Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Δουατζής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Δουατζής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ποιητής τη συνάντησε να ανοίγει δρόμο με τη μοναδική φωτιά της...Γιώργος Δουατζής



Τα κόκκινα παπούτσια

Γιώργος Δουατζής

Κόκκινα πόθου πάθους
Κόκκινα επιθυμίας αμαρτίας
Κόκκινα έντασης φευγιού
Κόκκινα ματωμένης αγκαλιάς
Κόκκινα
Ολέθρια κόκκινα
Παπούτσια κόκκινα

Εικόνα κόκκινη θολή του έρωτα

Παπούτσια κόκκινα
σε κίνηση
Αέρας φωτιά και θάνατος

Δεν ήξερε κανείς

πόσα αρσενικά κύτταρα
ξέμειναν στα παπούτσια της

πόσα χέρια
έβγαλαν ευλαβικά
τα κόκκινα παπούτσια
για να αποκαλυφθούν τα πόδια
που στήριζαν το φλογερό πάθος

πόσες ιδρωμένες ανάσες
νότισαν
αυτή την επιδερμίδα
την Ανδαλουσιάνικη
τσιγγάνικη
σκούρα
ολέθρια
κόκκινα ολέθρια

πόσα αναφιλητά συντρόφεψαν
το φευγιό της
στηριγμένο σε αυτά τα ίδια
κόκκινα σε κίνηση παπούτσια
των αποχωρισμών
των σταθμών
των λιμανιών
που έπαιρναν πάντα μακριά
και ποτέ δεν έφερναν
αγαπημένους

Κόκκινα παπούτσια
με ήχους εικόνες μυρωδιές
τόσο κόκκινα…
Τόπος ο χορός
Εκεί που άνοιγε δρόμο
με την φωτιά
ανάμεσα στα σκέλια της
στηριγμένη από τα μοναδικά
κόκκινα της πυρκαγιάς παπούτσια
που δεν ήξερε ποτέ κανείς…

Την οδηγούσαν ή τα οδηγούσε;

Κι έλεγες

ποιος κινάει αλήθεια πρώτος
την μοναδική τέλεση
ιερουργία
σε θεό έλληνα
του Ολύμπου
άγνωστο παθιασμένο
με ανθρώπινα ελαττώματα


ποιος κινάει αλήθεια πρώτος
την έλευση έγερση
τελετής
εξαίσιας νομαδικής αξέχαστης

η μουσική
ή
το παλλόμενο κορμί της;

Ποιος κινάει ποιος
αυτό το χορό τον
παλιό σαν άνθρωπο
ευαίσθητο σαν αγάπη
παθιασμένο σαν έρωτα
υψωμένο σαν ιδανικό
χρήσιμο σαν αγώνα
όμορφο σαν αγαπημένη
ζεστό σαν αγκαλιά
απέραντο σαν ωκεανό

Κι όλα αυτά
με το παλλόμενο κορμί– τόξο

στηριγμένα
στα κόκκινα σαν αίμα κι αγκαλιά
στα αιωρούμενα και στέρεα
στα όμορφα και σημαδεμένα
από χιλιάδες έρωτες κι όνειρα
ονειρώξεις κι εντάσεις
κόκκινα
βαθιά κόκκινα
ολέθρια κόκκινα
παπούτσια

Τώρα που κοκκίνισε ο ορίζοντας
αυτά χορεύουν με ρυθμό
οδηγητή ψυχών και μουσικών


Οι φωνές χάνονται στην εικόνα της
τη στηριγμένη στα κόκκινα
σπάνια παπούτσια

Ο ποιητής τη συνάντησε
να ανοίγει δρόμο
με τη μοναδική φωτιά της
σε κείνο το υπόγειο της Μαδρίτης
με καπνούς κόκκινο κρασί
ήχους πρωτόγνωρους
μυρωδιές που σημαδεύουν

Δεν ξέρει κανείς που οδηγεί
με το βλέμμα στον ουρανό
τα πόδια στέρεα στη γη
και κείνα
κόκκινα αυτοδύναμα
να στηρίζουν φαντασιώσεις
ομορφιά
αλήθεια
δύναμη
έξαρση
αντάρα

πόνο
Ζωή
που παίζεται σε δυο στιγμές
καθώς τα φονικά
όταν η ιδρωμένη εκδίκηση
λάμπει στο φως του φεγγαριού

Εικόνες κόκκινες
σημαδεύουν τη μνήμη
με τραγούδια μακρινά
Ανδαλουσίας
ενός Φεντερίκο Γκαρθία
με τα περιστέρια αγκαλιά

Τότε και πάντα
η νύχτα δεν έχει τέλος
η ποίηση δεν έχει τέλος

Οι ωδές στην κόκκινη φωτιά
στα κόκκινα παπούτσια
δεν έχουν τέλος

Το τραγούδι μου μέσα στη νύχτα
όταν η πόλη κοιμάται ύπνο βαθύ
δεν έχει τέλος

Όσο υπάρχουν άνθρωποι
και κόκκινα
υπέροχα κόκκινα
ολέθρια κόκκινα παπούτσια

Ζωή
ποίηση έρωτας κι ωδές
δεν έχουν τέλος

γιατί πώς θα ξημέρωνε
χωρίς ωδές τραγούδια ποιήματα
και κόκκινα παπούτσια







Ποιος κινάει ποιος
αυτό το χορό τον
παλιό σαν άνθρωπο
ευαίσθητο σαν αγάπη
παθιασμένο σαν έρωτα
υψωμένο σαν ιδανικό
χρήσιμο σαν αγώνα
όμορφο σαν αγαπημένη
ζεστό σαν αγκαλιά
απέραντο σαν ωκεανό







Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Γράφεις; Όχι.. διαβάζω ένα ποίημα στα μάτια της... Γιώργος Δουατζής














Ηλέκτρα...

Και μην ξεχνάς αγαπημένη
Οσο θα αποδέχεσαι τις αλήθειες ως μη μοναδικές, ως πάντα αυτοαναιρούμενες .
Οσο θα απέχεις από ιδεολογικά κατασκευάσματα που φυλακίζουν τη σκέψη.
Οσο θα νιώθεις ότι παίρνεις και δίνεις γνώση.
Οσο θα κοιτάζεις τον άλλο στα μάτια και κάτι θα συμβαίνει μέσα σου.
Οσο θα μπορείς να εκφράζεσαι.
Οσο θα αγαπάς και θα το νιώθουν οι διπλανοί σου.
Οσο θα επιβεβαιώνεις την ύπαρξή σου μέσα από το δώσιμο
Οσο η αγκαλιά σου θα αισθάνεται τη ζεστασιά ενός άλλου ανθρώπου.
Οσο θα επιζητούν οι άνθρωποι τη συντροφιά σου.
Οσο τα εκφραστικά σου μάτια θα ιστορούν ότι πραγματικά έζησες
Οσο η εύθραυστη εικόνα σου θα αποπνέει γαλήνια δύναμη
Τόσο θα έχεις δικαιολογία ύπαρξης και θα παραμένεις επί της ουσίας και ισόβια νέα.























































ΝΕΦΕΛΗ

«Εσύ το ξέρεις, ότι υπάρχουν άνθρωποι με βαθύ ενσυνείδητο σχίσμα εαυτού.
Αυτό του ποιητή και του άλλου, του καθημερινού ανθρώπου της επιβίωσης.
Εσύ το ξέρεις ότι Ποίηση δεν είναι απλά γραφή.
Είναι το μεγαλύτερο. Το πιο βαθύ. Το μέγα.
Είναι στάση ζωής. Αξίες, αρχές, ανάλωση στην ένταση, στο πάθος.
Οικοδόμημα με το πρώτο πετραδάκι στα θεμέλια πριν την εφηβεία.
Και κτίσιμο συνεχές. Έως θανάτου.»







Ο Γιώργος Δουατζής είναι Έλληνας ποιητής και δημοσιογράφος.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948. Σπούδασε Οικονομία - Κοινωνιολογία.

Μέλος της ΕΣΗΕΑ. Από το 1974 μέχρι σήμερα έχει εργαστεί:

* σε εφημερίδες ( ΤΑ ΝΕΑ – ΕΘΝΟΣ – ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ – ΑΘΗΝΑΪΚΗ - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)
* σε περιοδικά ( «Κ» - ΕΨΙΛΟΝ - ΕΙΚΟΝΕΣ - ΧΡΟΝΟΣ )
* σε τηλεοπτικούς σταθμούς ( ΕΡΤ – ΑΝΤΕΝΝΑ – ΣΤΑΡ ) και
* σε ραδιοφωνικούς σταθμούς ( ΔΙΑΥΛΟΣ 10 – ΕΡΑ 2 – ΑΘΗΝΑ 984 )
* Στην έντυπη δημοσιογραφία ως ελεύθερος ρεπόρτερ, αρθρογράφος, πολιτικός αναλυτής, διευθυντής σύνταξης.
* Στην τηλεόραση, ντοκιμαντέρ, έρευνες, πολιτικές συζητήσεις, πορτραίτα προσωπικοτήτων. διευθυντής ειδήσεων - ενημέρωσης ( ΕΡΤ).

Διδάσκει σε Σχολές Δημοσιογραφίας, εισηγητής σε συνέδρια
για θέματα Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Γράφει ποίηση συστηματικά από την εφηβεία του. Πρώτη του εμφάνιση το 1971, στην Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς των εκδόσεων Άγκυρα.






ΒΙΒΛΙΑ

* Γραφτά- 1976,
* Τοπική Αυτοδιοίκηση – 1986,
* Τα Μικρά – 1996,
* Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη – 1997,
* Προς Δέκα Επιστολή – 2001,
* Προς Δέκα Επιστολή – Τα Ανεπίδοτα – 2003 - Εξάντας,
* Σπονδές – 2004 - Εξάντας,
* Τα Μικρά Β’ - Εξάντας,
* Το Κουμπί - Εξάντας,
* Τα κόκκινα παπούτσια - Εξάντας,
* Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη - Λιβάνης - 2008






«Προς δέκα επιστολή - Τα ανεπίδοτα»


Το βιβλίο «Προς δέκα επιστολή - Τα ανεπίδοτα», του Γιώργου Δουατζή και του Μιχάλη Αμάραντου είναι ένα πολύ σημαντικό έργο. Πολύ σημαντικό ως ενέργεια, πολύ τολμηρό για την ίδια του τη φύση.
Οι επιστολές (που απευθύνονται στα πρόσωπα που εικονίζονται στα πορτρέτα)
μας μεταφέρουν τη ματιά του συγγραφέα σε πράγματα καθημερινά, ανθρώπινα,
έτσι που ο αναγνώστης να βρει κομμάτια από τον εαυτό του.
Κομμάτια ερωτικά, κοινωνικά, με μια στάση φιλοσοφική, αισιόδοξη στο βάθος, με στοιχεία που καταδεικνύουν το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου,
στην προσπάθειά του να αντισταθεί στην ευτέλεια της εποχής.

«Αξίζει καθένας να μελετήσει αυτό το βιβλίο. Για να διαπιστώσει μια πραγματικά σημαντική συνουσία. Τη γνώση. Το σμίγειν της ποιητικής γραφής με την εικαστική μορφή. Τα πάθη. Την προσωπική περιπέτεια», επισημαίνει προλογίζοντας
ο Κώστας Γεωργουσόπουλος.






«Σπονδές»
εκδόσεις «Εξάντας»

Ερωτική Ποίηση, με φωτογραφίες του Τάσου Βρεττού. Ενα σπάνιο εικαστικό αποτέλεσμα. Ενας πρωτότυπος διάλογος δύο δημιουργών, δύο μορφών τέχνης, ποίησης και φωτογραφίας.

Η νέα ποιητική συλλογή του Γ. Δουατζή, αποτελείται από εικοσιεπτά ποιήματα. Οι φωτογραφίες του Τ. Βρεττού, σπουδή στο ανθρώπινο σώμα, αποτελούν το υπόβαθρο, όπου πάνω τους ακουμπούν οι λέξεις.

Στο προλογικό σημείωμα μεταξύ άλλων γράφει ο Γ. Δουατζής:
«Το αποτέλεσμα της συνεργασία μας προέκυψε μέσα από απόλυτες συμφωνίες, απόλυτες διαφωνίες, συγκαταβάσεις, δημιουργική ένταση. Μία έκδοση που αποτελεί έναν πολυσήμαντο διάλογο. Κάτι σαν «έντυπο δρώμενο» με συνυπάρχουσες την ποιητική και την εικαστική - φωτογραφική γραφή.
’Αλλοτε συνυπάρχουμε αρμονικά, άλλοτε κοιτάζουμε τον ίδιο στόχο με άλλη ματιά, άλλοτε γυρίζουμε την πλάτη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι πορευόμαστε σε αυτόν το μοναχικό δρόμο της δημιουργίας, που μας δίνει δικαιολογία ύπαρξης



ΕΙΔΑ
* * *
Με ανακαλύπτουν - λες - πρώτη φορά
Εννοιες που σμίλευα χρόνια πήραν υπόσταση
Το φανταστικό πραγματικότητα
Αιωρούμαι ανάμεσα σε αλήθεια ουτοπία πάθος και όνειρα πολλά
Τώρα μόνη πραγματικότητα αυτά
Και με έκανες να δω όσο κανείς ότι η ζωή μοναδικά όμορφη
και πάντα όχι αρκετή για να χωρέσει τις διαστάσεις σου Αγάπη




Μικρά

1. Oταν φτάσεις στη σιωπή θα ξέρεις.

2. Hταν τόσο λευκά τα σεντόνια, σαν τις μεγάλες αλήθειες.

3. Tραγούδα το χειμώνα, που σε έκανε να νιώσεις την Aνοιξη.

4. Mην βουτάς στα δάκρυα. Eίναι κρυστάλλινα και δεν μπορείς να κινηθείς.

5. Nα στοχάζεσαι μόνο είναι εγωϊσμός. Nα στοχάζεσαι και να δίνεις, είναι καθήκον.

6. Eίναι απο τα ωραιότερα δάκρυα, αυτά της υπομονής και της αποφασιστικότητας.

7. Eνας σκοπός, δεν είναι δα και μικρή υπόθεση.

8. H επανάληψη. Mιά απάτη σε βάρος της ομορφιάς.

9. Eίναι χρέος να αφήνεις πάντα μεγαλύτερους διαδόχους.

10. H παραδοχή δεν είναι ήττα.

11. Δέχομαι τον ολοκληρωτισμό, μόνο στο δώσιμο.

12. Nα διψάς και να βυθίζεσαι στη μοναξιά. Nα η δύναμή σου...














«Τα κόκκινα παπούτσια»


Ταξιδεύοντας πριν από λίγα χρόνια στη χώρα του Θερβάντες περιηγήθηκε σε υπόγειους ναούς του φλαμένκο και απαθανάτισε με το φακό του εικόνες που στη συνέχεια τού ενέπνευσαν το ποίημα «Τα κόκκινα παπούτσια». «Μια ωδή στην ομορφιά της κίνησης», όπως σημειώνει ο συγγραφέας Γιώργος Ικαρος Μπαμπασάκης, «μια σθεναρή πρόταση για το πώς ίσως οφείλουμε να ξαναγράφουμε ποιήματα: με καρδιά φλεγόμενη αλλά με το νου εστιασμένο στη δωρεά, τη χαριστικότητα».










"ΜΗ ΦΕΥΓΕΤΕ, ΚΥΡΙΕ ΕΥΧΕΤΗ"

"Κι έτσι παντοδύναμος, γονάτισα μπροστά σου,
για να δω να ορθώνεται
το μεγαλείο της ταπεινότητάς σου.
Και είπα, ποιος αλήθεια, ποιός θα δει τα δάκρυά σου.
Και ποιος να κουβεντιάζει τώρα
με τα υπέροχα φαντάσματα
του παρελθόντος σου.
Βέβαια, εκείνοι νόμισαν
πως σκότωσαν το παιδί μέσα μου
και ότι ήσουν τόσο όμορφη,
που δεν χωρούσες στην ψυχή μου.
Γελάστηκαν.
Κι εσύ, πανέμορφη,
κατέκτησες τη χώρα της σιωπής μου."


"Αυτή η λαχτάρα για συνομιλία κρύβει
τη μεγάλη έλλειψη,
τη δίψα κρύβει των ηττημένων, που τραγουδούν
για να καλύψουν το κλάμα τους,
όπως φωνάζαμε παιδιά τις νύχτες στα σοκάκια
για να νικήσουμε τον φόβο μας,
εκείνο το φόβο των σκιών
που ξέραμε ότι είναι χαμένες στο σκοτάδι,
γνωρίζαμε πως υπήρχαν απειλητικές
και θα το διαπιστώναμε με γκρίζα μαλλιά πια,
ότι οι σκιές δεν χάνονται ποτέ,
μας συνοδεύουν μέρα και νύχτα,
στο φως και στο σκοτάδι μας συνοδεύουν,
άλλωστε χωρίς εμάς πώς να υπάρξουν,
κι εμείς συνεχίζουμε αυτά τα τραγούδια
και την προσπάθεια αυτής της καταραμένης
και ιερής συνομιλίας, που φωνάζει
ότι υπάρχουμε και ως ποιητές
υποχθόνιοι και υστερόβουλοι,
μεγάθυμοι και πάντοτε ωραίοι,
ξέρουμε πως και μετά θάνατον
θα προκαλούμε συνομιλίες μονοσήμαντες,
γιατί θα τους μιλούν οι στίχοι μας,
αλλά ποτέ η φωνή μας."

"..'Ισως δεν το πιστέψεις, αλλά για λογαριασμό
των άλλων αγανακτώ.
Για λογαριασμό του πολιτισμού μας.
Αγανακτώ με τη βαρβαρότητα, ως μέσου υποβολής.
Αγανακτώ και μόνο με την πρόθεση επιβολής.
Τη θεωρώ κτηνώδη, ευτελή, ανάξια ανθρώπων.
Και είναι από τις στιγμές που πικραίνομαι.
Κι αναλογίζομαι, τόσο έργο,
τόσος αγώνας πήγαν χαμένα?
Δεν βλέπω να αντιδρούν όσοι πνευματικοί άνθρωποι
τάχτηκαν ιστορικά να "φυλάγουν Θερμοπύλες".
Να υπερασπίζονται τα στοιχειώδη
ανθρώπινα δικαιώματα.
Λύπη βαθιά..."

"..Τρομάζω. Τώρα πια τρομάζω.
Βλέπω την υποκατάσταση θεσμών,
που στηρίζουν δημοκρατία και δικαιώματα,
από ανθρωπάρια της τηλεχαύνωσης,τα οποία κρίνουν,
εκθέτουν, δικάζουν, αποφασίζουν, καταδικάζουν,
μέμφονται, λοιδορούν,
αφανίζουν κάθε έννοια ανθρώπινης αξιοπρέπειας
και προστασίας στοιχειωδών δικαιωμάτων.
Βλέπω πρωτοσέλιδα, να διασύρουν ανθρώπους,
να τραυματίζουν αξιοπρέπειες,
με φήμες σερβιρισμένες σαν είδηση.
Και πιο πολύ τρομάζω για την ατομική
και συλλογική απάθεια,
για την έλλειψη κάθε αντίδρασης.
Τρομάζω, αλλά δε θα το δεις.
Τώρα πια τρομάζω που, που ...τρομάζω.."

"..Λιποτάκτης είναι αυτός που αρνείται να δεχτεί
πως έχουν νόημα οι αγώνες των συγχρόνων.
Που αρνείται να δει το τραγικό μεγαλείο στις σφαγές.
Που απεχθάνεται την ιδέα να συμμετέχει
σαν γελωτοποιός στην κωμωδία της ιστορίας...."

"-Αγαπάς, Τέρπανδρε ?
-Τι εννοείτε?
-Αυτό που ακούς εννοώ. Αγαπάς?
-Ναι. Πολύ. Αγαπάω. Μοιράζομαι...
-Με ό,τι συνεπάγεται αυτό?
-Α, λέτε την ευθύνη, την αγωνία...το τίμημα..το..
-Να αγαπάς. Είναι το σημαντικότερο που θα μπορούσες.
Είναι πάνω από τη δημοσιογραφία σου.
Κι από την Ποίηση και τη δημιουργία. Πολύ πιο πάνω.
Να αγαπάς, Τέρπανδρε.
-Κύριε Ευχέτη...
-....
-Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη. Μη....





















"Τη θρησκεία μου ονόμασαν ποίηση
εκεί δεν έχει θεούς, μόνο πίστη.
Κάθε πρωί τον φυλάκιζαν,
εκείνος έφτιαχνε σκάλες πανύψηλες με στίχους
-ως τον ουρανό πανύψηλες-
και κάθε σούρουπο τον έβρισκαν ανάμεσά τους
να μοιράζει φωτοστέφανα στους αδύναμους.

Ποίηση σκληρή, ανελέητη, αγαπημένη,
πόσες σπονδές χωράνε ακόμα τα ιερά σου;
Ποίηση σκυτάλη που δε φθάρηκε ποτέ
νοτισμένη από χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές.
Κι η ποίηση το μεγαλύτερο, το πιο βαθύ, το μέγα,
έως θανάτου πάθος...
Ευλογία να μπορείς να πετάξεις μ' ένα μολύβι κι ένα χαρτί.

Δεν βρήκα πιο μοναχική πορεία.
Είχαν τόση μουσική αυτοί οι στίχοι που κάλυψαν την οικουμένη του.
...ως κι οι ποιητές πεθαίνουν!
Εύθραυστα μολύβια μεταγγίζουν το βάρος της καρδιάς σε λευκά χαρτιά,
βαθύ ενσυνείδητο σχίσμα εαυτού,
του ποιητή και του ανθρώπου της επιβίωσης.
Ρώτα τις νύχτες!

Πήρε τα χαρτιά μου ο άνεμος και πάγωσα έτσι γυμνός
...τι μεθύσια υπέροχα χωρίς αλκοόλ...
Η ποίηση ήταν το δεκανίκι να περάσει απέναντι.
Δεν άφησα παρά χάρτινους απογόνους.
-"Γράφεις;"
-" Όχι...διαβάζω ένα ποιήμα στα μάτια της"







Ποίηση σκληρή, ανελέητη, αγαπημένη,
πόσες σπονδές χωράνε ακόμα τα ιερά σου;
Ποίηση σκυτάλη που δε φθάρηκε ποτέ
νοτισμένη από χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές.
Κι η ποίηση το μεγαλύτερο, το πιο βαθύ, το μέγα,
έως θανάτου πάθος...





Eγώ κι ένα λουλούδι, νικήσαμε το χρόνο..


Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

Σαν το χαμόγελό σου Σαν το ψωμί στα χέρια που αγκάλιασαν ευαίσθητα βρέφη Σαν τους ισόβια μοναχικούς του πνεύματος.. Γιώργος Δουατζής








Ελπίδα

Ελπίδα, σε είδα να ορθώνεις το κορμί, μόνο χορεύοντας με τα χέρια υψωμένα. Τότε που η γλώσσα του σώματος έκλεινε το στόμα. Κι έτσι δεν μπόρεσες να πείς ξανά: Ως κι οι ποιητές πεθαίνουν...

Της Στροφής, ο ένας
των Τυφλών με το λύχνο, ο ένας
των Προσανατολισμών, ο ένας
της Ενδοχώρας, ο ένας
της Ελένης, ο άλλος

Ολοι αυτοί και τόσοι άλλοι, έπρεπε να ασπρίσουν για να σκύψουν στους ουρανούς και να τους ανακαλύψουν βαθύτερα ως τεθνεώτες; Κι αφού οι γέροντες βάζουν πάντα το παρελθόν σε τάξη, αυτοί γιατί ποτέ δεν προλαβαίνουν;

Κι εγώ, έτσι υπάρχω και πορεύομαι κι υπομονεύω, γιατί χάθηκαν τόσοι και χρόνια πολλά σε αναπάντητα γιατί. Κι όλα τα γιατί δεν έχουν απάντηση, απλά γιατί αλλιώς δεν θα υπήρχαν

Είναι καιρός που σεβάστηκα όλα τα εφηβικά, χωρίς απάντηση, γιατί . Κι έτσι μιά αίσθηση ελευθερίας, άνοιξε τα δυό μου χέρια σε αγκαλιά για τον κόσμο ολόκληρο. Απαλλαγμένος από μίση, γεμάτος πάθη, άδειος από σιγουριά, όμως χωρίς ανασφάλεια - αφού το αύριο θα έρθει έτσι κι αλλιώς, με ή χωρίς εμένα - γατζώθηκα στο αιώνιο, χωρίς αιτιολόγηση, παιχνίδι της συνέχειας κοιτάζοντας τον ουρανό κι όχι το χάος, για να καταφέρω να αφήσω χάρτινους απογόνους. Ομως στο παιχνίδι της συνέχειας, έλειψαν κάποια χρωμοσώματα...

Σε βλέπω αχνά Ελπίδα και σκέφτομαι πως υπάρχουν ταίρια, που το μισό εξαφανίζει το άλλο, οδηγώντας στην εξαφάνιση αυτό το ίδιο το ταίρι. Κι έτσι, πάντα μετά τα μεσάνυχτα, σε αγναντεύω αγαπημένη. Δεν έχεις χρώματα, ούτε περίγραμμα πιά.
Κι όμως υπάρχεις.

Σαν τα εφηβικά όνειρα που τρέφουν ώριμες ηλικίες
Σαν το χνούδι στο εφηβαίο της ομορφιάς
Σαν την Ανοιξη που δεν λέει να ρθει
Σαν τα απλωμένα ασπρόρουχα της γειτονιάς
Σαν το χαμόγελό σου
Σαν τη σκιά κείνων που δεν πέρασαν ακόμα
Σαν τα σοκάκια αυτών που κοιτούν τον ουρανό και βαδίζουν με σιγουριά
Σαν το ψωμί στα χέρια που αγκάλιασαν ευαίσθητα βρέφη
Σαν το χρώμα της ανθοφορούσας γής
Σαν το βλέμμα του αποχαιρετισμού
Σαν τα μαντήλια στα λιμάνια και τους σταθμούς
Σαν τα μολύβια που μεταγγίζουν το βάρος της καρδιάς σε λευκά χαρτιά
Σαν την κίνηση του κορμιού σου υποταγμένου σε μουσικές
Σαν το άγνωστο που θάρθει νύχτα αργινή κι ευαίσθητη
Σαν την παραπαίουσα απόφαση της στιγμής
Σαν το παιχνίδι μες στις λάσπες
Σαν το γιορτινό δέντρο της ανάστασης
Σαν το χρώμα κυκλαδίτικων βράχων το σούρουπο
Σαν εσένα που λείπεις ωσεί παρούσα
Σαν το ποτό που κυλάει αργά στις φλέβες
Σαν το γέλιο σου που γεμίζει αδειανά κελάρια
Σαν το ποτάμι που χάνεται στον ωκεανό
Σαν τα άκρως σιωπηλά τραγούδια μου τις νύχτες
Σαν τις φλύαρες σιωπές των ματιών σου
Σαν τις αναίτιες ενοχές
Σαν τους μοναχικούς έφηβους τις άγριες νύχτες του χειμώνα
Σαν τα χωρίς αποδέκτη τραγούδια μας
Σαν τον ποιητή που χωράει σε ένα κουτσό αλφάβητο τις νύχτες
Σαν την ποίηση που τρέφει την τυφλή μεγαλωσύνη μας
Σαν τους ισόβια μοναχικούς του πνεύματος

Σαν την ποίηση, τον ποιητή, εσένα, το τραγούδι, τον μαύρο ουρανό, τον ήλιο, τη θάλασσα, τα κυκλαδίτικα βράχια, τον άνεμο, τον ήχο, το σούρουπο, τα χρώματα της οικουμένης, τη μεταρσίωση εκείνου, του μόνου και μοναδικού.

Μακριά σου η έλλειψη μελαγχολία, η αφή σου πολυτιμότερη, η μυρωδιά σου βασανιστική στέρηση, το κοντσέρτο για βιολί πιό ευαίσθητο, το δωμάτιο άδειο. Θα κοιμάσαι τώρα όπως πάντα ως άγγελος. Θέλω τη φωνή σου να λέει σ΄ αγαπώ. Την αφή σου σε επίκληση. Τη μυρωδιά σου να με αγκαλιάζει. Τα μάτια σου να διώχνω τη μελαγχολία τους. Το κορμί σου να νιώθω ότι υπάρχω. Το χέρι σου για περπάτημα σε όμορφους δρόμους Τα μάτια σου να μοιράζομαι τις ομορφιές. Και δεν ντρέπομαι, ούτε θα ντραπώ. Και όχι βέβαια γιατί οι δρόμοι είναι πάντα έρημοι, με τόσο συνωστισμό.

Είναι τόσο αργά Ελπίδα, τόσο...
Καληνύχτα.




Juan Diego Florez "La speranza piu soave"




Hope - What Am I To Say, Lyrics by sharas...




Δουατζής Γιώργος




Θέλω τη φωνή σου να λέει σ΄ αγαπώ