Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάλβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάλβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Απριλίου 2009

Ποτέ δεν σε ελησμόνησα Ποτέ. Και η τύχη μ’ έρριψε Μακρά από σε με είδε Το πέμπτον του αιώνος Εις ξένα έθνη. Κάλβος









Ωδή πρώτη

Ο ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ


Α
Ω φιλτάτη πατρίς,
Ω θαυμάσια νήσος,
Ζάκυνθε συ μου έδωκας
Την πνοήν και του Απόλλωνος
Τα χρυσά δώρα!

Β
Κι συ τον ύμνο δέξου
Εχθαίρουσιν οι Αθάνατοι
Την ψυχήν, και βροντάουσιν
Επί τας κεφαλάς
Των αχαρίστων.

Γ
Ποτέ δεν σε ελησμόνησα
Ποτέ.
Και η τύχη μ’ έρριψε
Μακρά από σε με είδε
Το πέμπτον του αιώνος
Εις ξένα έθνη.

Δ
Αλλά ευτυχής ή δύστηνος,
Όταν το φως επλούτει
Τα βουνά και τα κύματα,
Σε εμπρός των οφθαλμών μου
Πάντοτε είχον.

Ε
Συ, όταν τα ουράνια
‘Ρόδα με το αμαυρότατον
Πέπλον σκεπάζη η νύκτα,
Συ είσαι των ονείρων μου
Η χαρά μόνη.

Η
Άγρια μεγάλα τρέχουσι
Τα νερά της θαλάσσης,
Και ρίπτονται, και σχίζονται
Βίαια επί του βράχους
Αλβιονείους.

ΣΤ
Τα βήματα μου εφώτισε
Ποτέ εις την Αυσονίαν,
-Γη μακαρία-, ο ήλιος
Κει καθαρός ο αέρας
Πάντα γελάει.

Θ
Αδειάζει επί τας όχθας
Του κλεινού Ταμησσού,
Και δύναμιν, και δόξαν,
Και πλούτον αναρίθμητον
Το αμαλθείον.

Ζ
Εκεί ο λαός ηυτύχησεν
Εκεί η Παρνάσσιαι κόραι
Χορεύουν, και το λύσιον
Φύλλον αυτών την λύραν
Κει στεφανώνει.

Ι
Εκεί το αιόλιον φύσημα
Μ’ έφερεν, η ακτίνες
Μ’ έθρεψαν, μ’ εθεράπευσαν
Της υπεργλυκυτάτης
Ελευθερίας.

ΙΑ
Και τους ναούς σου εθαύμασα
Των Κελτών ιερά
Πόλις, του λόγου ποία,
Ποία εις εσέ του πνεύματος
Λείπει Αφροδίτη;

ΙΒ
Χαίρε Αυσονία, χαίρε
Και συ Αλβιών, χαιρέτωσαν
Τα ένδοξα Παρίσια
Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος
Με κυριεύει.

ΙΓ
Της Ζακύνθου τα δάση,
Και τα βουνά σκιώδη.
Ήκουον ποτέ σημαίνοντα
Τα θεία της Αρτέμιδος
Αργυρά τόξα.

ΙΔ
Και σήμερον τα δένδρα,
Και τας πηγάς σεβάζονται
Δροσεράς οι ποιμένες,
Αυτού πλανώνται ακόμα
Οι Νηρηίδες.

ΙΕ
Το κύμα Ιόνιον πρώτον
Εφίλησε το σώμα.
Πρώτοι οι Ιόνιοι Ζέφυροι
Εχάιδευσαν το στήθος
Της Κυθερείας.

ΙΣΤ
Κι’ όταν το εσπέριον άστρον
Ο ουρανός ανάπτη,
Και πλέωσι γέμοντα έρωτος
Και φωνών μουσικών
Θαλάσσια ξύλα.

ΙΖ
Φιλεί το ίδιον κύμα,
Οι αυτοί χαϊδεύουν Ζέφυροι,
Το σώμα και το στήθος
Των λαμπρών Ζακυνθίων
Άνθος παρθένων.

ΙΗ
Μοσχοβολάει το κλίμα σου,
Ως φιλτάτη πατρίς μου,
Και πλουτίζει το πέλαγος
Από την μυρωδίαν
Των χρυσών κήτρων.

ΙΘ
Σταφυλοφόρους ‘ρίζας
Ελαφρά, καθαρά,
Διαφανή τα σύννεφα
Ο βασιλεύς σού εχάρισε
Των Αθανάτων.

Κ
Η λαμπάς η αιώνιος
Σου βρέχει την ημέραν
Τους καρπούς, και τα δάκρυα
Γίνονται της νυκτός
Εις εσέ κρίνοι,

ΚΑ
Δεν έμεινεν έαν έπεσε
Ποτέ εις το πρόσωπόν σου
Η χιών, δεν εμάρανε
Ποτέ ο θερμός Κύων
Τα σμάραγδά σου.

ΚΒ
Είσαι ευτυχής, και πλέον
Σε λέγω ευτυχεστέραν,
Ότι σε δεν εγνώρισας
Ποτέ την σκληράν μάστιγα
Εχθρών, τυράννων.

ΚΓ
Ας μη μου δώση η μοίρα μου
Εις ξένην γην τον τάφον,
Είνε γλυκύς ο θάνατος
Μόνον όταν κοιμώμεθα
Εις την πατρίδα.












Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

Ω φωνή, ω μητέρα, ω των πρώτων μου χρόνων σταθερά παρηγόρησις· όμματ' οπού μ' εβρέχατε με γλυκά δάκρυα! ΚΑΛΒΟΣ





ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

Ωδή Τρίτη. Eις Θάνατον


Εις τούτον τον ναόν,
των πρώτων Χριστιανών
παλαιότατον κτίριον,
πώς ήλθον; πώς ευρίσκομαι
γονατισμένος;

Όλην την Οικουμένην
σκεπάζουν σκοτεινά,
ήσυχα, παγωμένα,
τα μεγάλα πτερά
της βαθείας νύκτας.

Εδώ σίγα· κοιμώνται
των αγίων τα λείψανα·
σιγά εδώ, μη ταράξης
την ιεράν ανάπαυσιν
των τεθνημένων.

Ακούω του λυσσώντος
ανέμου την ορμήν·
κτυπά με βίαν· ανοίγονται
του ναού τα παράθυρα
κατασχισμένα.

Από τον ουρανόν,
όπου τα μελανόπτερα
σύννεφα αρμενίζουν,
το ψυχρόν της αργύριον
ρίπτει η σελήνη.

Και ένα κρύον φωτίζει
λευκόν, σιγαλόν μάρμαρον·
σβησθέν λιβανιστήριον,
κερία σβηστά και κόλυβα
έχει το μνήμα.

Ω παντοδυναμότατε!
τι είναι; τι παθαίνω;
ορθαί εις την κεφαλήν μου
στέκονται η τρίχες!... λείπει
η αναπνοή μου!

Ιδού, η πλάκα σείεται...
ιδού από τα χαράγματα
του μνήματος εκβαίνει
λεπτή αναθυμίασις
κ' εμπρός μου μένει.

Επυκνώθη· λαμβάνει
μορφήν ανθρωπικήν.
- Τι είσαι; ειπέ μου, πλάσμα,
φάντασμα του νοός μου
τεταραγμένου;

Ή ζωντανός είσ' άνθρωπος,
και κατοικείς τους τάφους;
Χαμογελάεις;... αν άφηκας
τον άδην... ή ο παράδεισος
ειπέ μου αν σ' έχη.

-Μη μ' ερωτάς· το ανέκφραστον
μυστήριον του θανάτου
μην ερευνάς· τα στήθη,
τα στήθη 'που σ' εβύζασαν
εμπρός σου βλέπεις.

Ω τέκνον μου, ω τέκνον μου,
αγαπητόν μου σπλάγχνον,
ανόμοιος είναι η μοίρα μας,
και προσπαθείς ματαίως
'να με αγκαλιάσης.

Παύσε τα δάκρυα. Ησύχασε
το πάθος της καρδιάς σου.
Αν η χαρά η ανέλπιστος,
ότι με είδες, βρέχη
τους οφθαλμούς σου·

Μειδίασον, χαίρου, φίλε μου,
μάλλον· αλλ' αν η πίκρα,
ότι τον ήλιον άφηκα,
τώρα σε κυριεύη,
παρηγορήσου.

Τι κλαίεις; την κατάστασιν
αγνοείς της ψυχής μου·
και εις τούτο το μνήμα
το σώμα μου αναπαύεται
από τους κόπους.

Ναι, κόπος ανυπόφερτος
είναι η ζωή· η ελπίδες,
οι φόβοι, και του κόσμου
η χαραί και το μέλι
σας βασανίζουν.

Εδώ ημείς οι νεκροί
παντοτινήν ειρήνην
απολαύσαμεν, άφοβοι,
άλυποι, δίχως όνειρα
έχομεν ύπνον.

Σεις οι δειλοί αχνύζετε,
όταν τις ψιθυρίση
τ' όνομα του θανάτου·
αλλ' άφευκτος ο θάνατος,
άφευκτος είναι.

Μία και μόνη είναι
η οδός, και εις τον τάφον
φέρνει· εις αυτήν η ανάγκη
αμάχητον με' χείρα
ωθεί τους ζώντας.

Υιέ μου, πνέουσαν μ' είδες·
ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη, μ' εδίπλωνε
και με φως και με θάνατον
ακαταπαύστως.

Το πνεύμα οπού μ' εμψύχωνε
του Θεού ήταν φύσημα,
και εις τον Θεόν ανέβη·
γη το κορμί μου, κ' έπεσεν
εδώ εις τον λάκκον.

Αλλά το φέγγος χάνεται
της σελήνης· σε αφίνω·
πάλιν θέλω σε ιδείν,
ότε η ζωή σου λείψη,
και τότε μόνον.

Με την ευχήν μου ύπαγε·
άλλο δεν λέγω· θέλω
εις την συνείδησίν σου
τα λοιπά φανερώσειν
ύστερον... χαίρε...

Τέκνον μου, χαίρε... - Πρόσμενε
τον υιόν λυπημένον
μη παραιτήσεις. Έπεσε.
Και μένουν οι οφθαλμοί μου
εις βαθύ σκότος.

Ω φωνή, ω μητέρα,
ω των πρώτων μου χρόνων
σταθερά παρηγόρησις·
όμματ' οπού μ' εβρέχατε
με γλυκά δάκρυα!

Και συ στόμα οπού εφίλησα
τόσαις φοραίς, με τόσην
θερμοτάτην αγάπην,
πόση άπειρος άβυσσος
μας ξεχωρίζει!

Αι, και άπειρος, ας είναι
κ' έτι φοβερωτέρα·
εκεί μέσα ατάρακτος
θέλω εγώ συντριφθείν
γυρεύοντάς σας.

Τώρα, τώρα τα χείλη μου
δύνανται 'να φιλήσουν
του θανάτου τα γόνατα·
'να στέψω το κρανίον του
δύναμαι τώρα.

Πού είναι τα ρόδα; φέρετε
στεφάνους αμαράντους·
την λύραν δότε· υμνήσατε·
ο φοβερός εχθρός
έγινε φίλος·

Κείνος οπού το μέτωπον
τρυφερών γυναικών
αγκάλιασε, πώς δύναται
εις ανδρικήν καρδίαν
'να ρίψη φόβον;

Ποίος άνθρωπος εις κίνδυνον
είναι; τώρα οπού βλέπω
τον θάνατον με θάρρος,
εγώ κρατώ την άγκυραν
της σωτηρίας.

Εγώ τώρα εξαπλώνω
ισχυράν δεξιάν
και την άτιμον σφίγγω
πλεξίδα των τυράννων
δολιοφρόνων.

Εγώ τα σκήπτρα στάζοντα
αίματος και δακρύων
καταπατώ· και καίω
της δεισιδαιμονίας
το βαρύ βάκτρον.

Επάνω εις τον βωμόν
της αληθείας, τα σφάγια
τώρα εγώ ρίπτω· μ' άφθονα
τον λίβανον σωρεύω,
μ' άφθονα χέρια.

Ως απ' ένα βουνόν
ο αετός εις άλλο
πετάει, καιγώ τα δύσκολα
κρημνά της αρετής
ούτω επιβαίνω.