, σαν νερό, σαν οξυγόνο, σαν αίμα, σαν φωτιά, σαν γή. Ως έρωτας. Μεγάλος κι ασίγαστος.. Γιώργος Δουατζής
Ελπίδα
Σαν την ποίηση, τον ποιητή, εσένα, το τραγούδι, τον μαύρο ουρανό, τον ήλιο, τη θάλασσα, τα κυκλαδίτικα βράχια, τον άνεμο, τον ήχο, το σούρουπο, τα χρώματα της οικουμένης, τη μεταρσίωση εκείνου, του μόνου και μοναδικού.. Γιώργος Δουατζής
Τάσος Λειβαδίτης
Και να που φτάσαμε εδώ Χωρίς αποσκευές Μα μ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Βέβαια αγάπησε τα ιδανικά της ανθρωπότητας, αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα
Σκληρός, άκαρδος κόσμος, που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα πάνω απ το δέντρο που βρέχεται.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία για να μένουν νεκροί για πάντα
Αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί για όλη την ανθρωπότητα
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Καθώς μένω στο δωμάτιο μου, μου ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες. Φοράω το σακάκι του πατέρα κι έτσι είμαστε δυο, κι αν κάποτε μ άκουσαν να γαβγίζω ήταν για να δώσω έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη μ ένα άστρο ή μ ένα γιασεμί σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει παίρνει το μέρος των φτωχών.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη!
Δος μου το χέρι σου.. Δος μου το χέρι σου..
Την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα
«Να με θυμόσαστε - είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. Την ομορφιά
ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ' ένα κρινάκι του αγρού
τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε»
Ricardo Eliécer Neftalí Reyes Basoalto
Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ο,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι' αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ' αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές "Ποιητικές Πραμάτειες" που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης.
Pablo Neruda
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ
Ανάσκαψα όλη τη γη να σε βρω. Κοσκίνισα μες την καρδιά μου την έρημο· ήξερα πως δίχως τον άνθρωπο δεν είναι πλήρες του ήλιου το φως. Ενώ, τώρα, κοιτάζοντας μές από τόση διαύγεια τον κόσμο, μες από σένα - πλησιάζουν τα πράγματα, γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα - τώρα μπορώ ν' αρθρώσω την τάξη του σ' ένα μου ποίημα. Παίρνοντας μια σελίδα θα βάλω σ' ευθείες το φως.
Luis García Montero
Resumen
No existe libertad que no conozca, ni humillación o miedo a los que no me haya doblegado. por eso sé de amor, por eso no medito el cuerpo que te doy, por eso cuido tanto las cosas que te digo.
Σύνοψη
Δεν υπάρχει ελευθερία που να μη γνωρίζω, ούτε ταπείνωση ή φόβος που να μη μ' έχουν υποτάξει. Γι΄αυτό και ξέρω από αγάπη, γι' αυτό δεν συλλογίζομαι το σώμα που σου δίνω, γι' αυτό προσέχω τόσο τα λόγια που σου λέω.
La Poesia es un arma cargada de Futuro Gabriel Celaya
«Πρώτα απ’ όλα λοιπόν Ηρόδοτε, πρέπει να ορίσουμε με ακρίβεια τα νοήματα που αντιστοιχούν στις λέξεις, για να μπορούμε να κρίνουμε τις θέσεις ή τα ζητούμενα ή τις απορίες κάνοντας αναγωγή σ’ αυτά και να μην άκριτα αποδεικνύουμε τα πάντα στο άπειρο, ή να χρησιμοποιούμε κενές λέξεις. Γιατί είναι ανάγκη το πρωταρχικό νόημα κάθε λέξης να είναι φανερό και να μη χρειαζόμαστε να το αποδείξουμε».
ΠΡΩΤΟΝ ΜΕΝ ΟΥΝ ΤΑ ΥΠΟΤΕΤΑΓΜΕΝΑ ΤΟΙΣ ΦΘΟΓΓΟΙΣ, Ω ΗΡΟΔΟΤΕ, ΔΕΙ ΕΙΛΗΦΕΝΑΙ, ΟΠΩΣ ΑΝ ΤΑ ΔΟΞΑΖΟΜΕΝΑ Η ΖΗΤΟΥΜΕΝΑ Η ΑΠΟΡΟΥΜΕΝΑ ΕΧΩΜΕΝ ΕΙΣ ΤΑΥΤΑ ΑΝΑΓΑΓΟΝΤΕΣ ΕΠΙΚΡΙΝΕΙΝ, ΚΑΙ ΜΗ ΑΚΡΙΤΑ ΠΑΝΤΑ ΗΜΙΝ <η> ΕΙΣ ΑΠΕΙΡΟΝ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΣΙΝ Η ΚΕΝΟΥΣ ΦΘΟΓΓΟΥΣ ΕΧΩΜΕΝ, ΑΝΑΓΚΗ ΓΑΡ ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΕΝΝΟΗΜΑ ΚΑΘ’ ΕΚΑΣΤΟΝ ΦΘΟΓΓΟΝ ΒΛΕΠΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΜΗΘΕΝ ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΣ ΠΡΟΣΔΕΙΣΘΑΙ. (Επίκουρος, επιστολή προς Ηρόδοτο). η>
Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ' όνομά της είναι ένα θαυμαστικό! Καρυωτάκης
«Αν θες να κάνεις τους ανθρώπους να κατασκευάσουν καράβια, μη κάνεις φασαρία προσπαθώντας να τους συγκεντρώσεις, να τους αναθέσεις εργασίες και να τους βάλεις να κόβουν ξύλα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να τους κάνεις να ποθήσουν το μεγαλείο και την απεραντοσύνη της θάλασσας»Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ
Αρθούρος Ρεμπώ
«Ο ποιητής κάνει τον εαυτό του οραματιστή μέσα από μια μακριά , απεριόριστη και συστηματική αποδιοργάνωση όλων των αισθήσεων . Όλες οι μορφές έρωτα , πόνου , τρέλας . Διερευνά τον εαυτό του , εξαντλεί μέσα του όλα τα δηλητήρια και διατηρεί την πεμπτουσία τους . Δοκιμασία ακατανόμαστη , όπου θα χρειαστεί τη μεγαλύτερη πίστη , την υπεράνθρωπη δύναμη , όπου θα γίνει αυτός μέσα απ’όλους , ο μέγας σακάτης , ο μέγας αφορισμένος και ο υπέρτατος επιστήμων . Γιατί φτάνει το ΑΓΝΩΣΤΟ ! ‘Ετσι λοιπόν , τι κι αν καταστραφεί στην εκστατική πτήση του μέσα από πράγματα πρωτάκουστα , ακατανόμαστα ;»
Τα λουλούδια προσφορά των φίλων Forest και Kim από τη Χαβάη
Γεννήθηκα τότε που "Στήνει ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη". Ο πατέρας μου, με έδειξε στην Ανατολή, μου 'ριξε τον Ήλιο στα μαλλιά μου και με πέταξε στο Μαΐστρο... "Και πολλά τα λιόδεντρα που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως κι ελαφρό ν' απλώνεται στον ύπνο σου"...