Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ-ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ-ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Απριλίου 2009

Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου Ελύτης
















Kirkh70






ΜΗΤΣΟΣ ΚΑΣΟΛΑΣ(ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ ΚΑΙ ΧΑΜΟΜΗΛΙΑ)

Μεταμορφώσεις

Φιλώ το δέντρο
γινομαι δέντρο.
Φιλώ το χώμα
γίνομαι γη.
Φιλώ τα χείλη σου
γίνομαι βρύση.
Σκύψε και πιες με.

Κυκλάμινα και χαμομήλια

Αν γινότανε τα εκατομμύρια
των κυττάρων μου να διαχώριζα,
σ' όλη τη γη θα τά'σπερνα
κυκλάμινα και χαμομήλια.
Πάνω σ' αυτά να περπατάς
κι όταν θα μ' αγαπάς
κι όταν θα μ' έχεις ξαγαπήσει.

Μήτσος Κασόλας (Δελτίο Καιρού)






ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ
(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Πού τήν είδα; Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ’ αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους
δίχως χέρια!

Δίχως χέρια . . . Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ’ έβλεπε – μ’ εθώρει κι ήταν τ’ όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο –
καί τό δόντι.

Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ’ σέ όνειρο – και τ’ όμμα
ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.

Τ’ ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –
απ’ τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; . . .

Αχ πώς τρέμω! ο νούς μου πάει σ’ ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια – ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο, ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ’ έχουν στήσει γυναικείων
φορεμάτων. . .





ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ(ΠΑΘΟΣ)


Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ' αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.

Μες στα χέρια -τα χέρια σου-
τα γερά τ' ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σα πουλιά λαβωμένα!

Και το σώμα, το σώμα σου,
νευρικό κι αντρειωμένο,
πως το λιώνει το σώμα μου
το βαριά κουρασμένο.





ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣ(ΟΛΑ Τ'ΑΠΡΙΛΗ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ)





Μονόγραμμα (Οδυσσέα Ελύτη)

ΙΙΙ
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.





ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ(ΕΛΑ ΜΑΖΙ ΜΟΥ)


Έλα μαζί μου, αφού ήθελες ν’ αναίβης
σε τούτη την απόκοσμη κορφή.
Μονάχα μη θελήσεις να κατέβης,
δεν είνε πουθενά μια επιστροφή.

Την πλάνα ανησυχία σου θα πληρώσης
όχι, σαν άλλοτε, με χαλασμό.
Τώρα πρώτη φορά θα παραδώσης
και το στερνό σου ακόμα στοχασμό.

Και τότε πια, τα μάγια θα λυθούνε.
Θα μείνουμε μονάχοι στην ερμιά.
Τα γύρω σ’ ένα γύρο θα χαθούνε
και θάμαστε σαν κρεμαστά κορμιά.

Τα χέρια μας μονάχα τα μαλλιά μας
θ’ αγγίζουνε στο φοβερό κενό.
Σαν άνεμος θα πέρνη τη μιλιά μας
και θάναι τάχα εμπόδιο κοινό,

ενώ μέσα στα λόγια μας θα πνέη
της ίδιας της ψυχής μας ο χαμός.
(Και μ’ όλα αυτά να μοιάζουμε σα νέοι
κι’ ούτε κι’ αυτός να λείπη ο στολισμός!)





Γιώργος Σαραντάρης, Μιλώ

Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν

Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κι εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει

(1939)