Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Είστε αριστερός...Είμαι αναρχοκομουνιστής. Άλλωστε, η αταξική κοινωνία στην οποία πιστεύω είναι ά-κρατική κοινωνία Νίκος Καρούζος











Υπάρχει μια κινέζικη παροιμία που λέει: «Το πνεύμα κάνει περισσότερο δρόμο από την καρδιά, πηγαίνει όμως λιγότερο μακριά». Είναι η περίπτωση του Αλέκου Φασιανού. Ο Αλέκος Φασιανός έχει περάσει σε μια φάση εικαστικού μύθου. Αυθεντικός καλλιτέχνης. Φορέας φωτιάς. Η ζωγραφική του είναι απλή: «Να τρως άμα πεινάς και να πίνεις νερό άμα διψάς».

Η Τέχνη, όπως έλεγε ο Νίκος Καρούζος, είναι ένας ελιγμός της ευτυχίας ώστε να υπάρχουν αναπαυτικά δυστυχισμένοι...
Ο Φασιανός θεωρεί δασκάλους του τον Θεόφιλο, τον Τσαρούχη, τον Μόραλη, τον Ελύτη, τον Σαχτούρη, τον Εμπειρίκο και τον Νίκο Καρούζο. Από τους ξένους τον Πιέρο ντε λα Φρανσέσκα, τον Σεζάν και τον Πικάσο.

Ο Αραγκόν για δύο Έλληνες έγραψε με τόση θέρμη. Για τον Γιάννη Ρίτσο και για τον Αλέκο Φασιανό.

«Ω Φασιανέ! Θυμάμαι τις πρώτες μέρες, την πρώτη έκπληξη ενός καινούριου τρόπου ν΄ αγαπάς».

Και παρακάτω:

«Ω, εσείς! Ξαναπείτε μου το όνομα του ζωγράφου αυτού, που τόσο μου αρέσει να “διαβάζω” στους τοίχους ενός καινούργιου ονείρου».





Α, όταν χτυπούσα στις πέτρες τα καινούργια μου
παπούτσια για να φαίνονται παλιά…
Δεν ήθελα να διαφέρω απ’ τα πολύ φτωχαδάκια συμμαθητούδια.
Και με πάθος τσαλάκωνα τα καινούργια μου ρούχα.
Έκτοτε στην παιδική μου όραση έλαμπε υπεράνω
η κομμουνιστική μου συνείδηση.




Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Φύλλα δροσερά των ήχων απ’ το ουράνιο δέντρο
με χυμούς καθώς χάνονται σε παντρειές τραγουδιών
όπου η σιγή δεν έχει ακόνι και στέκει μονάχος
ο λυτρωτής τ’ αστέρια σα μεγάλα νομίσματα κόβοντας
να φέρετε, να φέρετε τον τρόμο στην καρδιά μου.
Φύλλα χαμηλόπνοα των ονείρων ένας αέρας
δυνατός μπορεί ν’ αλλάξει τη φωνή σας
για να λάμψουν οι ρομφαίες από χρώματα
στη χαραυγή του στήθους όταν είμαι πάλι και σας κράζω
να φέρετε, να φέρετε τον τρόμο στην καρδιά μου.
Φύλλα γεμάτα θάνατο φύλλα στον ήλιο μαύρης Ανοίξεως
τι σχολείο που είναι η θλίψη
και τα πουλιά πέρα στην άσπιλη λαλιά βαθαίνουν ετοιμασίες
θάμβος μια χλόη μικρή και την παράκληση
να φέρετε, να φέρετε τον τρόμο στην καρδιά μου.


ΡΟΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗΣ
ΑΛΚΥΟΝΗ

Δυνατή ώς τη θάλασσα με χίμαιρες θερμές του αέρα
ήτανε σα νερά στο πρόσωπο τα μαλλιά της
εγώ την έβλεπα ονειρεμένη στους αγρούς
με του φυτού τ’ ανάστημα ο μόνος.
Αλκυόνη φέγγεις τα όνειρα και χύνονται κρουστοί καρποί στο σπίτι
μιαν ώραν οπού χαράκωνες το λάμπρος μέσ’ στις σιωπές
η νοσταλγία σ’ άγγιξε βραδάκι.
Άκου, κράζει ο κόρακας ερημικά πετώντας
πηγαίνει με τον άνεμο φτεροσταματημένος: Ο καιρός θ’ αλλάξει.
Μα εσύ πέρα στην καλοσύνη αλιεύεις τ’ άστρα
κι αστράφτει το χρυσάφι έξω από κινδύνους.
Αλκυόνη έν’ άγγελμα σιμώνει μέσ’ στην ταραχή του άνθους
εγώ ο δακρύπλουτος
πίνω καφέ σύντροφο στο μυθικό γαλάζιο
σύγκορμα δευτερόλεπτα περνούν απ’ τη γεύση μου.
Φως υπεράνω έρχεται και χύνει την αγάπη
καθώς ο δρόμος είναι γυριστός – της μοναξιάς τυλιγάδι.
Κατόπιν από μια ωραία γυναίκα τι να υπάρχει; Μονάχα ο τάφος.
Κι ο έρωτας ενώνει τα κορμιά
με την υγρή του σύνδεση για πάντα
σε μια στιγμή
που ο φθόνος του καιρού την ξαναπαίρνει.
Έφυγαν οι μέρες έχω την ωραία μνήμη.


ΒΡΑΔΥ

Μια γυναίκα κλαίει στον ίσκιο της φωνής –
ω γοερά γόνατα – και φεύγει
το κακό σαν άχρηστο ζώο.
Έβλεπα τα στήθη της
κ’ ήτανε βράδυ πολύφυλλο και φωτισμένο.
Σα μίσχος άνθους ο χρόνος
αθώα υψούμενος.


ΕΡΗΜΟΣ ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Διαβαίνω αγιάτρευτος μέσ’ στ’ όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.
Κ’ η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υάκινθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι τ’ αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις
πηγές.


ΦΩΝΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Δόξα στην ερημιά που λάμπει στο στήθος μου
βαθύτερος ο λυτρωτής κ’ η ομορφιά στις ουράνιες εντάσεις
εκείνος έζησε ψηλά
εκείνος πάλι αστράφτει μέσ’ στις νύχτες
οπού ξεχνά τους γενετήσιους κρωγμούς
ανεβασμένος ώς την άκρατη σιγή και μονομάχος.
Τα χόρτα και τα έντομα ποτέ δε με παιδέψαν
η ώρα πάντα μ’ αγαπούσε μέσα στην ανατολή
γύρεψα τα πουλιά και μου αποκρίθηκαν.
Υπήκοος του ανέμου
έρχομαι να φωνάξω δυνατά με τη φωνή σαν όπλο
είναι μικρός ο ήλιος της γυναίκας.


Ο ΤΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΑΙΜΑ

Ποτάμια δάση και νερά που με καλούν
αιώνες λουλουδιών εκείθεν…
Ω σώμα, τη μνήμη δεν κρατώ
μάχομαι στην ανάμνησή μου.
Ο κόσμος οπού θα λησμονηθώ κορυδαλλός είναι μονάχα
και το κελάηδημα είμ’ εγώ
και το φτερούγισμα δεν επιμένει
μα τα πουλιά βαραίνουν απ’ άλλη καταγωγή
φεύγοντας τη δική σου τύχη, σώμα.
Ποτάμι αχθοφόρε της πηγής
όταν ο μελαχρινός αέρας τραγουδήσει
της νύχτας ο μικρός αυθέντης
κινώντας φύλλα και πουλιά στη σιωπή
δεν είμαι μόνος.
Κι όταν μια έρημη μάντρα κοιμήσει τα ερπετά
κι όταν αγγίζω το στήθος της ωραίας κόρης
ο δρόμος δένει πάλι τ’ όνειρό μου.


Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ

Θάλασσα πίνεις τα ποτάμια πίνεις όλα τα νερά
μέσ’ στον καιρό της υπάρξεως ανάστροφα νέμεσαι την ομορφιά
πέρα στη δύναμη που κλείνει ο ουράνιος αέρας
όπως εδώ στην άνομη πόλη
ο Εθνικός Κήπος καθαρίζει την ψυχή με ήλιο και με δέντρα.
Ένα μεγάλο φύλλωμα σκέπει την καρδιά μου
κλειδώνει τα πουλιά
σχίζοντας απ’ τις ευωδιές χιλιάδες αναστάσιμα
κ’ η γυναίκα βαθύ βασίλειο σκλαβώνει το δέρμα μου.
Όποιος έριξε τ’ αστέρια στην αγριότητα
νιώθει τον πλούτο του άνθους
οι θεοί κατεβαίνουν απ’ τους μίσχους ώς τη μοναξιά
και τους χυμούς ανεβάζουν με γαλάζια όργανα
γενετήσια.
Ω σιωπή βγαλμένη στα παράθυρα του αιθέρα
σα να δείχνεις
τις κυματιστές ρίζες του κήπου,
άλλη ματιά δεν εχάρισε το αόρατο μέσ’ στο αίμα πρόβατο
που σκύβει στο χορτάρι σου ψηλά, μονάχα των αγγέλων.
Κρήνη θανάτου ανθίζει με χρυσάφι
κ’ η όμορφη φτέρη ψιθυρίζει νέους ύμνους
φανερώνοντας τη σοφία της αναπνοής
ολόκληρο το θάμβος ωσά σώμα.


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΠΟ

Νύχτα βεγγαλική φαιδρύνει τους θορύβους της Αθήνας
όπου σπιθίζουν ίμεροι
κι αεράκι σαλεύει τις φυλλωσιές απ’ τα όνειρα.
Χτες το φεγγάρι να ’βλεπες – χάνεται μα η κίνηση τ’ ανασταίνει
τυλιγμένο σε σύννεφα όμοια με καπνούς
γκρίζους και μαύρους...
Πού είναι μέσ’ στη μνήμη το άκαρι
θαλάσσια η ταπεινή αθερίνα
μέρες του χαρταετού νερά της Κυριακής ερωτευμένα
και μια κραυγή απ’ τα βάθη: Αχ να λησμονηθώ με τη μητέρα!
Δεν ανεμίζει τώρα ένας παιδικός Επιτάφιος
όταν ακολουθούσαμε σα να ’μασταν όλοι
σταματημένοι σε κάποιο σημείο του αέρα
κι ανάμεσα στα σιδερόφραχτα ένστικτα
πέρα στο δρόμο βάθαινε η κηδεία του Χριστού
σα λείψανο ένας γέρος ανοίγοντας κάποια ξύλινη πόρτα
βγήκε να χύσει λίγη κολόνια στο χρυσοκέντητο πανί
λευκά λουλούδια πάμφωτα και οι ψαλμωδίες
ελαφρός ουρανός αθώα κορίτσια...
Ω χώμα πότε άρχισες αν ρωτήσω
πάντα ατελείωτη και πάντα φτάνει
στους θάμνους η ωραιότητα.
Με τα τριζόνια λούζομαι
καθώς υγραίνει ο έρωτας το χρόνο
τη νύχτα που παντρεύονται οι γάτες στ’ αγιοκλήματα
τη μέρα σαν κοιμούνται στους κήπους οι φωτογράφοι με άσπρα
και μένει ο βραδινός Άγιος
στην υπαίθρια εκκλησιά με τ’ άφωνα καντήλια
μέσ’ στο μακρύ και σκούρο ρούχο του
ο Άγιος Δημήτριος ίδιος με κορασίδα.
Είν’ ο τόπος ουράνιος.


ΗΧΗΡΟ

Σύρματα τιμημένα της ζωής μου
οπού με ζώνετε τόσα χρόνια
σκλάβος ανέβηκα ώς τ’ αστέρια
τη ζωωδία των ανθρώπων έχοντας ακυρώσει
μέσ’ στην ορμή για ποίηση
μέσ’ στην ορμή για έρωτα
σύρματα της ζωής μου


ΣΥΝΤΟΜΟΝ

Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες
είμαι των άστρων ο σκύλος
με τα μάτια κοιτάζω ψηλά
με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη.


ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΕΙΝ’ Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

Ο άνεμος του σώματος απάνω στα μικρά σου δάση
κινεί τις μυρουδιές τ’ αρώματα τη θλίψη
που σε κρατά μοναχική χωρίς ελπίδα.
Κι αν γείρεις τα νερένια της χαράς αθώα μαλλιά στην κρήνη
θ’ αναστενάξουν άγγελοι μέσα στο θρόισμά τους.


ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ

Θυμάμαι στον πράο Αργολικό με μακρινές βαρκούλες
τον ξανθό καταρράκτη σου Μαρία δίχως ύλη
και τα μάτια σου να πλημμυρίζουν από κίτρο
σαν έδειχνες τον ήλιο τραγουδώντας τις νεροκορδέλες.


ΣΙΓΗ

Μέτρησα κελαηδήματα πουλιών
απ’ το μεσημέρι φεύγοντας προς τη φύση εαρινός
μεγάλος ο δρόμος που οδηγεί στις αθωότητες.
Ήτανε σα βρυσούλες τα κελαηδήματα
κάθε πουλάκι μια φωνή κάθε φωνή ένα θαύμα.


ΤΟΣΟΝ ΑΘΩΑ ΔΥΝΑΜΗ

Δέντρο σε κίτρινες χαρές
κ’ η θερινή αναρρίχηση φυτού με μοβ ανθάκια
πάνω στα ωραία κλαδιά.
Η φύση επιβάλλει τα χρώματα χωρίς αντίρρηση.


ΑΣΜΑ

Έρωτας η πηγή των ελλήνων
εορτάζει μ’ αετώματα με κίονες από φως
με καμπάνες φτάνει ώς τα ύψη
γέρος που δείχνει το ευλογημένο λάδι
έφηβος υμνώντας το κρασί
εαρινός αμνός και θείος τράγος.


ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΕΙΝ’ Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

Ο άνεμος του σώματος απάνω στα μικρά σου δάση
κινεί τις μυρουδιές τ’ αρώματα τη θλίψη
που σε κρατά μοναχική χωρίς ελπίδα.
Κι αν γείρεις τα νερένια της χαράς αθώα μαλλιά στην κρήνη
θ’ αναστενάξουν άγγελοι μέσα στο θρόισμά τους.


ΩΡΑΙΑ ΛΥΓΙΣΕ ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ

Οργή θα λέω τ’ όνειρο την Άνοιξη μακρά θυσία
στον όρθρο που οι θάλασσες ανοίγουν τα οθόνια τ’ ουρανού.
Εκεί ο πόνος έδυσε παίρνοντας απ’ τα σήμαντρα τους στεναγμούς
εκεί στάθηκε η γυναίκα με τα μαλλιά της ορφανά προς τους αγγέλους
όπου εγώ μονάχος ψάλλω στη φωτιά
ωραία λύγισε το χελιδόνι.
Κι όταν θα τρέχει τ’ άγριο σύννεφο
πέρ’ απ’ τις κυματιστές μητέρες των άστρων
ένα τραγούδι θα υψώνω μέσ’ στην ερημιά
θ’ ακούω τα χρώματα
ένα τραγούδι μέσ’ στη σκοτεινιά
θα υψώνονται οι τόποι
με τ’ άνθη κι όλους τους γήινους έρωτες
ωραία λύγισε το χελιδόνι.


ΈΝΑ ΕΡΗΜΟ ΑΝΘΟΣ

Βαθύτερο απ’ την αγάπη και την ταραχή
που φέρνει μέσ’ στο στήθος η επιθυμία
ζει στο θαλάσσιο βράχο έν’ άνθος ολομόναχο.
Ποια φωνή το κυρίεψε και μοιάζει σα να δείχνει
την άγνωστη γαλήνη με μικρά χρώματα…
Είναι βγαλμένο στους κινδύνους της χαράς
αμέριμνο σαν ιδέα.


ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ

Φασματική Αθήνα σε χειμέριον όρθρο
ποιος θα ζυγίσει το δικό μας πόνο
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές
όταν μας έκλεινε η σιωπή σαν παλαιά παράθυρα
δίχως τα δέντρα
δίχως της γυναίκας το φιλί
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές…
Να περιμένεις την πνοή π’ ανοίγει τις οράσεις
ο ποιητής ανθίζει
δεν τρέχει πίσω απ’ τις λέξεις
έχει σαν το λουλούδι μια μοίρα
είν’ ο αθέλητος
έρχετ’ η βροχή νοτίζει το χώμα ο ήλιος
θά ’ρθει κ’ η νύχτα θά ’ρθει κ’ η μέρα
και πάντα το φως.


ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Σαν την πηγή που ακούεται μακριά
στους δροσερούς καρπούς και στις σκιές των εντόμων
έρποντας ο λαμπρός αστρίτης
όπου σε μάζες όνειρου φλέγεται ο τραγοπόδης
η χαρά των ήχων έρχεται ώς το αίμα
ώς την αγαλματώδη σιωπή του νου


ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ΜΠΑΧ ΑΝΩΦΕΡΕΙΑ

Άνοιξη φθινόπωρο καλοκαίρι χειμώνας
ο Μπαχ ανεβαίνει πάντα στους αιθέρες
γελαστός άγγελος του δρυμού
μεγάλος ιδιοκτήτης
ο Μπαχ ανεβαίνει την ουράνια σκάλα
ιερέας των ήχων απ’ τη βροχή νεότερος
αγιόκλημα φυτρωμένο στ’ όργανο της εκκλησίας
η θαλπωρή μεσ’ στην ανάγκη του θεού μεγάλη.
Παντρεύει τις φωνές με την καθαρότητα
πέρ’ από κάθε εποχή πετά νομίσματα χρυσά στους λυπημένους
δείχνοντας την ειρήνη ψηλά στα γαλανά τ’ αμπέλια
ψηλά στον ηδυόνειρο χρόνο της λησμονιάς.
Άγγελος της πηγής μοιράζει το νερό σε τόσους διψασμένους
κόβει με γαλανή ρομφαία τον καιρό
κι ανοίγει τ’ άσπιλα φτερά ώς την έλπιση.
Βλέπω τους ήλιους είναι σταλαγμένοι σ’ ένα βόρειο κορμί
τη θλίψη κομίζοντας των άστρων.
Ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι
διαβάτες που θέρισαν ένα-ένα
τα χαμηλά έργα τ’ ανθρώπινα στην καθημερινή ζωωδία
και στάθηκαν
ακούγοντας τους ουράνιους ήχους –
ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι.
Ένα ψηλό χαρούμενο στάχυ βλέπω μέσ’ στην ουράνια την Αττική
μετρώντας ήσυχα το θάνατο
μικρές ζωές τους κυματισμούς ανθρώπινους
ένα ψηλό χαρούμενο σταφύλι
μεθώντας την καρδιά μου σ’ άγνωστην αλήθεια
στις ερημιές της αγάπης όταν περπατώ μ’ ένα κλωνάρι τόσον ανθισμένο
πέρα που ο άνεμος έχει σταματήσει
εκεί που τ’ όνειρο δε βρίσκει τους λειμώνες του ύπνου
κ’ η κορασιά κοιμάται μόνη.
Ένα ψηλό χαρούμενο δέντρο δίχως όνομα
ρίχνει τις μεγάλες σκιές ένα δέντρο
πώς καθρεφτίζεται στη στέρνα της γαλήνης!
Κι ο ήλιος με φύλλα και αθώα έντομα
τον ηχηρό Παράδεισο στ’ αμίλητα νερά μοιράζει.
Κρασί των αιθερίων
χύθηκε μέσ’ στους μίσχους ενθέων ψυχών
έρωτας ο γλυκύτερος του πόνου κάτοικος
ειρήνη και ο θάνατος όμαιμος ώς τα πλάτη.
Χαίρε ο χλοερός ήλιος του χειμώνα
χαίρε ο ακατάλυτος κι όταν φύγω απ’ το σώμα
συ θα τραγουδάς υιός εύοσμος
Ιωάννης.
Ήχοι την αρμονία χύνετε στους κύλικες της ακοής
και πορφυρίζονται τα όνειρα με το αίμα.
Σύγκορμος ο θνητός ανέφελα τα στήθη
κ’ η ορμή του σώματος πέρ’ απ’ το σώμα.
Στο φαράγγι του τρόμου στη χαρά των λουλουδιών
ας ονομάσουμε την αγάπη αντήχηση του Πατέρα
μόνος ο θάνατος αλλάζει τη φωνή μας.
Ένας βαθύς άγνωστος εορτάζει στα νεύρα
ηχώ της βροχής
όταν ο αέρας μυρίζει καρπούς και χώμα.


ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΟΥ ΜΑΛΕΡ

Έχει πένθος η ψυχή καθώς ακούει τους αυλούς μελανοστάλακτους
ώρες με λυπηρά δευτερόλεπτα λένε τη βροχή
στα ζούδια
και στην ουράνια κλεισμένη θύρα
σάλπιγγες του κλαυθμού σάλπιγγες δίχως άστρα
τυφλά πουλιά και πάνε στην αθώωση
ο ύπνος του δράκου π’ αφήνει στα παιδιά
την ανάσα και θυμούνται ήσυχα πως ο τρόμος
απλώνει το νυχτερινό δίχτυ στο δάσος
όταν οι φαιόχροες άνεμοι πνέουν αργά
την αχώριστη τύχη κινώντας απάνω στα δέντρα
φύλλα τραγούδια κι αμίλητοι χυμοί
που γεννούν ένα υγρό θαύμα στην πέτρα των ήχων
ένα φεγγάρι πληγωμένο στα μάτια
και χύνεται ώς τη χαραυγή σ’ όλο το δάσος αίμα
σκοτεινό βασίλειο της πρωίας
οι γυναίκες είν’ ακόμη μεθυσμένες από βόρεια παραμύθια
οι γυναίκες είναι σα μαινάδες σκοτωμένες κάτω από μεγάλα δέντρα
μαζί με σαύρες οπού ξεκουράζονται στις αστραπές
και λάμπουν όλα για λίγο.
Πάλι να γίνουμε φίλοι, λέει ο θεός,
για να χαρίσουμε την αύρα στα στήθη
όπως ο θρήνος βγαίνει απ’ το χρόνο σε μια συννεφένια γαλήνη
πάει στους ακέραιους νεκρούς
εδώ που η νύχτα λιώνει τόσα όνειρα στενάζοντας
και δίνει όλη την αγάπη στο νερό
με θανάτους κι αθόρυβα τύμπανα
μακριά πολύ μακριά και μακρύτερα
δόντια θηρίων που βλέπει συχνά στο χώμα του δάσους
ο άνθρωπος από μεγάλη ερημιά περπατώντας.
Άσπρος χειμώνας κι ο ακούσιος αετός πέφτει χάμω
πέρα είν’ η χαραυγή των πνευστών ονείρων
ένας ατέρμων ιαματικός ιερέας κρέμεται ψηλά
τι άσπρος χειμώνας έχω ανάγκη χοντρά ρούχα
διψώ
την ακέραστη ματιά της γυναίκας
που τραγουδά τώρα μονάχη
κυνηγημένη από κοπάδι αγριμιών
εδώ στις μαυροκίτρινες πεταλούδες.
Άλλη μια χαρά και πάλι το αίμα να χύνεται
δεν έχω στήθη, δεν έχω στήθη
λέει βαθιά στον άνεμο η Ανδρομέδα
είμαι γκρεμός από φως και φοβερίζω τα δέντρα νυχταγκαλιασμένα
τρέχουν ολοένα τα ελάφια
κι ακούγονται νερά δίχως φεγγάρι.
Άσπρος χειμώνας οι δαίμονες του δρυμού σε περάσματα.


Ο ΔΥΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ

Κοπέλα της παντρειάς απ’ τη Θήβα
πάει σ’ έναν τάφο βροχερό ακόμη και σήμερα
πάει με δυόσμο στο στήθος
τώρα που κιόλας γράφω
τι αθόρυβα τα βήματά της ακούγονται
πάει μ’ ένα ελεγείο στο λαιμό η Αντιγόνη.
Έχει να θάψει αγαπημένον αδελφό κ’ ύστερα να πεθάνει
η αδελφή του Οιδίποδα η κόρη.
Τώρα που κιόλας γράφω (χρόνια και χρόνια τόσες αστραπές...)
βγάζει τρομερήν απόφαση ο Κρέων
είν’ αυτός ο καιρός
και το κρίμα είν’ αυτός πάλι
εξουσία και θάνατος μεσημέρια νεκρά
μα η Αντιγόνη τόσον άχρονη
σαν τελώνης η ταπεινή
με δυόσμο στο στήθος
έχει το φως και τη ζωή,
μόνη στο αίμα ιδρύει την αγάπη
χωρίς να ξέρει πως θά ’ρθει στα χείλη
κάθε που η θυσία θε να λάμπει για τους ανθρώπους
χωρίς να ξέρει τη μεγάλη μοίρα της
η σταυρωμένη.


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΔΕΙΑ

Στη λησμονιά πώς να προχωρήσω μονάχος
απ’ το φεγγάρι σταλαγμένη σαν ασημένιο κοράσι
η Μήδεια καθαρή κοιμάται με τους φόνους στον κόρφο της
δεν υπάρχει ο έντρομος δαίμονας των ημερών
οπού χύθηκε για πάντα στη φωτιά
η εύφλεκτη ύλη του έρωτα
δεν υπάρχει το βλέμμα της σκύλας τυρρηνικής
μέσ’ στα μάτια που έλαμψαν από γαμψή εκδίκηση.
Στη λησμονιά πηγαίνω δίχως ήλιο με τα κάλλη των ανέμων
όλα στο τραγούδι κ’ η ψυχή στον Άδη
ξεραίνονται τ’ άνθη οι πράξεις τα ονόματα
πάει κ’ η αγάπη χαμένη
σαν περαστική πνοή στα χαρτόνια
ο άνθρωπος έαρ η θάλασσα
βουνά και κάμποι ο ουρανός – χαρτόνια.
Στη λησμονιά πώς να προχωρήσω μονάχος
η Μήδεια γελά δυνατά μέσ’ στη νύχτα
είναι το γέλιο της ασπράδι από μουχλιασμένο αβγό
ψέμα η γέννηση ψέμα κι ο θάνατος
ψέμα ο ήλιος και παιχνίδι σκοτεινό
που φέρνει ταραχή στο στήθος.




Ο Νίκος Καρούζος θεωρείται από τους σημαντικότερους έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα, σπουδαίο μέλος της α' μεταπολεμικής γενιάς. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο στα 1929, στο οποίο θεωρείται λαϊκός ήρωας με την προτομή του να δεσπόζει, και πέθανε στην Αθήνα στα 1990, τη δεύτερη αγαπημένη του πόλη στην οποία έζησε όλη του τη ζωή αλλάζοντας δεκάδες συνοικίες και σπίτια. Σπούδασε νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Βιβλία του Νίκου Καρούζου :

1. Ποιήματα - 1961
2. Η Έλαφος Των Άστρων - 1962
3. Ο Υπνόσακκος - 1964 (Ζάρβανος)
4. Μεταφυσικές Εντυπώσεις απ' τη Ζωή ως το Θέατρο - 1966 (Άψινθος)
5. Πενθήματα - 1969
6. Λευκοπλάστης για Μικρές και Μεγάλες Αντινομίες - 1971
7. Χορταριασμένα Χάσματα - 1974 (Εγνατία)
8. Απόγονος Της Νύχτας - 1978 (Πολύπλανο)
9. Δυνατότητες Και Χρήση Της Ομιλίας - 1979 (Εγνατία)
10. Ο Ζήλος του Μη Σχετικού Με Παροράματα - 1980 (Πολύπλανο)
11. "Χορχέ Λουίς Μπόρχες" Ο Δημιουργός Και άλλα Κείμενα (συνερ. Δ. Καλοκύρης)
- 1980 (Ύψιλον)
12. Μονολεκτισμοί Και Ολιγόλεκτα - 1980 (Εξάντας)
13. Φαρέτριον - 1981 (Εξάντας)
14. Αναμνηστική Λήθη - 1982 (Γοργώ)
15. Αντισεισμικός Τάφος - 1984 (Εστία)
16. Συντήρηση Ανελκυστήρων - 1986 (Καστανιώτης)
17. Χρόνος - 1986 (Μίμνερμός)
18. Νεολιθική Νυχτωδία στην Κρονστάνδη - 1987 (Απόπειρα)
19. Περί Ζωγράφων - 1988 (Galerie Titanium)
20. Ερυθρόγραφος - 1988 (Απόπειρα)
21. Λογική Μεγάλου Σχήματος - 1989 (Ερατώ)
22. Τα Βαθυκύανα Ποιήματα - 1990 (Μίμνερμος)
23. Ευρέσεις στο Κυανό Κοβάλτιο - 1991 (Ίκαρος)* Ν..Ι.Π.


"Πόσο σπουδαίοι γίνονται οι ποιητές μετά θάνατον ε; Αχ! Όχι ότι ο Καρούζος δεν ήταν και πριν μεγάλος ποιητής, πέθανε άπορος όμως, σχεδόν αβοήθητος, και μετά να σου τα υμνολόγια.. Η καθολική αναγνώριση λένε!"


"Σύντροφε, θα κατεδαφίσουμε ποτέ την κοινωνική δυστυχία;
Χρωστάμε την πάλη, βεβαίως. Αύριο περιμένω να συναχτούμε χαρούμενοι, για να γλιτώσουμε τη διαλεχτική της
επαναστατικής αιθρίας απ΄ τις ανούσιες θεωρητικές συζητήσεις.
Κάθε καλό στην οργή του λαού κι ας αναπνέουμε οράματα,
είμαστε γι΄ αυτό ακριβώς οι καλύτεροι της Ιστορίας.
Εργάσου τώρα στου εαυτού την εκμηδένιση κραυγάζοντας
"κάτω οι μιαροί παρασημάδες"













Είστε αριστερός...

...Είμαι αναρχοκομουνιστής.
Άλλωστε, η αταξική κοινωνία στην οποία πιστεύω
είναι ά-κρατική κοινωνία.



"Από αγάπη στο αδέκαστο κενό από αλλοφροσύνη
για ένα ξέφωτο
θα περιπολούμε"







ΘΑΡΡΕΙΣ ΚΑΙ ΘΕΛΗΣΕ ΜΕ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΟΛΟ (ΕΝΑ ΠΕΛΩΡΙΟ ΕΙΝΑΙ) ΝΑ ΑΡΘΡΩΣΕΙ μιαν απάντηση στο περίφημο ερώτημα του Χαίλντερλιν [Und wozu Dichter in duerftiger Zeit? Προς τι οι ποιητές σε μίζερους καιρούς;] καθώς και ν' αντιπαρατάξει (όχι φιλοπόλεμα αλλά δραματικά) σώμα και ψυχή και έργο στην κρίσιμη απόφανση ότι δεν μπορεί να υπάρξει Τέχνη μετά το Άουσβιτς, ο Καρούζος εκκινεί για μια Μεγάλη Περιπολία στα άβατα της υπάρξεως, συλλέγει "ενθύμια φρίκης", και συνθέτει ένα πολύπτυχο Ποίημα, όχι μονάχα με λέξεις (όπως θέλουν ορισμένοι) μα και με έννοιες, και με ιδέες, και με την ζωή του την ίδια, προσφέροντάς μας ένα πολύτιμο δώρο/διδαχή: την Ομιλούσα Μήνιν της Αθωότητας.

Η περιπλάνηση του Καρούζου στους μυχούς της ύπαρξης είναι η περιπλάνηση αυτού που, με πλήρη επίγνωση του θρυμματισμού των οραμάτων, αναζητάει εντούτοις όραμα. Στην ανάγκη, θα το φτιάξει μόνος του, θα φτιάξει ένα αυτοσχέδιο όραμα από θραύσματα οραμάτων που απέτυχαν, που εξερράγησαν. Όταν γράφει, "η Ιστορία φυσικά/ δε μας περιμένει/ στη στάση του τρόλλεϋ", διακηρύσσει την πίστη του στην, με γιώτα κεφαλαίο, Ιστορία (μολονότι δεν λάτρευε τον Χέγκελ!), μας καλεί να συμμετάσχουμε στην Ιστορία, να γίνουμε, εμείς οι άνθρωποι, οι συνειδητοί συντελεστές της Ιστορίας και, συνάμα, εκτοξεύει σπαρακτικό και δηλητηριώδες χιούμορ στην στάση της αδράνειας, της παθητικότητας, της βολής. Αμέσως-αμέσως, σ' ένα τόσο δα τρίστιχο, άτιτλο μάλιστα, γραμμένο ενδεχομένως στο πίσω μέρος ενός πακέτου άφιλτρα τσιγάρα, ο Καρούζος εγκλείει τρία από τα κυριότερα γνωρίσματα της ποίησής του. Και απαντά στον Χαίλντερλιν, εμμέσως: σ' αυτούς τους μίζερους καιρούς, οι ποιητές υπάρχουν για να λένε ότι οι καιροί είναι μίζεροι, πρώτον` για να ψέγουν την παθητικότητα, δεύτερον` και, τρίτον, για να υψώνουν το χιούμορ στη δύναμη εκείνη που το κάνει να κλονίζει τα παραδεδεγμένα, ν' ανοίγει χαραμάδες προς την αλήθεια, και να μας προτρέπει να το γλεντάμε εντωμεταξύ.

Ο Καρούζος, βέβαια, ήταν αθώος, και όχι αφελής. 'Hξερε καλά το οπλοστάσιό του, και ήξερε καλά να βρίσκει τρόπους για να το εμπλουτίζει. Δεν υπέκυψε στην ευκολία ενός φετιχισμού του ανακοινώσιμου. Τις αλήθειες του, για την ζωή και την ποίηση ως ένα, ενιαίο και περιπετειώδες όλον, τις διατύπωσε με διαύγεια κρυπτογραφημένη. Ακολούθησε ορθά, όπως από χρόνια επισημαίνει ο Ευγένιος Αρανίτσης, την αρχή ότι η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις, μονάχα που αρνήθηκε (πεισματικά, να πω) την πρωτοκαθεδρία των μεν ή των δε, μοχθώντας ως υψίφρων να τις συμπλέξει αμφότερες σε μιαν αποσπασματική (αλλά και τόσο συμπαγή, τόσο απόρθητη) Διαλεκτική του Ζώντος. Ας πούμε ότι πρώτο υλικό του Καρούζου υπήρξε μια αυτογενής πείνα και δίψα ελευθερίας, και συνάμα μια ακόπαστη ανάγκη να βρουν, αυτή η πείνα και αυτή η δίψα, την πρέπουσα λαλιά τους. Δεν είναι εύκολο το εγχείρημα σε έναν τόπο γεμάτο ξεφτίδια ιδεών και σκιές λέξεων. Έτσι, ο Καρούζος, μολονότι εργάστηκε επίσης και με τον τρόπο του Μιρό ("σαν κηπουρός"` λίγο από δω, λίγο από κει...), έφτασε να συνταιριάξει, σε ένα πάντα "σύστημα", σε μια ποιητική, τρόπους της ακραιφνούς ευφυΐας -- της παγωμένης ευφυΐας -- και τρόπους της διάπυρης ύλης του πάθους, της οργής, της υπαρξιακής έκρηξης. Μιλάει άλλοτε με αποφθέγματα υψηλής ακρίβειας, θυμίζοντάς μας την αβρότατη οξυδέρκεια ενός Μαρσέλ Ντυσάν ή ενός E.E. Cummings, και άλλοτε με καταιγισμούς μπεκετικών παραληρημάτων, που αντλούν το πάθος τους από έναν Ρεμπώ, και την μαχητική εκδίπλωση μιας περήφανης απόγνωσης από την βραχνή μελωδία των μεθυσμένων μπήτνικ. Τέλος, το πάντα παρόν φάντασμα του Σολωμού μοιάζει να εγγυάται αυστηρά την τελειοθηρική επιλογή της ανεπίληπτα κατάλληλης λέξης, του μοναδικού φθέγματος που ολοκληρώνει το ποίημα, την μανιακή προσκόλληση στην απόλυτη και στίλβουσα καθαρότητα του στίχου, και τη λάμψη του, εν τέλει, ανάμεσα στα ερείπια αυτού που είναι σήμερα το Πνεύμα.

Στους καιρούς μας, ο πειρασμός τού να αρνηθούμε σε έναν ιδιοφυή ότι κοινωνεί ένα νόημα είναι τεράστιος. Ο καλλιτέχνης ή ο στοχαστής (ω, πότε θα γίνουν οι δύο ιδιότητες μία;) που ακολουθούν την ατραπό της οξυδέρκειας, θεωρούνται αυτοστιγμεί θιασώτες του μη-νοήματος, εγκεφαλικοί παίκτες σε ένα χαρτοπαίγνιο δίχως πάθος και δίχως αντίπαλο, αυταναφορικοί ομιλητές του κενού που είναι μέλαθρο και εφιάλτης τους, συγκλονιστικές λεκτομηχανές που δεν αφορούν κανέναν. Κι όμως! Μολονότι όμορφη, ίσως και συγκλονιστική η φράση του Θάνου Σταθόπουλου, "Ο ποιητής ωσάν γλωσσική μηχανή, ένα υπαρξιακό στόμα που παράγει κύματα λέξεων, αισθημάτων και συνειρμών αυθαίρετων, σε μια άρρηκτη συνομιλία μεταξύ τους, των οποίων το νόημα είναι ακριβώς ο βαθύς ήχος που προκύπτει απ' τη συνομιλία", μια άλλη "ανάγνωση", ή μάλλον μύχια ακρόαση, των ποιημάτων του Καρούζου υπαινίσσεται ότι πέραν αυτής της βαθιά ποιητικής ιερουργίας, πέραν της παραγωγής ήχων για τους ήχους, μοναδικών φθόγγων για την καινοφανή μουσικότητά τους, αντινοημάτων που προκύπτουν ως ονειρώδης δεξιοτεχνία και απάντηση στο αίνιγμα της λαλιάς, ο ποιητής μοχθεί ακριβώς για να μεταδώσει νοήματα, πασχίζει να κάνει κατανοητό εκείνο που ο κοινός τόπος θεωρεί ακατανόητο, μεταχειρίζεται το όχημα της γλώσσας για να πει κάτι ήδη πασίγνωστο, κάνει τελικά ορατό αυτό που είναι ανέκαθεν ορατό, αυτό που στέκεται "μπροστά στα μάτια μας", μονάχα που μια ανόητη (και όχι: ακατανόητη) και εσκεμμένη εθελοτυφλία δεν μας αφήνει (γιατί δεν θέλουμε να μας αφήσει, δεν μας συμφέρει να μας αφήσει) να το δούμε.

Από μιαν άποψη, η λύση στο αίνιγμα της ποίησης του Καρούζου είναι απλούστατη. Όπως και σε τόσες άλλες περιπτώσεις, το "κλεμμένο γράμμα" δεν βρίσκεται σε κάποια μυστική κρύπτη αλλά ενώπιόν μας, πάνω στο γραφείο μας. Ο Καρούζος φροντίζει να πει, διότι αυτό επέλεξε και έτσι θέλησε, αυτά που ήδη ξέρουμε και δεν θέλουμε να θυμόμαστε ότι τα ξέρουμε. Γι' αυτό και η ποίησή του θεωρείται δύσκολη. Γι' αυτό και διάλεγε ενίοτε λέξεις δύσκολες και συντακτικές επινοήσεις περίπλοκες. Το διακύβευμά του ήταν να πει το αυτονόητο -- και σε καιρούς που το αυτονόητο έχει καταντήσει αδιανόητο, οφείλεις, πιστεύει ο Καρούζος, να μιλήσεις τάχατες δυσνόητα. 'H, μάλλον, όπως κι αν μιλήσεις, αν μιλήσεις για το αυτονόητο, θα σε θεωρήσουν δυσνόητο. Οπότε, γίνε!

Ένα απλούστατο παράδειγμα: η Κρονστάνδη. Ο Καρούζος επέλεξε να συνθέσει ένα συναρπαστικό (αντι)ντοκουμέντο για μιαν ιστορική στιγμή που πολλοί εγνώριζαν, λίγοι σχολίαζαν, ελάχιστοι κατάλαβαν βαθιά πόσο κρίσιμη υπήρξε η σημασία της για το χειραφετησιακό ("αριστερό";) πρόταγμα, και ένας μονάχα (ο Καρούζος) την ύψωσε σε Ποίημα, ή και σε Μανιφέστο Ζωής. Ολάκερη η "Νεολιθική Νυχτωδία στην Κρονστάνδη" αποτελεί μιαν ακραιφνή απάντηση στο ερώτημα "προς τι οι ποιητές;" και στις απόψεις περί μη-νοήματος στην ποίηση του Καρούζου. Κάθε στίχος αυτής της σύνθεσης (του ώριμου μάλιστα Καρούζου) αποτελεί άχραντο τεκμήριο της έγνοιας του ποιητή να πει (με τον τρόπο του πάντα) τι είναι αληθές, και όχι μονάχα να επιδίδεται σε νοηματικές ακροβασίες και λεκτικές επιδείξεις. Βαθιά πάσχων πολίτης (όσο κι αν σήμερα θεωρείται αναχρονιστική αυτή η ιδιότητα) ο Καρούζος ήξερε πολύ καλά να επισημαίνει (για χάρη του, και για χάρη μας) τις αποφασιστικές καμπές της Ιστορίας, την πανουργία της, τα τεχνάσματά της, και τις επιπτώσεις όλων αυτών στη ζωή μας. Και όντας ποιητής, ήξερε επίσης να μας τα λέει με τρόπους ποιητικούς, τόσο ποιητικούς μάλιστα που αμφισβητούσαν και την ποίηση την ίδια: "Παλιοκούρελο η ποίηση` θα 'λεγα σολιασμένα βάσανα. Πάει καλά. Μήπως όμως βλέπουμε την επανάσταση σε διάθλαση; μήπως δεν έχει πραγματικά στραβώσει;".




NEOΛΙΘΙΚΗ ΝΥΧΤΩΔΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗ
του ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΟΥΖΟΥ


Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς
η πραγματικότητα χωλαίνει κι όπως
ασπροφωλιάζει η λευτεριά στον άστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τη σώτειρα τήξη .

( Να ιδούμε αν η Άνοιξη θα συνδράμει τα όνειρά μας . )

Ένας ναύτης : Το μυαλό πως μαλακώνει στα Ουράλια ;
Ένας άλλος ναύτης : Τι θέλεις να πεις ; Δεν κατάλαβα .

μουχλιάζει το τηλέφωνο , ευδαιμονία

Νοστάλγησα τα ορυχτά την άφωνη
θηλαστική μου ιερότητα
κι ανατρέχω στον ύπνο που με σώζει
είναι ο πρόχειρος θάνατος
ένα κλούβιο ρολόι
χωρίς τα πριν και χωρίς τα μετά
δεν ήρθα δε φεύγω θα σταματήσω .

- Η εξουσία είναι της Ιστορίας η ευκοιλιότητα .
- Στο χωριό μου τη λένε γλεντοκώλα .

- Φθέγγομαι τρόμο . Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι
τα ιδανικά ; Είναι όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν
από το τηγάνισμα .

Δούλα του φωτός πεταλούδα , φτερά και χνούδι
σε εξωφρένεια !
Ο έκλυτος Δίας κρατεί κεραυνούς αναφαίρετους
δίχως ακόμη πυροδότηση
χορταίνοντας όραση βλακείας
καθεζόμενος υπεράνω πάσης κοσμολογίας .
Κ η μούρη των αλόγων του Φαέθοντα έναντι του
κενού με άφρη κοσμικής ύλης .
Ασθενοφόρο γρήγορα για τον βασιλέα Ληρ !
Ευωδιάζουμε από τρέλα .
Δεν πιάνουν τα φρένα ,
χανόμαστε στη διαιρετότητα του Ζήνωνα .

Η Άννα ( που πλησιάζει ) : Τι νέα έχουμε απ την πραγματικότητα ;

Νικολάι : Φοβάμαι , σύντροφε . Και η επίθεση επίκειται .
Ο Λένιν έχει εμπλακεί στη μοίρα .

- Πανάκριβα ραφτικά .
- Ουτοπία .
- Μα όμως αναιρέσαμε το δάσος .
- Βροχές μανάδες ... Άραχλε !

Να και ο τρισάθλιος ήλιος . Μια χλεμπόνα
στ ουρανού το κατεστημένο .

- Με σφίγγει μια αλήθεια , της παραδίνομαι . Με σφίγγει μια
άλλη , κι αυτηνής της παραδίνομαι . Διατρέχοντας του μυαλού
την ωμότητα . Λέω αίμα του ψύλλου κι αμέσως
οσφραίνομαι ρούμι .

- Παραδέρνεις . Αλλά εμένα τα μάτια μου διεκδικούσαν ενότητα
οπτικής , εκκένωση τραγωδίας . Ουδέποτε υπέφερα τις
αντιφάσεις . Αμφί και ρέπω , όχι !

- Χρεμετίζεις φαντασία.

[ Την ημέρα εκείνη γεννήθηκα μόνος μου , δεν είχα βιολογικό
προηγούμενο . Σούρθηκα στην τρώγλη της απλής αριθμητικής .
Εκεί διαλάμποντας ενωτίστηκα κόκαλα . ]

Υπερφίαλο φως ισχνότητα του έρωτα !
Τι ναν τα λέμε. Αυτοψυχίατρος είναι ο ποιητής
με καθαρό οινόπνευμα .
Κυρίως θα λεγα θεοσταγής και προ-ιούσα σφήκα .
Θα γαλαζώσει πάλι .

- Μα είναι κι ο άλλος έρωτας , ο γενετήσιος .

- Τι να σου κάνει αυτός . Αν θέλεις , βάζει λίγα παγάκια στη
μελαγχολία μου .

Είθε να μην υπήρχα
μαβής ο χτύπος της καρδιάς , αλητεία .
Κι αν είπα τις προάλλες τη ζωή αντίρρηση του σκούληκα
δεν έπαψε να φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
η απελπισία .
Θες το ζώο θες ο άγιος τίμημα η απουσία .
Κορφόνυχα μες στη φωτιά σε ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου και χρόνια
έκανα γω το μπόι μου βλαστοβολώντας ύψος
χωρίς να συμβουλεύομαι
κακούς ονειροκρίτες και θολά μαντεία .
Δεν αναμέτρησα κινδύνους , αποτεφρώθηκα .
Πίστεψα στα χρυσάνθεμα ορκίστηκα στη χλόη
κι όπως ρεκάζει επιστήθιος άνεμος από βροχερά
συμπεράσματα
στα ερυθρά χαλάσματα του ήλιου ξαναφαίνομαι
κι ανιστορώ τα ρόδινα νεφρά μου .

Είτε στον ύπνο ( παξ ) είτε στην εγρήγορση ( κοάξ ) ονομάζομαι
γοργά μελλοθάνατος .

Θρομβώδη φυλλώματα , συνεσθίομαι
μαζί με τ άνθη
διασχίζω τους γάμους των θάμνων
αναφλέγοντας το γραφτό μου σε άναρθρους
όρθρους
κι αποτυχίζω την απόγνωση κατακείμενος
όρθιος .

Λέω συχνά τα νεφρά μου θα υπερισχύσουν .
Εντούτοις μαθητεύω πια συνέχεια σε τρόμο
κάθε βράδυ ξαναστοχάζω πως όχι
δε θα ξυπνήσω
κάθε πρωί ξεριζώνω φλέγματα υποφέροντας
μιαν άγρια ναυτία που δεν εξελίσσεται ολότελα
κι ανατριχιάζω
κάτι νύχτες με εθελούσιο μαύρο κάτι νύχτες
από τεράστια αιμοχαρή φεγγάρια
για να διαλευκάνω επιτέλους τα άσπρα μου
μαλλιά ως τη συντέλεια .
Δε θυμάμαι θυμάρι που να μην ανάδωσε πάντοτε
την ευωδιά του
με ήλιους ορεινούς αναφωνήματα στη μνημοσύνη .
Δεν ξέρω τι κάνει το συκώτι μου δεν ξέρω
τι κάνει η καρδιά μου
μαστίζομαι από ένοχη θέαση κι ανωφερή
αχτημοσύνη
χαράζω σύμφωνα και εκφέρω φωνήεντα φρίκης .

- Θρησκευτική υπόθεση . Κι ο χρόνος τώρα δεν είναι
μαγνητοταινία της αιωνιότητας . Ανακρούεται επιστήμη ,
κουκιά μετρημένα . Μα είναι αμπόρετο να τσιμπήσει κανείς
τη θάλασσα .
Η Ιστορία τελικά συναναστρέφεται αγάλματα .

- Τι εστί λάμψη ;
- Ποιος αποφάσισε τα πτώματά μας
- Ξέχειλα τα οράματά μας . Εμπλουτισμένοι αθανασία .
- Νυμφίοι της ελπίδας αρουραίοι .

[ Λάμπουμε όλοι στην Κρονστάνδη . Στην πιο περήφανη γεωγραφία ]

Σε βοερά μνημόσυνα βοράς κι αθώας βαρβαρότητας
με πετεινών αθλήματα στους χαμηλόκορμους ουρανούς
ωσότου πιάσουν ένα γύρο οι βροχάδες τα πρωτόνερα
ώσπου να ανοίξει της χυνοπωριάς το κατουροβάρελο .
Θα τανε πέρσι .
Ρεμβώδη νοήματα , τυραγνία του βήχα , σκελετός από μέσα ...

[ Βραδυάζει στο κείμενο.Η κατακρήμνιση του απογεύματος : ωριμότητα]

- Αν έλιωνε ο πάγος , αν τους προλάβαινε η Άνοιξη ...
δεν έχει όρια η ευφράδεια της Σταύρωσης
ούτε το πορτοκαλί που με τύφλωνε
φωσφορίζοντας
μα εγώ τη γλώσσα την αποκλήρωσα
δε μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω την αγριότητα
οι καιόμενες πορφυρές δεκαετίες
από υδρόγεια νόηση
και αναπηδά στη χύτρα του πεπρωμένου
ο χόχλακας .
Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω σου
τ ασπράδι .

Εγώ λοιπόν έκπληχτος από χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ανατείνομαι όνειρος
αποβάλλοντας το πραγματικό κι αναθυμούμενος μόλις
εκείνη την αρτηρία του αόρατου
την πλεξούδα του καπνού σε ανώδυνο ύψος .
Εδώ επιμένουμε όλοι .

- Άννα , τι συμβαίνει ;
- Άρχισε η επίθεση .
- Άννα , έχε γεια , θα πεθάνουμε .
- Νικολάι , σ αγαπούσα ολόκληρη .
- Μιαν άλλη φορά , θα ξαναγίνει , Άννα

διεδίδοτο δε εκάστω καθότι αν τις χρείαν είχεν -
KRONSTADT

Κι από την άλλη (αν είναι πράγματι "άλλη"), ο Καρούζος στέργει να εμβαπτιστεί οικειοθελώς στο καθημερινό, στο εικοσιτετράωρο, στο δήθεν μη επικό, κονταροχτύπημα της ζωής με το θάνατο -- θαρρείς για να αποδείξει, για να δηλώσει ανά πάσα ώρα και στιγμή, ότι κοσμοϊστορικό και καθημερινό είναι ένα, ότι το κάθε δευτερόλεπτο είναι πεδίο μάχης ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, στο Γνωστό και το Άγνωστο, στο Ρητό και το Άρρητο, στο Σοφό και το Ανόητο. Αγωνιώντας κάθε στιγμή να υπάρχει, ο Καρούζος καταργεί τις ψεύτικες αντιπαλότητες για να ορθώσει τις γνήσιες. Στραγγίζει την ποίηση για να την κάνει να πει το ουσιώδες, το τι είναι ο χρόνος και ποια είναι η χρήση του χρόνου. Συνάμα, εμπλέκεται στην περιπέτεια της νύχτας -- γιατί τέτοια πράματα (κακά τα ψέματα) δεν τα λες, δεν μπορείς να τα πεις, αν δεν μπεις στης "άτρωτης νύχτας της νεκροπρέπεια", αν δεν περιπολήσεις στα χάσματα της ακόρεστης ανασφάλειας, αν δεν γυρίσεις την πλάτη στο "γουδί το γουδοχέρι" του ημερήσιου βολέματος. Ο Καρούζος αρνήθηκε, εσκεμμένα, κάθε άλλοθι. Ανοίχτηκε στο μηδέν, για να το καταργήσει -- να προσπαθήσει, τουλάχιστον. Έζησε στην "πιάτσα", έγραψε στο "υπόγειο υπερώον" του. Γι' αυτό και αφέντης του ήταν μονάχα ο Χρόνος, μήτε καν η Γλώσσα. Γι' αυτό μπόρεσε να πει τα δευτερόλεπτα "κέρματα", "άμμο", "κορσέδες της άχρονης διάρκειας", "φύλλα", "μικρόβια στα τέρματα των αριθμών", "κάλυκες", "σκόνη", "βέλη σε φαρέτρα", όπως μας θυμίζει ένα από τα πιο ευαίσθητα κείμενα που αποκρυπτογράφησαν την ποίησή του.

Ό,τι κι αν ειπωθεί για τον Καρούζο θα είναι λειψό. Ό,τι κι αν ειπωθεί για οτιδήποτε ζούμε θα είναι λειψό. Η ποίηση είναι ο πιο πλήρης υπαινιγμός μιας πληρότητας που είμαστε ανήμποροι να μεταδώσουμε. Ο Καρούζος το ήξερε αυτό. Και ήξερε, όχι μ' έναν λυγμό μα μ' έναν βρόντο, να συμπληρώνει το λειψό της ποίησης με το λειψό της ζωής. 'Hξερε ότι το ασύλληπτο θριαμβεύει εν τέλει, ότι υπάρχουν τετραγωνίδια που είναι έξω από το σκάκι, και ότι καθήκον του ποιητή είναι να μιλήσει και γι' αυτά. Ο ίδιος ένα τέτοιο τετραγωνίδιο ήταν. Μοχθούσε, και όσοι τον γνώρισαν καλά διαισθάνθηκαν την αγωνία του, να μας κάνει να δούμε αλλιώς αυτό που βλέπουμε ήδη, αλλά και να "μυριστούμε" ότι υπάρχει ολόγυρά μας κάτι που μας διαφεύγει. Πάλευε πάντα ο Καρούζος μ' αυτή την έρμη την κοινοτοπία, την πανταχού παρούσα αντίφαση, πασχίζοντας να διακρίνει το μέγιστο μέσα στο ποταπό, το μεγαλειώδες μέσα στο τετριμμένο, το άχραντο (μια λέξη που του άρεσε πολύ) μέσα στο αντίθετό του. Αυτή ήταν η τέχνη του Καρούζου. Μια τέχνη της οποίας, δυστυχώς, δεν μπορεί κανένα κείμενο (κι ακόμα πιο πολύ αυτό το κενοφώνημα) να είναι όσο της πρέπει αντάξιο
Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης




Τώρα που αυτός ο οποίος "έγραφε στο ιδίωμα της συντέλειας" δεν υπάρχει πιά, τι απομένει; Η απάντηση φαίνεται να ΄ρχεται φυσιολογικά: απομένει η γραπτή ποίησή του. Μπορεί όμως, ο Νίκος Καρούζος ως "άνθρωπος της ανθρωπότητας" να εξαντληθεί στα ποιήματα του; Είναι αλήθεια, πως σε τέτοιου είδους ερωτήματα εντοπίζεται πάντα το αίνιγμα της ποιητικής δημιουργίας.
Βέβαια, δουλειά του ποιητή είναι να γράφει ποιήματα. Αυτό φαντάζει αναντίρρητο. Όμως, κ.κ. κριτικοί και ιστορικοί της λογοτεχνίας, που η καμπάνα που σήμανε τον θάνατο του ποιητή ακούστηκε στ΄ αυτιά σας σαν σάλπιγγα πρωϊνού εγερτηρίου, και σεις, που του απονέμετε τον τίτλο "λεξιμάρτυρα", μάθετε λοιπόν, πως ο Νίκος Καρούζος δεν υπήρξε ποτέ ένας τέτοιου είδους μάρτυρας. Ο πόθος και η αγωνία του ήτανε να φανερώσει στη ποίηση και τη ζωή του μια νέα ανθρώπινη Ποιότητα, "να προκαλέσει σήμερα το μέλλον" και είναι γνωστό με πόσες θυσίες και ενάντιες προς αυτόν εξελίξεις. Για φανταστείτε! Ο άνθρωπος που απ΄ τη πένα του ξεπήδησαν "Ο ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα" και οι "Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας", είχε επίσης το θάρρος - και πιθανώς θράσος κατά άλλους - να βγάλει απ τη φαρέτρα του κι αυτό εδώ το φαρμακερό βέλος:
"Η γραπτή ποίηση/ σωριάστηκε στο στήθος μου/ σαν ένα τίποτα". Να γιατί ο Νίκος Καρούζος υπήρξε μεγάλος άνθρωπος και μεγάλο; ποιητής! Μονάχα αυτός που "πείνασε το όνειρο σα σκύλος", μπορούσε να γράψει στίχους σαν τους παραπάνω και να έχει το εσχατολογικό όραμα "για μια Γενική Ποίηση στα πανανθρώπινα μελλούμενα", και αυτό, δεν είναι ένα όραμα για τη γλώσσα, αλλά η αδιάσειστη καθολική απαίτηση για "ίση συμμετοχή στην απόλαυση και ομορφιά της ζωής, άμεσα και χωρίς όρους ή συμπιέσεις". Με το να τραυλίζεις συνεχώς κοινοτοπίες για την γλωσσοπλαστική δύναμη του ποιητή, δεν κάνεις τίποτ΄ άλλο, παρά να εξευτελίζεις και την ίδια τη γλώσσα, αποχυμώνοντάς την απ΄ την ποίηση και τον ποιητή και να μετατρέπεις αυτόν τον τελευταίο σ΄ έναν υπάλληλο της γραφής. Έτσι, δίνεις φιλολογικό άλλοθι στον παραλογισμό που τραβάει ως την έσχατη αποχύμωση της ζωής, στον παραλογισμό μιας άρχουσας τάξης κι ενός κοινωνικού status, οριστικά και αμετάκλητα καταδικασμένων σε εξαφάνιση.
Μπορούμε λοιπόν "να εντάξουμε την τίγρη στο Ποινικό Δίκαιο"; "Πώς;"... σα ν΄ ακούμε τη φωνή του Νίκου, ενώ ανοίγει διάπλατα τα παιδικά του μάτια! "Αδύνατον, κύριοι!".
Έτσι κι αλλιώς, η μουσική που βγαίνει από μια οποιαδήποτε Φιλαρμονική Ορχήστρα, αλλά με την μουσική που έβγαινε απ΄ την ορχήστρα του Berlioz, όταν παρήλαυνε στους δρόμους με τον ίδιο τον συνθέτη να διευθύνει με σπαθί αντί μπαγκέττας.
Όχι, δεν θα πούμε αντίο στο Νίκο Καρούζο. Θα είναι παρών όταν η γραπτή ποίηση σωριαστεί στο στήθος της ανθρωπότητας ωσάν φράγμα που γκρεμίζεται απελευθερώνοντας τις λίμνες και τα ποτάμια που θα λούσουν μέσα στη δροσιά τους τη Νέα Εφηβεία του ανθρώπου. Τότε είναι που η γραπτή ποίηση του Νίκου θα αποκτήσει σάρκα και αίμα και ο ίδιος ο ποιητής θα ζει μέσα σε Ηλιόλουστες Πνευματικότητες και Αποποιίες του Σώματος.
Δεν μπορείς να πεις αντίο σ΄ αυτόν που ήταν ένα από τα προμηνύματα του Μέλλοντος Αιώνος.
Πράγματι, είναι παράλογο να λες αντίο σ΄ αυτόν που έρχεται.
ΔΙΟΝΥΣΗ ΚΕΛΛΑΡΗ





Για τον Νίκο Καρούζο από τον Σάββα Μιχαήλ

1. Κάποτε ρώτησαν τον Ραμπί Μεναχέμ Μέντελ του Βόρκι, τι ξεχωρίζει ένα παιδί του Αβραάμ από τους άλλους ανθρώπους. Κι αυτός απάντησε: "Τρία πράγματα του ταιριάζουν. Γονατίζει όρθιος, κραυγάζει άλαλος, χορεύει ακίνητος". Μεταφέρθηκε η χασσιδική αυτή ιστορία, πάνω από έναν αιώνα αργότερα, στο Νίκο Καρούζο. Κι ο ποιητής την ένοιωσε βαθιά. Στη ζωή του κράτησε και στη "Κρονστάνδη" του μίλησε γι΄ αυτήν ακριβώς τη στάση κι αποτυχίζω την απόγνωση κατακείμενος όρθιος.
Ο Καρούζος, ο άνθρωπος, ο ποιητής, ο επαναστάτης, είναι η Αντίφαση η φλεγόμενη που μηδέποτε κατακαίεται. Ο δρόμος του, γραφέων οδός ευθεία και σκολική μέη. Κι η Ποίησή του, η ταναντία εις ταυτόν αγαγούσα.

2. "κι αποτυχίζω την απόγνωση..."
Η απόγνωση της ανθρώπινης ύπαρξης δεν χωρίζεται, για τον Καρούζο, από την οδύνη της Ιστορίας. Το έχουμε πει κι αλλού: όπως σε κάποιον πονάει το κεφάλι του ή το δόντι του, στον Καρούζο πονάει η Ιστορία. Ψηλαφά την ύπαρξη ιστορικά και την Ιστορία υπαρξιακά. Γι΄ αυτό και δεν συμβιβάζεται με την απόγνωση.
Μιλώντας με αγάπη για τον Samuel Beckett, γράφει:
"Αλλά κάπου πραγματικά γελιέται ο Beckett. Εννοώ πώς ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να διαλέξει και να μην ψοφήσει στην απόγνωση. Το παράλογο που πηγάζει απ΄ την ενότητα της ζωής και του θανάτου λείπει απ΄ τη ματεριαλιστική βίωση, όπου οι όποιοι απελπισμοί και οι όποιες απογνώσεις βιώνονται στη διάσταση της μελλοντικότητας που θα ΄βρε τους τρόπους να τις αναιρέσει" (Μεταφυσικές
εντυπώσεις απ΄ τη ζωή ως το θέατρο).
Ο Καρούζος αποτυχίζει την απόγνωση, δηλαδή - όπως ο ίδιος μας έχει εξηγήσει το νεολογισμό - την οδηγεί σε αποτυχία, σε αυτοαναίρεση. Δεν την αποφεύγει, ούτε την ξορκίζει μικρόψυχα. Την δυναμιτίζει και την ανατινάζει εκ των ένδον, μ΄ όλο το τίμημα που αυτό συνεπάγεται. Ζει την χαρμολύπη της καθολικής απελευθέρωσης: ¨Μακριά σοφία για ζωή ανώτερη. Μακρά νοσταλγία του
ύψους. Αξία λυτρωτική. Μακρό πένθος της ελευθερίας. Υπεράνω της ανυπόφορης θεολογίας. Ο χρόνος που γίνεται παράδεισος και όχι πανικός" (ο.π.π.)
Η βίωση του Καρούζου παραμένει "ματεριαλιστική". Για την ακρίβεια υλιστική - διαλεκτική, ή, όπως θάλεγε ο ίδιος, υλιστική - ουρανοχαρής.

3. Η σχέση του Νίκου Καρούζου με τον Διονύσιο Σολωμό είναι υπαρκτή, βαθειά, ζωντανή - και δυσφημισμένη. Διάφοροι την αναζητούν μ΄ εξωτερικές συγκρίσεις σε φαινομενικές ομοιότητες, π.χ. στο κοινό πάθος για τη γλώσσα. Άλλοι καταγίνονται με μετρήσεις ύψους, αν είναι "ισοϋψείς" ή "ανισοϋψείς" ποιητές. Σάμπως να μπορεί κανείς να μετρήσει τα γνήσια ποιητικά μεγέθη, όταν ξεφεύγουν απ΄ τα όρια της συγκυρίας, "με τη μεζούρα του εμποροράφτη" κατά την έκφραση του Τρότσκι... Η σχέση πρέπει ν΄ ανιχνευτεί στην ιστορική - υλική πηγή της. Και οι δυό βάλανε στο επίκεντρο της ποιητικής τους Οδύσσειας το αίνιγμα της Ιστορίας - και φτάσανε στην οξύτερη ποιητική συνείδηση του τέλους της. Και οι δυό αναζήτησαν με πάθος τους δρόμους και τους τρόπους με τους οποίους η επανάσταση θα γίνει διαρκής, δεν θα μείνει στη μέση, θλιβερό ερείπιο.
Εδώ, όμως, βρίσκεται και η μέγιστη διαφορά τους. Ο Σολωμός ξεκίνησε τον καιρό της ανερχόμενης κι ανολοκλήρωτης δημοκρατικής αστικής επανάστασης. Ο Καρούζος συνέχισε την εποχή της ανερχόμενης κι ανολοκλήρωτης σοσιαλιστικής επανάστασης.
Όσο απομακρυνόμαστε από τα χρόνια του Σολωμού και της πρώτης επανάστασης, κι η δεύτερη χάνονταν στον ορίζοντα κολοβή και οριστικά τερματισμένη, τόσο στέρευε κι η ιστορική συνείδηση από την νεοελληνική ποίηση ή ξέπεφτε σε στείρο ιστορικισμό, δέσμιο στα εκάστοτε ιδεολογήματα της άρχουσας τάξης.
Στον αιώνα μας, αναμφίβολα ο Καβάφης έχει οξύτατη ιστορική συνείδηση, και μάλιστα συνείδηση της ιστορικής παρακμής του σύγχρονου αστικού κόσμου. Αλλά, ο Καβάφης είναι κατ΄ εξοχήν "ελληνικός" προ-μεσσιανικός: στην ποίησή του δεν υπάρχει τέλος της Ιστορίας. Ο ορφικός Σικελιανός, με τον τρόπο του, το ψηλαφά. Αλλά συχνά συγχέει τον ιστορικό με το μυθολογικό χρόνο.
Η δεύτερη επαναστατική τομή που γνωρίζει η ιστορική εξέλιξη της νεώτερης ελληνικής κοινωνίας έρχεται με την Αντίσταση και την προδομένη σοσιαλιστική επανάσταση του 1941-49. Μέσα απ΄ το χάσμα π΄ άνοιξε ο σεισμός αυτός βγήκε το άνθος της ποίησης του Καρούζου. Σ΄ αντίθεση μ΄ άλλους μεταπολεμικούς - μετεμφυλιοπολεμικούς ποιητές, ούτε κλείσθηκε, κλουβί της ιδιωτείας, ούτε έγινε "ποιητής της ήττας" σβήνοντας κάθε επαναστατική προοπτική στ΄ όνομα της ήττας της επανάστασης, ούτε, πάλι, έγινε ο τραγουδοποιός του σταλινισμού, του πρωταίτιου της ήττας. Έμεινε
μέχρι τέλους κομμουνιστής και γι΄ αυτό ασυμβίβαστος αντισταλινικός.
Αναζήτησε όλα τα γιατί και τα πώς, γύρισε ξανά και ξανά στο έπος και την τραγωδία της Οκτωβριανής Επανάστασης, ανοίχτηκε προς όλα τα ρεύματα του εργατικού κινήματος, προς όλες τις επαναστατικές εμπειρίες και τους αγώνες, όλες τις περιπέτειες του ανθρώπου και του ανθρώπινου πνεύματος. Έζησε με τον Σαιν Ζύστ και τον Κουτόν, με τον Ροβεσπιέρο και τον Μακρυγιάννη, με τον Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη, με τον Ηράκλειτο και τον Κάφκα, με τον Λένιν,
τον Τρότσκι, τους μπολσεβίκους, τους ναύτες της Κρονστάνδης, τον Γκουεβάρα, τον δολοφονημένο απ΄ τους φασίστες του Σαλβαντόρ αρχιεπίσκοπο Ρομέρο, τους μακρονησιώτες και τους εξόριστους της Ικαρίας, τους ταπεινούς και τους εξεγερμένους όπου γης. Ήταν οικουμενικός στην Τέχνη και στην Επανάσταση, στα βάθη της παράδοσης και στις πιό απόκρημνες κορυφές της πρωτοπορίας.
Δεν ήταν θέμα απλώς επιλογής αλλά ανάγκη: η ολοκλήρωση της επανάστασης απαιτεί και διεκδικεί την ολοκλήρωση του ανθρώπου. Η αταξική κοινωνία είναι η κοινωνία του ολικού ανθρώπου.

4. Το πάθος της Ιστορίας εξηγεί το πάθος του Καρούζου για τη γλώσσα, κι όχι το ανάποδο. Δεν ήταν ποτέ θετικιστής - φετιχιστής της γλώσσας. Ας ακούσουμε τον ίδιο τι λέει ¨"Είμαστε φτασμένοι, χωρίς αμφιβολία, σ΄ ένα όριο της Ιστορίας, όπου, περισσότερο από άλλοτε, ο άνθρωπος κλυδωνίζεται ανάμεσα στις λέξεις. Ο αγώνας, ανέκαθεν, είναι βέβαια να υποτάξει τις λέξεις, άρα να σταθεροποιήσει την αλήθεια. Μα για να κατορθώσει τούτο χρειάζεται την αδέσμευτη σκέψη, εκείνη που θα επιτρέψει να γλιτώσει απ΄ τον αδυσώπητο κλυδωνισμό ανάμεσα στις λέξεις... Όταν κατανοώ, πως ο αγώνας είναι, πάντα, να υποτάξουμε τη γλώσσα, ουσιαστικά βλέπω και συνειδηταίνω, πως ο αγώνας είναι να παρατήσουμε τις λέξεις. Αφαιρώντας απ΄ τις λέξεις την εξουσίαν απάνω μας, ελευθερώνουμε την εσώτερη γνώση απ΄ τις άπειρες ιστορικές της επενδύσεις, την καθαρίζουμε από τόσες και τόσες κληρονομιές, ώστε να μας αιφνιδιάσει σαν άγνωστος καταρράκτης, από μόνη της, εσωτερικά μπορώντας τη γυμνή της ακεραιότητα. Έτσι γνωρίζουμε ελευθερία. Και λύνουμε τους κόμπους οντολογικών περιπλοκών... Ερχόμαστε, δηλαδή, πριν απ΄ τη γλώσσα μεσ΄ απ΄ την εμπειρία της γλώσσας. Γυρισμός. Άλλωστε, ήμαστε κάποτε πριν απ΄ τη γλώσσα και νικήσαμε τη φύση κατακτώντας τη γλώσσα. Πως να διανοηθούμε ανίκητη την ίδια τη γλώσσα; Εξαπολύσαμε μια δύναμη ελευθερίας, που όμως μας υπόταξε" (Μεταφυσικές εντυπώσεις απ΄ τη ζωή ως το θέατρο). Απ΄ αυτή τη γωνιά πρέπει να ιδωθούν οι "λεκτομηχανές" του Καρούζου. Δεν φετιχοποιούν αλλά απο-φενακίζουν τις λέξεις. Μέσα από την τρικυμία του λόγου, αναδύονται τα πλάσματα του βυθού κι ακούγεται ο λόγος "ο εν τη φωνή αφώνως φθεγγόμενος" (Συμεών ο Νέος Θεολόγος). "Ερχόμαστε πριν απ΄ τη γλώσσα" και γυρίζουμε στην αφετηρία, στη Φύση, περνώντας μέσα απ΄ την εμπειρία της γλώσσας κι όλες τις ιστορικές πραγματώσεις του κοινωνικού ανθρώπου, αναιρώντας τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα, που αυτές απέκτησαν στη διαδρομή της ταξικής κοινωνίας, διατηρώντας συνάμα και υπερβαίνοντας το πνευματικό τους κεκτημένο περιεχόμενο. Ετσι "οι δυνάμεις ελευθερίας", που γίνανε δυνάμεις καθυπόταξης, απελευθερώνονται κι απελευθερώνουν.

5. Μόνο στο δρόμο αυτό λύνεται η έσχατη απορία του πλατωνικού "Κρατύλου". Η απορία και το λογικό αδιέξοδο υπάρχουν όταν αφετηρία για την προσέγγιση της γλώσσας γίνεται η ίδια η γλώσσα, είτε παίρνεται σαν "φύσει πεφυκυία" και ταυτίζεται με το Ον είτε όταν θεωρείται "ξυνθήκη και ομολογία", τεχνητή σύμβαση σε απόλυτη διαφορά με το Ον. Το ζήτημα είναι, όχι η αφηρημένη ταυτότητα ή η αφηρημένη διαφορά, αλλά η ταυτότητα της ταυτότητας και της διαφοράς των όντων και των "ονομάτων", η ενότητα των αντιθέτων όπου το πρωταρχικό αντίθετο, η αφετηρία κι ο χώρος του γυρισμού είναι το ίδιο το Ον. {"Οντινα μεν τοίνυν τρόπον δει μανθάνειν ή ευρίσκειν τα όντα, μείζον ίσως εστίν, εγνωκέναι ή κατ΄ εμέ και σε, αγαπητόν δε και τούτο ομολογήσασθαι, ότι ουκ εξ ονομάτων αλλά πολύ μάλλον αυτά εξ αυτών και μαθητέον και ζητητέον ή εκ των ονομάτων" (Κρατύλος 430b"}. Aυτός "ο γυρισμός" στην αφετηρία, στα όντα, "πριν απ΄ τη γλώσσα μεσ΄ απ΄ την εμπειρία της γλώσσας", για τον οποίο μιλάει ο Καρούζος, έχει την αντίστροφη κατεύθυνση απ΄ την επιστροφή στο "άμεσο Είναι" που ζητά ο Χάϊντεγγερ, στην "παρ-ουσία" της αμεσότητας του Είναι". Η αρχική αμεσότητα του Είναι, στη διαλεκτική του Χέγκελ (και του Μαρξ) είναι ακόμα αφηρημένη, μονόπλευρη, φτωχή σε προσδιορισμούς. Το απόλυτο, το αληθινό, βρίσκεται στο αποτέλεσμα του όλου Γίγνεσθαι. Κι ο Καρούζος - παρά την δηλωμένη αντιπάθειά του για τον Χέγκελ - δεν ζητά την αφηρημένη αμεσότητα αλλά αυτό που ονομάζει "αρτίωση" και "Ολωση". Η δεσπόζουσα αρχή της ποίησής του και της ζωής του ήταν, σύμφωνα με τη δικιά του πάλι έκφραση, η θέληση για τη συντέλεια της Ελευθερίας.

6. Μετά τα τελευταία γενέθλια της ζωής του, στις 17 Ιουλίου 1990, κλείνοντας τα 64 και μπαίνοντας στα 65, ο Νίκος Καρούζος έλεγε χωρίς φιλαυτία, με χαρμόσυνο πένθος: "65 χρονών πέθαναν και οι τρεις μέγιστοι άνθρωποι: ο Ηράκλειτος, ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ κι ο Καρλ Μαρξ". Αν δεν αγαπάς και τους τρεις, πώς να διαβάσεις τα ποιήματα του Καρούζου;

7. Μόλις πέθανε κάποιος δίκαιος, που ήταν φίλος του Ραμπί Μπεναχέμ Μέντελ του Βόρκι, ένας Χασσίδ έκανε επίσκεψη στον ραββίνο για να του διηγηθεί τις τελευταίες στιγμές του φίλου του. "Πώς έγινε;", ρώτησε ο Ραμπί Μέντελ. "Πολύ καλά" απάντησε ο Χασσίδ, "όπως όταν περνάει κάποιος από ένα δωμάτιο στο γειτονικό δωμάτιο". "Α, όχι!" διαμαρτυρήθηκε ο Ραμπί Μέντελ του Βόρκι "έγινε αλλιώς: όπως περνάει κάποιος από μια γωνιά σε μιαν άλλη του ίδιου δωματίου!". Ή, όπως λέει ο Νίκος Καρούζος: δεν ήρθα δεν φεύγω θα σταματήσω.




"Εμείς μπορούμε να δώσουμε τη ζωή μας
μέσα σ’ ένα συλλαλητήριο,
εσείς τι μπορείτε;"




Δεν ήταν απόμακρος. Εύθικτος και οξύθυμος με τους ανόητους,
τους συγχωρούσε στο τέλος όλους. Έλεγε πως έγινε
ευγενέστερος, μαχόμενος για μιαν αταξική κοινωνία. Έλεγε πως
όλες οι εξουσίες μισούν τον ποιητή. Εκείνος που πήρε σύνταξη
δεύτερης κατηγορίας από το υπουργείο Πολιτισμού
για να κηδευθεί δημοσία δαπάνη.
Πριν φύγει ζήτησε χαρτί και μολύβι.
Όλοι νόμισαν πως κάτι θα'γραφε.
Εκείνος ζωγράφισε μια μαργαρίτα.
Νίκο Καρούζο τον έλεγαν...





Ο Γκαίτε είπε κάποτε:
"Δεν ξέρω τι έχω πετύχει
στην Τέχνη.
Το μόνο που ξέρω εί
ναι ότι με την Τέχνη
έγινα ευγενέ
στερος".
Ε, εγώ έχω γίνει ευγενέ
στερος μαχόμενος
για την αταξική
κοινωνία.
Δεν μ ενδιαφέρει η οι
κτρή ουτοπία.
Εγώ θέλω να είμαι
ευγενέστερος και το να είμαι
ευγε
νέστερος σημαίνει να αγωνίζομαι
για την επικράτηση της αταξικής κοινωνίας»



14 σχόλια:

mareld είπε...

Ανακάλυψα την περασμένη εβδομάδα μερικές ανομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στο Marx και στον Μπακούνιν. Θα ’θελα ναν τις αναφέρω την ώρα τούτη για κάθε ανθρώπινη χρήση. Πρώτη ανομοιότητα: Ο Marx έκανε συλλογή γραμματοσήμων. Ο Μπακούνιν έκανε συλλογή χαρτοσήμων (αυτό το χόμπι δεν το είχα ξανακούσει). Δεύτερη: Ο Marx ήτανε μεγάλος μυθιστοριογράφος, που έπαιρνε πάντα το υλικό του απ’ την πραγματικότητα. Ο Μπακούνιν ήτανε μεγάλος ποιητής, με εκρηχτική φαντασία, μα όμως αφόρητα φλύαρος. Τρίτη: Ο Marx είν’ ένας άνθρωπος εξαιρετικά διάσημος. Ο Μπακούνιν είν’ ένας άνθρωπος αφαιρετικά διάσημος. Τέταρτη: Από μουσική άποψη, ο Marx ομοιάζει με Berlioz, ο Μπακούνιν με Bruckner. Πέμπτη: Από ζωγραφική άποψη, ο Marx ήτανε κάτι σαν το Cezanne,* ο Μπακούνιν φτυστός ο Van Gogh. Έκτη ανομοιότητα: Ο Marx ήτανε (παρ’ όλο που και εβραίος) άνθρωπος της Ευρώπης. Ο Μπακούνιν ήτανε ασιάτης. Έβδομη: Ο αφάνταστος Marx έβαλε στο χέρι του Λένιν ένα σημείωμα με μακρουλές προθεσμίες. Ο ευφάνταστος Μπακούνιν έβαλε στο χέρι του Λένιν ένα απριλιάτικο δαυλί της Ρουσίας. – Το μόνο κοινό που είχαν εκείνοι οι δυο άνθρωποι, ο Κάρολος Marx και ο Μιχάλης Μπακούνιν, ήτανε βέβαια οι γενειάδες τους. Τελικά, την πιότερη στον αιώνα μας οικουμενική επαλήθευση την κατάφερε ένας παράμερος άνθρωπος της τοτινής εποχής, με χοντρουλό και φουσκωτό μουστάκι, κι όχι ο Marx ή ο Μπακούνιν (αν και με τις τόσο επίκαιρες γενειάδες τους). Το λοιπόν εκείνος ο παράμερος άνθρωπος έγραψε με κάτι φοβερά ορνιθοσκαλίσματα στο κούτελο της ανθρώπινης μοίρας τις πιο γερμανικές λέξεις που υπάρχουν στον κόσμο και στο γαλαξία μας: θέληση για δύναμη.

mareld είπε...

Το μυαλό μου δεν έχει –να πάρει ο διάβολος- τίποτα για χτίσιμο. Να τραγουδήσω κατιτίς; - αλλά δεν υπάρχει πεντάγραμμο. Ναν το ρίξω στη στόχαση; Να σας πω, παραδείγματος χάρη, τι εννοώ λέγοντας ενίοτε πως πρέπει να μεταβάλλουμε σε θεολογία το περπάτημα; Ή να σας πω το άλλο που κάποτε μου συμβαίνει: να βγάζω το κεφάλι μου έξω απ’ τα ηλίθια τ’ αστέρια, χαζεύοντας τη στυμμένη λεμονόκουπα που κρατεί στα χέρια του ο αρχαίος φιλόσοφος Αναξίμανδρος. Βρίσκομαι πάντως στο μικρό μου ησυχαστήριο. Τις περισσότερες ώρες κοιμάμαι. Κατ’ αυτό τον τρόπο γλιτώνω την ύπαρξη. Δεν έχει κανένα τέταρτο που ξύπνησα. Πίνω τον πρώτο μου καφέ στο μεγάλο ποτήρι. Θα ’ναι δέκα και – η ώρα -, κι απ’ έξω, φαντάζομαι, θα μαίνεται κιόλας η εκμετάλλευση.

mareld είπε...

Η ΕΛΛΑΔΑ ΖΕΙ ΜΕ ΠΑΝΙΚΟΥΣ
Η Ελλάδα βγάζει πάντα καλλιτέχνες κι ανάμεσά τους ορισμένοι είναι μεγάλης κλάσεως, αλλά πράγματι η χώρα σαν σύνολο δεν έχει κουλτούρα, δηλαδή ένα καλό μέσο όρο μορφωτικής συγκρότησης του λαού της. Αυτό συμβαίνει γιατί ο τόπος αυτός δεν είχε ποτέ σωστή και δημιουργική εκπαίδευση. Κι αυτό γιατί δεν υπήρξαν ποτέ σταθερότητες ζωής και συναρθρωμένης πραγματικότητας του τόπου. Από τότε που έγινε «ανεξάρτητο» κράτος, η Ελλάδα ζει με πανικούς. Πότε υπερισχύει ο πολιτικός πανικός (κάποια δικτατορία που θα εφορμήσει για να τα κάνει όλα λίμπα), πότε ο οικονομικός πανικός (μια κατάρρευση οικονομίας που θα μας εκμηδενίσει), πότε όλα τα κακά μαζί. Τέτοια υπήρξε ως τα σήμερα η ιστορία της «ανεξάρτητης» Ελλάδας.
Αν προσθέσουμε κάτι εμφύλιους πολέμους και τη διαμάχη «καθαρεύουσας» και «δημοτικής», συμπληρώνεται πρεπόντως η εικόνα που εξηγεί την απογοητευτική έλλειψη κουλτούρας στον παράξενο τόπο μας. Κ’ έτσι παρουσιάζονται φαινόμενα ως εξής: Όταν ο Παλαμάς έγινε γενικός γραμματέας στο πανεπιστήμιο, ακριβώς επειδή ήταν ποιητής, ο τότε πρύτανης (το αναφέρει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος) να του συστήνει να σταματήσει τους στίχους!... Όταν ο Γιαννούλης Χαλεπάς τιμήθηκε με το αριστείο της Ακαδημίας, αυτό δεν εμπόδισε την Πολιτεία να τον αφήσει να ζητιανεύει στο χωριό του στην Τήνο. Όταν ο Ανδρέας Εμπειρίκος εισηγήθηκε τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα, έγινε στόχος γενικής χλεύης κι αν δεν είχε, όπως ο ίδιος μου είχε εκμυστηρευτεί κάποτε, τη θωράκιση μιας κοινωνικής και οικονομικής επιφάνειας, θα τον έκλειναν σε κανένα τρελοκομείο. Ας μη ξεχνούμε ότι τότε η Ελλάδα αντιμετώπιζε τον «Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό» του Μεταξά και του Μανιαδάκη και δεν πολυαστειεύοτανε... Θα πείτε, αυτά γινόντουσαν τότε. Δυστυχώς, παρά τα Νόμπελ, παρά τα Λενίν, παρά τα βενετσιάνικα Λιοντάρια, γίνονται και σήμερα. Το φετινό καλοκαίρι, που ήμουνα στο Ναύπλιο, διάβασα σε μια τοπική εφημερίδα εντός χτυπητού πλαισίου το ερώτημα: «Ποιος επέτρεψε το ανέβασμα των ανθελληνικών Τρωάδων;» Εδώ είναι που λένε: και μη χειρότερα...

mareld είπε...

"Ο Καρούζος θα 'θελε να επαναλάβει τα λόγια του Αυγουστίνου, όπως θα 'θελαν να τα επαναλάβουν ο Κάφκα και ο Μπόρχες: «Αν με ρωτήσουν τι είναι ο χρόνος, ξέρω. Αν θελήσω να το εξηγήσω σε κείνον που με ρωτάει, δεν ξέρω...» Αντί γι' αυτό, δεν του μένει παρά να μεταμορφώσει την ασύλληπτη φύση του χρόνου σε κάτι το επικίνδυνο και συνεπώς συναρπαστικό. Ο Καρούζος περιγράφει τα δευτερόλεπτα με την ίδια παραξενιά που άλλοι ποιητές περιγράφουν τα λουλούδια"
Ευγένιος Αρανίτσης, Ιστορία των Ηδονών

mareld είπε...

"Ο Καρούζος αποτελεί αρμονικό συνδυασμό μιας εκπληκτικής πολυμέρειας και πολυγνωσίας (αρκεί να σημειώσει κανείς, για παράδειγμα, την ευρύτητα των γνώσεών του στα εικαστικά και στην έντεχνη, την κλασσική μουσική), αλλά και μιας απλότητας και άκρας λιτότητας στην προσωπική του ζωή, μιας συστηματικής αποφυγής των «μικροαναγκών βολής». Αυτό υπήρξε αποκλειστικά δική του επιλογή, αφού η σχέση του με την ύλη περιοριζόταν στα εντελώς απαραίτητα για τη διαβίωση. Aυτή τη λιτοδίαιτη επιλογή ο Νίκος Καρούζος την ανήγαγε σε πραγματικό τρόπο ζωής, πετυχαίνοντας να παραμείνει αλώβητος, σαν πραγματικός «αντιστασιακός διαρκείας» που υπήρξε, και να εμβαθύνει σε πολύ βαθύτερες και ουσιαστικότερες σφαίρες"
Αλέξης Γ.Κ. Σαββίδης, Νίκος Δ. Καρούζος (ΤΕΤΡΑΜΗΝΑ, 44-45)

50fm είπε...

Tώρα τι να πω...
Απλά υποκλίνομαι...
Σε φιλώ, σε χαίρομαι και σε απολαμβάνω!
Καλημέρα από την χιλιοταλαιπωρημένη φίλη σου!

mareld είπε...

Ολγάκι μου!

Μόνο αν είσαι ένας άνθρωπος ακέραιος,ευαίσθητος,τρυφερός,αληθινός με ανοιχτούς ορίζοντες και φυσικά ποιητικός θα γράψεις όπως έγραψες..

Φιλιάααααα!

mareld είπε...

Εζησε χρόνια σ' εκείνο το υπό-
γειο στην οδό Σούτσου. Άλ-
λοτε μονάχος και άλλοτε με ολιγό-
μηνη συντροφιά. Λιτός. Μόνο το
ούζο δεν ήθελε να του λείψει. Εύ-
θικτος και οξύθυμος με τους ανόη-
τους. Πάντα στο τέλος όμως συγ-
χωρούσε.
Τακτικός θαμώνας του «Λουμί-
δη». Εκεί στο πατάρι με τον Δημή-
τρη Χριοτοδούλου, τον Νίκο Κα-
τσαρό, τον Νίκο Λυκομήτρο, τον
συγχωρεμένο ωραίο «παραμυθά»
Γιάννη Β. Ιωαννίδη, Τι πλάκα είχε
γίνει όταν ο Γιάννης Β. Ιωαννίδης
σε μια από τις πολλές αστυνομικές
του ιστορίες είχε παραφράσει τα
επώνυμα όλης της παρέας και
τους είχε κάνει ήρωες. Ο Νικ Κα-
ρούζο ήταν ο οδηγός της νταλίκας
που κουβαλούσε τις πυρηνικές κε-
φαλές. Ορφέο Ζάχο ήταν ο ηθο-
ποιός Ορφέας Ζάχος και ο Αντρέ
Ζησί δεν ήταν άλλος από τον Αν-
δρέα Ζησιμάτο.
Οράματα
αταξικής κοινωνίας
Αντεξουσιαστής από κούνια να
κουβαλάει το όραμα της αταξικής
κοινωνίας. Ως τα στερνά του γι'
αυτό μιλούσε...
«Την αλήθεια θα την αποκατα-
στήσει η αταξική κοινωνία. Τώρα,
αν αυτό συμβεί, εγώ δεν το ξέρω.
Εγώ όμως το πιστεύω και μάχομαι
γι' αυτό. Θα μου πεις "και αν είναι
ουτοπία"; Δεν έχει σημασία, εγώ
θα μάχομαι. Το σπουδαίο στη ζωή
είναι η ευγένεια.
ΟΚΤ 1990
Του ΑΡΗ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

mareld είπε...

Δεν ήταν απόμακρος. Ήταν πά-
ντα μαζί με τους φίλους του. Με τι
πάθος μιλούσε για κείνη την πα-
ρέα. Οι «Λευτεριστές», έτσι την
ονομάζαμε. Όλοι φίλοι του Λευτέ-
ρη του Παπαδόπουλου δηλαδή.
Να μαζεύονται στο ουζερί και να
μιλάνε για τραγούδια, για ποιήμα-
τα, για γυναίκες και πολιτική. Τον
αγαπούσε τον Λευτέρη. Ήταν ο
πρώτος που έγραψε εναντίον της
απόφασης του υπουργείου Πολιτι-
σμού να δοθεί στον ποιητή σύντα-
ξη δεύτερης κατηγορίας. Εκείνος
όμως δεν είχε λόγο κακό για τη
Μελίνα:
«Η Μελίνα έχει αξία. Είναι μια
σπουδαία ηθοποιός και, επί τέ-
λους, διαθέτει ευαισθησία. Από το
ΠΑΣΟΚ είναι η μόνη που εξαιρώ.
Έχει ένα υπαρξιακό κύρος».
Του στοίχισε όταν πέθανε ο ζω-
γράφος Κακουλίδης και από τότε
έγινε ο πνευματικός οδηγός του
Γιώργη Κακουλίδη. Και ο Γιώργης
τον είχε πατέρα και δάσκαλο. Του
στάθηκε σ' όλα του τα τρεχάματα.
ΟΚΤ 1990
Του ΑΡΗ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

mareld είπε...

Ήταν ο ποιητής που μοναδικό
του αντίπαλο στη ζωή είχε την
εξουσία:
«...Όλες οι εξουσίες ανέκαθεν
και σε όλες τις κοινωνίες μισούν
τον ποιητή. Εγώ δεν έχω καταλά-
βει γιατί συμβαίνει αυτό. Ίσως τον
μισούν επειδή τον φοβούνται...
Δεν θα κάνω ανάλυση. Η μόνη εξή-
γηση που έχω δώσει φιλοσοφώ-
ντας πάνω στο φαινόμενο, είναι
επειδή ο ποιητής δεν χαρίζει κά-
στανα...».
Αλήτες οι διαχειριστές
της εξουσίας..
Ανηφόριζε τελευταία στο Κολω-
νάκι ν' ανταμώσει με την παρέα
του Λεωνίδα Τσιριγκούλη κι άλλο-
τε έπαιρνε στο τηλέφωνο τη Λητώ
την Κατακουζηνού να πάει να τη
δει.Και η Λητώ τηλεφωνούσε συ-
νήθως στους φίλους "δεν έρχεστε
κι εσείς, γιατί ο Νίκος μου είναι
πολύ αγαπητός, αλλά έτσι κι έρθει
κι αρχίσει να πίνει, στενοχωριέ-
μαι". Μέχρι που στο τέλος η Λητώ
δεν έβαζε ούζο στο σπίτι.
Είχε φίλους που μπορούσαν να
τον συνδράμουν οικονομικά, αφού
ξέραμε πως αντιμετώπιζε οικονο-
μικά προβλήματα. Δεν ζήτησε και
ούτε δέχτηκε ποτέ του βοήθεια.
Είχαν φτάσει κάποτε στο σημείο
να του κόψουν το φως γιατί δεν
είχε να πληρώσει:
«...Η εξουσία σ' ενοχλεί κάθε
μέρα. Δηλαδή, αν δεν πληρώσω τη
ΔΕΗ, θα μου κόψουν το ηλεκτρικό
χωρίς να υπολογίζουν αν είμαι
ποιητής. Αν δεν πληρώσω το νερό
θα μου κόψουν το νερό. Αυτή είναι
η εξουσία. Εμένα μου έχουν κόψει
το νερό και το ηλεκτρικό και το
τηλέφωνο παλαιότερα. Αυτό είναι
η εξουσία. Ένας φασισμός. Και εν
τούτοις αυτοί οι ίδιοι που μου κό-
βαν το νερό, που μου κόβαν το
φως, οι ίδιοι αυτοί μπορεί να χρη-
σιμοποιήσουν το έργο μου και να
ομιλούν περί Ελλάδος και περί Πο-
λιτισμού και κουλτούρας της Ελ-
λάδος. Αλήτες είναι. Αλήτες απο-
καλώ τους διαχειριστές της εξου-
σίας. Εμένα θα υπολογίσουν αυ-
τοί; Εμένα τον ανυπεράσπιστο;»
ΟΚΤ 1990
Του ΑΡΗ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

mareld είπε...

Φοβόταν ότι θα τον προδώσει η
καρδιά του. Με την παραμικρή αρ-
ρυθμία έτρεχε στο πρώτο εφημε-
ρεύον.Άπορος και λίγοι τον ήξε-
ραν. Κεραυνός εν αιθρία η διάγνω-
ση του Γαζετόπουλου στη «Σωτη-
ρία» πριν από ένα χρόνο. Ο για-
τρός που ήταν και φίλος του διέ-
γνωσε ότι ήταν λίγα τα ψωμιά του
ποιητή. Ήρθε ο Γιώργης Κακουλί-
δης να μας φέρει τα μαντάτα. Από
τότε άρχισαν τα τρεχάματα. Τώρα
είχε ανάγκη πιότερο από πριν
τους φίλους. Και η κουβέντα όλο
γύριζε στην ποίηση και στην πολι-
τική:
«Πρέπει να τον ανεχθούμε τον
Μαρξισμό. Όταν έγραψα ότι ο κα-
πιταλισμός έκανε ζώο τον άνθρω-
πο και ο Μαρξισμός ζώο την αλή-
θεια, εννοώ ότι πρέπει να δεχθού-
με τον Μαρξισμό, έστω και αν έκα-
νε ζώο την αλήθεια, γιατί στο Μαρ-
ξισμό υπάρχει το όραμα της αταξι-
κής κοινωνίας. Τελειώνω μάλιστα
με τη λέξη "σκασμός" και αυτό ση-
μαίνει: περιμένετε να βγει το πα-
ρόν. Εννοώ δηλαδή ότι δεν πρέπει
να ενοχλούμε την ιστορική εξέλιξη
με μια κριτική που θα μπορούσε να
κάνει ζημιά σ' αυτή την εξέλιξη»

Είχε αφήσει το υπόγειο τελευ-
ταία. Τον φιλοξενούσε η αγαπημέ-
νη του φίλη, η ζωγράφος Εύα
Μπέη. Εκεί πήγαιναν και τον συνα-
ντούσαν οι φίλοι. Ο Γιώργης Κα-
κουλίδης, ο Σάββας Μιχαηλίδης
και άλλοι πολλοί. Ρωτούσε για τον
Λευτέρη και τον Λεωνίδα και τους
άλλους που είχε καιρό να τους δει.
Ευγνώμων προς το υπουργείο
Πρόνοιας που του πλήρωσε τα νο-
σήλια στο Λονδίνο. Και είχε πάντα
εκείνη τη μυστήρια αγωνία για τον
τόπο του:
«Η Ελλάδα είναι μια περιφε-
ρειακή χώρα ενός μεταπρατικού
καπιταλισμού και τώρα με την ΕΟΚ
θα γίνει το σώσε. Θα χαθεί η γλώσ-
σα, θα χαθούν τα πάντα. Η προο-
πτική μου - χωρίς να είναι απαι-
σιόδοξη - είναι προοπτική ανθρώ-
που πανικόβλητου από συνειδη
σιακή άποψη. Όμως ο ποιητής εί-
ναι ένας ιερέας και ως ιερέας έχει
ένα ευχολόγιο. Τώρα, το ευχολό-
γιο ενδέχεται να παραμείνει ευχο-
λόγιο. Επαναλαμβάνω: Δεν είμαι
απαισιόδοξος, αλλά ως ιερέας ευ-
χολογώ»
ΟΚΤ 1990
Του ΑΡΗ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

mareld είπε...

Στον Ερυθρό Σταυρό σ' ένα θά-
λαμο μ' άλλους πέντε τον ανακά-
λυψε ο συνάδελφος Δημήτρης
Γκιώνης.Τον είχαν πετάξει σ'ένα
κρεβάτι ως άπορο. Ο Θέμος Χαρα-
μής και ο Κώστας Μαύρος από to
«Υγεία» ευαισθητοποιήθηκαν και
του πρόσφεραν αξιοπρεπή νοση-
λεία τις τελευταίες του μέρες. Εκεί
ήρθε και τον βρήκε ο φίλος του
ποιητής ο Αναλης από το Παρίσι.
Συγκινήθηκε. Μίλησαν για την Ελ-
λάδα και είπε ο Αναλης ότι αυτός ο
τόπος καθυστερεί πολύ ν' ανακα-
λύψει το καινούργιο. Συνήθως το
ανακαλύπτει σε κονσέρβα όταν
του 'ρχεται απ' έξω. Εκείνος μι-
λούσε για την ηθική...
«...Σέβομαι το νόμο μιας αιώ-
νιας ηθικής, όχι όμως το νόμο της
αστικής κοινωνίας. Σέβομαι την
ηθική που αρχίζει από τους αρχαί-
ους φιλοσόφους. Μέσα σ' αυτή την
ηθική βρίσκομαι. Όσο για την ελ-
ληνική αθλιότητα, τι να πω! Αυτή
αρχίζει από τη δολοφονία του Κα-
ποδίστρια».

Ή κηδεία μου»
Απέναντι στον τοίχο κολλημένη
η προσωπογραφία του από το φίλο
του, τον Αλέκο Φασιανό. Ήταν το
εξώφυλλο του τελευταίου του βι-
βλίου. Λίγα λουλούδια στη γωνία.
... «Την ίδια μέρα συνέβη και κάτι
άλλο. Η κηδεία μου δεν κράτησε
παραπάνω από ένα πεντάλεπτο,
σαν διαδρομή μεταξύ εκκλησίας
και νεκροταφείου, μολονότι η
απόσταση δεν ήταν μικρότερη από
χίλια μέτρα. Σταυρός, εξαπτέρυ-
γα, ψαλτάδες, παπάδες, κόσμος -
οι τέσσερις που κρατούσαν το φέ-
ρετρο, οι συγγενείς, ο κόσμος -
όλοι τους με πήγαιναν τρεχάλα
πραγματικώς αθλητική. Είναι αδύ-
νατο να σας το περιγράψω, θα
'πρεπε να το βλέπατε. Τη μηχανή
μου με δύο-τρία καρμπόν και κά-
μποσες χαρτοπετσέτες, τ'άφησα
στην παχιά θυρωρίνα.
Από το ποίημα «ΣΩΡΕΙΤΗΣ».
Πριν φύγει ζήτησε χαρτί και μο-
λύβι. Όλοι νόμισαν πως κάτι θα
'γράφε. Εκείνος ζωγράφισε μια
μαργαρίτα. Νίκο Καρούζο τον έλε-
γαν (και η ΕΡΤ την άλλη μέρα λο-
γόκρινε το ρεπορτάζ της κηδείας)
ΟΚΤ 1990
Του ΑΡΗ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

mareld είπε...

«ΑΛΛΟΦΡΟΝΑΣ ΙΟΥΛΙΟΣ»

«Ο γενέθλιος μήνας μου στα θαλερά λιοπύρια του Καρκίνου
μ' έναν απρόσμενον Ισκιο που αναβλύζει
δονούμενος από φευγαλέα φωνήματα κληματαριά -
τι άρια ο θάνατος ή η εβδόμη κοίμηση...
Σα να αισθάνομαι το οώμα μου στον ιδρώτα λουσμένο
μουσείο που 'χει να δείξει σωζόμενες αστραπές
τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία»

50fm είπε...

Η Ελλάδα μας σε έχει ανάγκη...
αγαπημένη μου!
Φιλιά!