Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου, μη χάσεις το θάρρος σου. Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά. Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται να παραμερίσει την καρδιά του.
Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων.. Τάσος Λειβαδίτης
Παπούτσια κόκκινα σε κίνηση Αέρας φωτιά και θάνατος
Δεν ήξερε κανείς
πόσα αρσενικά κύτταρα ξέμειναν στα παπούτσια της
πόσα χέρια έβγαλαν ευλαβικά τα κόκκινα παπούτσια για να αποκαλυφθούν τα πόδια που στήριζαν το φλογερό πάθος
πόσες ιδρωμένες ανάσες νότισαν αυτή την επιδερμίδα την Ανδαλουσιάνικη τσιγγάνικη σκούρα ολέθρια κόκκινα ολέθρια
πόσα αναφιλητά συντρόφεψαν το φευγιό της στηριγμένο σε αυτά τα ίδια κόκκινα σε κίνηση παπούτσια των αποχωρισμών των σταθμών των λιμανιών που έπαιρναν πάντα μακριά και ποτέ δεν έφερναν αγαπημένους
Κόκκινα παπούτσια με ήχους εικόνες μυρωδιές τόσο κόκκινα… Τόπος ο χορός Εκεί που άνοιγε δρόμο με την φωτιά ανάμεσα στα σκέλια της στηριγμένη από τα μοναδικά κόκκινα της πυρκαγιάς παπούτσια που δεν ήξερε ποτέ κανείς…
Την οδηγούσαν ή τα οδηγούσε;
Κι έλεγες
ποιος κινάει αλήθεια πρώτος την μοναδική τέλεση ιερουργία σε θεό έλληνα του Ολύμπου άγνωστο παθιασμένο με ανθρώπινα ελαττώματα
ποιος κινάει αλήθεια πρώτος την έλευση έγερση τελετής εξαίσιας νομαδικής αξέχαστης
η μουσική ή το παλλόμενο κορμί της;
Ποιος κινάει ποιος αυτό το χορό τον παλιό σαν άνθρωπο ευαίσθητο σαν αγάπη παθιασμένο σαν έρωτα υψωμένο σαν ιδανικό χρήσιμο σαν αγώνα όμορφο σαν αγαπημένη ζεστό σαν αγκαλιά απέραντο σαν ωκεανό
Κι όλα αυτά με το παλλόμενο κορμί– τόξο
στηριγμένα στα κόκκινα σαν αίμα κι αγκαλιά στα αιωρούμενα και στέρεα στα όμορφα και σημαδεμένα από χιλιάδες έρωτες κι όνειρα ονειρώξεις κι εντάσεις κόκκινα βαθιά κόκκινα ολέθρια κόκκινα παπούτσια
Τώρα που κοκκίνισε ο ορίζοντας αυτά χορεύουν με ρυθμό οδηγητή ψυχών και μουσικών
Οι φωνές χάνονται στην εικόνα της τη στηριγμένη στα κόκκινα σπάνια παπούτσια
Ο ποιητής τη συνάντησε να ανοίγει δρόμο με τη μοναδική φωτιά της σε κείνο το υπόγειο της Μαδρίτης με καπνούς κόκκινο κρασί ήχους πρωτόγνωρους μυρωδιές που σημαδεύουν
Δεν ξέρει κανείς που οδηγεί με το βλέμμα στον ουρανό τα πόδια στέρεα στη γη και κείνα κόκκινα αυτοδύναμα να στηρίζουν φαντασιώσεις ομορφιά αλήθεια δύναμη έξαρση αντάρα
πόνο Ζωή που παίζεται σε δυο στιγμές καθώς τα φονικά όταν η ιδρωμένη εκδίκηση λάμπει στο φως του φεγγαριού
Εικόνες κόκκινες σημαδεύουν τη μνήμη με τραγούδια μακρινά Ανδαλουσίας ενός Φεντερίκο Γκαρθία με τα περιστέρια αγκαλιά
Τότε και πάντα η νύχτα δεν έχει τέλος η ποίηση δεν έχει τέλος
Οι ωδές στην κόκκινη φωτιά στα κόκκινα παπούτσια δεν έχουν τέλος
Το τραγούδι μου μέσα στη νύχτα όταν η πόλη κοιμάται ύπνο βαθύ δεν έχει τέλος
Όσο υπάρχουν άνθρωποι και κόκκινα υπέροχα κόκκινα ολέθρια κόκκινα παπούτσια
Ζωή ποίηση έρωτας κι ωδές δεν έχουν τέλος
γιατί πώς θα ξημέρωνε χωρίς ωδές τραγούδια ποιήματα και κόκκινα παπούτσια
Ποιος κινάει ποιος αυτό το χορό τον παλιό σαν άνθρωπο ευαίσθητο σαν αγάπη παθιασμένο σαν έρωτα υψωμένο σαν ιδανικό χρήσιμο σαν αγώνα όμορφο σαν αγαπημένη ζεστό σαν αγκαλιά απέραντο σαν ωκεανό
Και μην ξεχνάς αγαπημένη Οσο θα αποδέχεσαι τις αλήθειες ως μη μοναδικές, ως πάντα αυτοαναιρούμενες . Οσο θα απέχεις από ιδεολογικά κατασκευάσματα που φυλακίζουν τη σκέψη. Οσο θα νιώθεις ότι παίρνεις και δίνεις γνώση. Οσο θα κοιτάζεις τον άλλο στα μάτια και κάτι θα συμβαίνει μέσα σου. Οσο θα μπορείς να εκφράζεσαι. Οσο θα αγαπάς και θα το νιώθουν οι διπλανοί σου. Οσο θα επιβεβαιώνεις την ύπαρξή σου μέσα από το δώσιμο Οσο η αγκαλιά σου θα αισθάνεται τη ζεστασιά ενός άλλου ανθρώπου. Οσο θα επιζητούν οι άνθρωποι τη συντροφιά σου. Οσο τα εκφραστικά σου μάτια θα ιστορούν ότι πραγματικά έζησες Οσο η εύθραυστη εικόνα σου θα αποπνέει γαλήνια δύναμη Τόσο θα έχεις δικαιολογία ύπαρξης και θα παραμένεις επί της ουσίας και ισόβια νέα.
ΝΕΦΕΛΗ
«Εσύ το ξέρεις, ότι υπάρχουν άνθρωποι με βαθύ ενσυνείδητο σχίσμα εαυτού. Αυτό του ποιητή και του άλλου, του καθημερινού ανθρώπου της επιβίωσης. Εσύ το ξέρεις ότι Ποίηση δεν είναι απλά γραφή. Είναι το μεγαλύτερο. Το πιο βαθύ. Το μέγα. Είναι στάση ζωής. Αξίες, αρχές, ανάλωση στην ένταση, στο πάθος. Οικοδόμημα με το πρώτο πετραδάκι στα θεμέλια πριν την εφηβεία. Και κτίσιμο συνεχές. Έως θανάτου.»
Ο Γιώργος Δουατζής είναι Έλληνας ποιητής και δημοσιογράφος.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948. Σπούδασε Οικονομία - Κοινωνιολογία.
Μέλος της ΕΣΗΕΑ. Από το 1974 μέχρι σήμερα έχει εργαστεί:
* σε εφημερίδες ( ΤΑ ΝΕΑ – ΕΘΝΟΣ – ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ – ΑΘΗΝΑΪΚΗ - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ) * σε περιοδικά ( «Κ» - ΕΨΙΛΟΝ - ΕΙΚΟΝΕΣ - ΧΡΟΝΟΣ ) * σε τηλεοπτικούς σταθμούς ( ΕΡΤ – ΑΝΤΕΝΝΑ – ΣΤΑΡ ) και * σε ραδιοφωνικούς σταθμούς ( ΔΙΑΥΛΟΣ 10 – ΕΡΑ 2 – ΑΘΗΝΑ 984 ) * Στην έντυπη δημοσιογραφία ως ελεύθερος ρεπόρτερ, αρθρογράφος, πολιτικός αναλυτής, διευθυντής σύνταξης. * Στην τηλεόραση, ντοκιμαντέρ, έρευνες, πολιτικές συζητήσεις, πορτραίτα προσωπικοτήτων. διευθυντής ειδήσεων - ενημέρωσης ( ΕΡΤ).
Διδάσκει σε Σχολές Δημοσιογραφίας, εισηγητής σε συνέδρια για θέματα Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Γράφει ποίηση συστηματικά από την εφηβεία του. Πρώτη του εμφάνιση το 1971, στην Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς των εκδόσεων Άγκυρα.
ΒΙΒΛΙΑ
* Γραφτά- 1976, * Τοπική Αυτοδιοίκηση – 1986, * Τα Μικρά – 1996, * Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη – 1997, * Προς Δέκα Επιστολή – 2001, * Προς Δέκα Επιστολή – Τα Ανεπίδοτα – 2003 - Εξάντας, * Σπονδές – 2004 - Εξάντας, * Τα Μικρά Β’ - Εξάντας, * Το Κουμπί - Εξάντας, * Τα κόκκινα παπούτσια - Εξάντας, * Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη - Λιβάνης - 2008
«Προς δέκα επιστολή - Τα ανεπίδοτα»
Το βιβλίο «Προς δέκα επιστολή - Τα ανεπίδοτα», του Γιώργου Δουατζή και του Μιχάλη Αμάραντου είναι ένα πολύ σημαντικό έργο. Πολύ σημαντικό ως ενέργεια, πολύ τολμηρό για την ίδια του τη φύση. Οι επιστολές (που απευθύνονται στα πρόσωπα που εικονίζονται στα πορτρέτα) μας μεταφέρουν τη ματιά του συγγραφέα σε πράγματα καθημερινά, ανθρώπινα, έτσι που ο αναγνώστης να βρει κομμάτια από τον εαυτό του. Κομμάτια ερωτικά, κοινωνικά, με μια στάση φιλοσοφική, αισιόδοξη στο βάθος, με στοιχεία που καταδεικνύουν το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου, στην προσπάθειά του να αντισταθεί στην ευτέλεια της εποχής.
«Αξίζει καθένας να μελετήσει αυτό το βιβλίο. Για να διαπιστώσει μια πραγματικά σημαντική συνουσία. Τη γνώση. Το σμίγειν της ποιητικής γραφής με την εικαστική μορφή. Τα πάθη. Την προσωπική περιπέτεια», επισημαίνει προλογίζοντας ο Κώστας Γεωργουσόπουλος.
«Σπονδές» εκδόσεις «Εξάντας»
Ερωτική Ποίηση, με φωτογραφίες του Τάσου Βρεττού. Ενα σπάνιο εικαστικό αποτέλεσμα. Ενας πρωτότυπος διάλογος δύο δημιουργών, δύο μορφών τέχνης, ποίησης και φωτογραφίας.
Η νέα ποιητική συλλογή του Γ. Δουατζή, αποτελείται από εικοσιεπτά ποιήματα. Οι φωτογραφίες του Τ. Βρεττού, σπουδή στο ανθρώπινο σώμα, αποτελούν το υπόβαθρο, όπου πάνω τους ακουμπούν οι λέξεις.
Στο προλογικό σημείωμα μεταξύ άλλων γράφει ο Γ. Δουατζής: «Το αποτέλεσμα της συνεργασία μας προέκυψε μέσα από απόλυτες συμφωνίες, απόλυτες διαφωνίες, συγκαταβάσεις, δημιουργική ένταση. Μία έκδοση που αποτελεί έναν πολυσήμαντο διάλογο. Κάτι σαν «έντυπο δρώμενο» με συνυπάρχουσες την ποιητική και την εικαστική - φωτογραφική γραφή. ’Αλλοτε συνυπάρχουμε αρμονικά, άλλοτε κοιτάζουμε τον ίδιο στόχο με άλλη ματιά, άλλοτε γυρίζουμε την πλάτη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι πορευόμαστε σε αυτόν το μοναχικό δρόμο της δημιουργίας, που μας δίνει δικαιολογία ύπαρξης
ΕΙΔΑ * * * Με ανακαλύπτουν - λες - πρώτη φορά Εννοιες που σμίλευα χρόνια πήραν υπόσταση Το φανταστικό πραγματικότητα Αιωρούμαι ανάμεσα σε αλήθεια ουτοπία πάθος και όνειρα πολλά Τώρα μόνη πραγματικότητα αυτά Και με έκανες να δω όσο κανείς ότι η ζωή μοναδικά όμορφη και πάντα όχι αρκετή για να χωρέσει τις διαστάσεις σου Αγάπη
Μικρά
1. Oταν φτάσεις στη σιωπή θα ξέρεις.
2. Hταν τόσο λευκά τα σεντόνια, σαν τις μεγάλες αλήθειες.
3. Tραγούδα το χειμώνα, που σε έκανε να νιώσεις την Aνοιξη.
4. Mην βουτάς στα δάκρυα. Eίναι κρυστάλλινα και δεν μπορείς να κινηθείς.
5. Nα στοχάζεσαι μόνο είναι εγωϊσμός. Nα στοχάζεσαι και να δίνεις, είναι καθήκον.
6. Eίναι απο τα ωραιότερα δάκρυα, αυτά της υπομονής και της αποφασιστικότητας.
7. Eνας σκοπός, δεν είναι δα και μικρή υπόθεση.
8. H επανάληψη. Mιά απάτη σε βάρος της ομορφιάς.
9. Eίναι χρέος να αφήνεις πάντα μεγαλύτερους διαδόχους.
10. H παραδοχή δεν είναι ήττα.
11. Δέχομαι τον ολοκληρωτισμό, μόνο στο δώσιμο.
12. Nα διψάς και να βυθίζεσαι στη μοναξιά. Nα η δύναμή σου...
«Τα κόκκινα παπούτσια»
Ταξιδεύοντας πριν από λίγα χρόνια στη χώρα του Θερβάντες περιηγήθηκε σε υπόγειους ναούς του φλαμένκο και απαθανάτισε με το φακό του εικόνες που στη συνέχεια τού ενέπνευσαν το ποίημα «Τα κόκκινα παπούτσια». «Μια ωδή στην ομορφιά της κίνησης», όπως σημειώνει ο συγγραφέας Γιώργος Ικαρος Μπαμπασάκης, «μια σθεναρή πρόταση για το πώς ίσως οφείλουμε να ξαναγράφουμε ποιήματα: με καρδιά φλεγόμενη αλλά με το νου εστιασμένο στη δωρεά, τη χαριστικότητα».
"ΜΗ ΦΕΥΓΕΤΕ, ΚΥΡΙΕ ΕΥΧΕΤΗ"
"Κι έτσι παντοδύναμος, γονάτισα μπροστά σου, για να δω να ορθώνεται το μεγαλείο της ταπεινότητάς σου. Και είπα, ποιος αλήθεια, ποιός θα δει τα δάκρυά σου. Και ποιος να κουβεντιάζει τώρα με τα υπέροχα φαντάσματα του παρελθόντος σου. Βέβαια, εκείνοι νόμισαν πως σκότωσαν το παιδί μέσα μου και ότι ήσουν τόσο όμορφη, που δεν χωρούσες στην ψυχή μου. Γελάστηκαν. Κι εσύ, πανέμορφη, κατέκτησες τη χώρα της σιωπής μου."
"Αυτή η λαχτάρα για συνομιλία κρύβει τη μεγάλη έλλειψη, τη δίψα κρύβει των ηττημένων, που τραγουδούν για να καλύψουν το κλάμα τους, όπως φωνάζαμε παιδιά τις νύχτες στα σοκάκια για να νικήσουμε τον φόβο μας, εκείνο το φόβο των σκιών που ξέραμε ότι είναι χαμένες στο σκοτάδι, γνωρίζαμε πως υπήρχαν απειλητικές και θα το διαπιστώναμε με γκρίζα μαλλιά πια, ότι οι σκιές δεν χάνονται ποτέ, μας συνοδεύουν μέρα και νύχτα, στο φως και στο σκοτάδι μας συνοδεύουν, άλλωστε χωρίς εμάς πώς να υπάρξουν, κι εμείς συνεχίζουμε αυτά τα τραγούδια και την προσπάθεια αυτής της καταραμένης και ιερής συνομιλίας, που φωνάζει ότι υπάρχουμε και ως ποιητές υποχθόνιοι και υστερόβουλοι, μεγάθυμοι και πάντοτε ωραίοι, ξέρουμε πως και μετά θάνατον θα προκαλούμε συνομιλίες μονοσήμαντες, γιατί θα τους μιλούν οι στίχοι μας, αλλά ποτέ η φωνή μας."
"..'Ισως δεν το πιστέψεις, αλλά για λογαριασμό των άλλων αγανακτώ. Για λογαριασμό του πολιτισμού μας. Αγανακτώ με τη βαρβαρότητα, ως μέσου υποβολής. Αγανακτώ και μόνο με την πρόθεση επιβολής. Τη θεωρώ κτηνώδη, ευτελή, ανάξια ανθρώπων. Και είναι από τις στιγμές που πικραίνομαι. Κι αναλογίζομαι, τόσο έργο, τόσος αγώνας πήγαν χαμένα? Δεν βλέπω να αντιδρούν όσοι πνευματικοί άνθρωποι τάχτηκαν ιστορικά να "φυλάγουν Θερμοπύλες". Να υπερασπίζονται τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Λύπη βαθιά..."
"..Τρομάζω. Τώρα πια τρομάζω. Βλέπω την υποκατάσταση θεσμών, που στηρίζουν δημοκρατία και δικαιώματα, από ανθρωπάρια της τηλεχαύνωσης,τα οποία κρίνουν, εκθέτουν, δικάζουν, αποφασίζουν, καταδικάζουν, μέμφονται, λοιδορούν, αφανίζουν κάθε έννοια ανθρώπινης αξιοπρέπειας και προστασίας στοιχειωδών δικαιωμάτων. Βλέπω πρωτοσέλιδα, να διασύρουν ανθρώπους, να τραυματίζουν αξιοπρέπειες, με φήμες σερβιρισμένες σαν είδηση. Και πιο πολύ τρομάζω για την ατομική και συλλογική απάθεια, για την έλλειψη κάθε αντίδρασης. Τρομάζω, αλλά δε θα το δεις. Τώρα πια τρομάζω που, που ...τρομάζω.."
"..Λιποτάκτης είναι αυτός που αρνείται να δεχτεί πως έχουν νόημα οι αγώνες των συγχρόνων. Που αρνείται να δει το τραγικό μεγαλείο στις σφαγές. Που απεχθάνεται την ιδέα να συμμετέχει σαν γελωτοποιός στην κωμωδία της ιστορίας...."
"-Αγαπάς, Τέρπανδρε ? -Τι εννοείτε? -Αυτό που ακούς εννοώ. Αγαπάς? -Ναι. Πολύ. Αγαπάω. Μοιράζομαι... -Με ό,τι συνεπάγεται αυτό? -Α, λέτε την ευθύνη, την αγωνία...το τίμημα..το.. -Να αγαπάς. Είναι το σημαντικότερο που θα μπορούσες. Είναι πάνω από τη δημοσιογραφία σου. Κι από την Ποίηση και τη δημιουργία. Πολύ πιο πάνω. Να αγαπάς, Τέρπανδρε. -Κύριε Ευχέτη... -.... -Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη. Μη....
"Τη θρησκεία μου ονόμασαν ποίηση εκεί δεν έχει θεούς, μόνο πίστη. Κάθε πρωί τον φυλάκιζαν, εκείνος έφτιαχνε σκάλες πανύψηλες με στίχους -ως τον ουρανό πανύψηλες- και κάθε σούρουπο τον έβρισκαν ανάμεσά τους να μοιράζει φωτοστέφανα στους αδύναμους.
Ποίηση σκληρή, ανελέητη, αγαπημένη, πόσες σπονδές χωράνε ακόμα τα ιερά σου; Ποίηση σκυτάλη που δε φθάρηκε ποτέ νοτισμένη από χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές. Κι η ποίηση το μεγαλύτερο, το πιο βαθύ, το μέγα, έως θανάτου πάθος... Ευλογία να μπορείς να πετάξεις μ' ένα μολύβι κι ένα χαρτί.
Δεν βρήκα πιο μοναχική πορεία. Είχαν τόση μουσική αυτοί οι στίχοι που κάλυψαν την οικουμένη του. ...ως κι οι ποιητές πεθαίνουν! Εύθραυστα μολύβια μεταγγίζουν το βάρος της καρδιάς σε λευκά χαρτιά, βαθύ ενσυνείδητο σχίσμα εαυτού, του ποιητή και του ανθρώπου της επιβίωσης. Ρώτα τις νύχτες!
Πήρε τα χαρτιά μου ο άνεμος και πάγωσα έτσι γυμνός ...τι μεθύσια υπέροχα χωρίς αλκοόλ... Η ποίηση ήταν το δεκανίκι να περάσει απέναντι. Δεν άφησα παρά χάρτινους απογόνους. -"Γράφεις;" -" Όχι...διαβάζω ένα ποιήμα στα μάτια της"
Ποίηση σκληρή, ανελέητη, αγαπημένη, πόσες σπονδές χωράνε ακόμα τα ιερά σου; Ποίηση σκυτάλη που δε φθάρηκε ποτέ νοτισμένη από χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές. Κι η ποίηση το μεγαλύτερο, το πιο βαθύ, το μέγα, έως θανάτου πάθος...
Ελπίδα Ελπίδα, σε είδα να ορθώνεις το κορμί, μόνο χορεύοντας με τα χέρια υψωμένα. Τότε που η γλώσσα του σώματος έκλεινε το στόμα. Κι έτσι δεν μπόρεσες να πείς ξανά: Ως κι οι ποιητές πεθαίνουν...
Της Στροφής, ο ένας των Τυφλών με το λύχνο, ο ένας των Προσανατολισμών, ο ένας της Ενδοχώρας, ο ένας της Ελένης, ο άλλος
Ολοι αυτοί και τόσοι άλλοι, έπρεπε να ασπρίσουν για να σκύψουν στους ουρανούς και να τους ανακαλύψουν βαθύτερα ως τεθνεώτες; Κι αφού οι γέροντες βάζουν πάντα το παρελθόν σε τάξη, αυτοί γιατί ποτέ δεν προλαβαίνουν;
Κι εγώ, έτσι υπάρχω και πορεύομαι κι υπομονεύω, γιατί χάθηκαν τόσοι και χρόνια πολλά σε αναπάντητα γιατί. Κι όλα τα γιατί δεν έχουν απάντηση, απλά γιατί αλλιώς δεν θα υπήρχαν
Είναι καιρός που σεβάστηκα όλα τα εφηβικά, χωρίς απάντηση, γιατί . Κι έτσι μιά αίσθηση ελευθερίας, άνοιξε τα δυό μου χέρια σε αγκαλιά για τον κόσμο ολόκληρο. Απαλλαγμένος από μίση, γεμάτος πάθη, άδειος από σιγουριά, όμως χωρίς ανασφάλεια - αφού το αύριο θα έρθει έτσι κι αλλιώς, με ή χωρίς εμένα - γατζώθηκα στο αιώνιο, χωρίς αιτιολόγηση, παιχνίδι της συνέχειας κοιτάζοντας τον ουρανό κι όχι το χάος, για να καταφέρω να αφήσω χάρτινους απογόνους. Ομως στο παιχνίδι της συνέχειας, έλειψαν κάποια χρωμοσώματα...
Σε βλέπω αχνά Ελπίδα και σκέφτομαι πως υπάρχουν ταίρια, που το μισό εξαφανίζει το άλλο, οδηγώντας στην εξαφάνιση αυτό το ίδιο το ταίρι. Κι έτσι, πάντα μετά τα μεσάνυχτα, σε αγναντεύω αγαπημένη. Δεν έχεις χρώματα, ούτε περίγραμμα πιά. Κι όμως υπάρχεις.
Σαν τα εφηβικά όνειρα που τρέφουν ώριμες ηλικίες Σαν το χνούδι στο εφηβαίο της ομορφιάς Σαν την Ανοιξη που δεν λέει να ρθει Σαν τα απλωμένα ασπρόρουχα της γειτονιάς Σαν το χαμόγελό σου Σαν τη σκιά κείνων που δεν πέρασαν ακόμα Σαν τα σοκάκια αυτών που κοιτούν τον ουρανό και βαδίζουν με σιγουριά Σαν το ψωμί στα χέρια που αγκάλιασαν ευαίσθητα βρέφη Σαν το χρώμα της ανθοφορούσας γής Σαν το βλέμμα του αποχαιρετισμού Σαν τα μαντήλια στα λιμάνια και τους σταθμούς Σαν τα μολύβια που μεταγγίζουν το βάρος της καρδιάς σε λευκά χαρτιά Σαν την κίνηση του κορμιού σου υποταγμένου σε μουσικές Σαν το άγνωστο που θάρθει νύχτα αργινή κι ευαίσθητη Σαν την παραπαίουσα απόφαση της στιγμής Σαν το παιχνίδι μες στις λάσπες Σαν το γιορτινό δέντρο της ανάστασης Σαν το χρώμα κυκλαδίτικων βράχων το σούρουπο Σαν εσένα που λείπεις ωσεί παρούσα Σαν το ποτό που κυλάει αργά στις φλέβες Σαν το γέλιο σου που γεμίζει αδειανά κελάρια Σαν το ποτάμι που χάνεται στον ωκεανό Σαν τα άκρως σιωπηλά τραγούδια μου τις νύχτες Σαν τις φλύαρες σιωπές των ματιών σου Σαν τις αναίτιες ενοχές Σαν τους μοναχικούς έφηβους τις άγριες νύχτες του χειμώνα Σαν τα χωρίς αποδέκτη τραγούδια μας Σαν τον ποιητή που χωράει σε ένα κουτσό αλφάβητο τις νύχτες Σαν την ποίηση που τρέφει την τυφλή μεγαλωσύνη μας Σαν τους ισόβια μοναχικούς του πνεύματος
Σαν την ποίηση, τον ποιητή, εσένα, το τραγούδι, τον μαύρο ουρανό, τον ήλιο, τη θάλασσα, τα κυκλαδίτικα βράχια, τον άνεμο, τον ήχο, το σούρουπο, τα χρώματα της οικουμένης, τη μεταρσίωση εκείνου, του μόνου και μοναδικού.
Μακριά σου η έλλειψη μελαγχολία, η αφή σου πολυτιμότερη, η μυρωδιά σου βασανιστική στέρηση, το κοντσέρτο για βιολί πιό ευαίσθητο, το δωμάτιο άδειο. Θα κοιμάσαι τώρα όπως πάντα ως άγγελος. Θέλω τη φωνή σου να λέει σ΄ αγαπώ. Την αφή σου σε επίκληση. Τη μυρωδιά σου να με αγκαλιάζει. Τα μάτια σου να διώχνω τη μελαγχολία τους. Το κορμί σου να νιώθω ότι υπάρχω. Το χέρι σου για περπάτημα σε όμορφους δρόμους Τα μάτια σου να μοιράζομαι τις ομορφιές. Και δεν ντρέπομαι, ούτε θα ντραπώ. Και όχι βέβαια γιατί οι δρόμοι είναι πάντα έρημοι, με τόσο συνωστισμό.
Την ομορφιά που κλείνω μέσα μου κανείς ποτέ δε θα τη νιώσει. Κι αν την πληγώσει θά ΄ναι ανίδεος κι ούτε γι΄αυτό θα μετανιώσει.
Μαρία Πολυδούρη
Τρία πάθη, απλά, αλλά κατακλυσμιαία, εξουσιάζουν τη ζωή μου: Η λαχτάρα για αγάπη, η αναζήτηση της γνώσης και η ανυπόφορη θλίψη για τα βάσανα του ανθρώπινου είδους. Bertrand Russell
Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας...
Οδυσσέας Ελύτης
.."Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε Ομορφιά. Την Ομορφιά που είναι μια οδός - η μόνη ίσως οδός προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει".. Ελύτης
Μεταρσίωση
Το πνεύμα μου, σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα, λύνεται απόψε στο άπειρο χωρίς να βρίσκει αναπαμό. Τις ζώνες γύρω του έσπασε και ανατινάζεται θερμό το πνεύμα μου σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα. Σαν γαλαξίας απέραντος το σύμπαν σέρνω στο χορό. Ήλιο τον ήλιο γκρέμισα, θόλο το θόλο χάλασα, κι είμαι σαν μιαν απέραντη, πλατιά γαλάζια θάλασσα, που οι στενοί πάνω μου ουρανοί δε μου σκεπάζουν το νερό.
Ν.Βρεττάκος
Γλυκειά μου αγάπη No Pasaran!!!!
Syntagma Square 20110925
Την ομορφιά που κλείνω μέσα μου κανείς ποτέ δε θα τη νιώσει. Κι αν την πληγώσει θά ΄ναι ανίδεος κι ούτε γι΄αυτό θα μετανιώσει
Μαρία Πολυδούρη
«Δεν είμαι διανοούμενος, είμαι μόνο μια ευαισθησία» είχε πει κάποτε ο Σάμιουελ Μπέκετ
Για ν' ακούς μόνο εμένα τρυφερεύουν ώρες ώρες τα λόγια μου και γίνονται σαν τις πατημασιές των γλάρων στην άμμο του γιαλού...
Είναι θύελλες ζαλωμένο το πρωινό μες στο κατακαλόκαιρο. Σαν άσπρα μαντηλάκια αποχαιρετισμών σαλπάρουν τα σύννεφα, και, εκεί, τ' αρπάζει ο άνεμος και τα σηκώνει με τα χέρια του τα ταξιδιάρικα. Αρίφνητη η καρδιά του ανέμου που χτυπάει μες στην ερωτοδέσμια σιωπή μας...
Ω πευκώνα μου, εσύ, απέραντε, φλοίσβε των παρόχθιων κυμάτων, σιγανό πηγαινέλα των φώτων, της εκκλησιάς καμπάνα κατάμονη, στάλα εσπερινή που ραντίζεις τα δικά σου τα μάτια, παναγιά μου, κουκλί μου πεντάμορφο, της στεριάς αχιβάδα, μάσα σου εσένα τραγουδάει το χώμα!..
Από τ' αμπέλια του ήλιου πέφτει μια ρώγα στο σκούρο φουστάνι σου. Της νύχτας οι πελώριες ρίζες θρασεύουν απότομα και βγαίνουν από την ψυχή σου, κι έτσι επιστρέφεις στον έξω κόσμο ότι είχες μέσα σου κρυμμένο, κι έρχονται σμάρια εκεί, σμάρια γαλαζωπά, που εσύ εγέννησες κι εσύ τα τρέφεις...
Στη στερνή αναλαμπή του το φως σε τυλίγει...
Gracias!!
Άρης Αλεξάνδρου
..Κοιμήσου μέρα κόκκινη της άνοιξης αχείλι πόχεις τον ήλιο στην καρδιά τη λευτεριά στα μάτια και σε παινάει το δειλινό και σε ζουλεύει η αυγούλα..
..Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες Για να μην τύχει και προσέξεις Πόσο διστάζω να σε αγγίξω..
Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός, όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο.
..Βάδιζε πάντα σταθερά σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του..
Επιταγές και δέματα Τα κανονίζεις όπως όπως Τριάντα τα εκατό πενήντα τα εκατό Μα ποιος θα πάρει την μισή μου ξενιτειά; Ποιος θα δεχτεί να πάρει Τριάντα τα εκατό απ’ τη μισή μου ξενιτειά
Πλάι στη θάλασσα μαζί σου Είχα μπορέσει να πετάξω Δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού Και μας πιτσίλισαν λιακάδα..
...Όσο υπάρχεις Ταξιδεύω Θα σε βρω Όπου πατάς Πέφτουν πράσινα φύλλα
Ίσως και να’ναι πρόφαση Όπως προφασίζουμε τα φύλλα Κι έχω κατά νου μου το νερό Όπως μιλάω για γεράνια Και βλέπω εκεί που αγγίξανε Τα χείλη σου το φως
Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά Μια υπόγεια σήραγγα Μ΄ένα σουγιά μ΄ένα πιρούνι με τα νύχια Σκάβαμε τις πέτρες Ξέροντας πως θα φτάσουμε το πολύ ως τη θάλασσα..
Μας παίρνουν τον Κωστή για το στρατοδικείο Τα δάχτυλά του Μπερδεύονται και δένονται στους κόμπους.. ..Ήθελε να ζήσει Όσο θέλουμε κι εμείς Κι όμως τον σκοτώσαμε Είχε ένα χαμόγελο Σαν τη στιγμή που στρίβω τη γωνιά Και βλέπω φως Στο παράθυρό σου Κι όμως τον σκοτώσανε Μπόρεσε και δέχτηκε πως θα τον ξεχάσουμε Όπως ξεχνάς μια πέτρα που κρατάει το σπίτι σου Κι όμως τον σκοτώσανε..
Σύντροφε κοιμάσαι; Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού Που να βουλιάζουνε οι λέξεις στο χαρτί Σαν τη σιωπή μου Στις κόρες των ματιών της; Ο Πέτρος που κοιμάται στο τσιμέντο Δίχως φόδρα στο σακάκι Κάθε πρωί μου έκανε τράκα μια καλημέρα στα κλεφτά Γιατί τον είχαν για προδότη..
«Για την ομάδα ήμουν ύποπτος πάντα σαν την αλήθεια»
Ο ποιητής ολάκερος μπαίνει στα προβλήματα, ο ποιηματογράφος περνά πλάι απ’ τα προβλήματα. Γι’ αυτό διατυπώθηκε μια μέρα ο καημός: «Έχετε την ιδέα πως κάνετε ποίηση, όταν το αίμα σας είναι καλά σιγουρεμένο στις φλέβες;»..
Ο ποιηματογράφος ενδιαφέρεται για τη διάρκεια στη χρονική προέκταση. Ο ποιητής είναι διαρκής χωρίς την παραμικρή χρονική προέκταση. Ο ένας βλέπει τον ήλιο και νιώθει τη ζέστη. Ο άλλος βλέπει τον ήλιο και νιώθει το φως.
Ο ποιητής έχει στα μάτια του το αρχέτυπο και ξέρει πως η φύση δεν οργίζεται πραγματικά ούτε με την όποια καταιγίδα. Ο ποιηματογράφος έχει στα μάτια του το εγώ του και παίρνει στα σοβαρά τα δάκρυα του. Φυσικό να φοβάται, λοιπόν, το βρυχηθμό των ερωτημάτων, την ίδια στιγμή που ο ποιητής ποιμαίνει τα ερωτήματα, με την απόκριση που είναι ο ίδιος.
Ο ποιητής είναι σαλός. Ο ποιηματογράφος είναι σάλος. Ο πρώτος είναι θέαμα της θεότητας. Ο δεύτερος είναι θεατής της θεότητας.
Είπε κάποτε το αηδόνι: «Θα γίνω πίθηκος». Κ’ έγινε. Είπε κάποτε ο πίθηκος: «Θα γίνω αηδόνι». Και δεν έγινε, γιατί το κλαδί έσπασε απ’ τα πολλά του χοροπηδήματα.
Κατακίτρινος άγγελος, εκτυφλωτικά πορτοκάλια, χρησιμότητα των κορυφογραμμών – η ποίηση. Και ύψιστο σκουλήκι – ο ποιητής.
Κράτα το άλογο, μου είπε και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη έσκυψε στο νερό να πιει και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι. Κοίταζε τα κουρέλια μου τα πόδια μου μες στις λινάτσες τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου και πώς του χαμογέλαγα κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.
Λοιπόν, ιδού ο Άγγελος, το πηγάδι και η βάρκα. Ο ποιητής και, φυσικά, το φεγγάρι. Το όνειρο και ο έρωτας. Όλοι χωράμε οι ζωντανοί κι οι νεκροί σ' ένα ποίημα
Ο Γιώργης Παυλόπουλος είναι ένας ποιητής υποδειγματικής λιτότητας… Τα αντικλείδια μας προσφέρουν ματιές μέσα σε κείνο το φευγαλέο εσωτερικό άδυτο της ποίησης που σε μια στιγμή είναι ερμητικά κλειστό και σε μιαν άλλη, σαν από θαύμα, διάπλατα ανοιχτό.
Γιώργος Δανιήλ Πανεπιστήμιο του Τορόντο WORLD LITERATURE TODAY, 64,1 (1990), 170-1
… Ο Παυλόπουλος πέρασε τα παιδικά του χρόνια στον Πύργο, κοντά στην Ολυμπία, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, και μετά από λίγα χρόνια στην Αθήνα, έχει τώρα επιστρέψει στη Επαρχιακή του Πατρίδα. Η εκφραστική έκταση και δύναμη της ποίησής του κάθε άλλο παρά Επαρχιακή είναι. Το κέντρο του "Κατωγιού" είναι μια τρομακτική νεανική εμπειρία πολέμου, εμπειρία που έχει απορροφηθεί από την ευρυνόμενη φαντασία του οριμάζοντος ποιητή.
Alan Υoung Κριτικός λογοτεχνίας Εφημ. TIMES (Λονδίνου), TLS, 18-8-1978
…Ο Παυλόπουλος γράφει από το υφάδι της ζωής του, είναι Έλληνας όπως ο Προύστ είναι Γάλλος. Σιγά-σιγά τ' όνομά του ακούστηκε στην Ελλάδα ακόμη και στις θλιβερές ημέρες της δικτατορίας. Δεν είναι όμως φημισμένος ποιητής, είναι απλώς πολύ καλός ποιητής. Τα ποιήματα αυτά έχουν εκείνη τη ποιότητα και τη γερή φτιαξιά που βρίσκονται στα θεμέλια της μεγαλοσύνης. Έχουν μια προσωπική αυθεντία. Περνούν την κρίσιμη δοκιμασία - αν δεν είχαν γραφτεί ο κόσμος και η Ελληνική γλώσσα θα φαίνονταν αλλιώτικα. Είναι δύσκολο να διδαχθείς απ' ένα μεγάλο ποιητή πώς να γράφεις και μολονότι ο Γιώργος Σεφέρης στάθηκε κατά κάποιο τρόπο ο δάσκαλος αυτών των ποιημάτων δεν βλέπω τη συντριπτική επίδρασή του είτε στη μορφή τους είτε στον εσωτερικό ρυθμό της γλώσσας τους που χαρίζει την πλαστικότητα στις μορφές. Εδώ κι εκεί στον Γιώργη Παυλόπουλο υπάρχουν κάποια σπιθίσματα υπερρεαλισμού αλλά τούτο είναι μόνο μια μαρμαρυγή στην επιδερμίδα των ποιημάτων του. Ο Παυλόπουλος είναι απόλυτα προσωπικός πιο προσωπικός ίσως από τους περισσότερους ποιητές και τούτο είναι αρκετός λόγος για να τον μεταφράσει κανείς…
Πήτερ Λήβι Μεταφραστής Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 5-5-1977
Μ' ενδιαφέρει η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου γιατί είναι αποτελεσματική χωρίς ψιμύθια. Λέγοντας "ψιμύθια", εννοώ: χωρίς γλωσσικούς κορδακισμούς, που συνήθως είναι επιφανειακά σχήματα χωρίς ν' αγγίζουν τίποτε στο βάθος - και η ποίηση είναι, αν μπορώ να πω, έκφραση βάθους. Σε τι προχωρεί, μ' αυτόν, η ποίηση; Δεν ξέρω, άλλοι θα το πουν. αλλά στα χρόνια που ζούμε, το να κρατά κανείς την τέχνη σε μια ορισμένη στάθμη, είναι πρόοδος.
Γιώργος Σεφέρης Ποιητής Από το βιβλίο του Γ.Π. Σαββίδη: "Πάνω νερά" (Αθήνα, Ερμής 1973)
Οσο θα κοιτάζεις τον άλλο στα μάτια και κάτι θα συμβαίνει μέσα σου... Γιώργος Δουατζής
Θυμάμαι τώρα καθαρά, που είπες, πως αν η αλήθεια είναι άσπρο ή μαύρο δε θέλω να τη μάθω ποτέ.
Σταύρο των πολύτιμων στιγμών της ευαισθησίας, της ανημποριάς και της υπέρτατης δύναμης. Χαίρε τα ερέβη.
Πολύτιμε, ησυχία. Τώρα η νύχτα είναι βαθειά.
Ομως... Για να υψώνεις το χέρι, γροθιά ή παλάμη ανοιχτή πάνω από τους ανθρώπους και τα ερείπια, θα πει ότι είδες ορίζοντες και το σύμπαν δεν άδειασε - γιατί χωρίς φως πώς θα φανούν γραμμές των οριζόντων - κι έπειτα, μαζί με το χέρι απλωμένο ή γροθιά, υψώνεσαι και συ αδερφέ μου. Τι κι αν κάτω είναι ερείπια ή ναοί. Υψώνεσαι κι αυτό μετράει σ αυτή την καταραμένη συνομοταξία μας. Κι αν όχι, πώς και γιατί αιωρούμαστε;
Γιώργος Δουατζής
Οταν άρχισα που λές Σταύρο τα τραγούδια μου παιδί, ήξερα ότι δεν θα σταματούσα. Μόνο κάτι ανάπαυλες μεγάλες, με ενοχές για τον αποχωρισμό από τα χαρτιά μου και πάλι από την αρχή τραγούδι. Ξέρεις εσύ γιατί ομότεχνε. Το τραγούδι ήταν και είναι τόσο ζωογόνο, σαν νερό, σαν οξυγόνο, σαν αίμα, σαν φωτιά, σαν γή. Ως έρωτας. Μεγάλος κι ασίγαστος.. Γιώργος Δουατζής
Ελπίδα
Σαν την ποίηση, τον ποιητή, εσένα, το τραγούδι, τον μαύρο ουρανό, τον ήλιο, τη θάλασσα, τα κυκλαδίτικα βράχια, τον άνεμο, τον ήχο, το σούρουπο, τα χρώματα της οικουμένης, τη μεταρσίωση εκείνου, του μόνου και μοναδικού.. Γιώργος Δουατζής
Τάσος Λειβαδίτης
Και να που φτάσαμε εδώ Χωρίς αποσκευές Μα μ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Βέβαια αγάπησε τα ιδανικά της ανθρωπότητας, αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα
Σκληρός, άκαρδος κόσμος, που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα πάνω απ το δέντρο που βρέχεται.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία για να μένουν νεκροί για πάντα
Αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί για όλη την ανθρωπότητα
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Καθώς μένω στο δωμάτιο μου, μου ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες. Φοράω το σακάκι του πατέρα κι έτσι είμαστε δυο, κι αν κάποτε μ άκουσαν να γαβγίζω ήταν για να δώσω έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη μ ένα άστρο ή μ ένα γιασεμί σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει παίρνει το μέρος των φτωχών.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη!
Δος μου το χέρι σου.. Δος μου το χέρι σου..
Την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα
«Να με θυμόσαστε - είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. Την ομορφιά
ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ' ένα κρινάκι του αγρού
τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε»
Ricardo Eliécer Neftalí Reyes Basoalto
Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ο,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι' αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ' αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές "Ποιητικές Πραμάτειες" που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης.
Pablo Neruda
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ
Ανάσκαψα όλη τη γη να σε βρω. Κοσκίνισα μες την καρδιά μου την έρημο· ήξερα πως δίχως τον άνθρωπο δεν είναι πλήρες του ήλιου το φως. Ενώ, τώρα, κοιτάζοντας μές από τόση διαύγεια τον κόσμο, μες από σένα - πλησιάζουν τα πράγματα, γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα - τώρα μπορώ ν' αρθρώσω την τάξη του σ' ένα μου ποίημα. Παίρνοντας μια σελίδα θα βάλω σ' ευθείες το φως.
Luis García Montero
Resumen
No existe libertad que no conozca, ni humillación o miedo a los que no me haya doblegado. por eso sé de amor, por eso no medito el cuerpo que te doy, por eso cuido tanto las cosas que te digo.
Σύνοψη
Δεν υπάρχει ελευθερία που να μη γνωρίζω, ούτε ταπείνωση ή φόβος που να μη μ' έχουν υποτάξει. Γι΄αυτό και ξέρω από αγάπη, γι' αυτό δεν συλλογίζομαι το σώμα που σου δίνω, γι' αυτό προσέχω τόσο τα λόγια που σου λέω.
La Poesia es un arma cargada de Futuro Gabriel Celaya
«Πρώτα απ’ όλα λοιπόν Ηρόδοτε, πρέπει να ορίσουμε με ακρίβεια τα νοήματα που αντιστοιχούν στις λέξεις, για να μπορούμε να κρίνουμε τις θέσεις ή τα ζητούμενα ή τις απορίες κάνοντας αναγωγή σ’ αυτά και να μην άκριτα αποδεικνύουμε τα πάντα στο άπειρο, ή να χρησιμοποιούμε κενές λέξεις. Γιατί είναι ανάγκη το πρωταρχικό νόημα κάθε λέξης να είναι φανερό και να μη χρειαζόμαστε να το αποδείξουμε».
ΠΡΩΤΟΝ ΜΕΝ ΟΥΝ ΤΑ ΥΠΟΤΕΤΑΓΜΕΝΑ ΤΟΙΣ ΦΘΟΓΓΟΙΣ, Ω ΗΡΟΔΟΤΕ, ΔΕΙ ΕΙΛΗΦΕΝΑΙ, ΟΠΩΣ ΑΝ ΤΑ ΔΟΞΑΖΟΜΕΝΑ Η ΖΗΤΟΥΜΕΝΑ Η ΑΠΟΡΟΥΜΕΝΑ ΕΧΩΜΕΝ ΕΙΣ ΤΑΥΤΑ ΑΝΑΓΑΓΟΝΤΕΣ ΕΠΙΚΡΙΝΕΙΝ, ΚΑΙ ΜΗ ΑΚΡΙΤΑ ΠΑΝΤΑ ΗΜΙΝ <η> ΕΙΣ ΑΠΕΙΡΟΝ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΣΙΝ Η ΚΕΝΟΥΣ ΦΘΟΓΓΟΥΣ ΕΧΩΜΕΝ, ΑΝΑΓΚΗ ΓΑΡ ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΕΝΝΟΗΜΑ ΚΑΘ’ ΕΚΑΣΤΟΝ ΦΘΟΓΓΟΝ ΒΛΕΠΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΜΗΘΕΝ ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΣ ΠΡΟΣΔΕΙΣΘΑΙ. (Επίκουρος, επιστολή προς Ηρόδοτο). η>
Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ' όνομά της είναι ένα θαυμαστικό! Καρυωτάκης
«Αν θες να κάνεις τους ανθρώπους να κατασκευάσουν καράβια, μη κάνεις φασαρία προσπαθώντας να τους συγκεντρώσεις, να τους αναθέσεις εργασίες και να τους βάλεις να κόβουν ξύλα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να τους κάνεις να ποθήσουν το μεγαλείο και την απεραντοσύνη της θάλασσας»Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ
Αρθούρος Ρεμπώ
«Ο ποιητής κάνει τον εαυτό του οραματιστή μέσα από μια μακριά , απεριόριστη και συστηματική αποδιοργάνωση όλων των αισθήσεων . Όλες οι μορφές έρωτα , πόνου , τρέλας . Διερευνά τον εαυτό του , εξαντλεί μέσα του όλα τα δηλητήρια και διατηρεί την πεμπτουσία τους . Δοκιμασία ακατανόμαστη , όπου θα χρειαστεί τη μεγαλύτερη πίστη , την υπεράνθρωπη δύναμη , όπου θα γίνει αυτός μέσα απ’όλους , ο μέγας σακάτης , ο μέγας αφορισμένος και ο υπέρτατος επιστήμων . Γιατί φτάνει το ΑΓΝΩΣΤΟ ! ‘Ετσι λοιπόν , τι κι αν καταστραφεί στην εκστατική πτήση του μέσα από πράγματα πρωτάκουστα , ακατανόμαστα ;»
Τα λουλούδια προσφορά των φίλων Forest και Kim από τη Χαβάη
Γεννήθηκα τότε που "Στήνει ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη". Ο πατέρας μου, με έδειξε στην Ανατολή, μου 'ριξε τον Ήλιο στα μαλλιά μου και με πέταξε στο Μαΐστρο... "Και πολλά τα λιόδεντρα που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως κι ελαφρό ν' απλώνεται στον ύπνο σου"...