Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαμαράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαμαράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2008

Εἶχε ἐλπίσει τότε,... Εἶχε ἐλπίσει ὕστερα...












Στην Ερατώ μου..


Αντώνης Σαμαράκης

Από τους σημαντικότερους έλληνες λογοτέχνες. Γεννήθηκε το 1919 στην Αθήνα. Φοίτησε στην ΑΣΟΕΕ και στην Νομική Αθηνών. Εργάστηκε ως υπάλληλος στο Υπουργείο Εργασίας. Στην αρχή της λογοτεχνικής του καριέρας συνεργάστηκε με το περιοδικό Διάπλαση των Παίδων και αργότερα το 1932 δημοσίευσε τα τραγούδια του παιδιού με το ψευδώνυμο Ιωσήφ Κυπριανός.

Το 1944 πιάστηκε από τους ναζί και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ύστερα από περιπέτειες, κατάφερε να ξεφύγει.

Το Ζητείται Ελπίς ήταν το πρώτο πεζογράφημα που έγραψε το 1954 ενώ ακολούθησε το 1961 το Αρνούμαι για το οποίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος. ?λλα έργα του: Το Λάθος το οποίο απέσπασε δύο λογοτεχνικά βραβεία στην Ελλάδα και στη Γαλλία, Το διαβατήριο, Η ζούγκλα, κ.α.

Ο Αντώνης Σαμαράκης έχει τιμηθεί επίσης και με το Βραβείο λογοτεχνίας Ευρωπάλια για το σύνολο του έργου του. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες χώρες του κόσμου και μερικά από αυτά έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Εξελέγη ομόφωνα επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Φιλολογίας των Πανεπιστημίων Αθηνών, Πατρών και Ιωαννίνων. Στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τα έργα του διδάσκονται στη δημοτική και μέση εκπαίδευση και στα πανεπιστήμια.

Επίτιμος δημότης σε 37 πόλεις στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Χρυσό Μετάλλιο Αξίας της πόλεως των Αθηνών. Μεγαλόσταυρος του Τάγματος Εθνάρχου Μακαρίου Γ', Κύπρος.

Το 1989, η UNICEF Νέας Υόρκης τον ονόμασε πρώτο έλληνα πρεσβευτή καλής θέλησης για τα παιδιά του κόσμου.

Πνευματικός πρεσβευτής των Γιατρών χωρίς Σύνορα. Διάκριση Ειρήνης και μετάλλιο από την Έκκληση της Ακρόπολης για την Ειρήνη, τη Ζωή και τον Πολιτισμό. Ασχολήθηκε ενεργά πέντε χρόνια, με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Βουλής των Εφήβων, ως πρόεδρος της Επιτροπής που το κατεύθυνε.


Mariza Koch - Nanourisma



Ζητεῖται Ἐλπίς

Ὅταν μπῆκε στὸ καφενεῖο, κεῖνο τὸ ἀπόγεμα, ἤτανε νωρὶς ἀκόμα. Κάθισε σ᾿ ἕνα τραπέζι, πίσω ἀπὸ τὸ μεγάλο τζάμι ποὺ ἔβλεπε στὴ λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.

Σὲ ἄλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιὰ ἢ συζητούσανε.

Ἦρθε ὁ καφές. Ἄναψε τσιγάρο, ἤπιε δυὸ γουλιές, κι ἄνοιξε τὴν ἀπογευματινὴ ἐφημερίδα.

Καινούριες μάχες εἶχαν ἀρχίσει στὴν Ἰνδοκίνα. «Αἱ ἀπώλειαι ἑκατέρωθεν ὑπῆρξαν βαρύταται», ἔλεγε τὸ τηλεγράφημα.

Ἕνα ἀκόμα ἰαπωνικὸ ἁλιευτικὸ ποὺ γύρισε μὲ ραδιενέργεια.

«Ἡ σκιὰ τοῦ νέου παγκοσμίου πολέμου ἁπλοῦται εἰς τὸν κόσμον μας», ἦταν ὁ τίτλος μιᾶς ἄλλης εἴδησης.

Ὕστερα διάβασε ἄλλα πράγματα: τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, προαγωγὲς ἐκπαιδευτικῶν, μιὰ ἀπαγωγή, ἕνα βιασμό, τρεῖς αὐτοκτονίες. Οἱ δυό, γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους. Δυὸ νέοι, 30 καὶ 32 χρονῶ. Ὁ πρῶτος ἄνοιξε τὸ γκάζι, ὁ δεύτερος χτυπήθηκε μὲ πιστόλι.

Ἀλλοῦ εἶδε κριτικὴ γιὰ ἕνα ρεσιτὰλ πιάνου, ἔπειτα κάτι γιὰ τὴ μόδα, τέλος τὴν «Κοσμικὴ Κίνηση»: «Κοκταίηλ προχθὲς παρὰ τῷ κυρίῳ καὶ τῇ κυρίᾳ Μ. Τ. Χάρμα εὐμορφίας καὶ κομψότητος ἡ κυρία Β. Χ. μὲ φόρεμα κομψότατο ἐμπριμὲ καὶ τὸκ πολὺ σίκ. Ἐλεγκάντικη ἐμφάνισις ἡ δεσποινὶς Ο. Ν.»

Ἄναψε κι ἄλλο τσιγάρο. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὶς «Μικρὲς Ἀγγελίες»:

ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευὴ ἀρίστη, ἐκ 4 δωματίων, χόλ, κουζίνας, λουτροῦ πλήρους, W.C.

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ εἰς σοβαρὸν κύριον δωμάτιον εἰς β´ ὄροφον, εὐάερον, εὐήλιον...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο πρὸς ἀγοράν...

Σκέψεις γυρίζανε στὸ νοῦ του.

Ἀπὸ τότε ποὺ τέλειωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ἡ σκιὰ τοῦ τρίτου δὲν εἶχε πάψει νὰ βαραίνει πάνω στὸν κόσμο μας. Καὶ στὸ μεταξύ, τὸ αἷμα χυνότανε, στὴν Κορέα χτές, στὴν Ἰνδοκίνα σήμερα, αὔριο...

Πέρασε τὸ χέρι του στὰ μαλλιά του. Σκούπισε τὸν ἱδρώτα στὸ μέτωπό του· εἶχε ἱδρώσει, κι ὅμως δὲν ἔκανε ζέστη.

Ὁ πόλεμος, ἡ βόμβα ὑδρογόνου, οἱ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις»... Τὸ πανόραμα τῆς ζωῆς!

Δὲν εἶχε ἀλλάξει διόλου πρὸς τὸ καλύτερο ἡ ζωή μας ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο. Ὅλα εἶναι, τὰ ἴδια σὰν καὶ πρίν. Κι ὅμως εἶχε ἐλπίσει κι αὐτός, ὅπως εἶχαν ἐλπίσει ἑκατομμύρια ἄνθρωποι σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, πῶς ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο, ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσο αἷμα ποὺ χύθηκε, κάτι θ᾿ ἄλλαζε. Πὼς θἀρχόταν ἡ εἰρήνη, πὼς ὁ ἐφιάλτης τοῦ πολέμου δὲ θὰ ἴσκιωνε πιὰ τὴ γῆ μας, πὼς δὲ θὰ γίνονταν τώρα αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, πὼς...

Σουρούπωνε. Μερικὰ φῶτα εἶχαν ἀνάψει κιόλας στὰ μαγαζιὰ ἀντίκρυ. Στὸ καφενεῖο δὲν εἴχανε ἀνάψει ἀκόμα τὰ φῶτα. Τοῦ ἄρεσε ἔτσι τὸ ἡμίφως.

Σκέφτηκε τὴ σύγχυση ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν κόσμο μας σήμερα. Σύγχυση στὸν τομέα τῶν ἰδεῶν, σύγχυση στὸν κοινωνικὸ τομέα, σύγχυση...

Δὲν ἔφταιγε ἡ ἐφημερίδα ποὺ ἔκανε τώρα αὐτὲς τὶς σκέψεις. Τὰ σκεφτότανε ὅλα αὐτὰ τὸν τελευταῖο καιρό, πότε μὲ λιγότερη, πότε μὲ περισσότερη ἔνταση. Σκεφτότανε τὸ σκοτεινὸ πρόσωπο τῆς ζωῆς. Τὴν εἰρήνη, τὴ βαθιὰ τούτη λαχτάρα, ποὺ κρέμεται ἀπὸ μιὰ κλωστή. Σκεφτότανε τὴ φτώχεια, τὴν ἀθλιότητα. Σκεφτότανε τὸ φόβο ποὺ ἔχει μπεῖ στὶς καρδιές.

Στὸν καθρέφτη, δίπλα του, εἶδε τὸ πρόσωπό του. Ἕνα πολὺ συνηθισμένο πρόσωπο. Τίποτα δὲ μαρτυροῦσε τὴν ταραχὴ ποὺ εἶχε μέσα του.

Εἶχε πολεμήσει κι αὐτὸς στὸν τελευταῖο πόλεμο. Καὶ εἶχε ἐλπίσει. Μὰ τώρα ἤτανε πιὰ χωρὶς ἐλπίδα. Ναί, δὲ φοβότανε νὰ τὸ ὁμολογήσει στὸν ἑαυτό του πῶς ἤτανε χωρὶς ἐλπίδα.

Μιὰ σειρὰ ἀπὸ διαψεύσεις ἐλπίδων ἦταν ἡ ζωή του. Εἶχε ἐλπίσει τότε,...

Εἶχε ἐλπίσει ὕστερα...

Κάποτε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, εἶχε ἐλπίσει στὸν κομμουνισμό. Μὰ εἶχε διαψευσθεῖ κι ἐκεῖ. Τώρα δὲν εἶχε ἐλπίδα σὲ καμιὰ ἰδεολογία!

Ζήτησε ἕνα ποτήρι νερὸ ἀκόμα. Αὐτὴ ἡ διάψευση ἀπὸ τὶς λογῆς-λογῆς ἰδεολογίες ἤτανε βέβαια γενικὸ φαινόμενο. Καὶ παραπάνω ἀπὸ τὴ διάψευση, ἡ κούραση, ἡ ἀδιαφορία, ποὺ οἱ πιὸ πολλοί, ἡ μεγάλη πλειοψηφία νιώθει μπροστὰ στὶς διάφορες ἰδεολογίες.

Κοίταζε τὰ τρόλλεϋ ποὺ περνάγανε ὁλοένα στὴ λεωφόρο, τὸ πλῆθος... Μπροστά του, ἡ ἐφημερίδα ἀνοιχτή. Ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶχε δεῖ καὶ πρωτύτερα: ἡ σκιὰ τοῦ καινούριου πολέμου, ἡ Ἰνδοκίνα, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις»...

Τσιγάρα! ἕνας πλανόδιος μπῆκε.

Πῆρε ἕνα πακέτο.

Στὶς ἕξι σελίδες τῆς ἐφημερίδας: ἡ ζωή. Κι αὐτός, ἤτανε τώρα ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἐλπίδα.

Θυμήθηκε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, ἤτανε παιδὶ ἀκόμα, εἶχε ἀρρωστήσει βαριὰ μιὰ θεία του, ξαδέρφη τῆς μητέρας του. Τὴν εἴχανε σπίτι τους. Ἦρθε ὁ γιατρὸς· βγαίνοντας ἀπὸ τὸ δωμάτιο τῆς ἄρρωστης, εἶπε μὲ ἐπίσημο ὕφος:

Δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίς!

Ἔτσι κι αὐτός, τώρα, εἶχε φτάσει στὸ σημεῖο νὰ λέει:

- Δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίς!

Τοῦ φάνηκε φοβερὸ ποὺ ἤτανε χωρὶς ἐλπίδα. Εἶχε τὴν αἴσθηση πὼς οἱ ἄλλοι στὸ καφενεῖο τὸν κοιτάζανε κι ἄλλοι ἀπὸ τὸ δρόμο σκέφτονταν καὶ ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αὐτὸς ἐκεῖ δὲν ἔχει ἐλπίδα!» Σὰ νὰ ἦταν ἔγκλημα αὐτό. Σὰ νὰ εἶχε ἕνα σημάδι πάνω του ποὺ τὸ μαρτυροῦσε. Σὰ νὰ ἤτανε γυμνὸς ἀνάμεσα σὲ ντυμένους.

Σκέφτηκε τὰ διηγήματα ποὺ εἶχε γράψει, δίνοντας ἔτσι μιὰ διέξοδο στὴν ἀγωνία του. Ἄγγιζε θέματα τοῦ καιροῦ μας: τὸν πόλεμο, τὴν κοινωνικὴ δυστυχία... Ὡστόσο, δὲν τὸ ἀποφάσιζε νὰ τὰ ἐκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε τὴν ἐτικέτα ποὺ θὰ τοῦ δίνανε σίγουρα οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ὄχι, ἔπρεπε νὰ τὰ βγάλει. Στὸ διάολο ἡ ἐτικέτα! Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, τίποτε ἄλλο. Οὔτε ἀριστερὸς οὔτε δεξιός. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ἐλπίσει ἄλλοτε, καὶ τώρα δὲν ἔχει ἐλπίδα, καὶ ποὺ νιώθει χρέος του νὰ τὸ πεῖ αὐτό. Βέβαια, ἄλλοι θἄχουν ἐλπίδα, σκέφτηκε. Δὲν μπορεῖ παρὰ νἄχουν.

Ξανάριξε μιὰ ματιὰ στὴν ἐφημερίδα: ἡ Ἰνδοκίνα, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις», τὸ ρεσιτὰλ πιάνου, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, οἱ «Μικρὲς Ἀγγελίες»...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζὶπ ἐν καλῇ καταστάσει...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικὸς...

Ἔβγαλε τὴν ἀτζέντα του, ἔκοψε ἕνα φύλλο κι ἔγραψε μὲ τὸ μολύβι του:

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ἐλπίς

Ὕστερα πρόσθεσε τὸ ὄνομά του καὶ τὴ διεύθυνσή του. Φώναξε τὸ γκαρσόνι. Ἤθελε νὰ πληρώσει, νὰ πάει κατευθείαν στὴν ἐφημερίδα, νὰ δώσει τὴν ἀγγελία του, νὰ παρακαλέσει, νὰ ἐπιμείνει νὰ μπεῖ ὁπωσδήποτε στὸ αὐριανὸ φύλλο.
Ἀντώνης Σαμαράκης


frangoulis-ton eayto toy paidi




Συνέντευξη με τον Αντώνη Σαμαράκη
Η λογοτεχνία είναι μια απεγνωσμένη απόπειρα ανθρώπινης επικοινωνίας
Του
Βασίλη Λεβαντίδη
Απόσπασμα


Θα λέγατε κάτι σε έναν νέο που κάνει δειλά – δειλά, τα πρώτα του βήματα στη ζωή। Θα του λέγατε κάτι για τον πολιτισμό μας, για την Ελλάδα;

Όχι δεν θα του έλεγα για πολιτισμό θα του έλεγα για…

Κοιτώντας τον στα μάτια κ. Σαμαράκη…

Ναι, ναι στα μάτια όσο μπορώ γιατί δεν έχουμε δικαίωμα να κοιτάμε στα μάτια τα παιδιά σήμερα, είμαστε ένοχοι. Είμαστε ένοχοι, εμείς οι μεγάλοι, στα χρόνια και στα αξιώματα. Και μπροστά στα μάτια ενός παιδιού πρέπει να σκύβουμε με συντριβή το κεφάλι, με συντριβή το κεφάλι και αν μπορούσα κάπως να το κοιτάξω θα του έλεγα, σε παρακαλώ να αγωνιστείς, γιατί τίποτα δεν γίνεται χωρίς αγώνα, να μείνεις έτσι όπως είσαι σήμερα, στα φυσικά σου χρώματα αυθόρμητος, ειλικρινής χωρίς υποκρισίες σε όλους του τομείς, να είσαι πάντα ο εαυτός σου. Αλλά θέλει αγώνα για να μείνεις ο εαυτός σου και εγώ θυμάμαι επειδή κάνω την διάκριση μεταξύ της θαυμάσιας νέας γενιάς που έχουμε σήμερα και εμείς οι μεγάλοι κάνουμε αυστηρά κριτική άδικη και βλακώδη και γελοία. Διότι εμείς λέμε η νεολαία σήμερα…Ποια νεολαία σήμερα; Η νεολαία είναι θαυμάσια, εμείς δεν είμαστε άξιοι της νεολαίας. Λέγαμε η αγνή ελληνική επαρχία και εγώ είμαι από επαρχία και οι ρεματιές ήτανε με εξώγαμα πνιγμένα και η αιμομιξία σύννεφο. Σήμερα οι σχέσεις των δύο φύλων είναι ειλικρινείς, απλές, εγώ είδα στην Καλαμαριά προχθές, το βλέπω και στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις και αισθάνθηκα τη νύχτα μέσα ένα αγόρι και ένα κορίτσι αγκαλιασμένα. Η εικόνα της ομορφιάς, της αλήθειας και της ζωής. Και παίρνω κουράγιο, αισιοδοξία, όπως παίρνω κουράγιο από τα φορτηγά που γράφουν πίσω «Έχει ο Θεός». Εντάξει έχει ο Θεός αλλά ως πότε θα έχει; Μήπως απελπίστηκε και αυτός; Θα του έλεγα λοιπόν κι αυτό «Να μείνεις όπως είσαι παιδί μου, να αγωνιστείς να μείνεις όπως είσαι»!

…«5 Νοεμβρίου 1998. Νύχτα. Στην Ελλάδα. Σε μια μικρή πόλη. Ένα παιδί ο Δημήτρης 16 χρονών, μαθητής στη Β’ Λυκείου, γράφει στο κομπιούτερ του και ρίχνει στους δρόμους μια προκήρυξη, με την υπογραφή μιας φανταστικής οργάνωσης νέος. Άνεμος σωτηρίας από τα εν ονόματι. Είναι μια κίνηση διαμαρτυρίας και εξέγερσης εναντίον των διαφόρων εν ονόματι που καταδυναστεύουν τη ζωή μας και της αφαιρούν το αληθινό της νόημα. Τα παιδιά εμείς, οι νέοι εμείς, είμαστε στην πρώτη γραμμή του αγώνα κατά των διαφόρων εν ονόματι, που καταδυναστεύουν τη ζωή μας και δεν μας αφήνουν να σκεφτόμαστε και να πράττουμε ως ελεύθεροι άνθρωποι»…


Nanourisma


ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ (1919-2003)। Ο Αντώνης Σαμαράκης του Ευριπίδη και της Ανδριανής γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε νομικά (1937-1941). Από το 1935 ως το 1963 εργάστηκε στο Υπουργείο Εργασίας, θέση από την οποία παραιτήθηκε με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά και στην οποία επέστρεψε το 1945. Συμμετείχε ως εκπρόσωπος της χώρας μας σε διεθνείς συναντήσεις για θέματα εργασιακά και μεταναστευτικά.

Το 1963 παντρεύτηκε την Ελένη Κουρεμπανά. Την περίοδο 1968-1969 ηγήθηκε αποστολής εμπειρογνωμοσύνης στις χώρες της Αφρικής μετά από ανάθεση της Διεθνούς Ομάδας Εργασίας. Ως εκπρόσωπος της Ουνέσκο ταξίδεψε στην Αιθιοπία και δραστηριοποιήθηκε με άρθρα του για τη διεθνή κινητοποίηση υπέρ της επίλυσης των προβλημάτων των κατοίκων της χώρας.

Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ως ποιητής από τις στήλες των περιοδικών "Παιδικός κόσμος" και "Διάπλασις των Παίδων". Ακολούθησαν δημοσιεύσεις του στις σελίδες της "Νέας Εστίας" και άλλων περιοδικών, όπως το "Ξεκίνημα", και τα "Νεοελληνικά Γράμματα". Συνεργάστηκε επίσης με το περιοδικό "Ακτίνες" μετά τον πόλεμο του 1940.

Το 1954 εκδόθηκε η πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Ζητείται ελπίς. Ακολούθησαν πέντε ακόμη βιβλία του, τα οποία γνώρισαν πολλές επανεκδόσεις και μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες. Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος (1962 για το "Αρνούμαι"), το Βραβείο των Δώδεκα - Έπαθλο Κώστα Ουράνη (1966 για "Το λάθος"), το Μέγα Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας στη Γαλλία (1970 για "Το λάθος").

Τιμήθηκε επίσης για τη συνολική προσφορά του από τη διοργάνωση Europalia (1982) και με το Σταυρό του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών (1995). Μετά τη μεταπολίτευση δημοσίευσε κείμενα κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Διηγήματά του έγιναν σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες. Ταινία έγινε επίσης "Το λάθος" από τον Peter Fleischmann.

Η πεζογραφία του Αντώνη Σαμαράκη τοποθετείται στο χώρο της κοινωνικής καταγγελίας. Μέσα από τα έργα του προβάλλει έντονη η αγωνία για την πορεία του σύγχρονου κόσμου, η κοινωνική συνείδηση και η ανθρωπιστική κοσμοθεωρία του συγγραφέα. Η γλώσσα του είναι απλή, χωρίς επιτηδευμένο ύφος, ξεχωρίζει κυρίως για την πυκνότητα των νοημάτων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η ευρηματικότητα στην εξέλιξη και το τέλος της δράσης και η συχνή χρήση οπτικής χρήσης του λόγου (κείμενα δακτυλογραφημένα, σκίτσα, κ.α.). Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αντώνη Σαμαράκη βλ. Δασκαλόπουλος Δημήτρης "Αντώνης Σαμαράκης", στο "Η μεταπολεμική πεζογραφία Από τον πόλεμο του 40 ως τη δικτατορία του '67", Ζ', σ.54-99. Αθήνα, Σοκόλης, 1988, Ζήρας Αλεξ., "Σαμαράκης Αντώνης", "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", 9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Παππάς Γιάννης Η., Σκιαθάς Αντώνης Δ., "Σχεδίασμα εργοβιογραφίας Αντώνη Σαμαράκη", Ελί-τροχος17-18 (Πάτρα), Χειμώνας - Άνοιξη 1999, σ.7-13. Εργογραφία (πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις): Ι. Διηγήματα "Ζητείται ελπίς διηγήματα". Αθήνα, 1954. "Αρνούμαι". Αθήνα, Φέξης, 1961. "Το διαβατήριο". 1973. "Η κόντρα διηγήματα". Αθήνα, 1992. ΙΙ.Μυθιστορήματα "Σήμα κινδύνου μυθιστόρημα". Αθήνα, 1959. "Το λάθος μυθιστόρημα" Εξώφυλλο του χαράκτη Α.Τάσσου. Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1965.


Σωκράτης Μάλαμας - Τσιγάρο Ατέλειωτο



ΕΛΕΓΕΙΟ

Δεν ήταν θάνατος, αυτός ο ξένος,
που εκείνο το βαθύ κι εξαίσιο βράδυ
ήρθε σιγά, κρυφά μες στο σκοτάδι,
σαν ένας αδερφός αγαπημένος

και σταυρωτά σε φίλησε, σα χάδι.
Έτσι πολύ κι αναίτια λυπημένος,
ήταν ένας χλωμός Εσταυρωμένος,
που εκείνο το βαθύ κι εξαίσιο βράδυ,

σε μιαν Αποκαθήλωση μοιραία,
-τριανταφυλλάκι σε γυμνή ρομφαία-
κάρφωσε την ψυχή σου… Σαν αστείο

τώρα θα σου φανεί να μάθεις ότι,
έγραψα τούτο το φτωχό ελεγείο
«Εις μνήμην Ναπολέοντος Λαπαθιώτη…»

(Από το αφιέρωμα του περιοδικού Νέα Εστία, τεύχος 398-399, 1944)



Μιλτιάδης Πασχαλίδης - Νανούρισμα