Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Γαλάζιε, γλυκιέ μου υάκινθε, γερμένε απάνω απ' την ψυχή μου! Pablo Neruda









Pablo Neruda

ΕΙΚΟΣΙ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

(1)

Γυναικείο σώμα, λόφοι λευκοί, πόδια κατάλευκα,
μοιάζεις του κόσμου όπως μου δίνεσαι έτσι.
Το αργασμένο κορμί μου άγρια σε σκάβει
και σου αναδύει τον υιό και λόγο από της γαίας τα έγκατα.

Ήμουνα μόνος κι έρημος, σαν το τούνελ καληώρα.
Με βλέπαν τα πουλιά και φεύγανε,
και μέσα μου όρμαγε η νύχτα πανίσχυρη και καταλυτική.
Για να μείνω εγώ ζωντανός, έφτιαξα εσένανε όπλο,
σ' έβαλα βέλος στο τόξο μου, στη σφεντόνα μου πέτρα.

Επέστη όμως της πληρωμής ο καιρός, κι εγώ σ' αγαπάω.
Σώμα από χνούδι κι από μούσκλια
κι από άπληστο γάλα και κραταιό.
Ω, τ' αγγεία του στήθους! Ω!, τα μάτια της απουσίας!
Ω, του εφηβαίου τα ρόδα! Ω, η συρτή και θλιμμένη φωνή σου!

Σώμα της δικιά μου γυναίκας,
υπήκοος θα 'μαι πιστός των θέλγητρών σου.
Δίψα μου, πόθε μου ατελεύτητε, αβέβαιε δρόμε μου!
Σκούρες νεροσυρμές, όπου η δίψα αιώνια ακολουθεί,
και ο κάματος ακολουθεί, και ο καημός ο απέραντος.



(2)

Στη στερνή αναλαμπή του το φως σε τυλίγει.
Χωνεμένη σε άλγη πελιδνά στέκεσαι αντίκρυ εδώ
στους γέρικους έλικες της αμφιλύκης
που σ' εξωθούν με βία σ' ατέρμονες στροβιλισμούς.

Άλαλη, αμίλητη, εσύ φίλη καλή μου,
μονάχη στη μοναξιά αυτής της ώρας των θανάτων
και κατάμεστη από τις ζωές του πυρός,
απ' ευθείας κληρονόμε άπεφθη της αφανιζόμενης μέρας.

Από τ' αμπέλια του ήλιου
πέφτει μια ρώγα στο σκούρο φουστάνι σου.
Της νύχτας οι πελώριες ρίζες
θρασεύουν απότομα και βγαίνουν από την ψυχή σου,
κι έτσι επιστρέφεις στον έξω κόσμο
ότι είχες μέσα σου κρυμμένο,
κι έρχονται σμάρια εκεί, σμάρια γαλαζωπά,
που εσύ εγέννησες κι εσύ τα τρέφεις.

Παμμέγιστη, ω, εριγόνιμη εσύ σκλάβα σαγηνευτική
των ηλιοδρόμων με τις μελανωσιές και τα χρυσάφια τους:
στητή εκεί, ολόρθη, πολεμάς
και φκιάνεις ένα πλάσμα ολοζώντανο
όπου θα μαραθούνε τ' άνθη του,
κι εσύ θα μείνεις εκεί βουτηγμένη μετά μέσα στο πένθος.



(3)

Ω πευκώνα μου, εσύ, απέραντε, φλοίσβε των παρόχθιων κυμάτων,
σιγανό πηγαινέλα των φώτων,
της εκκλησιάς καμπάνα κατάμονη,
στάλα εσπερινή που ραντίζεις τα δικά σου τα μάτια,
παναγιά μου, κουκλί μου πεντάμορφο,
της στεριάς αχιβάδα, μάσα σου εσένα τραγουδάει το χώμα!

Μέσα σου τραγουδάν τα ποτάμια, και η ψυχή μου πλέει μαζί τους
και πάει όπου εσύ θέλεις και όπου εσύ αγαπάς.
Χάραξε μου ένα δρόμο στο τόξο εδώ των προσδοκιών σου,
κι εγώ, μέσα σε παραλήρημα, εξαπολύω των βελών μου τα σμήνη.

Κι εγώ βλέπω εδώ τώρα γύρω μου
να με σφίγγει της ομίχλης σου η ζώνη
και η σιωπή σου να πνίγει τις αλαφιασμένες μου ώρες,
σε ξέρω, είσαι εσύ, με τα πέτρινα χέρια σου, διάφανη
εκεί όπου δένουν οι φελούκες των φιλιών μου
κι όπου φωλιάζουν οι κάθυγροι πόθοι μου.

Ω εκείνη η μυστηριακή φωνή σου
όπου την αβγαταίνει και τη λυγάει στα δυο η αγάπη,
καθώς αντιλαλεί το σούρουπο και σβήνει πέρα!
Έτσι σε μύχιες ώρες έχω ιδεί κι εγώ στον κάμπο τα στάχυα
να λυγάνε απ' το στόμα του ανέμου.



(4)

Είναι θύελλες ζαλωμένο το πρωινό
μες στο κατακαλόκαιρο.
Σαν άσπρα μαντηλάκια αποχαιρετισμών
σαλπάρουν τα σύννεφα,
και, εκεί, τ' αρπάζει ο άνεμος
και τα σηκώνει με τα χέρια του τα ταξιδιάρικα.
Αρίφνητη η καρδιά του ανέμου
που χτυπάει μες στην ερωτοδέσμια σιωπή μας.

Που κοχλάζει ανάμεσα στα δέντρα,
πολυφωνικός και υπερκόσμιος,
γλώσσα κατάφορτη από παιάνες, λες, και θούρια.

Ο άνεμος που λαφυραγωγεί τα φυλλώματα
και βγάνει από τη ρότα τους τα σεινάμενα βέλη των πουλιών.

Ο άνεμος που σε σφεντονίζει εσένα σε πελάγη ακύμαντα,
σε γαίες πανάλαφρες, σε φλόγες γονυκλινείς.

Σπάνε και χύνονται ένα καντάρι φιλιά
συντριμμένα πάνω στις πύλες του καλοκαιριάτικου ανέμου.



(5)

Για ν' ακούς μόνο εμένα
τρυφερεύουν ώρες ώρες
τα λόγια μου
και γίνονται σαν τις πατημασιές των γλάρων
στην άμμο του γιαλού.

Καδενίτσα, έτσι, μικρή ξεκούρντιστη λατέρνα,
στα σαν τρούφες τρυφερά σου χέρια.

Κι έτσι τα λόγια μου τα βλέπω παρασάγγες πέρα.
Μα απείρως πιο μακριά είν' τα δικά σου.
Κι αναρριχούνται σαν τον κισσό απάνω στον παλιό μου πόνο.

Σκαρφαλώνουν εδώ, πάνω στους μουσκεμένους τοίχους.
Και εσύ είσαι η αιτία - να ξέρεις -
της σκληρής και μέχρις αιμάτων αναμέτρησης.

Δραπετεύουν από τα κατασκότεινα,
απ' τα μέσα μου μπουντρούμια.
Γιομίζει ο τόπος με σένα, πληρούνται τα σύμπαντα.

Πριν έρθεις η ίδια, πυκνοκατοικούσαν εκείνα τη μοναξιά μου,
κι είν' πιο δικά μου αυτά, απ' ότι εμένα εσύ,
εδώ στην πίκρα μου.

Κι αυτό που θέλω τώρα να σου λεν εκείνα
είν' εκείνο που θέλω να σου ειπώ εγώ
για να τ' ακούς κι εκείνα
όπως θέλω ν' ακούς μονάχα εμένα.

Ο φόβος τ' αρπάζει και τα σκορπά στους πέντε ανέμους.
Κι έρχοντ' έπειτα τυφώνες και λαίλαπες ονείρων
και μου τα ξανασωριάζουν κάτω εδώ στο χώμα.
Φωνές αλλότριες ξανοίγεις εσύ
μες στη χιλιοβασανισμένη φωνή τη δική μου.
Ολοφυρμούς από παμπάλαια στόματα,
αίμα από αρχαία μαρτύρια.
Να μ' αγαπάς, συντρόφισσα. Να μη μ' αφήνεις μόνο.
Να 'σαι μαζί μου.
Να 'σαι μαζί μου, συντρόφισσα,
σε τούτο 'δω το κύμα του τρόμου.

Και να! που τα λόγια μου έρχεται τώρα
και τα βάφει η αγάπη σου.
Κι είναι δικά σου όλα, όλα δικά σου.

Κι απ' όλα εγώ θέλω να φτιάξω
μια καδενίτσα δίχως τέλος
για τ' άσπρα σου χέρια, τα σαν τρούφες παντρύφερα.



(6)

Θυμάμαι τώρα εδώ πως ήσουν το φθινόπωρο που μας πέρασε.
Ήσουν το γκρίζο μπερεδάκι και η καρδιά η δίχως έννοια.
Ξιφομαχούσανε στα μάτια σου οι φλόγες του δειλινού
και πέφτανε τα φύλλα στα νερά της ψυχής σου.

Τυλιγμένη εσύ σαν αναρριχητικό γύρω απ' τα μπράτσα μου,
και τα φυλλώματα έτσι βάζανε σουρντίνα στη φωνή σου
την αργή και ανέμελη.
Σαστίσματα σωρό, πλήθος ξαφνιάσματα,
όπου πυρακτωνόταν η δίψα μου.
Γαλάζιε, γλυκιέ μου υάκινθε, γερμένε απάνω απ' την ψυχή μου!

Βλέπω τα μάτια σου που ταξιδεύουνε,
το φθινόπωρο πλέον είναι μακριά:
μπερεδάκι μου γκρίζο, κελάηδημά μου,
καρδιά μου πυροστιά εσύ,
όπου, πετώντας, απαγκιάζανε οι μυστικές μου σκέψεις
και τα πασίχαρα φιλιά μου ορμίζονταν σαν κάρβουνα αναμμένα.

Ουρανέ πάνω απ' τ' άρμενο. Όαση μετά απ' τον ερημότοπο.
Η θύμησή σου είναι από φως
κι από καπνό κι από στάσιμη λιμνούλα στην αλάνα.
Πέρα απ' τα μάτια σου πυρακτώνονταν τα λυκόφωτα.
Φύλλα ξερά του φθινοπώρου στροβιλίζονταν στην ψυχή σου.




(7)

Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και αμολάω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
στα ωκεάνια μάτια σου.

Εκεί απλώνεται και εκεί φουντώνει με φλόγες πανύψηλες
η μοναξιά μου, πέρα δώθε στον αέρα
υψώνοντας τα χέρια της σαν ναυαγός.

Ανάβω κόκκινες φρυκτωρίες
πάνω από τα εξόριστα μάτια σου
που σαν τα κύματα έρχονται της θάλασσας
και σκάνε στην ποδιά του φάρου.

Αγναντεύεις μοναχή τα ερέβη,
γυναίκα εσύ η αλαργινή και η πλησίον.
μες απ' το βλέμμα σου
ώρες ώρες αναδύεται ο μακρύς γιαλός του τρόμου.

Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και μαζεύω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
από τη θάλασσα εκείνη
που κλυδωνίζει τα ωκεάνια μάτια σου.

Νυχτερινά πουλιά ραμφίζουνε τα πρώτα αστέρια
που λάμπουν εκεί απάνω
όπως λάμπει η ψυχή μου την ώρα που σ' αγαπάω.

Καλπάζει στη ράχη του μαύρου της κέλητα η νύχτα
και τσαλαπατάει τα στάχια τα γαλαζιανά στον κάμπο.



(8)

Μέλισσα μυριόλευκή μου εσύ που ζουζουνίζεις - μεθυσμένη
απ' τα μέλια - γύρω στην ψυχή μου
και όλο στροβιλίζεσαι
με τις νωχελικές μαζί τουλίπες του καπνού.

Είμαι ο δίχως ελπίδα εκείνος, είμαι.
μια λέξη είμαι χωρίς ήχο,
αυτός που όλα τα 'χει χάσει και που όλα τα κατέχει.

Κι εσύ είσαι ο στερνός μου κάβος,
όπου στενάζει μέσα του ο στερνός μου φόβος.
Στην έρημή μου γη είσαι το ρόδο το στερνό.

Αχ, σιγαλινή μου εσύ!

Έλα! κλείσε τα τρίσβαθά σου μάτια. Πεταρίζει η νύχτα εκεί.
Έλα! ξέντυσε το περίτρομο άγαλμα του κορμιού σου.

Έχεις τρίσβαθα μάτια και πεταρίζει η νύχτα εκεί.
Ολόδροσα έχεις άνθινα χέρια και αγκαλιά από τριαντάφυλλα.

Τα στήθη σου μοιάζουν με κατάλευκα όστρακα.
Ήρθε στην κοιλιά σου κι αποκοιμήθηκε ο ήσκιος
μιας πεταλούδας.

Αχ, σιγαλινή μου εσύ!

Και να η μοναξιά εδώ, που λείπεις εσύ.
Βρέχει. Και ο μπάτης έχει στρώσει στο κυνήγι
τους αδέσποτους γλάρους.

Το νερό πλατσουρίζει ξυπόλυτο στις λάσπες του δρόμου.
Κι εκεινού εκεί του δέντρου βογκούν
σα να 'ν' ανήμπορα, τα φύλλα.

Μέλισσα μυριόλευκή μου εσύ και απόμακρη,
ζουζουνίζεις ακόμα
γύρω στην ψυχή μου. Ζουζουνίζεις.
Ξαναγεννιέσαι με των χρόνων τα γυρίσματα,
περίκομψη και σιγαλινή.

Αχ, σιγαλινή μου εσύ!



(9)

Απ' το ρετσίνι κι από τ' ατέλειωτα φιλιά,
είμαι - κατακαλόκαιρο - και κουμαντέρνω
τη βαρκούλα των ρόδων
και τήνε πάω εκεί όπου το γάρμπος χάνεται της μέρας,
και στη φερέγγυα παραφορά των νερών την ασφαλίζω.

Πελιδνός και δεσμώτης στα λαίμαργα κύματά μου
σκίζω πέρα δώθε τα μπρούσκα χνώτα
του αναπεπταμένου στερεώματος,
φορώντας ακόμα τη φόρμα μου, ντυμένος πικρούς αντίλαλους,
κι έχοντας το κεφάλι τυλιγμένο με κάτι κουρέλια της αφρής.

Πάω, στα πάθη μου μέσα στητός,
καβάλα στη ράχη του μονάκριβου μου κύματος,
φεγγαρίσιος, ηλιοτραφής, πυρίκαυστος και μπουζιασμένος εγώ,
κι αποκοιμιέμαι τον νήδυμο
στο φαράγγι με τα φιλντισένια νησιά
των μακάρων, που είναι γλυκά σα φρέσκα πρωινά καπούλια.

Στη νύχτα μέσα την υγρή
τρεμουλιάζει το ρούχο μου ραμμένο με τα ρίγη
των φιλιών και φορτισμένο ξέφρενα με ηλεκτρικές εκκενώσεις,
με ηρωικά δε εξάμετρα διαμερισμένο σε ενύπνια
και σε μεθυστικά τριαντάφυλλα που ανοίγουν μέσα μου.

Όρτσα στα νερά,
όπου με χτυπούνε κύματα θεόψηλα, πλευρικά,
κι εγώ βαστώ
το παράλληλο σώμα σου στα στιβαρά μου μπράτσα
σαν ψαράκι που όλο το πιάνω και το ξαναπιάνω
στην απόχη της ψυχής μου
(τη μια γοργό την άλλη αργό)
σε τούτον κάτω εδώ τον υποσέληνο κόσμο.



(10)

Το χάσαμε κι αυτό το ηλιοβασίλεμα.
Κανείς δεν μας είδε εμάς χεράκι, χεράκι το βράδυ εκείνο
όπου έπεφτε η γαλάζια η νύχτα και εσκέπαζε τον κόσμο.

Απ' το παράθυρο μου είδα μόνος εγώ
τη φιέστα του ηλιογέρματος ψηλά στ χάη.

Και πότε, πότε σαν πυρακτωμένο κέρμα
κράταγα ένα κομματάκι ήλιο στην παλάμη μου.

Και σε συλλογιζόμουν με τη καρδιά σφιγμένη
από κείνο εκεί το σφίξιμο που ξέρεις πως με κυβερνάει.

Λέγε μου, που ήσουνα?
Με τι κόσμο?
Και τι τους έλεγες?
Και γιατί ακαριαία με κυριεύει ακέριος ο έρωτας εμένα
μόλις νιώσω μοναχός, με σένανε μακριά μου?

Μου 'φυγε το βιβλίο που πάντα ανοίγω το βραδάκι
και σα λαβωμένο κουτάβι γλίστρησε
κι έπεσε στα πόδια μου το παλτό.
Μα όλο φεύγεις εσύ, φεύγεις τα βράδια
με το δειλινό παρέα που πιλαλάει και αφανίζει τ' αγάλματα.



(11)

Οιονεί εκτός στερεώματος, ανάμεσα σε δυο βουνά,
πάει και ρίχνει άγκυρα το μισοφέγγαρο.
Η σβούρα, η γυρίστρω η νύχτα, των ματιών η νεκροθάφτισσα.
Μέτρα μόνο πόσα αστέρια έχουνε γίνει θρύψαλα
μες στα λασπόνερα!

Και μένανε μ' ένα σταυρό
με σημαδεύει η νύχτα στο μεσόφρυδο
κι ανοίγει τα φτερά της και φεύγει.
Κι εκεί έχει φαναρτζίδικο
όπου δουλεύουν τα γαλάζια μέταλλα.
και νύχτες με παλέματα που αποσιωπούνται
και την καρδιά μου
που φέρνει βόλτες ολοένα σαν τσέρκι βουρλισμένο.
Κι ένα κορίτσι που ήρθε από πολύ μακριά,
που το φέρανε από πολύ μακριά,
και που κάθε τόσο φωσφορίζει η ματιά του
κάτω απ' τον τρούλο του ουρανού.
Το σφύριγμα των αέρηδων, η μπόρα, το κακό, οι άνεμοι
Μαίνονται και ξεσπούν στην καρδιά μου ακατάπαυτα.
Ο δε άνεμος, που έρχεται από τα μνήματα,
αναρπάζει, συντρίβει
και διασκορπίζει παντού τη ρίζα σου και τα όνειρά της.
Ξεριζώνει τα μεγάλα δέντρα και τα πετάει στην άλλη άκρη.

Όμως εσύ στέκεσαι εκεί,
κορίτσι μου αίθριο και ασυννέφιαστο,
ατμών σιντριβάνι, στάχυ μοναχό.
Αλώνι όπου εισέβαλε ο άνεμος
και σου 'δινε μετά σχήμα με φυλλώματα αναμμένα.
Πίσω απ' τους δυο λόφους της νύχτας,
άσπρε φλεγόμενε κρίνε μου,
φευ, δεν μπορώ να ειπώ τίποτα! Σ' έχουνε πλάσει
με όλα τα στοιχεία του κόσμου!

Καταδίκη μου εσύ,
που μου σκίζεις με στιλετιές τα στήθη,
ήρθε η ώρα να πάρω δρόμο άλλον
και να πάω εκεί όπου δεν ανθίζουν τα χαμόγελα σου.
Μπόρα μου εσύ δυνατή,
που ήρθες και παράχωσες στη γη τις καμπάνες,
κούφιε ανεμοστρόβιλε των μαρτυρίων μου,
γιατί εγώ να σεκλετίζομαι τώρα,
γιατί εγώ να πικραίνομαι;. . .

Ε, ήρθε η ώρα να πάρω το δρόμο
που σε βγάζει εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα,
εκεί όπου δεν είναι πρόσκομμα
ούτε ο φόβος, ούτε ο θάνατος, ούτε ο χειμώνας,
και να 'χω συνοδεία μου τα μάτια σου
τ' ανοιχτά και άγρυπνα
μες στης πρωινής δροσιάς τα μονοπάτια.



(12)
Για τη καρδιά μου αρκεί το στήθος σου,
για την ελευθερία σου αρκούν τα φτερά μου.
Απ' το δικό σου στόμα φτάνουν ως τον ουρανό
όσα κοιμούνταν στην ψυχή σου μέσα.

Μέσα σου στέκει το ξεγέλασμα της κάθε μέρας
Έρχεσαι σαν τη δροσιά πάνω στα στόματα των λουλουδιών.
Στέλνει στα καταχθόνια τους ορίζοντες η απουσία σου.
Στους αιώνες των αιώνων αλαργεύοντας
σαν της θάλασσας τα κύματα.

Και είπα τότε πως τραγούδαγες στον άνεμο
ωσάν τα πεύκα και ωσάν τα κατάρτια των πλοίων.
Σαν πεύκο είσαι εσύ και σαν κατάρτι πανύψηλη και αμίλητη.
Και ξαφνικά μελαγχολείς, σαν επιβάτης σε μπάρκο.

Φιλόξενη, ανοιχτόκαρδη σα δρόμος παλιός.
Σε κατοικούν φωνές και αντίλαλοι της νοσταλγίας.
Ξυπνάω εγώ, και τότε, κάπου, κάπου, αποδημούνε
τα πουλιά που κοιμούνταν στην ψυχή σου μέσα.



(13)

Με μικρά χι τσεκάριζα πυρπολημένους τόπους
στον γαλατένιο άτλαντα του κορμιού σου επάνω.
Ήταν αράχνη το στόμα μου που έστηνε τον ιστό της χιαστί.
Μέσα σου, επάνω στην πλάτη σου, διψαλέο, περίτρομο.

Σου έλεγα παραμύθια και θρύλους στις όχθες του εσπερινού,
κουκλί μου λυπημένο και γλυκό,
για να σου τήνε πάρω έτσι τη λύπη.
Για 'ναν κύκνο, για 'να δέντρο, για κατιτί αλαργινό κι αλέγρο.
Για την ώρα των σταφυλιών, για τον καιρό της ώριμης οπώρας.

Ζούσα αραγμένος σε λιμάνι ώσπου σ' αγάπησα,
και τη μοναξιά μου την τραβέρσωναν τα όνειρα και η σιωπή.
Δεσμώτης ήμουν ανάμεσα σε θάλασσα και θλίψη.
Βουβός, αλλοπαρμένος,
ανάμεσα σε ασάλευτους βαρκάρηδες του πόρτου.

Από τα χείλια ως τη φωνή κάτι όλο χάνεται.
Κάτι φτεροκοπάει, του τρόμου κάτι και της λησμονιάς.
Έτσι, να, σαν δίχτυα που δεν δύνονται να κρατήσουν το νερό,
μαμούνι μου εσύ, παρά σταγόνες κάποιες μόνο
στους βρόχους τους τρεμουλιαστές.
Κι ωστόσο, πάντα κάτι τραγουδάει
σ' αυτά εδώ τα έπεα πτερόεντα.

Κατιτίς τραγουδάει,
κατιτίς αναθρώσκει ως το άπληστο στόμα μου.
Να ήτανε λέει να σου ψάλλουνε μεγαλυνάρια
μ' όλα τα λόγια της χαράς.
Διθυράμβους ν' ακούσεις, να σ' ανάψουνε και να πετάξεις
σαν καμπαναριό στα χέρια ενός θεότρελου.
Τρυφερή μου εσύ, λυπημένη - τι τρέχει, ξαφνικά? Τι έγινε?
Καλά, καλά δεν πρόλαβα
στην κορφή του ωραίου όρους ν' ανέβω
κι η καρδιά μου έκλεισε σα νυχτολούλουδο.



(14)

Όλο παίζεις, εσύ, κάθε μέρα, εσύ,
με το φως του σύμπαντος κόσμου.
Επισκέπτρια συλφίδα των νερών και των κήπων.
Δεν είσαι δε μόνο εκείνη η χρυσή κεφαλή
όπου σαν ανθοδέσμη σφιχτά την κρατάω εγώ
μες στα δυο μου τα χέρια.

Κανενός αλλουνού δεν μοιάζεις εσύ
από τότε που εγώ σε αγάπησα.
Άσε να σε ξαπλώσω σ' ένα στρώμα
από μάηδες κίτρινους κι αγαπανθούς.
Ποιος είν' εκείνος εκεί που γράφει τ' όνομά σου
με ψηφία καπνού στ' αστέρια του Νότου?
Εγώ είμ' εκείνος εκεί που γράφει τ' όνομά σου
με ψηφία καπνού στ' αστέρια το Νότου!
Άσε με. . . άσε με να σε αναπολήσω όπως ήσουν
προτού ν' ανασπασθείς και βγεις στην ύπαρξη.

Κι ευθύς, δες, αλαλάζει ο άνεμος
και δέρνει τα κλειστά μου παράθυρα.
Ο ουρανός είναι μι' απόχη φίσκα ως απάνου
με ψάρια μαύρα, ανήλιαγα.

Κι εδώ, εδωνά, κοπάζουν όλοι οι άνεμοι, όλοι τους εδωνά.
Και τότε η βροχή εγυμνώθη.
Πουλιά πετάνε πετούμενα.
Οι άνεμοι. Οι άνεμοι.
Μόνος μου εγώ και αναμετριέμαι με των άλλων τη δύναμη.
Ο ανεμοστρόβιλος σέρνει μαζί του
και μουρλαίνει τα μπακιρένια φύλλα
και ξελύνει τ' άραγμένα στ' ουρανού το μώλο.

Εσύ είσαι εδώ. Εσύ δε φεύγεις, δεν πετάς.
Κι εσύ ως το τέλος θα είσαι και θα μου απαντάς
στους βόγγους και τα μουγκρητά μου.
Επάνω μου να 'ρθεις να κουλουριαστείς
σα να σ' έχουνε σκιάξει.
Κάπου κάπου αδέσποτοι ξεπόρτιζαν απ' τα μάτια σου ήσκιοι,
ξένοι, παράδοξοι.

Και τώρα, τωραδά, εδώ,
μανούσια μου φέρνεις και δυοσμαρίνια, μωρό μου,
γι' αυτό κι έτσι ευωδιάζουν τα στήθη σου.
Την ώρα όπου ο άνεμος μελαγχολικός καλπάζει
σφαγιάζοντας πεταλούδες
εγώ σ' αγαπάω,
κι η έξαρση μου δαγκώνει βαθιά
τα δαμάσκηνα του στόματός σου.

Πόσο έχεις στ' αλήθεια πονέσει,
ώσπου να 'βρεις τα χούγια μου,
ώσπου να βρεις την ψυχή μου τη μονάτη κι ανήμερη
και τ' όνομά μου που όλους τους κάνει και τρέμουν . . .
Πόσες και πόσες φορές δεν είδαμε το φως του αυγερινού
να μας φιλάει τα μάτια
και πάνω απ' τα κεφάλια μας το χάραμα κυκλοδίωκτο
ν' ανοίγει ωσάν ριπίδιο.
Τα λόγια μου σε μούσκεψαν θωπεύοντάς σε.
Καιρός πάει πολύς που αγάπησα
το ηλιόλουστο σώμα σου, το μαργαριταρένιο.
Και πιστεύω έτσι πως εγώ είμαι ο κύριος
του σύμπαντος όλου.
Θα σου φέρω απ' τα βουνά λουλούδια εξαίσια,
κλέλιες, ζουμπούλια
και βελανίδια γεράνια, κι ένα κοφίνι φιλιά.

Θέλω να κάνω μαζί σου
αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές.



(15)

Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δε σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.

Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ' τα πράγματα,
ποτισμένη απ' τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ' την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ' αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες στη δική σου σιωπή.

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια η νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα κι απ' αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο - μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.



(16)

Στον βραδιάτικο ουρανό μου επάνω είσαι σαν σύννεφο,
το δε χρώμα σου και το σχήμα είναι
όπως ακριβώς μου αρέσουν.
Είσαι δικιά μου, είσαι δικιά μου,
γυναίκα με τα γλυκά χείλια,
και στη ζωή σου μέσα ζουν τα ασύνορα όνειρά μου.

Ο λύχνος της ψυχής μου σου γλυκοροδίζει τα πόδια,
το στυφό μου κρασί γλυκαίνει στα χείλη σου,
ω η μακελάρισσα εσύ

που πριονίζεις το τραγούδι μου τα βράδια,
ω πόσο σε νιώθουνε δικιά μου τα μοναχικά μου όνειρα!

Είσαι δικιά μου, είσαι δικιά μου,
το φωνάζω στο μπάτη του βραδιού
και τ' αεράκι παίρνει μετά τη φωνή μου
και τη σκορπάει τριγύρω.
Κυνηγέτις εσύ που σαϊτεύεις λαγούς
στα βάθη των ματιών μου,
των ματιών μου που λιμνάζουν σα βρόχινο νερό
μες στο νυχτερινό σου βλέμμα.

Σ' έπιασα αιχμάλωτη στα δίχτυα της μουσικής μου,
αγάπη μου,
και τα δίχτυα αυτά της μουσικής είναι ψηλά, επάνω,
στον ουρανό.
Γεννιέται η ψυχή μου κι ανασταίνεται
στις όχθες των μαύρων ματιών σου
τα δε μαύρα μάτια σου είναι φυλάκιο
στη μεθόριο της χώρας των ονείρων.



(17)

Να συλλογιέμαι εγώ και ήσκιους να καταπίνω
μέσα στην άπατη μοναξιά.
Μα εσύ να είσαι μακριά κάπου,
κι απ' ότι ζωντανό πιο πέρα ακόμα.
Να συλλογιέμαι, να λευτερώνω πουλιά, να εκπορεύω εικόνες,
να καταχωνιάζω φανούς και λαμπάδες στα έγκατα.
Καμπαναριό μου με τη καταχνιά και τις αντάρες,
εκειδά πέρα, εκειδά πέρα, αλάργα!
Να φορτώνω εγώ δίφρους με θρηνωδίες,
ν' αλέθω εδώ ελπίδες σκυθρωπές,
ο αμίλητος εγώ μυλωνάς,
και σένα να σε κουκουλώνει η νύχτα,
έξω μακριά απ' τη πόλη.

Η παρουσία σου είν' απόμακρη, αλλόκοτη για μένα,
σαν και τι!. . .
Αναλογίζομαι πως ήταν η ζωή μου προτού να 'ρθεις εσύ.
Η ζωή μου προ πάσης ελεύσεως, η στυφή η ζωή μου.
Το σκούξιμο εκείνο εκεί καταντικρύ στη θάλασσα,
ανάμεσα στα βράχια,
να πιλαλάει ελεύθερο, λωλό, ίσα με την ούγια της θάλασσας.
Η μάνητα του παράπονου, το σκούξιμο εκείνο εκεί,
η μοναξιά της θάλασσας.
Να ξεμπουκάρουνε ώσπερ βιαίας πνοής
και ν' ανέρχονται στους ουρανούς.
Γυναίκα, εσύ, που ήσουν εδώ,
σαν τις χάσες και σαν τι καλαμόξυλο
να ήσουνα από τούτην εδώ τη πελώρια βεντάλια?
Μακριά ήσουνα και τότε όπως και τούτην εδώ την ώρα.
Στο δάσος πυρκαγιά! Και καίει
με μικρά του σταυρού σχήματα γαλάζια!
Καίει και καίει και κατελεί ανάσβολα δέντρα!
Τα ρίχνει κάτω και τριζοβολάει ο τόπος!
Πυρκαγιά!. . . Πυρκαγιά! . . .
Και η ψυχή μου, καψαλισμένη αυλήτριδα,
πάνω στις σχίζες και στα πελεκούδια τ' αναμμένα χορεύει!
Ποιος σκούζει εδώ? Ποια σιωπή
κατοικημένη από φωνές και αντίλαλους?
Ώρα της νοσταλγίας, ώρα της ευφροσύνης, ώρα της μοναξιάς,
ώρα δικιά μου ανάμεσα σ' όλες τις άλλες ώρες!
Αχιβάδα, απ' όπου μέσα κει διαβαίνει τραγουδώντας ο άνεμος!
Πάθος μέγα της ελεγείας, όλο λυγμούς,
ξεγυμνωμένο στο κορμί μου απάνω!

Εσύ να σείεσαι απ' τις ρίζες σου όλες
και να χιμάω εγώ απ' τις χαίτες των κυμάτων μου όλων!
Τσέρκι πανηγυριώτικο και λυπημένο κι ασταμάτητο
η ψυχή μου και κύλαγε. . .

Nα συλλογιέμαι τώρα εγώ και να καταχωνιάζω
φανούς και λαμπάδες στην άπατη μέσα τη μοναξιά.
Ποια είσαι 'συ? Τις ει?



(18)

Εδώ σε αγαπάω. Στα σκοτεινόχρωμα πεύκα χτενίζει τα μαλλιά του ο άνεμος.
Φωσφορίζει η σελήνη πάνω στ' αλήτικα νερά της θάλασσας.
Περνάνε μέρες, μέρες απαράλλαχτες,
αποπέμποντας η μια την άλλη.

Τα τούλια της ομίχλης σκίζονται
σε φιγούρες λεπτές ορχουμένων.
Ασημόχρυσος γλάρος πετιέται
μες απ' το δίσκο του ήλιου που βασιλεύει.
Εδώ κι εκεί ένα άλμπουρο. Και πάνω, στα ύψη, αστέρια.

Ω εκείνο εκεί το μαύρο σταυρωτό τουρκέτο της βαρκούλας!
Κατάμονο.

Πετιέμαι κάπου - κάπου από το λήθαργο
κι είμαι μούσκεμα ως το μεδούλι.
Βουίζει κι αντιβουίζει το πέλαγος.
Κι εδώ είν' το λιμάνι.
Εδώ σ' αγαπάω.

Εδώ σ' αγαπάω εγώ!
Δεν πα' να σε κρύβει όσο θέλει ο ορίζοντας - ματαιοπονεί!
Εσένα σ' αγαπάω εγώ. επιμένω.
ακόμα και μέσα στην ψύχρα των γύρω πραγμάτων.
Κάθε τόσο φεύγουν τα φιλιά μου
και πάνε μαζί με τα καράβια εκείνα,
τα ποντοπόρα, και φτάνουν πέρ' απ' το τέρμα, στα εκείθε.

Κάθομαι εδώ παρατημένος σαν τις γέρικες άγκυρες.
Μαραζώνουν οι μόλοι βαρύτερα
μόλις έρχεται να δέσει εκεί το βράδυ.
Χαραμίζεται η ζωή μου μέσα στην πείνα
που με τρώει αδίκως.
Αγαπώ αυτό που δεν έχω. Είσαι μακριά εσύ, τόσο μακριά.

Ο καημός μου πιάνεται στα χέρια με τ' ανελέητα δειλινά.
Έρχεται όμως μετά η νύχτα και με καλοπιάνει με τραγούδια.
Και το φεγγάρι βάνει το γαϊτανάκι των ονείρων να γυρνάει.

Με κοιτάν με τα μάτια σου από πάνω
τα πιο μεγάλα αστέρια.
Κι εκεί που, αγάπη μου, σε αγαπώ,
τα πεύκα μες στον άνεμο
λαχταράνε να τραγουδήσουν τ' όνομά σου
με τις πευκοβελόνες τους.



(19)

Κορίτσι μου σαρακηνό και σβέλτο,
ο ήλιος που δένει τους καρπούς,
που σφίγγει το στάρι μες στα στάχια,
που ακονίζει τον αθέρα του σίδερου,
έπλασε και το έκπαγλο κορμί σου και τα πάμφωτα μάτια σου,
έπλασε και το στόμα σου με το νερένιο χαμόγελο.
Σκοτεινός, νυχτερινός ο ήλιος νανουρίζεται στους βοστρύχους
της αράπικης χαίτης σου, όταν ανοίγεις εσύ την αγκάλη σου.
Παίζεις με τον ήλιο σα να είναι ρυάκι που κυλάει
κι εκείνος σου αφήνει στα μάτια σου δυο σκούρους νερόλακκους.

Κορίτσι μου σαρακηνό και σβέλτο,
τίποτα εδώ δεν με οδηγεί κοντά σου.
Τα πάντα σου με διώχνουνε μακριά, σαν σε καταμεσήμερο.
Είσαι η αλλοπαρμένη νιότη της μέλισσας.
η μέθη των κυμάτων, η ρώμη του καρπισμένου σταχιού.

Η έρημη καρδιά μου σ' αναζητάει, χωρίς βαρκούλα και πανί.
το αγαπάω εγώ το έκπαγλο σώμα σου,
τη γλυκιά, την απαλή φωνή σου.
Σαρακηνή μου πεταλούδα εσύ, θωπευτική και άτρεπτη
σαν τα γεννήματα και σαν τον ήλιο, σαν παπαρούνα και σα νερό.



(20)
Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.

Να γράψω, ας πούμε: «έχει μι' αστροφεγγιά απόψε
και τα μενεξεδιά αστεράκια λαμπυρίζουνε στα χάη».

Της νύχτας ο άνεμος διαβαίνει στους ουρανούς και τραγουδάει.

Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.
Την αγαπούσα εγώ, και κάπου κάπου μ' αγάπαγε κι εκείνη.

Χιλιάδες βράδια, όπως και τώρα, την έσφιγγα στην αγκαλιά μου.
Αμέτρητα φιλιά της έδινα κάτω απ' τον άσωτο ουρανό.

Μ' αγάπαγε κι εκείνη, και κάπου κάπου την αγάπαγα κι εγώ.
Πώς να μην τ' αγαπήσεις τα μεγάλα, τα ήμερα μάτια της.

Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.
Θα σκέφτομαι πως δεν την έχω εγώ.
Θα νιώθω ότι την έχω χάσει.

Θ' ακούω την απέραντη νύχτα,
την πέντε φορές απέραντη χωρίς εκείνην.
Και τους στίχους να πέφτουν στην ψυχή μου
όπως πέφτει η δροσιά στο λιβάδι.

Τι έχει να κάνει που η δικιά μου αγάπη
εκείνηνε δεν την αγγίζει. . .
Έχει μι' αστροφεγγιά απόψε, μα εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Αυτά λοιπόν. Πέρα, μακριά, άνθρωποι τραγουδάνε.
Μακριά, πέρα.
Πώς να χαρεί η ψυχή μου, αφού εκείνη χάθηκε. . .

Την αναζητάει η ματιά μου, τη γυρεύει παντού.
Την αναζητάει η καρδιά μου, μα εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Απαράλλαχτη η νύχτα ασημώνει τ' απαράλλαχτα δέντρα.
Μα από τότε όμως εμείς ως τώρα έχουμε αλλάξει.

Τώρα πια δεν την αγαπάω, σίγουρα. . .
Πόσο όμως, Θε μου, την αγάπαγα τότε.
Πολέμαγε η φωνή μου να βρει τη ριπή του ανέμου
που θαν της άγγιζε το αφτί.

Με άλλον. Με κάποιον άλλον θα είναι.
Όπως και πριν τηνε πάρει το φιλί μου.
Η φωνή της, τ' αστραφτερό της σώμα.
Τ' ατέλειωτα μάτια της.

Τώρα πια δεν την αγαπάω, σίγουρα. . .
Μπορεί όμως και να την αγαπάω.
Βιάζεται ο έρωτας να λείψει κι αργεί να φύγει η λησμονιά.

Χιλιάδες βράδια αφού, όπως και τώρα,
την έσφιγγα στην αγκαλιά μου
πώς να χαρεί η ψυχή μου, αφού εκείνη χάθηκε. . .

Μπορεί να 'ναι αυτός ο τελευταίος καημός
που μου ανάβει εκείνη,
κι αυτοί εδώ οι τελευταίοι στίχοι που γράφω για κείνην εγώ.


















Τζιβαέρια μου!
Είμαι στο δρόμο για τη
Ροή
Σας περιμένω..

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Κοιμήσου και πλαγιάσανε τ’ αστέρια στις παντιέρες είν’ το φεγγάρι στη σκοπιά κι ο ΕΛΑΣ στα καραούλια κ’ έχεις κουβέρτα σύγνεφο..Άρης Αλεξάνδρου













Ο Κλωντ Μονέ (Claude Oscar Monet, 14 Νοεμβρίου 1840 - 5 Δεκεμβρίου 1926) ήταν Γάλλος ζωγράφος και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κινήματος του ιμπρεσιονισμού.


Οι αποστάτες της θάλασσας

Είναι τώρα τ' αστέρια που πασχίζουν
να λάμψουνε στα μάτια σου
δυο φώτα βραδινά
που ξεστρατάν απ' το γρι-γρι του γαλαξία.
Χορεύει η νύχτα με τ' αγέρι
χορεύει μια πλεξίδα φεγγαριού
στο στήθος της θάλασσας.
Σε λίγο θα χαράξει ένα χαμόγελο
στο στόμα της γαλήνης
-- έτσι που το σκαλίζαμε στις κρυφές συνεδριάσεις
έτσι που το γράφαμε στους τοίχους
τίτλο του καινούργιου τραγουδιού μας.
Βάλε τώρα ένα τραπέζι στα ρηχά
να δειπνήσεις μαζί με τη νύχτα.
(Πέρα στην πολιτεία
στο λίγο φως της λάμπας που καπνίζει
είναι πολλοί που απεργούν κι άλλοι που θ' απεργήσουν
ζητώντας λίγη αρμύρα θάλασσας φρέσκο ψωμί
και μια εκδρομή στην ξαστεριά.)

Άφησε να γλιστρήσουν στους αλατισμένους ώμους σου
οι ώρες του μεσημεριού
να γίνεις άξιος της νύχτας
σαν τον μικρό ψαρά που κλαίει καταμεσής στην άδεια βάρκα του
μόλις που πιάσανε τα δίχτυα ένα κοπάδι θαλασσινές πυγολαμπίδες.
Ποιος έφερε δω πέρα τούτη τη βραδιά
ετούτη τη χλωμή βραδιά σαν εικοσάχρονη άνοιξη
με μια κόκκινη μαντήλα στα μαλλιά της;
(Τι τάχα να 'γιναν οι εκλογές
πέρα στην πολιτεία;)

Καιρός να γράψεις μιαν ακρογιαλιά
γραμμή στον πέρα ορίζοντα
κ' ένα μικρό μικρό πανί καλοσυνάτης σκούνας
να πέφτει ο ίσκιος στα νερά
σα να 'σμιξε τα φρύδια ο Αποσπερίτης.
(Οι σύντροφοι τις κέρδισαν - το νιώθεις
πέρα στην πολιτεία.)
Αρχίζουν να περνάν
οι βραδινές παρέες αλαμπρατσέτα με τ' αστέρια
ένα κλωνάρι φως στ' αυτί τους
τσαλαβουτάν ξυπόλυτοι σαν ανοιξιάτικα παιδιά
και η θάλασσα ονειρεύεται πως ήρθαν δυο τρυγόνια
να κοιμηθούν μαζί της.
(Στην πολιτεία φορέσανε την πιο σκληρή καρδιά τους
κ' είναι τα σινεμά το περσινό ζουρνάλ με γεγονότα του χειμώνα
και πού να πας και πώς να βγεις
ν' ακούσεις τον απόηχο του δάσους
-- χρώμα ζεστό, χρώμα χρυσό -- χορτάρι κι ανεμώνες;)
Ποιος θα το φέρει∙ η θάλασσα
ποιος θα το πάρει∙ η θάλασσα
χρυσό σκουφί που το φοράς για λίγο καλοκαίρι
σκουφί σαν ήλιος κόκκινος που βάφει την καρδιά σου
και τη ματώνει φλάμπουρο να το καρφώσεις μόνος
στο πιο ψηλό της πολιτείας κοντάρι
στο πιο ψηλό της θάλασσας μπαλκόνι
να το φιλάει η θάλασσα να το δροσίζει η νύχτα
να 'ναι φρουρός στον ύπνο μας ν' αχνογελά η αυγούλα
στα μάτια της καλοκαιριάς στο στόμα της γαλήνης.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)


Νανούρισμα

Κοιμήσου και πλαγιάσανε τ’ αστέρια στις παντιέρες
είν’ το φεγγάρι στη σκοπιά κι ο ΕΛΑΣ στα καραούλια
κ’ έχεις κουβέρτα σύγνεφο και κούνια σου την πέτρα.

Κοιμήσου μέρα κόκκινη της άνοιξης αχείλι
πόχεις τον ήλιο στην καρδιά τη λευτεριά στα μάτια
και σε παινάει το δειλινό και σε ζουλεύει η αυγούλα.

Κοιμήσου κ’ έπιασε δουλειά των μπουμπουκιών η βάρδια
τα δέντρα ανασκουμπώθηκαν έβαλε μπρος ο γήλιος
να βγάλει το πεντάχρονο τα κόκκινα κεράσια.

Κοιμήσου και το Πάσχα μας προκήρυξη θα βγάλει
το γέλιο σου το σύνθημα καλοκαιριάς ελπίδα
να το μοιράσει η θάλασσα στων λιμανιών τις πόρτες.

Κοιμήσου και παράγγειλα στην ΕΣΣΔ ένα τραγούδι
να σου το λένε οι όμορφες να σου το λέει ο Μάης
να το χορεύει η ξεγνοιασιά ν’ ακούει ο κόσμος όλος.

Ποίημα της συλλογής «Ακόμα τούτη η άνοιξη» (1946)
που μετά δημοσιεύτηκε στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.

Σήμερα

Είναι κιόλας δυο μέρες που δεν πρόσθεσες λέξη στο ημερολόγιο της συγνεφιάς
είναι δυο μέρες που φύσηξε ζεστός ένας κατακόκκινος άνεμος απ' τη μεριά της θάλασσας
φύσηξε κ' έφερε μαζί του τις φωνές των μακρινών συντρόφων
φύσηξε και βάφτηκε απ' το γέλιο των αδελφών μας
φύσηξε πάνω απ' τις χώρες της λευτεριάς.
Έλα ν' ανοίξουμε διάπλατα τα ρουθούνια μας και να ρουφήξουμε την καλοσύνη του σαν ένα ποτήρι φως.
Στ' αυτιά μας μας φτάνει η μουσική του καλοκαιριού και το ποδοβολητό της καβαλάρισσας πρωτοχρονιάς.
Ένα μικρό τζιτζίκι μπλέχτηκε στα μαλλιά μας κ' έχουμε τις τσέπες μας γεμάτες τριαντάφυλλα στο σχήμα του πεντάγωνου άστρου.
Μένεις πίσω εαυτέ μας στο λαχανιασμένο τούτο ανέβασμα.
Πώς να προφτάσεις;
Πού να καταλάβεις;
Και μεις σε βγάζουμε σαν ένα βρεγμένο πανωφόρι και σε κρεμάμε ν' αχνίζεις στον κρύο διάδρομο της λησμονιάς μας.
Κ' έτσι αλαφροί
με τη βουή του καλόκαρδου άνεμου στα στήθια
με το βλέμμα να ταξιδεύει πάνω από θάλασσες και σύνορα
προχωρούμε μ' ολόρθη την καρδιά μας
εμείς οι σκληροί κι ατσαλένιοι
και λέμε και πάλι
πως δεν μπορεί
δε γίνεται --
η νίκη θα 'ναι δική μας.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)


Προχτές

-- Ποιος θα βρεθεί λοιπόν να κλάψει;
-- Ποιος θ' απλώσει τα χέρια
ζητώντας ένα τόσο δα μικρό αστέρι
όσο χαμογελάει το χείλι σου αντικρίζοντας μια χαραμάδα στο συγνεφιασμένο πρωινό;
Όπου κι αν ψάξεις στη μελλοντική σου μνήμη
δεν είναι στήριγμα ν' ακουμπήσεις το βλέμμα.
Θυμάσαι;
Σαν και τότε που καθόμασταν στο πρόδωμα της θλίψης
-- ένα μακρινό άρωμα θάλασσας και τα λόγια να ψιθυρίζουν τη σκιά του δειλινού.
Πόσα καΐκια φύγανε φορτωμένα σταφύλια και φως.
Πόσα καΐκια φύγανε
και μας αφήσαν ν' αγναντεύουμε στο μουράγιο.
Τώρα θα κάτσουμε και πάλι στο καφενεδάκι του λιμανιού
ίσως κιόλας να παίξουμε ένα τάβλι με τον κουτσό μαγαζάτορα
και τα πούλια θα χτυπάν σαν τους χτύπους της καρδιάς μας.
Το βράδυ, δίπλα στη λάμπα που ρίχνει την πίκρα της σ' ένα βιβλίο με ιστορίες χαμένων ταξιδιών,
όταν ο δρόμος θα σέρνεται έρημος κάτω απ' τα κλειστά παράθυρα
--αλήθεια τι πολλά ενοικιαστήρια στη γειτονιά μας--
τότε
μια τελευταία αχτίδα
μια μοναδική σκουριασμένη πεντάρα στην άσφαλτο
το ταξίδι στον εαυτό του.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)


Σχέδιο για διήγημα

Ένας κήπος βραδινός
δίπλα στην ερημική της έπαυλη
η θάλασσα που ανασαίνει άνοιξη
η φωνή τού ραδιοφώνου
λίγα βήματα σιωπής στην αλέα.
Ύστερα θα 'ρθούνε τα παιδικά τους πρόσωπα
ο χιονοπόλεμος
ένας λοφάκος που κατηφορίζει τα μικρά του έλκηθρα
κ' ένα ξανθό αγόρι, με πέτσινα γάντια.
- Νατάλια Αντώνοβνα, θα πει ο υπηρέτης,
το τσάι είναι έτοιμο και ίσως να κρυώσει
γιατί το τσάι πάντα έτσι κάνει.
Κι όμως τότε δεν κρύωνε το τσάι
ίσως γιατί φόραγε τα γάντια του τ' αγόρι.
Τότε.
Μέσα στο χιόνι.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)



Ολόκληρη νύχτα

Όπου νάναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα
Γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα σου.

Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
Σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα συρματόσκοινα.

Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.

Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
Μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνία της χαραυγής.
Απίθωνα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια μου και είταν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.

(1947)

Ποίημα από τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952).


9

Μας παίρνουν τον Κωστή για το στρατοδικείο.

Τα δάχτυλά του
μπερδεύονται και δένονται στους κόμπους.

Δε λέει ακόμα να αποχωριστεί τις δυο κουβέρτες
δεν το αποφάσισε ακόμα
να μας αφήσει τα άχερα.

«Συνηθισμένα πράματα. Μια μεταγωγή.
Όχι, μια δεύτερη ξαδέρφη μου.
Πέστε της πως θυμάμαι. Πάντα θα θυμάμαι».

Ένιωσα τη βέρα στο μεσιανό του δάχτυλο.
Πρώτη φορά μού παίρνανε
τόσο χρυσάφι μέσα από τα χέρια.

Το ένατο ποίημα της ενότητας ‘Ανεπίδοτα γράμματα’ (Μούδρος, 1948) από τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952).


Η στενογραφία της νεκρής ζώνης

5

Είπες πως δε θέλεις μήτε να νικήσεις

Είπες πως δε σε νοιάζει
τούτος ο ήλιος τρεις οργιές πιο πάνω απ’ το Λαύριο
μήτε το χρώμα της σημαίας
κ’ η προσοχή
κ’ η υποστολή
κ’ οι φαντάροι που προσμένουν να αποδώσουν τις τιμές
πυροβολώντας σε την πλάτη.

Λοιπόν,λίγο κουράγιο ακόμα

Όποιος βρεθεί με άλογο
του μένει να τραβήξει για την ήττα
καβαλάρης.

Άη - Στράτης 1951
Το πέμπτο ποίημα της ενότητας ‘Η στενογραφία της νεκρής ζώνης’ (Άη-Στράτης, 1951) από τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952).


Ποιητική

1

Αξίζει δεν αξίζει
στέλνω τις εκθέσεις μου σε χώρες που δε γ΄θνανε ακόμα
προδίνω τις κινήσεις ενός ήλιου
που πέφτει την αυγή δίπλα στις μάντρες
επικυρώνοντας με φως
τις εκτελέσεις

2

Η κάθε μου λέξη
αν την αγγίξεις με τη γλώσσα
θυμίζει πικραμύγδαλο.
Απ’ την κάθε μου λέξη
λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί
και το φως που έσταζε απ’ το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.


3

Η μόνη ξιφολόγχη μου
είταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα.

Ίσως γι’ αυτό δεν έγραψα ποτέ
στίχους τελεσίδικους σαν άντερα χυμένα
ίσως γι’ αυτό εγκαταλείπουν ένας-ένας τα χαρτιά μου
και τους ακούω στις κουβέντες όσων δε μ’ έχουνε διαβάσει.

Άη-Στράτης 1951
Aπό τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952).


ΕΙΣΗΓΗΣΗ

a la maniere de Jdanov

και κατά συνέπεια η ποίηση είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.

Πιστεύει σε λέξεις και ιδεογράμματα
και δε βλέπει λόγου χάρη
πως άλλο ένα δέντρο να ξαπλωθείς στον ίσκιο του
κι άλλο το ίδιο δέντρο να πάρεις την ξυλεία του.
Το πράγμα είναι σοβαρό:

Κάτω από τα σχήματα (δήθεν ποιητικά)
κρύβεται το μαχαίρι που μας χτυπάει πισώπλατα.

Εξομοιώνοντας τα πάντα
παραβλέποντας συνθήκες χρόνο τόπο
οι στιχοπλόκοι καταντούν να υποστηρίζουν
πως τα κόκκαλα κ’ οι φλέβες
βαραίνουνε το ίδιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου
επιμένουν να πιστεύουν πως μια πληγή κακοφορμίζει
με την ίδιαν ακριβώς αιτιοκρατία
κι όταν την άνοιξαν οι σφαίρες
των αγροτών του Κόκκινου Στρατού
που χτύπησαν τους εργάτες διαδηλωτές του Βερολίνου
κι όταν την άνοιξαν τα βόλια
των εργατών της Deutsche Wehrmacht
τότε που τα δέχτηκαν στους δρόμους της Aθήνας οι γεωπόνοι
σπουδαστές.

Ο ποιητής, ξεκομμένος απ’ τους πόθους του λαού
καταντάει τελικά να μην πασχίζει γι’ άλλο
παρά μονάχα πώς θα πει την προσωπική του αλήθεια
καταντάει να λέει τις σφαίρες σφαίρες
και τους πληγωμένους πληγωμένους
κι όλο το πρόβλημά του στενεύει μες στα όρια
μιας αναζήτησης σωστού λεξιλογίου
έτσι που με κάθε θυσία
αδιάφορος για όλα
ακόμα και την πάλη των τάξεων
να φτάσει τελικά να καυχηθεί
πως ναι, αυτό πάσχιζα να πω
όπως βλέπει ένα σώμα στερεό και σκέφτεται

“Τούτο δω ίσως νάναι κείνο που γυρεύω”
το παίρνει στο χέρι το ζυγιάζει και σκέφτεται

“Με τούτο δω, ίσως μπορέσω να καρφώσω μια πρόκα πίσω
απ’ την πόρτα μου”
στεριώνει την πρόκα κρεμάει το σακάκι του και λέει

“Ναί, αυτό είταν που γύρευα.
Από δω και μπρος
τ ονομάζω
σφυρί”.
Η ποίηση λοιπόν είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.

Το πρώτο ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959), που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.

Στη συγκεντρωτική έκδοση υπάρχει στο τέλος η εξής σημείωση του ποιητή για το ποίημα αυτό: «Είναι γνωστή η κατ’ εισήγησιν του Ζντάνοβ απόφαση της Κ.Ε. του Κ.Κ.Σ.Ε. (μπ.), που είχε σαν συνέπεια, μεταξύ των άλλων, να καταδικαστεί σε πολύχρονη σιωπή η Άννα Αχμάτοβα».


Προαγωγή

Όλα είταν έξοχα χτες βράδι
τόσο που κρυσταλλώθηκε η θάλασσα στους βράχους
κ’ έγινε αλάτι
τόσο που κρυσταλλώθηκαν τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό
κ’ έγιναν αστέρια
τόσο που κρυσταλλώθηκε δω κάτω η σιωπή μας
κ’ έγινε φιλί.

Όλα είταν έξοχα χτες βράδι
μόνο που ήρθαν ίσως με κάποια καθυστέρηση
όπως φτάνει στον πεσόντα
η διαταγή προαγωγής του σε υποδεκανέα.

Ποίημα από τη συλλογή «Ευθύτης οδών» (1959).


Φρόντισε

Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε νάναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάχτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.

Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο
πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα δω σ' αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.

Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


ΓΥΜΝΑΣΜΑ

Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.
Κοίτα που κ' η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς
ουρανό και φύκια
πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.


Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


Δάμων ο εθνικός

Γυρίζοντας ο Δάμων στην πόλη της Κορίνθου
βρήκε τους πρώην οπαδούς του Παραβάτη μουδιασμένους.
Η Μάρθα η γυναίκα του τη νύχτα
σηκώνοντας τα πόδια ευλαβικά
(μην τύχει και ο ίσκιος τους πέσει στις άγιες εικόνες)
είπε πνιχτά, σαν να ξομολογιόταν.
«Πρέπει να πας στον εφημέριό μας και να υποσχεθείς
πως η καρδιά σου του λοιπού
θα είναι ταπεινή –ως δρόσος επί χλόης.
Δέχεται μου είπε να γίνω εγώ ο κομιστής της θεαρέστου αγγελίας».
Όσο περνούν οι μέρες, υποπτεύεται ο Δάμων
πως ο θυμός κ’ η πορφυρή παραφορά του
δεν έπεισαν τη Μάρθα.
Όσο περνούν οι μήνες, όλο και βεβαιώνεται
πως πήγε –στα κρυφά– σε κείνον τον τραγόπαπα.
Σαν εθνικός θα πρέπει να ρωτήσει να εξακριβώσει να διαψεύσει.
Θυμάται όμως νοιώθει την υγρασία του νησιού βαθιά στα κόκκαλά του.
Κ’ εδώ οι πρώην οπαδοί του Παραβάτη
αναθαρρήσαν ξεμουδιάζουν εμπορεύονται.
Ωχ αδερφέ! Για υποψίες θα χολοσκάμε τώρα;
Κ’ εξάλλου, στο κάτω-κάτω της γραφής
μήπως υποσχέθηκε ο ίδιος;

Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974


ΘΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ

Όσο ψηλά κι αν ανεβείς εδώ θα παραμένεις.
Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα
χαράζοντας γραμμές
εδώ θα επιμένεις δίχως βία
χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση
ποτέ στην περιφρόνηση
κι ας έχουν σήμερα τη δύναμη εκείνοι που οικοδομούνε ερημώσεις
κι ας βλέπεις φάλαγγες ανθρώπων να τραβάν συντεταγμένοι
για το ξυλουργείο
να δέχονται περήφανοι
την εκτόρνευσή τους
και να τοποθετούνται στα αυστηρά τετράγωνα
σαν πιόνια.
Εσύ θα επιμένεις σαν να μετράς το χρόνο με τις σειρές
των πετρωμάτων
σάμπως νάσουν σίγουρος πως θαρθεί μια μέρα
όπου οι χωροφύλακες κ' οι επαγρυπνητές θα βγάλουν τις στολές
τους.
Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας
θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις
υπολογίζοντας την κλίση που θάχουν τα επίπεδα
θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου
θέλεις δε θέλεις πρέπει ν' αποχτήσεις έναν δικό σου χώρο.

Δημοσιεύτηκε στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ

Φίλε ή αντίπαλε μην τ' αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος.

Το προτελευταίο ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.





Ανατολή ηλίου

στον Γιάννη Pίτσο

Είταν η ώρα που επρόκειτο να ανάψουνε οι φανοστάτες. Δεν είχε καμιά αμφιβολία, τόξερε πως όπου νάναι θα ανάβανε, όπως και κάθε βράδυ άλλωστε. Πήγε και στάθηκε στη διασταύρωση, για την ακρίβεια στη νησίδα ασφαλείας, για να δει τούς φανοστάτες να ανάβουν ταυτόχρονα, τόσο στον κάθετο, όσο και στον οριζόντιο δρόμο.

Με το κεφάλι ασάλευτο, έστριψε το δεξί του μάτι δεξιά, το αριστερό του αριστερά. Περίμενε, μα οι φανοστάτες δεν ανάβανε. Τα μάτια του κουράστηκαν, άρχισαν να πονάνε, σ’ εκείνη την άβολη στάση. Σε λίγο δεν άντεξε και έφυγε.

Ωστόσο, το επόμενο σούρουπο, πιστός στο καθήκον, πήγε και ξαναστάθηκε στη νησίδα του. Οι φανοστάτες και πάλι δεν ανάψανε, ούτε εκείνο το βράδι, ούτε τις άλλες νύχτες, μα τα μάτια του συνήθιζαν λίγο λίγο, δεν κουράζονταν πια, δεν πονούσαν.

Και κάποτε, εκεί που στεκόταν και περίμενε, χάραξε εντελώς ξαφνικά. Εντελώς ξαφνικά, είδε τον ήλιο να ανατέλλει, ταυτόχρονα, απ’ τον κάθετο δρόμο κι απ’ τον άλλον, τον οριζόντιο.

Παρίσι 1971

Το πρώτο ποίημα της ενότητας «Παρισινά ποιήματα» στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


Αντί στόματος

Ο Ααρών τους είπε κι ήρθαν ένας-ένας συνωμοτικά
κι εκεί στο λίγο φως των αστεριών
τους εξηγεί τους λόγους της εξόδου.
Μαντεύει τους πρεσβύτερους να τον ακούν στοχαστικοί
κι ας λέει γνωστά τους πράγματα
κι ας διηγείται τη ζωή εδώ μέσα στη λάσπη
ολημερίς να φτιάχνουν πλίνθους
και τώρα να συνάγωσιν μονάχοι τους και τ’ άχυρο
κι οι εργοδιώκτες του λαού να επιβάλουν
το ποσόν το πρότερον των πλίνθων
βιάζοντες αυτούς και μαστιγούντες.

Μέσα στο λίγο φως της χαραυγής
σωπαίνουν οι πρεσβύτεροι σκυφτοί
και καταρρέουσιν πικρά τα δάκρυα τους
επί τας σιαγόνας.

Ο Ααρών βαδίζει μόνος
και νιώθει σαν φυτό που έριξε τους σπόρους.
Είναι λαφρύς κι αυτάρκης γιατί δεν υποπτεύεται
πως θέλει πάντοτε λαλεί αντί του Μωυσέως
πως θέλει είσθε εις αυτόν αντί φωνής.


Μην τους εγκαταλείψεις

Σαν κατεβεί ο Μωυσής μην τους εγκαταλείψεις
μην πεις πως τάχα αυτοί σου ζήτησαν να ποιήσεις
τους θεούς τους προπορευομένους.
Ο Μωυσής θα ξαπολύσει τους φανατικούς
και κείνοι θα διέλθουν όλο το στρατόπεδο
από τη μια στην άλλη πύλη θανατούντες
τον αδελφό τον φίλο τον πλησίον.
Μην αφήσεις να σφαγούν σ’ αυτήν την εκκαθάριση
περίπου τρεις χιλιάδες άνδρες.
Σαράντα τόσα χρόνια μες στα συρματοπλέγματα
τους μιλούσες με τα μάτια.
Μην τους εγκαταλείψεις τώρα που ανταποκρίθηκαν
τώρα που ρίξαν στη φωτιά τη στανική τους αγιοσύνη
κι αρχίζουν να προφέρουνε τις σκέψεις τους ενάρθρως.


Τη τρίτη μέρα

Και προ παντός μη στέρξεις να περιτμηθείς
κι αν είναι να κερδίσεις για γυναίκα σου τη Δείνα
και συμμαχίες και οπαδούς και δάφνες.
Μην στέρξεις να περικοπεί
έστω και μια καμπύλη
απ’ τα δακτυλικά
αποτυπώματα σου.
Αν υποκύψεις
την τρίτη μέρα θα βρεθείς δίχως στήριγμα δικό σου.
Ματωμένος
εν τω πόνω
ανήμπορος την ώρα που ο Λευί κι ο Συμεών
θα ‘ρθουν να θρυμματίσουν
το πρόσωπο που σκάλισες
(με τι υπομονή και τι θυσίες!)
στα κόκκαλα στη σάρκα και στον λογισμό σου.





«Ο παππούς μου, Αρης Αλεξάνδρου»
«Υψιλον»

Η πρώτη εικόνα της πεντάχρονης, τότε, Κατερίνας είναι «το καλοσυνάτο, το διαπεραστικό βλέμμα του και, σαν απόκοσμη μουσική, η ήρεμή του φωνή και ο συναρπαστικός γοητευτικός λόγος του». Μια αποτίμηση που κάνει η Κατερίνα Καμπάνη σήμερα, με τη βοήθεια της γιαγιάς της, Καίτης Δρόσου. Η γιαγιά είναι που βάζει σε τάξη τις σκόρπιες εικόνες της εγγονής, που λύνει απορίες, που ξαναζωντανεύει πρόσωπα, τοπία, φωτογραφίες, στιγμές. Η σύντροφος της ζωής του Αρη Αλεξάνδρου, η Καίτη Δρόσου, είναι η ζωντανή μνήμη σ’ αυτό το ταξίδι αναμνήσεων. Η εγγονή, η Κατερίνα Καμπάνη, κρατάει απλώς τη γεύση: «Ο παππούς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ το σκάκι –που το ξέχασα– να τρώγω με τα ξυλάκια τα ασιατικά φαγητά –που δεν το ξέχασα– να μαγεύομαι με ιστορίες –αληθινές και φανταστικές– που μου διηγιόταν· ούτε αυτές τις ξέχασα».

Το μεγάλο παιχνίδι

«Είχα ό,τι ήθελα. Ολοι μου κάναν τα χατίρια. Ομως, δεν είχε γούστο. Το ήξερα απ’ τα πριν. Εκτός, εκτός από τον Αρη· κι ας ήταν τα χατίρια τα πιο απίθανα, όπως, ας πούμε, να χορεύω πάνω στην κοιλιά του. Μας περίμενε. Ολους. Αλλά κυρίως εμένα, με ύφος τάχα αδιάφορο. Ετσι άρχιζε το παιχνίδι – της επίθεσης, της σαγήνης, της υποταγής. Επρεπε να θέλει να μου κάνει το χατίρι, χωρίς παρακάλια απ’ τη μεριά μου. Πλενόμουνα προσεχτικά στον νιπτήρα, με τις ώρες, του τραγουδούσα, του χόρευα. Μια μέρα, θυμάμαι, έπαιζε μ’ ένα φακό, τον αναβόσβηνε. Μου κίνησε έτσι το ενδιαφέρον και, φυσικά, την επιθυμία να κάνω το ίδιο. Παράτηρα τον φακό, γιατί δεν τα κατάφερνα, και το είπα. Είπα: “Δεν μπορώ...” Ξέρω πως κείνη τη μέρα ο παππούς με αγάπησε πολύ. Το είπε στην Καίτη. Γιατί; Γιατί είχα πει “όχι”, γιατί είπα “δεν μπορώ”, εξηγώντας την αδυναμία μου, γιατί την παραδέχτηκα.

Ξεδιπλώναμε κάθε βράδυ τις αφίσες – και ήταν πολλές. Δεν ήταν μάθημα γεωγραφίας, αλλά ζωγραφικής. Τελικά, κολλήσαμε στον τοίχο την αφίσα της Πορτογαλίας. Ηταν, βλέπεις, η εποχή της “Επανάστασης των Γαφυφάλλων”. Το παιχνίδι - μάθημα συνεχίστηκε με τη μουσική. Για πολλά απογεύματα, ακούγαμε μαζί έναν μεγάλο δίσκο. “Τον έφερα για σένα”, μου είχε πει. Επρεπε, λοιπόν, στο τέλος πολλών ακροάσεων, να είμαι σε θέση να μαντέψω τι αντιπροσωπεύει κάθε όργανο. Ποιος μουσικός φθόγγος είναι η γάτα, το καναρίνι ή το αγόρι, ο κεντρικός ήρωας. Ηταν “Ο Πέτρος και ο λύκος” του Σεργκέι Προκόφιεφ, με αφηγητή τον Ζεράρ Φιλίπ. Κάθε επιτυχημένη απάντηση είχε την ανταμοιβή της. Τις καραμέλες δεν τις αγαπούσα. Προτιμούσα ένα φιλί. Αυτός ήταν ο παππούς μου – για μένα».



Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου

Θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου τον σημαντικότερο έλληνα πεζογράφο μεταπολεμικά, κι ας έγραψε ένα και μοναδικό (και με τις δύο σημασίες της λέξης) μυθιστόρημα: «Το κιβώτιο». Θεωρώ, επίσης, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους πολύ σημαντικούς μεταπολεμικούς μας ποιητές κι ας έγραψε μοναχά τρεις ποιητικές συλλογές. Θεωρώ, τέλος, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους καλύτερους μεταφραστές που πέρασαν από αυτή τη χώρα, χάρη στον οποίο όλοι εμείς που δεν γνωρίζουμε ρωσικά είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε τον Ντοστογιέφσκι και όχι μόνο.

Στο δικό μου σύστημα αξιών, θα αρκούσε ένα μόνο από τα τρία παραπάνω για να θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου «δικό» μου· μέρος του κόσμου μου· πανταχού παρόντα συνομιλητή· έναν από τους φωτεινούς οδοδείκτες, δίχως την ύπαρξη των οποίων η ζωή μας δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.

Όμως και τίποτα από όλα αυτά να μην είχε κάνει, πάλι θα ίσχυαν στο ακέραιο τα όσα έγραψα προηγουμένως για πολλούς άλλους λόγους. Θα ίσχυαν, επειδή στα μάτια μου αντιπροσωπεύει την απόλυτη προσωπική αξιοπρέπεια («Και προ παντός μη στέρξεις να περικοπεί έστω και μια καμπύλη απ’ τα δακτυλικά σου αποτυπώματα»)· επειδή αντιπροσωπεύει την απόλυτη πνευματική ανεξαρτησία («Δεσμώτης τίδε ίσταμαι τις ένδον ρήμασι πειθόμενος»)· επειδή δεν υποτάχτηκε ποτέ στον δολοφονικό παραλογισμό καμιάς ιδεολογίας, κανενός Κόμματος, κανενός κοπαδιού «πιστών» και αυτή του την άρνηση την πλήρωσε με απομόνωση και συκοφαντίες («Για την ομάδα ήμουν ύποπτος πάντα σαν την αλήθεια»)· επειδή είχε πάρει την ατσάλινη απόφαση να μην λάβει μέρος στον ανθρωποκτόνο παραλογισμό, όποιες κι αν ήταν οι συνέπειες («Ό,τι και να γίνει δεν θα ρίξω»)· επειδή υπήρξε απολύτως μόνος («Είμαι προδότης για τη Σπάρτη και για τους είλωτες σπαρτιάτης»)· επειδή ήτανε τα 3Α («Άπατρις, Άθεος και Αναρχικός»)· επειδή δεν υπήρξε ποτέ αχθοφόρος βεβαιοτήτων («Ωχ αδερφέ! Για υποψίες θα χωλοσκάμε τώρα;»)· επειδή μέσα στην κόλαση της εποχής και της ζωής του παρέμεινε ανθρώπινος και τρυφερός («Όλο μιλάω για γραμμές, επίπεδα και πέτρες/για να μην τύχει και προσέξεις πόσο διστάζω να σε αγγίξω»)· επειδή… επειδή… επειδή…

Αν μου ζητούσε κάποιος να συνοψίσω με δυο λόγια όλα αυτά που σημαίνει για μένα ο Άρης Αλεξάνδρου, χωρίς να τον κουράσω με παραπομπές σε βιβλία και στίχους, θα διάλεγα το εξής περιστατικό (παρμένο απ’ το εξαιρετικό βιβλίο του Δ. Ραυτόπουλου «Άρης Αλεξάνδρου ο εξόριστος», εκδ. Σοκόλη): Όταν βρισκόταν ο Αλεξάνδρου στο Παρίσι, ανάμεσα στις πολλές δουλειές του ποδαριού που έκανε για να επιβιώσει, δούλευε για κάποιο διάστημα και ως χαμάλης σε ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα. Όταν ο διευθυντής του καταστήματος έμαθε ποιος είναι ο Αλεξάνδρου, του πρότεινε να πάει σε άλλη, ευκολότερη, θέση, με καλύτερο μισθό. Του πρότεινε να γίνει κάτι σαν επιστάτης, γιατί δεν ήταν σωστό ένας πνευματικός άνθρωπος να δουλεύει ως χαμάλης. Ο Αλεξάνδρου αρνήθηκε ευγενικά, γιατί η προτεινόμενη θέση απαιτούσε από αυτόν να φορά στολή… Ετούτη η άρνηση να φορέσει κανείς στολή -οποιαδήποτε στολή- είναι ένα απ’ τα λίγα πράγματα που στα δικά μου μάτια αξίζει να διεκδικήσει κανείς για τον εαυτό του, και αναμφίβολα το πιο σημαντικό.

Καλό είναι, λοιπόν, που και που, μέσα στις υπνωτικές αναθυμιάσεις της τηλεοπτικής μας ζούγκλας, να θυμόμαστε ότι εκτός από τους «κοπανατζήδες», τους «λουφαδόρους», τους «μπούληδες», τα «βουτυρόπαιδα του μπαμπά», τα «κακομαθημένα πλουσιόπαιδα» και τους κάθε είδους «προνομιούχους» (όλοι οι χαρακτηρισμοί απ’ το θαυμαστό λεξιλόγιο των ΜΜΕ) υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι που αρνούνται να φορέσουν στολή για λόγους παραπλήσιους με αυτούς του Άρη Αλεξάνδρου.

Και συχνά το πληρώνουν ακριβά.

Κώστας Δεσποινιάδης

Κείμενο στην εφημερίδα «Παρασκήνιο» στις 19 Γενάρη 2007





Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Έλληνα από την Τραπεζούντα και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκεμσον, Ρωσίδας εσθονικής καταγωγής, ο Αριστείδης Βασιλειάδης, που αργότερα αυτοονομάστηκε Άρης Αλεξάνδρου, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ, ήρθε με τους γονείς του το 1928 και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα. Με μητρική κυριολεκτικά και μεταφορικά, γλώσσα τα ρωσικά, δυσκολεύτηκε τον πρώτο καιρό να προσγειωθεί στην ελληνική γλωσσική πραγματικότητα, αλλά, με την πραγματική ιδιοφυία που επέδειξε στην εκμάθηση των ξένων γλωσσών, γρήγορα προσαρμόστηκε και έφτασε σ' εκείνη την αίσθηση της γλώσσας που διαπιστώνεται στο σύνολο του έργου του, προσωπικού και μεταφραστικού.

Τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο το 1940 και έδωσε εξετάσεις για το Πολυτεχνείο κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά με πολλούς δικούς του ενδοιασμούς γι αυτό και, επειδή δεν είχε προετοιμαστεί ικανοποιητικά, απέτυχε. Τελικά πέρασε στην ΑΣΟΕΕ, αλλά το 1942 την εγκατέλειψε αποφασίζοντας να στραφεί στη μετάφραση. Συγχρόνως από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, μαζί με άλλους φίλους και γνωστούς (Ανδρέα Φραγκιά, Γεράσιμο Σταύρου κ.α) δημιούργησαν μια αντιστασιακή ομάδα (τυπογραφείο). Αργότερα τα μέλη της μικρής και αυθόρμητης αυτής ομάδας, προσχώρησαν στην αναγεννημένη οργάνωση της κομμουνιστικής νεολαίας.

Ωστόσο αυτός ο από χαρακτήρα και νοοτροπία φιλελεύθερος στοχαστής δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στους πειθαρχικούς κανόνες ενός "οργανωμένου", σε περίοδο μάλιστα παρανομίας. Γι αυτό και σε λίγους μήνες, με την πρώτη εμφανή κρίση, αποχώρησε.
Ηταν η πρώτη και τελευταία οργανωμένη του συμμετοχή στην Αριστερά, από την οποία ουδέποτε απομακρύνθηκε.

Η απομάκρυνσή του από την ενεργό κομματική δράση και η μη συμμετοχή του στις δραστηριότητες της Αριστεράς και εδώ ειδικά στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944, δεν εμπόδισαν τις αγγλικές στρατιωτικές αρχές, που είχαν έρθει στην Ελλάδα, να τον συλλάβουν και να τον στείλουν στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα, όπου έμεινε έως τον Απρίλιο του '45. Επίσης, παρόλο που δεν έχει ανάμειξη στον εμφύλιο πόλεμο συλλαμβάνεται το 1948 και, επειδή αρνείται να αποκηρύξει τις ιδέες του, στέλνεται και παραμένει διαδοχικά στα στρατόπεδα Μούδρου, Μακρονήσου και Άγιου Ευστράτιου, από τον Ιούλιο του 1948 έως τον Οκτώβριο του 1951.

Μετά ένα χρόνο, το Νοέμβριο του 1952, και ενώ είχε μείνει ελεύθερος δικάζεται από το Στρατοδικείο Αθηνών ως ανυπότακτος (κατά την εποχή που ήταν εξόριστος). Καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε 10 χρόνια ειρκτή και έμεινε διαδοχικά στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου. Στην αναθεώρηση της δίκης η ποινή του περιορίστηκε στα 7 χρόνια και απολύθηκε τον Αύγουστο του 1958 με τη χάρη του ενός τρίτου.

Μετά την αποφυλάκισή του παντρεύεται την Καίτη Δρόσου και εγκαθίσταται στο σπίτι της, στην οδό Σπετσών 45.
Το 1966 αρχίζει να γράφει το «Κιβώτιο», το οποίο ολοκληρώνεται το 1972 στο Παρίσι.





Με τη δικτατορία φεύγουν και οι δύο για το Παρίσι, από τον φόβο μιας νέας σύλληψης.
Ο άνθρωπος που είχε γνωρίσει, όπως γράφει και η Λίζυ Τσιριμώκου, «την αμείλικτη καταδίωξη από το κράτος της Δεξιάς, το ανάθεμα και την κατασυκοφάντηση από την επίσημη Αριστερά», ζει στο Παρίσι μέσα στην πιο απόλυτη μοναξιά.

Μα το Παρίσι ήταν τότε γεμάτο Ελληνες πολιτικούς εξόριστους. «Δεν θυμάμαι να ήρθε κανείς να μας βρει. Ετσι όπως ζούσαμε με τον Αρη έπρεπε ο άλλος να 'ρθει. Μας είχε μείνει από τα χρόνια του διωγμού, που ήταν, άλλωστε, όλη μας η ζωή. Εάν είχες κάνει εξορία και έβλεπες ανθρώπους στο δρόμο, έπρεπε αυτοί να σου μιλήσουν πρώτοι. Γιατί δεν ήξερες αν σε ακολουθεί χαφιές. Επειτα, όλοι οι Ελληνες του Παρισιού έκαναν πολιτική. Επρεπε να δώσουμε γην και ύδωρ στον Κολιγιάννη. Δεν θέλαμε, είχαμε πάρει αποστάσεις από το κόμμα. Να κάνουμε τι; Να κατεβαίνουμε τα μπουλβάρ με τις ελληνικές σημαίες; Τον Γάλλο, άλλωστε, δεν τον εκπλήσσεις με τίποτα».

-Δεν τον πόναγε τον Αρη Αλεξάνδρου η χούντα;

«Αφάνταστα. Μα με τι άλλο πέρα από την πολιτική ασχολήθηκε ο Αρης σε όλη του τη ζωή; Ολο του το έργο είναι πολιτικό. Αλλά από ένα σημείο και ύστερα δεν ξαναδιάβασε ούτε εφημερίδα. Ούτε στη Γαλλία. Εγώ έπαιρνα τη "Μοντ". Ούτε που την κοίταγε. "Εγώ αυτό που θέλω θα το δω ξαφνικά μπροστά μου πρωτοσέλιδο. ΕΠΕΣΕ Η ΧΟΥΝΤΑ", μου έλεγε. Στην Ελλάδα ούτε για καλοκαίρι δεν ξανάρθαμε. Οταν έπεσε η χούντα ήρθαμε το 1976 και κάναμε διακοπές με τον Ρίτσο στη Σάμο και μετά ξαναφύγαμε».

Εκεί αναγκάστηκε να κάνει (και ο ίδιος και η Καίτη Δρόσου) πολλές χειρωνακτικές δουλειές. «Παιδί για θελήματα σε μεγάλο κατάστημα. Καθαριστής πεζοδρομίων. Συσκευαστής (έκανε πακέτα). Νυχτοφύλακας. Χαρτονοκόπτης, χειριστής καρτελών ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τροφοδότης σε μηχάνημα όφσετ. Κουβαλητής βιβλίων στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών. Συντάκτης του λεξικού Robert. Στο Ταμείο Ανεργίας. Αναγνώστης ρωσικών χειρογράφων, επιφορτισμένος με σχετική έκθεση για τον εκδοτικό οίκο Albin Mixchel», όπως έγραφε ο Κώστας Σταματίου το 1978. Πέθανε στη γαλλική πρωτεύουσα στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή και μόλις πρόφτασε να δει τη μετάφραση του «Κιβώτιου» στα γαλλικά από τις εκδόσεις Gallimard.




"Το κιβώτιο" απόσπασμα

Ο Ταγματάρχης σήκωσε από χάμω μια λάμπα θυέλλης και διάβασε πρώτος το όρκο απ’ το χαρτί, που κρατούσε στο δεξί του χέρι:
«Τέκνο του εργαζόμενου λαού, πολίτης της Λαϊκής Δημοκρατίας, δέχομαι να πάρω μέρος στην αποστολή και ορκίζομαι: Κάθε μου σκέψη και κάθε μου πράξη θα αποβλέπει στην επιτυχία της αποστολής. Είμαι έτοιμος να θυσιάσω ακόμα και τη ζωή μου για την επιτυχία της, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην παγκόσμια επικράτηση του σοσιαλισμού και της αδελφοσύνης των λαών. Και θα είμαι άξιος της γενικής περιφρόνησης και άξιος βαριάς τιμωρίας, αν παραβώ τον όρκο μου».
Πρόσεξα ότι ο Ταγματάρχης τόνισε ιδιαίτερα τις λέξεις, διαβάζοντας την τελευταία φράση. Το ίδιο κάνανε και οι επόμενοι και όταν έφτασε η σειρά μου, τις τόνισα κι εγώ, σχεδόν άθελα μου, γιατί η τελευταία φράση ήταν γραμμένη με κεφαλαία..

Με το Κιβώτιο βρισκόμαστε στο κλίμα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου-ακριβέστερα, στο τέλος του (καλοκαίρι του 1949). Μια 40μελής ομάδα "εθελοντών" και επίλεκτων κομμουνιστών αναλαμβάνει την ύψιστη αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Κανείς δεν έχει ιδέα για το περιεχόμενο του κιβωτίου ούτε για τον τελικό στόχο των κινήσεών τους : το αρχηγείο αρκείται να τους υποδεικνύει κάθε μέρα το δρομολόγιο της επομένης. Ωστόσο έχει γνωστοποιηθεί σε όλους ότι η "επιχείρηση - κιβώτιο" είναι τόσο σημαντική ώστε ενδεχομένως να κρίνεται από αυτήν η έκβαση του πολέμου. Εξ ου και οι αυστηρές προδιαγραφές της πορείας: καμιά καθυστέρηση δεν θα γίνεται ανεκτή και κάθε τραυματίας ή απλώς βραδυπορών θα «κυανίζεται». Αυτή η επιχείρηση - εκατόμβη θα διαρκέσει δύο μήνες (μέσα Ιουλίου - μέσα Σεπτεμβρίου του 1949). Ο μοναδικός επιζών - και αφηγητής - ολοκληρώνει την πορεία, παραδίδει το κιβώτιο στους αρμοδίους, εκείνοι το ανοίγουν και διαπιστώνεται πως είναι άδειο! Ο αφηγητής συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Επιχειρεί με συνεχείς καταθέσεις του προς τις ανακριτικές αρχές να εξηγήσει - και να ερμηνεύσει - το νόημα της παράδοξης αποστολής τους.

Αυτός είναι πολύ συνοπτικά ο μύθος, η ιστορία του αντιμυθιστορήματος που τιτλοφορείται Το Κιβώτιο. Πρόκειται για αντιμυθιστόρημα γιατί ακυρώνει εμφατικά όλους τους κώδικες του μυθιστορηματικού είδους, κρατώντας χαλαρά τον κώδικα του επιστολικού (μονοφωνικού) μυθιστορήματος ή του προσωπικού ημερολογίου με τα οποία συγγενεύει περισσότερο.

Ενα γράμμα του Ρίτσου με ημερομηνία αποστολής 19 Οκτωβρίου 1972, Σάμος, κλείνει την καινούργια γαλλική έκδοση του «Κιβωτίου».

Μεταφράζω από τα γαλλικά.

«(...) Σχετικά τώρα με το "Κιβώτιο", α, αγαπητέ μου Αρη, τι εξαιρετικό μυθιστόρημα. Οσο πιο πολύ προχωράει τόσο περισσότερο απελευθερώνεται από "ορισμένες δυστυχείς ιστορικές εμπειρίες" και εισέρχεται στο παγκόσμιο πεδίο του καθολικού ανικανοποίητου όλων για όλα, σ' αυτό το βαθύ και για πάντα ανεξερεύνητο πεδίο της "αποτυχίας ζωής και δημιουργίας"...».

«Η πρώτη γαλλική κριτική δημοσιεύτηκε τη μέρα της κηδείας του. Ο Αρης έφυγε χωρίς να καταλάβει τίποτα από την απήχηση που θα είχε το "Κιβώτιο"




Μια ενότητα από τη δεύτερη συλλογή του Αλεξάνδρου, τα "Ανεπίδοτα γράμματα", έχει μελοποιηθεί (μαζί με άλλα ποιήματα του Α.Α.) από τον Μιχάλη Γρηγορίου σε καντάτα για φωνή και πιάνο, με την Αφροδίτη Μάνου και τον Σάκη Μπουλά.


Ανεπίδοτα γράμματα

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Επιταγές και δέματα
Τα κανονίζεις όπως όπως
Τριάντα τα εκατό πενήντα τα εκατό
Μα ποιος θα πάρει την μισή μου ξενιτειά;
Ποιος θα δεχτεί να πάρει
Τριάντα τα εκατό απ’ τη μισή μου ξενιτειά

Πλάι στη θάλασσα μαζί σου
Είχα μπορέσει να πετάξω
Δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού
Και μας πιτσίλισαν λιακάδα

Δεν ξέρω αν διαβάζεις ανάμεσα στις δέκα μου αράδες
Πόσο πολύ μου λείπει το βορινό παράθυρο κλειστό
Μην τύχει και κρυώσει
Ένα φλιτζάνι τσάι που αχνίζει
Τα περιστέρια των χεριών σου

Λέω να κλείσω τα παντζούρια
Μήπως και μείνει τίποτα απ’ το σούρσιμο της χτένας
Στα μαλλιά σου
Λέω ν’ ανεβάσω το φιτίλι
Μη μου χαθεί η φωνή σου

Επιταγές και δέματα
Τα κανονίζεις όπως όπως
Τριάντα τα εκατό πενήντα τα εκατό
Μα ποιος θα πάρει την μισή μου ξενιτειά;
Ποιος θα δεχτεί να πάρει
Τριάντα τα εκατό απ’ τη μισή μου ξενιτειά

Πλάι στη θάλασσα μαζί σου
Είχα μπορέσει να πετάξω
Δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού
Και μας πιτσίλισαν λιακάδα

Δεν ξέρω αν διαβάζεις ανάμεσα στις δέκα μου αράδες
Πόσο πολύ μου λείπει το βορινό παράθυρο κλειστό
Μην τύχει και κρυώσει
Ένα φλιτζάνι τσάι που αχνίζει
Τα περιστέρια των χεριών σου

Λέω να κλείσω τα παντζούρια
Μήπως και μείνει τίποτα απ’ το σούρσιμο της χτένας
Στα μαλλιά σου
Λέω ν’ ανεβάσω το φιτίλι
Μη μου χαθεί η φωνή σου



Άννα

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες
Για να μην τύχει και προσέξεις
Πόσο διστάζω να σε αγγίξω
Σαν τον κατάδικο που στέκει μες στη νύχτα
Διστάζοντας να βάλει το απολυτήριο στη τσέπη
Γιατί το ξέρει
Πως τόσο φως δεν θα το αντέξει

Είχα πάντα έτοιμο
Ένα μικρό μπουκάλι πού’ριχνα στη θάλασσα
Βόρειο πλάτος – αλλάζει κάθε μέρα
Μεσημβρινός – αλλάξει κάθε νύχτα
Στίγμα – οι χειροπέδες μου
Δεν το’ριξα ποτέ
Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχε
Όσο υπάρχεις
Ταξιδεύω
Θα σε βρω
Όπου πατάς
Πέφτουν πράσινα φύλλα

Ίσως και να’ναι πρόφαση
Όπως προφασίζουμε τα φύλλα
Κι έχω κατά νου μου το νερό
Όπως μιλάω για γεράνια
Και βλέπω εκεί που αγγίξανε
Τα χείλη σου το φως

Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά
Μια υπόγεια σήραγγα
Μ΄ένα σουγιά μ΄ένα πιρούνι με τα νύχια
Σκάβαμε τις πέτρες
Ξέροντας πως θα φτάσουμε το πολύ ως τη θάλασσα
Κι όμως μας ήταν ανάγκη
να βλέπουμε τα χέρια μας να ζούνε
μου ήτανε ανάγκη
να βλέπω πως κοντεύω πόντο – πόντο




Επιστροφή

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Έτσι που γυρίσαμε
Γυαλίζουνε οι ράγες στο σκοτάδι
Απ’ την πολλή σιωπή
Έτσι που γυρίσαμε
Βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
Και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
Θα μας περισσεύει
Και τα τέσσερα χρόνια
Γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
Θα μας λείπουν
Έτσι που γυρίσαμε κι οι δρόμοι προχωράνε
Τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
Σε πένθιμους φακέλους
Κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! Ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
Κι ας μου ζητούσε
Την ταυτότητά μου.



Ήθελε να ζήσει

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Μας παίρνουν τον Κωστή για το στρατοδικείο
Τα δάχτυλά του
Μπερδεύονται και δένονται στους κόμπους
Δε λέει ακόμα να αποχωριστεί τις δύο κουβέρτες
Δεν το αποφάσισε ακόμα
Να μας αφήσει τα άχερα
Ένιωσα τη βέρα στο μεσιανό του δάχτυλο
Πρώτη φορά μου παίρνανε
Τόσο χρυσάφι μέσα από τα χέρια

Ήθελε να ζήσει
Όσο θέλουμε κι εμείς
Κι όμως τον σκοτώσαμε
Είχε ένα χαμόγελο
Σαν τη στιγμή που στρίβω τη γωνιά
Και βλέπω φως
Στο παράθυρό σου
Κι όμως τον σκοτώσανε
Μπόρεσε και δέχτηκε πως θα τον ξεχάσουμε
Όπως ξεχνάς μια πέτρα που κρατάει το σπίτι σου
Κι όμως τον σκοτώσανε

Κοίτα να πας στην ξαδέρφη του Κωστή
Μόνο πρόσεξε μην κλάψεις
Όπως βουρκώνουνε τα μάτια των ποιητών
Που έχουν έτοιμο το δάκρυ
Σαν τους σοφέρ το κλάξον μες στη πολυκοσμία

Να κάτσεις να τα πείτε
Όπως μιλάνε οι ζωντανοί
Να θυμηθείτε τα μάτια που σκοπεύουν
Μια ντροπή πιο κάτω από τον ώμο
Τα μάτια που κοιτάνε
Μια τελευταία φορά πιο πάνω από τις στέγες
Μα πριν απ’ όλα μην ξεχάσεις
Πως απ’ τους δέκα που τον ρίξαν
Οι εφτά
Ήταν άλλοτε δικοί μας
Απ’ τους εφτά
Οι τρεις
Εσείς οι δυο που δεν πιστέψατε ακόμα
Πως ένα μπλε σακάκι
Ξεμαθαίνει να αγκαλιάζει
Μόλις κλείνει κρεμασμένο στο ντουλάπι δυο λεφτά
Κι εγώ
Που τάχα θα προστάξω
Τα χάρτινα στήθη των στίχων
Να σώσω τον Κωστή
Απ’ την ανωνυμία



Με τι μάτια τώρα πια

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου

Εσύ το ξέρεις πως δεν έφυγα φαντάρος
Εγώ το ξέρω πως ποτέ δεν θα γυρίσω
Το έμαθα προχτές
Οι πεθαμένες μάνες
Δεν έχουνε παιδιά

Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις
Δεν λέω – είχες αρρωστήσει από φασισμό
Κι ήταν λίγο το ψωμί, έλειπα κι εγώ στην εξορία
Ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
Μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις
Τα εξηντατέσσερα
Μπορούσες να’σφιγγες τα δόντια
Έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
Μπορούσες να αρπαζόσουνα από ένα φύλλο πράσινο
Απ’ τα γυμνά κλαδιά
Απ’ τον κορμό
Μα ναι το ξέρω
Γλιστράν τα χέρια και ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
Να πιαστείς
Όμως εσύ να τα’μπηγες τα νύχια
Και να τραβούσες έτσι πεντεξι – δέκα χρόνια
Σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
Κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
Να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
Στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένον στα λουλούδια
Να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
Ακούγοντας τον πόλεμο
Σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
Να’χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
Να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
Κι από τη μέσα κάμαρα
Όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
Και τώρα με τι χέρια να’ρθείς και να μ’αγγίξεις
Μες από τη σήτα
Με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που’χω
Τριγύρω μου τις πέτρες
Σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
Με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
Όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
Τσαλαπατημένη
Κι από το δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
Σαν υγρασία σάπιου χόρτου



Παραλλαγή

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Σάκης Μπουλάς & Αφροδίτη Μάνου ( Ντουέτο )

Σου δίνουμε τον όρκο μας
Να σε θυμόμαστε τις νύχτες που νυχτώνει
Σου δίνουμε τον λόγο μας
Να σηκώνουμε τα πέτα του παλτού
Κάθε που θα λέμε συνωμοτικά
Σα να’χει ψύχρα απόψε

Ήξερες πως θα’ρθουνε
Κι ήρθαν
Το στήθος σου μένει σπασμένο
Σαν μπαρουτοβάρελο
Άδειο
Δίχως στεφάνια

Η βρεγμένη στάχτη
Χύνεται απ’ το στόμα
Στ’αξούριστα πηγούνια μας

Τον πήρανε νύχτα
Πολύ νύχτα
Κάτω στα μαγειρεία
Τ’αναμμένα στουπιά κι ο καπνός
Γυαλίσανε τα μάτια του
Μ’ ακάθαρτο πετρέλαιο
«μηδέν και δεκαπέντε»
ποτέ δε θα προφτάσουμε
ο κάθε λόγος εξοστρακίζεται
ματώνοντας τα μούτρα των παιδιών
σαν μια χιονόμπαλα που κρύβει
κοφτερά χαλίκια

Τον ρίξαν απ’ τη βάρκα
Το κύμα καταλάγιασε
Όσοι δεν αφήσατε να σπάσουν
Τ’ακουστικά σας τύμπανα
Στις επινίκιες παρελάσεις
Αφουγκραστείτε
Τα κουπιά σοβαντίζουν
Όλες τις χαραμάδες
Μυστρίζοντάς τες
Μ’ άρμη και βροχή



Σύντροφε κοιμάσαι;

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Σύντροφε κοιμάσαι;
Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού
Που να βουλιάζουνε οι λέξεις στο χαρτί
Σαν τη σιωπή μου
Στις κόρες των ματιών της;
Ο Πέτρος που κοιμάται στο τσιμέντο
Δίχως φόδρα στο σακάκι
Κάθε πρωί μου έκανε τράκα μια καλημέρα στα κλεφτά
Γιατί τον είχαν για προδότη

Βάλαμε τις στάμνες
Εκεί που έστρωνε την τρύπα κουρελού
Μιλάμε για την δήλωση
Τις ώρες που έμενε σκυφτός
Διαβάζοντας μια περσινή εφημερίδα

Τότε θα’πρεπε να’ταν που μας έπιασε βροχή
Ανάβοντας τσιγάρο είδα το πρόσωπό σου
Στο τζάμι της βιτρίνας
Κάτι ψιχάλες πέσανε στα μαλλιά σου και το σβήσανε

Δίπλα στις στάμνες που κρυώνουν το νερό
Βλέπω πως αν ήταν να διαλέξω
Θα γύριζα κοντά σου
Αν τα κατάφερνα να βρω το σπίτι μου
Θα σε έπαιρνα μαζί μου

Στο θάλαμο κρυώνουν
Με τα πόδια στις κουβέρτες
Με το παλτό στην πλάτη
Θέλω να σου γράψω
Μα τι σε νοιάζει εσένα η σιωπή του
Κάτω από τη βροχή;



vagelis4





«συγγραφέας του ενός βιβλίου, αλλά τι βιβλίου!», όπως γράφει και ο Ορτλίμπ.

«Θυμάμαι ότι έγραφε και τα χέρια του ήταν ματωμένα. Εγραφε τα βράδια μετά τη δουλειά. Στο τελευταίο κεφάλαιο είχε πυρετό»

Η Καίτη Δρόσου γυρνάει πίσω στα δύσκολα χρόνια του Παρισιού, τότε που ολοκληρώθηκε το «Κιβώτιο». Μιλάει με ψυχραιμία και ειλικρίνεια, που με φέρνει σε αμηχανία. Η ίδια έκανε την καθαρίστρια και ο Αλεξάνδρου το «garcon». Ενα είδος ανθρώπου για όλες τις βαριές δουλειές. Παραπονέθηκε ποτέ; «Ποτέ. Αυτό είναι σλάβικο. Οι Ρώσοι πεθαίνουν χωρίς να βγάλουν λέξη. Μιλιά»







Εργογραφία του Άρη Αλεξάνδρου

Ποιητικές συλλογές

Ακόμα τούτη η άνοιξη (Γκοβόστης 1946)

Άγονος γραμμή (ιδιωτική έκδοση 1952)

Ευθύτης οδών (ιδιωτική έκδοση 1959)

Ποιήματα 1941-1971 (Κείμενα 1972)

Συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του:
Ποιήματα 1941-1974, 2η έκδοση Καστανιώτης 1981.


Άλλα

Το κιβώτιο, μυθιστόρημα, Κέδρος 1975

Η εξέγερση της Κροστάνδης, χρονικό, Φυτράκης 1975

Ta Ksilopodara, παραμύθι, Βέργος 1976

Ο λόφος με το συντριβάνι,
σενάριο βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό του Γ. Ρίτσου, Βέργος 1977


Έξω απ’ τα δόντια (1937-1975), δοκίμια, Βέργος 1977

«Κ»
www.translatum.gr
www.serrelib.gr
www.sarantakos.com
archive.enet.gr




Το μαχαίρι

Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο
μαχαίρι
έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.





Νεκρή Ζώνη

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός, όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο.
Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.
Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια
κι όσο μπορείς μη σκύβεις για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα.
Βάδιζε πάντα σταθερά σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του.
Να εκμεταλλεύεσαι κάθε λάμψη απ’ τις ρυπές των πολυβόλων για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων.
Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου.
Προς το παρόν, νά ‘σαι πολύ προσεκτικός όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο.






«Για την ομάδα ήμουν ύποπτος πάντα σαν την αλήθεια»
«Είμαι προδότης για τη Σπάρτη και για τους είλωτες σπαρτιάτης»
«Όλο μιλάω για γραμμές, επίπεδα και πέτρες
για να μην τύχει και προσέξεις πόσο διστάζω να σε αγγίξω»






Τρίτη, 06 Οκτωβρίου 2009

Είστε αριστερός...Είμαι αναρχοκομουνιστής. Άλλωστε, η αταξική κοινωνία στην οποία πιστεύω είναι ά-κρατική κοινωνία Νίκος Καρούζος











Υπάρχει μια κινέζικη παροιμία που λέει: «Το πνεύμα κάνει περισσότερο δρόμο από την καρδιά, πηγαίνει όμως λιγότερο μακριά». Είναι η περίπτωση του Αλέκου Φασιανού. Ο Αλέκος Φασιανός έχει περάσει σε μια φάση εικαστικού μύθου. Αυθεντικός καλλιτέχνης. Φορέας φωτιάς. Η ζωγραφική του είναι απλή: «Να τρως άμα πεινάς και να πίνεις νερό άμα διψάς».

Η Τέχνη, όπως έλεγε ο Νίκος Καρούζος, είναι ένας ελιγμός της ευτυχίας ώστε να υπάρχουν αναπαυτικά δυστυχισμένοι...
Ο Φασιανός θεωρεί δασκάλους του τον Θεόφιλο, τον Τσαρούχη, τον Μόραλη, τον Ελύτη, τον Σαχτούρη, τον Εμπειρίκο και τον Νίκο Καρούζο. Από τους ξένους τον Πιέρο ντε λα Φρανσέσκα, τον Σεζάν και τον Πικάσο.

Ο Αραγκόν για δύο Έλληνες έγραψε με τόση θέρμη. Για τον Γιάννη Ρίτσο και για τον Αλέκο Φασιανό.

«Ω Φασιανέ! Θυμάμαι τις πρώτες μέρες, την πρώτη έκπληξη ενός καινούριου τρόπου ν΄ αγαπάς».

Και παρακάτω:

«Ω, εσείς! Ξαναπείτε μου το όνομα του ζωγράφου αυτού, που τόσο μου αρέσει να “διαβάζω” στους τοίχους ενός καινούργιου ονείρου».





Α, όταν χτυπούσα στις πέτρες τα καινούργια μου
παπούτσια για να φαίνονται παλιά…
Δεν ήθελα να διαφέρω απ’ τα πολύ φτωχαδάκια συμμαθητούδια.
Και με πάθος τσαλάκωνα τα καινούργια μου ρούχα.
Έκτοτε στην παιδική μου όραση έλαμπε υπεράνω
η κομμουνιστική μου συνείδηση.




Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Φύλλα δροσερά των ήχων απ’ το ουράνιο δέντρο
με χυμούς καθώς χάνονται σε παντρειές τραγουδιών
όπου η σιγή δεν έχει ακόνι και στέκει μονάχος
ο λυτρωτής τ’ αστέρια σα μεγάλα νομίσματα κόβοντας
να φέρετε, να φέρετε τον τρόμο στην καρδιά μου.
Φύλλα χαμηλόπνοα των ονείρων ένας αέρας
δυνατός μπορεί ν’ αλλάξει τη φωνή σας
για να λάμψουν οι ρομφαίες από χρώματα
στη χαραυγή του στήθους όταν είμαι πάλι και σας κράζω
να φέρετε, να φέρετε τον τρόμο στην καρδιά μου.
Φύλλα γεμάτα θάνατο φύλλα στον ήλιο μαύρης Ανοίξεως
τι σχολείο που είναι η θλίψη
και τα πουλιά πέρα στην άσπιλη λαλιά βαθαίνουν ετοιμασίες
θάμβος μια χλόη μικρή και την παράκληση
να φέρετε, να φέρετε τον τρόμο στην καρδιά μου.


ΡΟΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗΣ
ΑΛΚΥΟΝΗ

Δυνατή ώς τη θάλασσα με χίμαιρες θερμές του αέρα
ήτανε σα νερά στο πρόσωπο τα μαλλιά της
εγώ την έβλεπα ονειρεμένη στους αγρούς
με του φυτού τ’ ανάστημα ο μόνος.
Αλκυόνη φέγγεις τα όνειρα και χύνονται κρουστοί καρποί στο σπίτι
μιαν ώραν οπού χαράκωνες το λάμπρος μέσ’ στις σιωπές
η νοσταλγία σ’ άγγιξε βραδάκι.
Άκου, κράζει ο κόρακας ερημικά πετώντας
πηγαίνει με τον άνεμο φτεροσταματημένος: Ο καιρός θ’ αλλάξει.
Μα εσύ πέρα στην καλοσύνη αλιεύεις τ’ άστρα
κι αστράφτει το χρυσάφι έξω από κινδύνους.
Αλκυόνη έν’ άγγελμα σιμώνει μέσ’ στην ταραχή του άνθους
εγώ ο δακρύπλουτος
πίνω καφέ σύντροφο στο μυθικό γαλάζιο
σύγκορμα δευτερόλεπτα περνούν απ’ τη γεύση μου.
Φως υπεράνω έρχεται και χύνει την αγάπη
καθώς ο δρόμος είναι γυριστός – της μοναξιάς τυλιγάδι.
Κατόπιν από μια ωραία γυναίκα τι να υπάρχει; Μονάχα ο τάφος.
Κι ο έρωτας ενώνει τα κορμιά
με την υγρή του σύνδεση για πάντα
σε μια στιγμή
που ο φθόνος του καιρού την ξαναπαίρνει.
Έφυγαν οι μέρες έχω την ωραία μνήμη.


ΒΡΑΔΥ

Μια γυναίκα κλαίει στον ίσκιο της φωνής –
ω γοερά γόνατα – και φεύγει
το κακό σαν άχρηστο ζώο.
Έβλεπα τα στήθη της
κ’ ήτανε βράδυ πολύφυλλο και φωτισμένο.
Σα μίσχος άνθους ο χρόνος
αθώα υψούμενος.


ΕΡΗΜΟΣ ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Διαβαίνω αγιάτρευτος μέσ’ στ’ όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.
Κ’ η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υάκινθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι τ’ αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις
πηγές.


ΦΩΝΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Δόξα στην ερημιά που λάμπει στο στήθος μου
βαθύτερος ο λυτρωτής κ’ η ομορφιά στις ουράνιες εντάσεις
εκείνος έζησε ψηλά
εκείνος πάλι αστράφτει μέσ’ στις νύχτες
οπού ξεχνά τους γενετήσιους κρωγμούς
ανεβασμένος ώς την άκρατη σιγή και μονομάχος.
Τα χόρτα και τα έντομα ποτέ δε με παιδέψαν
η ώρα πάντα μ’ αγαπούσε μέσα στην ανατολή
γύρεψα τα πουλιά και μου αποκρίθηκαν.
Υπήκοος του ανέμου
έρχομαι να φωνάξω δυνατά με τη φωνή σαν όπλο
είναι μικρός ο ήλιος της γυναίκας.


Ο ΤΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΑΙΜΑ

Ποτάμια δάση και νερά που με καλούν
αιώνες λουλουδιών εκείθεν…
Ω σώμα, τη μνήμη δεν κρατώ
μάχομαι στην ανάμνησή μου.
Ο κόσμος οπού θα λησμονηθώ κορυδαλλός είναι μονάχα
και το κελάηδημα είμ’ εγώ
και το φτερούγισμα δεν επιμένει
μα τα πουλιά βαραίνουν απ’ άλλη καταγωγή
φεύγοντας τη δική σου τύχη, σώμα.
Ποτάμι αχθοφόρε της πηγής
όταν ο μελαχρινός αέρας τραγουδήσει
της νύχτας ο μικρός αυθέντης
κινώντας φύλλα και πουλιά στη σιωπή
δεν είμαι μόνος.
Κι όταν μια έρημη μάντρα κοιμήσει τα ερπετά
κι όταν αγγίζω το στήθος της ωραίας κόρης
ο δρόμος δένει πάλι τ’ όνειρό μου.


Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ

Θάλασσα πίνεις τα ποτάμια πίνεις όλα τα νερά
μέσ’ στον καιρό της υπάρξεως ανάστροφα νέμεσαι την ομορφιά
πέρα στη δύναμη που κλείνει ο ουράνιος αέρας
όπως εδώ στην άνομη πόλη
ο Εθνικός Κήπος καθαρίζει την ψυχή με ήλιο και με δέντρα.
Ένα μεγάλο φύλλωμα σκέπει την καρδιά μου
κλειδώνει τα πουλιά
σχίζοντας απ’ τις ευωδιές χιλιάδες αναστάσιμα
κ’ η γυναίκα βαθύ βασίλειο σκλαβώνει το δέρμα μου.
Όποιος έριξε τ’ αστέρια στην αγριότητα
νιώθει τον πλούτο του άνθους
οι θεοί κατεβαίνουν απ’ τους μίσχους ώς τη μοναξιά
και τους χυμούς ανεβάζουν με γαλάζια όργανα
γενετήσια.
Ω σιωπή βγαλμένη στα παράθυρα του αιθέρα
σα να δείχνεις
τις κυματιστές ρίζες του κήπου,
άλλη ματιά δεν εχάρισε το αόρατο μέσ’ στο αίμα πρόβατο
που σκύβει στο χορτάρι σου ψηλά, μονάχα των αγγέλων.
Κρήνη θανάτου ανθίζει με χρυσάφι
κ’ η όμορφη φτέρη ψιθυρίζει νέους ύμνους
φανερώνοντας τη σοφία της αναπνοής
ολόκληρο το θάμβος ωσά σώμα.


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΠΟ

Νύχτα βεγγαλική φαιδρύνει τους θορύβους της Αθήνας
όπου σπιθίζουν ίμεροι
κι αεράκι σαλεύει τις φυλλωσιές απ’ τα όνειρα.
Χτες το φεγγάρι να ’βλεπες – χάνεται μα η κίνηση τ’ ανασταίνει
τυλιγμένο σε σύννεφα όμοια με καπνούς
γκρίζους και μαύρους...
Πού είναι μέσ’ στη μνήμη το άκαρι
θαλάσσια η ταπεινή αθερίνα
μέρες του χαρταετού νερά της Κυριακής ερωτευμένα
και μια κραυγή απ’ τα βάθη: Αχ να λησμονηθώ με τη μητέρα!
Δεν ανεμίζει τώρα ένας παιδικός Επιτάφιος
όταν ακολουθούσαμε σα να ’μασταν όλοι
σταματημένοι σε κάποιο σημείο του αέρα
κι ανάμεσα στα σιδερόφραχτα ένστικτα
πέρα στο δρόμο βάθαινε η κηδεία του Χριστού
σα λείψανο ένας γέρος ανοίγοντας κάποια ξύλινη πόρτα
βγήκε να χύσει λίγη κολόνια στο χρυσοκέντητο πανί
λευκά λουλούδια πάμφωτα και οι ψαλμωδίες
ελαφρός ουρανός αθώα κορίτσια...
Ω χώμα πότε άρχισες αν ρωτήσω
πάντα ατελείωτη και πάντα φτάνει
στους θάμνους η ωραιότητα.
Με τα τριζόνια λούζομαι
καθώς υγραίνει ο έρωτας το χρόνο
τη νύχτα που παντρεύονται οι γάτες στ’ αγιοκλήματα
τη μέρα σαν κοιμούνται στους κήπους οι φωτογράφοι με άσπρα
και μένει ο βραδινός Άγιος
στην υπαίθρια εκκλησιά με τ’ άφωνα καντήλια
μέσ’ στο μακρύ και σκούρο ρούχο του
ο Άγιος Δημήτριος ίδιος με κορασίδα.
Είν’ ο τόπος ουράνιος.


ΗΧΗΡΟ

Σύρματα τιμημένα της ζωής μου
οπού με ζώνετε τόσα χρόνια
σκλάβος ανέβηκα ώς τ’ αστέρια
τη ζωωδία των ανθρώπων έχοντας ακυρώσει
μέσ’ στην ορμή για ποίηση
μέσ’ στην ορμή για έρωτα
σύρματα της ζωής μου


ΣΥΝΤΟΜΟΝ

Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες
είμαι των άστρων ο σκύλος
με τα μάτια κοιτάζω ψηλά
με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη.


ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΕΙΝ’ Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

Ο άνεμος του σώματος απάνω στα μικρά σου δάση
κινεί τις μυρουδιές τ’ αρώματα τη θλίψη
που σε κρατά μοναχική χωρίς ελπίδα.
Κι αν γείρεις τα νερένια της χαράς αθώα μαλλιά στην κρήνη
θ’ αναστενάξουν άγγελοι μέσα στο θρόισμά τους.


ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ

Θυμάμαι στον πράο Αργολικό με μακρινές βαρκούλες
τον ξανθό καταρράκτη σου Μαρία δίχως ύλη
και τα μάτια σου να πλημμυρίζουν από κίτρο
σαν έδειχνες τον ήλιο τραγουδώντας τις νεροκορδέλες.


ΣΙΓΗ

Μέτρησα κελαηδήματα πουλιών
απ’ το μεσημέρι φεύγοντας προς τη φύση εαρινός
μεγάλος ο δρόμος που οδηγεί στις αθωότητες.
Ήτανε σα βρυσούλες τα κελαηδήματα
κάθε πουλάκι μια φωνή κάθε φωνή ένα θαύμα.


ΤΟΣΟΝ ΑΘΩΑ ΔΥΝΑΜΗ

Δέντρο σε κίτρινες χαρές
κ’ η θερινή αναρρίχηση φυτού με μοβ ανθάκια
πάνω στα ωραία κλαδιά.
Η φύση επιβάλλει τα χρώματα χωρίς αντίρρηση.


ΑΣΜΑ

Έρωτας η πηγή των ελλήνων
εορτάζει μ’ αετώματα με κίονες από φως
με καμπάνες φτάνει ώς τα ύψη
γέρος που δείχνει το ευλογημένο λάδι
έφηβος υμνώντας το κρασί
εαρινός αμνός και θείος τράγος.


ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΕΙΝ’ Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

Ο άνεμος του σώματος απάνω στα μικρά σου δάση
κινεί τις μυρουδιές τ’ αρώματα τη θλίψη
που σε κρατά μοναχική χωρίς ελπίδα.
Κι αν γείρεις τα νερένια της χαράς αθώα μαλλιά στην κρήνη
θ’ αναστενάξουν άγγελοι μέσα στο θρόισμά τους.


ΩΡΑΙΑ ΛΥΓΙΣΕ ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ

Οργή θα λέω τ’ όνειρο την Άνοιξη μακρά θυσία
στον όρθρο που οι θάλασσες ανοίγουν τα οθόνια τ’ ουρανού.
Εκεί ο πόνος έδυσε παίρνοντας απ’ τα σήμαντρα τους στεναγμούς
εκεί στάθηκε η γυναίκα με τα μαλλιά της ορφανά προς τους αγγέλους
όπου εγώ μονάχος ψάλλω στη φωτιά
ωραία λύγισε το χελιδόνι.
Κι όταν θα τρέχει τ’ άγριο σύννεφο
πέρ’ απ’ τις κυματιστές μητέρες των άστρων
ένα τραγούδι θα υψώνω μέσ’ στην ερημιά
θ’ ακούω τα χρώματα
ένα τραγούδι μέσ’ στη σκοτεινιά
θα υψώνονται οι τόποι
με τ’ άνθη κι όλους τους γήινους έρωτες
ωραία λύγισε το χελιδόνι.


ΈΝΑ ΕΡΗΜΟ ΑΝΘΟΣ

Βαθύτερο απ’ την αγάπη και την ταραχή
που φέρνει μέσ’ στο στήθος η επιθυμία
ζει στο θαλάσσιο βράχο έν’ άνθος ολομόναχο.
Ποια φωνή το κυρίεψε και μοιάζει σα να δείχνει
την άγνωστη γαλήνη με μικρά χρώματα…
Είναι βγαλμένο στους κινδύνους της χαράς
αμέριμνο σαν ιδέα.


ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ

Φασματική Αθήνα σε χειμέριον όρθρο
ποιος θα ζυγίσει το δικό μας πόνο
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές
όταν μας έκλεινε η σιωπή σαν παλαιά παράθυρα
δίχως τα δέντρα
δίχως της γυναίκας το φιλί
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές…
Να περιμένεις την πνοή π’ ανοίγει τις οράσεις
ο ποιητής ανθίζει
δεν τρέχει πίσω απ’ τις λέξεις
έχει σαν το λουλούδι μια μοίρα
είν’ ο αθέλητος
έρχετ’ η βροχή νοτίζει το χώμα ο ήλιος
θά ’ρθει κ’ η νύχτα θά ’ρθει κ’ η μέρα
και πάντα το φως.


ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Σαν την πηγή που ακούεται μακριά
στους δροσερούς καρπούς και στις σκιές των εντόμων
έρποντας ο λαμπρός αστρίτης
όπου σε μάζες όνειρου φλέγεται ο τραγοπόδης
η χαρά των ήχων έρχεται ώς το αίμα
ώς την αγαλματώδη σιωπή του νου


ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ΜΠΑΧ ΑΝΩΦΕΡΕΙΑ

Άνοιξη φθινόπωρο καλοκαίρι χειμώνας
ο Μπαχ ανεβαίνει πάντα στους αιθέρες
γελαστός άγγελος του δρυμού
μεγάλος ιδιοκτήτης
ο Μπαχ ανεβαίνει την ουράνια σκάλα
ιερέας των ήχων απ’ τη βροχή νεότερος
αγιόκλημα φυτρωμένο στ’ όργανο της εκκλησίας
η θαλπωρή μεσ’ στην ανάγκη του θεού μεγάλη.
Παντρεύει τις φωνές με την καθαρότητα
πέρ’ από κάθε εποχή πετά νομίσματα χρυσά στους λυπημένους
δείχνοντας την ειρήνη ψηλά στα γαλανά τ’ αμπέλια
ψηλά στον ηδυόνειρο χρόνο της λησμονιάς.
Άγγελος της πηγής μοιράζει το νερό σε τόσους διψασμένους
κόβει με γαλανή ρομφαία τον καιρό
κι ανοίγει τ’ άσπιλα φτερά ώς την έλπιση.
Βλέπω τους ήλιους είναι σταλαγμένοι σ’ ένα βόρειο κορμί
τη θλίψη κομίζοντας των άστρων.
Ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι
διαβάτες που θέρισαν ένα-ένα
τα χαμηλά έργα τ’ ανθρώπινα στην καθημερινή ζωωδία
και στάθηκαν
ακούγοντας τους ουράνιους ήχους –
ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι.
Ένα ψηλό χαρούμενο στάχυ βλέπω μέσ’ στην ουράνια την Αττική
μετρώντας ήσυχα το θάνατο
μικρές ζωές τους κυματισμούς ανθρώπινους
ένα ψηλό χαρούμενο σταφύλι
μεθώντας την καρδιά μου σ’ άγνωστην αλήθεια
στις ερημιές της αγάπης όταν περπατώ μ’ ένα κλωνάρι τόσον ανθισμένο
πέρα που ο άνεμος έχει σταματήσει
εκεί που τ’ όνειρο δε βρίσκει τους λειμώνες του ύπνου
κ’ η κορασιά κοιμάται μόνη.
Ένα ψηλό χαρούμενο δέντρο δίχως όνομα
ρίχνει τις μεγάλες σκιές ένα δέντρο
πώς καθρεφτίζεται στη στέρνα της γαλήνης!
Κι ο ήλιος με φύλλα και αθώα έντομα
τον ηχηρό Παράδεισο στ’ αμίλητα νερά μοιράζει.
Κρασί των αιθερίων
χύθηκε μέσ’ στους μίσχους ενθέων ψυχών
έρωτας ο γλυκύτερος του πόνου κάτοικος
ειρήνη και ο θάνατος όμαιμος ώς τα πλάτη.
Χαίρε ο χλοερός ήλιος του χειμώνα
χαίρε ο ακατάλυτος κι όταν φύγω απ’ το σώμα
συ θα τραγουδάς υιός εύοσμος
Ιωάννης.
Ήχοι την αρμονία χύνετε στους κύλικες της ακοής
και πορφυρίζονται τα όνειρα με το αίμα.
Σύγκορμος ο θνητός ανέφελα τα στήθη
κ’ η ορμή του σώματος πέρ’ απ’ το σώμα.
Στο φαράγγι του τρόμου στη χαρά των λουλουδιών
ας ονομάσουμε την αγάπη αντήχηση του Πατέρα
μόνος ο θάνατος αλλάζει τη φωνή μας.
Ένας βαθύς άγνωστος εορτάζει στα νεύρα
ηχώ της βροχής
όταν ο αέρας μυρίζει καρπούς και χώμα.


ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΟΥ ΜΑΛΕΡ

Έχει πένθος η ψυχή καθώς ακούει τους αυλούς μελανοστάλακτους
ώρες με λυπηρά δευτερόλεπτα λένε τη βροχή
στα ζούδια
και στην ουράνια κλεισμένη θύρα
σάλπιγγες του κλαυθμού σάλπιγγες δίχως άστρα
τυφλά πουλιά και πάνε στην αθώωση
ο ύπνος του δράκου π’ αφήνει στα παιδιά
την ανάσα και θυμούνται ήσυχα πως ο τρόμος
απλώνει το νυχτερινό δίχτυ στο δάσος
όταν οι φαιόχροες άνεμοι πνέουν αργά
την αχώριστη τύχη κινώντας απάνω στα δέντρα
φύλλα τραγούδια κι αμίλητοι χυμοί
που γεννούν ένα υγρό θαύμα στην πέτρα των ήχων
ένα φεγγάρι πληγωμένο στα μάτια
και χύνεται ώς τη χαραυγή σ’ όλο το δάσος αίμα
σκοτεινό βασίλειο της πρωίας
οι γυναίκες είν’ ακόμη μεθυσμένες από βόρεια παραμύθια
οι γυναίκες είναι σα μαινάδες σκοτωμένες κάτω από μεγάλα δέντρα
μαζί με σαύρες οπού ξεκουράζονται στις αστραπές
και λάμπουν όλα για λίγο.
Πάλι να γίνουμε φίλοι, λέει ο θεός,
για να χαρίσουμε την αύρα στα στήθη
όπως ο θρήνος βγαίνει απ’ το χρόνο σε μια συννεφένια γαλήνη
πάει στους ακέραιους νεκρούς
εδώ που η νύχτα λιώνει τόσα όνειρα στενάζοντας
και δίνει όλη την αγάπη στο νερό
με θανάτους κι αθόρυβα τύμπανα
μακριά πολύ μακριά και μακρύτερα
δόντια θηρίων που βλέπει συχνά στο χώμα του δάσους
ο άνθρωπος από μεγάλη ερημιά περπατώντας.
Άσπρος χειμώνας κι ο ακούσιος αετός πέφτει χάμω
πέρα είν’ η χαραυγή των πνευστών ονείρων
ένας ατέρμων ιαματικός ιερέας κρέμεται ψηλά
τι άσπρος χειμώνας έχω ανάγκη χοντρά ρούχα
διψώ
την ακέραστη ματιά της γυναίκας
που τραγουδά τώρα μονάχη
κυνηγημένη από κοπάδι αγριμιών
εδώ στις μαυροκίτρινες πεταλούδες.
Άλλη μια χαρά και πάλι το αίμα να χύνεται
δεν έχω στήθη, δεν έχω στήθη
λέει βαθιά στον άνεμο η Ανδρομέδα
είμαι γκρεμός από φως και φοβερίζω τα δέντρα νυχταγκαλιασμένα
τρέχουν ολοένα τα ελάφια
κι ακούγονται νερά δίχως φεγγάρι.
Άσπρος χειμώνας οι δαίμονες του δρυμού σε περάσματα.


Ο ΔΥΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ

Κοπέλα της παντρειάς απ’ τη Θήβα
πάει σ’ έναν τάφο βροχερό ακόμη και σήμερα
πάει με δυόσμο στο στήθος
τώρα που κιόλας γράφω
τι αθόρυβα τα βήματά της ακούγονται
πάει μ’ ένα ελεγείο στο λαιμό η Αντιγόνη.
Έχει να θάψει αγαπημένον αδελφό κ’ ύστερα να πεθάνει
η αδελφή του Οιδίποδα η κόρη.
Τώρα που κιόλας γράφω (χρόνια και χρόνια τόσες αστραπές...)
βγάζει τρομερήν απόφαση ο Κρέων
είν’ αυτός ο καιρός
και το κρίμα είν’ αυτός πάλι
εξουσία και θάνατος μεσημέρια νεκρά
μα η Αντιγόνη τόσον άχρονη
σαν τελώνης η ταπεινή
με δυόσμο στο στήθος
έχει το φως και τη ζωή,
μόνη στο αίμα ιδρύει την αγάπη
χωρίς να ξέρει πως θά ’ρθει στα χείλη
κάθε που η θυσία θε να λάμπει για τους ανθρώπους
χωρίς να ξέρει τη μεγάλη μοίρα της
η σταυρωμένη.


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΔΕΙΑ

Στη λησμονιά πώς να προχωρήσω μονάχος
απ’ το φεγγάρι σταλαγμένη σαν ασημένιο κοράσι
η Μήδεια καθαρή κοιμάται με τους φόνους στον κόρφο της
δεν υπάρχει ο έντρομος δαίμονας των ημερών
οπού χύθηκε για πάντα στη φωτιά
η εύφλεκτη ύλη του έρωτα
δεν υπάρχει το βλέμμα της σκύλας τυρρηνικής
μέσ’ στα μάτια που έλαμψαν από γαμψή εκδίκηση.
Στη λησμονιά πηγαίνω δίχως ήλιο με τα κάλλη των ανέμων
όλα στο τραγούδι κ’ η ψυχή στον Άδη
ξεραίνονται τ’ άνθη οι πράξεις τα ονόματα
πάει κ’ η αγάπη χαμένη
σαν περαστική πνοή στα χαρτόνια
ο άνθρωπος έαρ η θάλασσα
βουνά και κάμποι ο ουρανός – χαρτόνια.
Στη λησμονιά πώς να προχωρήσω μονάχος
η Μήδεια γελά δυνατά μέσ’ στη νύχτα
είναι το γέλιο της ασπράδι από μουχλιασμένο αβγό
ψέμα η γέννηση ψέμα κι ο θάνατος
ψέμα ο ήλιος και παιχνίδι σκοτεινό
που φέρνει ταραχή στο στήθος.




Ο Νίκος Καρούζος θεωρείται από τους σημαντικότερους έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα, σπουδαίο μέλος της α' μεταπολεμικής γενιάς. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο στα 1929, στο οποίο θεωρείται λαϊκός ήρωας με την προτομή του να δεσπόζει, και πέθανε στην Αθήνα στα 1990, τη δεύτερη αγαπημένη του πόλη στην οποία έζησε όλη του τη ζωή αλλάζοντας δεκάδες συνοικίες και σπίτια. Σπούδασε νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Βιβλία του Νίκου Καρούζου :

1. Ποιήματα - 1961
2. Η Έλαφος Των Άστρων - 1962
3. Ο Υπνόσακκος - 1964 (Ζάρβανος)
4. Μεταφυσικές Εντυπώσεις απ' τη Ζωή ως το Θέατρο - 1966 (Άψινθος)
5. Πενθήματα - 1969
6. Λευκοπλάστης για Μικρές και Μεγάλες Αντινομίες - 1971
7. Χορταριασμένα Χάσματα - 1974 (Εγνατία)
8. Απόγονος Της Νύχτας - 1978 (Πολύπλανο)
9. Δυνατότητες Και Χρήση Της Ομιλίας - 1979 (Εγνατία)
10. Ο Ζήλος του Μη Σχετικού Με Παροράματα - 1980 (Πολύπλανο)
11. "Χορχέ Λουίς Μπόρχες" Ο Δημιουργός Και άλλα Κείμενα (συνερ. Δ. Καλοκύρης)
- 1980 (Ύψιλον)
12. Μονολεκτισμοί Και Ολιγόλεκτα - 1980 (Εξάντας)
13. Φαρέτριον - 1981 (Εξάντας)
14. Αναμνηστική Λήθη - 1982 (Γοργώ)
15. Αντισεισμικός Τάφος - 1984 (Εστία)
16. Συντήρηση Ανελκυστήρων - 1986 (Καστανιώτης)
17. Χρόνος - 1986 (Μίμνερμός)
18. Νεολιθική Νυχτωδία στην Κρονστάνδη - 1987 (Απόπειρα)
19. Περί Ζωγράφων - 1988 (Galerie Titanium)
20. Ερυθρόγραφος - 1988 (Απόπειρα)
21. Λογική Μεγάλου Σχήματος - 1989 (Ερατώ)
22. Τα Βαθυκύανα Ποιήματα - 1990 (Μίμνερμος)
23. Ευρέσεις στο Κυανό Κοβάλτιο - 1991 (Ίκαρος)* Ν..Ι.Π.


"Πόσο σπουδαίοι γίνονται οι ποιητές μετά θάνατον ε; Αχ! Όχι ότι ο Καρούζος δεν ήταν και πριν μεγάλος ποιητής, πέθανε άπορος όμως, σχεδόν αβοήθητος, και μετά να σου τα υμνολόγια.. Η καθολική αναγνώριση λένε!"


"Σύντροφε, θα κατεδαφίσουμε ποτέ την κοινωνική δυστυχία;
Χρωστάμε την πάλη, βεβαίως. Αύριο περιμένω να συναχτούμε χαρούμενοι, για να γλιτώσουμε τη διαλεχτική της
επαναστατικής αιθρίας απ΄ τις ανούσιες θεωρητικές συζητήσεις.
Κάθε καλό στην οργή του λαού κι ας αναπνέουμε οράματα,
είμαστε γι΄ αυτό ακριβώς οι καλύτεροι της Ιστορίας.
Εργάσου τώρα στου εαυτού την εκμηδένιση κραυγάζοντας
"κάτω οι μιαροί παρασημάδες"













Είστε αριστερός...

...Είμαι αναρχοκομουνιστής.
Άλλωστε, η αταξική κοινωνία στην οποία πιστεύω
είναι ά-κρατική κοινωνία.



"Από αγάπη στο αδέκαστο κενό από αλλοφροσύνη
για ένα ξέφωτο
θα περιπολούμε"







ΘΑΡΡΕΙΣ ΚΑΙ ΘΕΛΗΣΕ ΜΕ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΟΛΟ (ΕΝΑ ΠΕΛΩΡΙΟ ΕΙΝΑΙ) ΝΑ ΑΡΘΡΩΣΕΙ μιαν απάντηση στο περίφημο ερώτημα του Χαίλντερλιν [Und wozu Dichter in duerftiger Zeit? Προς τι οι ποιητές σε μίζερους καιρούς;] καθώς και ν' αντιπαρατάξει (όχι φιλοπόλεμα αλλά δραματικά) σώμα και ψυχή και έργο στην κρίσιμη απόφανση ότι δεν μπορεί να υπάρξει Τέχνη μετά το Άουσβιτς, ο Καρούζος εκκινεί για μια Μεγάλη Περιπολία στα άβατα της υπάρξεως, συλλέγει "ενθύμια φρίκης", και συνθέτει ένα πολύπτυχο Ποίημα, όχι μονάχα με λέξεις (όπως θέλουν ορισμένοι) μα και με έννοιες, και με ιδέες, και με την ζωή του την ίδια, προσφέροντάς μας ένα πολύτιμο δώρο/διδαχή: την Ομιλούσα Μήνιν της Αθωότητας.

Η περιπλάνηση του Καρούζου στους μυχούς της ύπαρξης είναι η περιπλάνηση αυτού που, με πλήρη επίγνωση του θρυμματισμού των οραμάτων, αναζητάει εντούτοις όραμα. Στην ανάγκη, θα το φτιάξει μόνος του, θα φτιάξει ένα αυτοσχέδιο όραμα από θραύσματα οραμάτων που απέτυχαν, που εξερράγησαν. Όταν γράφει, "η Ιστορία φυσικά/ δε μας περιμένει/ στη στάση του τρόλλεϋ", διακηρύσσει την πίστη του στην, με γιώτα κεφαλαίο, Ιστορία (μολονότι δεν λάτρευε τον Χέγκελ!), μας καλεί να συμμετάσχουμε στην Ιστορία, να γίνουμε, εμείς οι άνθρωποι, οι συνειδητοί συντελεστές της Ιστορίας και, συνάμα, εκτοξεύει σπαρακτικό και δηλητηριώδες χιούμορ στην στάση της αδράνειας, της παθητικότητας, της βολής. Αμέσως-αμέσως, σ' ένα τόσο δα τρίστιχο, άτιτλο μάλιστα, γραμμένο ενδεχομένως στο πίσω μέρος ενός πακέτου άφιλτρα τσιγάρα, ο Καρούζος εγκλείει τρία από τα κυριότερα γνωρίσματα της ποίησής του. Και απαντά στον Χαίλντερλιν, εμμέσως: σ' αυτούς τους μίζερους καιρούς, οι ποιητές υπάρχουν για να λένε ότι οι καιροί είναι μίζεροι, πρώτον` για να ψέγουν την παθητικότητα, δεύτερον` και, τρίτον, για να υψώνουν το χιούμορ στη δύναμη εκείνη που το κάνει να κλονίζει τα παραδεδεγμένα, ν' ανοίγει χαραμάδες προς την αλήθεια, και να μας προτρέπει να το γλεντάμε εντωμεταξύ.

Ο Καρούζος, βέβαια, ήταν αθώος, και όχι αφελής. 'Hξερε καλά το οπλοστάσιό του, και ήξερε καλά να βρίσκει τρόπους για να το εμπλουτίζει. Δεν υπέκυψε στην ευκολία ενός φετιχισμού του ανακοινώσιμου. Τις αλήθειες του, για την ζωή και την ποίηση ως ένα, ενιαίο και περιπετειώδες όλον, τις διατύπωσε με διαύγεια κρυπτογραφημένη. Ακολούθησε ορθά, όπως από χρόνια επισημαίνει ο Ευγένιος Αρανίτσης, την αρχή ότι η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις, μονάχα που αρνήθηκε (πεισματικά, να πω) την πρωτοκαθεδρία των μεν ή των δε, μοχθώντας ως υψίφρων να τις συμπλέξει αμφότερες σε μιαν αποσπασματική (αλλά και τόσο συμπαγή, τόσο απόρθητη) Διαλεκτική του Ζώντος. Ας πούμε ότι πρώτο υλικό του Καρούζου υπήρξε μια αυτογενής πείνα και δίψα ελευθερίας, και συνάμα μια ακόπαστη ανάγκη να βρουν, αυτή η πείνα και αυτή η δίψα, την πρέπουσα λαλιά τους. Δεν είναι εύκολο το εγχείρημα σε έναν τόπο γεμάτο ξεφτίδια ιδεών και σκιές λέξεων. Έτσι, ο Καρούζος, μολονότι εργάστηκε επίσης και με τον τρόπο του Μιρό ("σαν κηπουρός"` λίγο από δω, λίγο από κει...), έφτασε να συνταιριάξει, σε ένα πάντα "σύστημα", σε μια ποιητική, τρόπους της ακραιφνούς ευφυΐας -- της παγωμένης ευφυΐας -- και τρόπους της διάπυρης ύλης του πάθους, της οργής, της υπαρξιακής έκρηξης. Μιλάει άλλοτε με αποφθέγματα υψηλής ακρίβειας, θυμίζοντάς μας την αβρότατη οξυδέρκεια ενός Μαρσέλ Ντυσάν ή ενός E.E. Cummings, και άλλοτε με καταιγισμούς μπεκετικών παραληρημάτων, που αντλούν το πάθος τους από έναν Ρεμπώ, και την μαχητική εκδίπλωση μιας περήφανης απόγνωσης από την βραχνή μελωδία των μεθυσμένων μπήτνικ. Τέλος, το πάντα παρόν φάντασμα του Σολωμού μοιάζει να εγγυάται αυστηρά την τελειοθηρική επιλογή της ανεπίληπτα κατάλληλης λέξης, του μοναδικού φθέγματος που ολοκληρώνει το ποίημα, την μανιακή προσκόλληση στην απόλυτη και στίλβουσα καθαρότητα του στίχου, και τη λάμψη του, εν τέλει, ανάμεσα στα ερείπια αυτού που είναι σήμερα το Πνεύμα.

Στους καιρούς μας, ο πειρασμός τού να αρνηθούμε σε έναν ιδιοφυή ότι κοινωνεί ένα νόημα είναι τεράστιος. Ο καλλιτέχνης ή ο στοχαστής (ω, πότε θα γίνουν οι δύο ιδιότητες μία;) που ακολουθούν την ατραπό της οξυδέρκειας, θεωρούνται αυτοστιγμεί θιασώτες του μη-νοήματος, εγκεφαλικοί παίκτες σε ένα χαρτοπαίγνιο δίχως πάθος και δίχως αντίπαλο, αυταναφορικοί ομιλητές του κενού που είναι μέλαθρο και εφιάλτης τους, συγκλονιστικές λεκτομηχανές που δεν αφορούν κανέναν. Κι όμως! Μολονότι όμορφη, ίσως και συγκλονιστική η φράση του Θάνου Σταθόπουλου, "Ο ποιητής ωσάν γλωσσική μηχανή, ένα υπαρξιακό στόμα που παράγει κύματα λέξεων, αισθημάτων και συνειρμών αυθαίρετων, σε μια άρρηκτη συνομιλία μεταξύ τους, των οποίων το νόημα είναι ακριβώς ο βαθύς ήχος που προκύπτει απ' τη συνομιλία", μια άλλη "ανάγνωση", ή μάλλον μύχια ακρόαση, των ποιημάτων του Καρούζου υπαινίσσεται ότι πέραν αυτής της βαθιά ποιητικής ιερουργίας, πέραν της παραγωγής ήχων για τους ήχους, μοναδικών φθόγγων για την καινοφανή μουσικότητά τους, αντινοημάτων που προκύπτουν ως ονειρώδης δεξιοτεχνία και απάντηση στο αίνιγμα της λαλιάς, ο ποιητής μοχθεί ακριβώς για να μεταδώσει νοήματα, πασχίζει να κάνει κατανοητό εκείνο που ο κοινός τόπος θεωρεί ακατανόητο, μεταχειρίζεται το όχημα της γλώσσας για να πει κάτι ήδη πασίγνωστο, κάνει τελικά ορατό αυτό που είναι ανέκαθεν ορατό, αυτό που στέκεται "μπροστά στα μάτια μας", μονάχα που μια ανόητη (και όχι: ακατανόητη) και εσκεμμένη εθελοτυφλία δεν μας αφήνει (γιατί δεν θέλουμε να μας αφήσει, δεν μας συμφέρει να μας αφήσει) να το δούμε.

Από μιαν άποψη, η λύση στο αίνιγμα της ποίησης του Καρούζου είναι απλούστατη. Όπως και σε τόσες άλλες περιπτώσεις, το "κλεμμένο γράμμα" δεν βρίσκεται σε κάποια μυστική κρύπτη αλλά ενώπιόν μας, πάνω στο γραφείο μας. Ο Καρούζος φροντίζει να πει, διότι αυτό επέλεξε και έτσι θέλησε, αυτά που ήδη ξέρουμε και δεν θέλουμε να θυμόμαστε ότι τα ξέρουμε. Γι' αυτό και η ποίησή του θεωρείται δύσκολη. Γι' αυτό και διάλεγε ενίοτε λέξεις δύσκολες και συντακτικές επινοήσεις περίπλοκες. Το διακύβευμά του ήταν να πει το αυτονόητο -- και σε καιρούς που το αυτονόητο έχει καταντήσει αδιανόητο, οφείλεις, πιστεύει ο Καρούζος, να μιλήσεις τάχατες δυσνόητα. 'H, μάλλον, όπως κι αν μιλήσεις, αν μιλήσεις για το αυτονόητο, θα σε θεωρήσουν δυσνόητο. Οπότε, γίνε!

Ένα απλούστατο παράδειγμα: η Κρονστάνδη. Ο Καρούζος επέλεξε να συνθέσει ένα συναρπαστικό (αντι)ντοκουμέντο για μιαν ιστορική στιγμή που πολλοί εγνώριζαν, λίγοι σχολίαζαν, ελάχιστοι κατάλαβαν βαθιά πόσο κρίσιμη υπήρξε η σημασία της για το χειραφετησιακό ("αριστερό";) πρόταγμα, και ένας μονάχα (ο Καρούζος) την ύψωσε σε Ποίημα, ή και σε Μανιφέστο Ζωής. Ολάκερη η "Νεολιθική Νυχτωδία στην Κρονστάνδη" αποτελεί μιαν ακραιφνή απάντηση στο ερώτημα "προς τι οι ποιητές;" και στις απόψεις περί μη-νοήματος στην ποίηση του Καρούζου. Κάθε στίχος αυτής της σύνθεσης (του ώριμου μάλιστα Καρούζου) αποτελεί άχραντο τεκμήριο της έγνοιας του ποιητή να πει (με τον τρόπο του πάντα) τι είναι αληθές, και όχι μονάχα να επιδίδεται σε νοηματικές ακροβασίες και λεκτικές επιδείξεις. Βαθιά πάσχων πολίτης (όσο κι αν σήμερα θεωρείται αναχρονιστική αυτή η ιδιότητα) ο Καρούζος ήξερε πολύ καλά να επισημαίνει (για χάρη του, και για χάρη μας) τις αποφασιστικές καμπές της Ιστορίας, την πανουργία της, τα τεχνάσματά της, και τις επιπτώσεις όλων αυτών στη ζωή μας. Και όντας ποιητής, ήξερε επίσης να μας τα λέει με τρόπους ποιητικούς, τόσο ποιητικούς μάλιστα που αμφισβητούσαν και την ποίηση την ίδια: "Παλιοκούρελο η ποίηση` θα 'λεγα σολιασμένα βάσανα. Πάει καλά. Μήπως όμως βλέπουμε την επανάσταση σε διάθλαση; μήπως δεν έχει πραγματικά στραβώσει;".




NEOΛΙΘΙΚΗ ΝΥΧΤΩΔΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗ
του ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΟΥΖΟΥ


Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς
η πραγματικότητα χωλαίνει κι όπως
ασπροφωλιάζει η λευτεριά στον άστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τη σώτειρα τήξη .

( Να ιδούμε αν η Άνοιξη θα συνδράμει τα όνειρά μας . )

Ένας ναύτης : Το μυαλό πως μαλακώνει στα Ουράλια ;
Ένας άλλος ναύτης : Τι θέλεις να πεις ; Δεν κατάλαβα .

μουχλιάζει το τηλέφωνο , ευδαιμονία

Νοστάλγησα τα ορυχτά την άφωνη
θηλαστική μου ιερότητα
κι ανατρέχω στον ύπνο που με σώζει
είναι ο πρόχειρος θάνατος
ένα κλούβιο ρολόι
χωρίς τα πριν και χωρίς τα μετά
δεν ήρθα δε φεύγω θα σταματήσω .

- Η εξουσία είναι της Ιστορίας η ευκοιλιότητα .
- Στο χωριό μου τη λένε γλεντοκώλα .

- Φθέγγομαι τρόμο . Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι
τα ιδανικά ; Είναι όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν
από το τηγάνισμα .

Δούλα του φωτός πεταλούδα , φτερά και χνούδι
σε εξωφρένεια !
Ο έκλυτος Δίας κρατεί κεραυνούς αναφαίρετους
δίχως ακόμη πυροδότηση
χορταίνοντας όραση βλακείας
καθεζόμενος υπεράνω πάσης κοσμολογίας .
Κ η μούρη των αλόγων του Φαέθοντα έναντι του
κενού με άφρη κοσμικής ύλης .
Ασθενοφόρο γρήγορα για τον βασιλέα Ληρ !
Ευωδιάζουμε από τρέλα .
Δεν πιάνουν τα φρένα ,
χανόμαστε στη διαιρετότητα του Ζήνωνα .

Η Άννα ( που πλησιάζει ) : Τι νέα έχουμε απ την πραγματικότητα ;

Νικολάι : Φοβάμαι , σύντροφε . Και η επίθεση επίκειται .
Ο Λένιν έχει εμπλακεί στη μοίρα .

- Πανάκριβα ραφτικά .
- Ουτοπία .
- Μα όμως αναιρέσαμε το δάσος .
- Βροχές μανάδες ... Άραχλε !

Να και ο τρισάθλιος ήλιος . Μια χλεμπόνα
στ ουρανού το κατεστημένο .

- Με σφίγγει μια αλήθεια , της παραδίνομαι . Με σφίγγει μια
άλλη , κι αυτηνής της παραδίνομαι . Διατρέχοντας του μυαλού
την ωμότητα . Λέω αίμα του ψύλλου κι αμέσως
οσφραίνομαι ρούμι .

- Παραδέρνεις . Αλλά εμένα τα μάτια μου διεκδικούσαν ενότητα
οπτικής , εκκένωση τραγωδίας . Ουδέποτε υπέφερα τις
αντιφάσεις . Αμφί και ρέπω , όχι !

- Χρεμετίζεις φαντασία.

[ Την ημέρα εκείνη γεννήθηκα μόνος μου , δεν είχα βιολογικό
προηγούμενο . Σούρθηκα στην τρώγλη της απλής αριθμητικής .
Εκεί διαλάμποντας ενωτίστηκα κόκαλα . ]

Υπερφίαλο φως ισχνότητα του έρωτα !
Τι ναν τα λέμε. Αυτοψυχίατρος είναι ο ποιητής
με καθαρό οινόπνευμα .
Κυρίως θα λεγα θεοσταγής και προ-ιούσα σφήκα .
Θα γαλαζώσει πάλι .

- Μα είναι κι ο άλλος έρωτας , ο γενετήσιος .

- Τι να σου κάνει αυτός . Αν θέλεις , βάζει λίγα παγάκια στη
μελαγχολία μου .

Είθε να μην υπήρχα
μαβής ο χτύπος της καρδιάς , αλητεία .
Κι αν είπα τις προάλλες τη ζωή αντίρρηση του σκούληκα
δεν έπαψε να φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
η απελπισία .
Θες το ζώο θες ο άγιος τίμημα η απουσία .
Κορφόνυχα μες στη φωτιά σε ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου και χρόνια
έκανα γω το μπόι μου βλαστοβολώντας ύψος
χωρίς να συμβουλεύομαι
κακούς ονειροκρίτες και θολά μαντεία .
Δεν αναμέτρησα κινδύνους , αποτεφρώθηκα .
Πίστεψα στα χρυσάνθεμα ορκίστηκα στη χλόη
κι όπως ρεκάζει επιστήθιος άνεμος από βροχερά
συμπεράσματα
στα ερυθρά χαλάσματα του ήλιου ξαναφαίνομαι
κι ανιστορώ τα ρόδινα νεφρά μου .

Είτε στον ύπνο ( παξ ) είτε στην εγρήγορση ( κοάξ ) ονομάζομαι
γοργά μελλοθάνατος .

Θρομβώδη φυλλώματα , συνεσθίομαι
μαζί με τ άνθη
διασχίζω τους γάμους των θάμνων
αναφλέγοντας το γραφτό μου σε άναρθρους
όρθρους
κι αποτυχίζω την απόγνωση κατακείμενος
όρθιος .

Λέω συχνά τα νεφρά μου θα υπερισχύσουν .
Εντούτοις μαθητεύω πια συνέχεια σε τρόμο
κάθε βράδυ ξαναστοχάζω πως όχι
δε θα ξυπνήσω
κάθε πρωί ξεριζώνω φλέγματα υποφέροντας
μιαν άγρια ναυτία που δεν εξελίσσεται ολότελα
κι ανατριχιάζω
κάτι νύχτες με εθελούσιο μαύρο κάτι νύχτες
από τεράστια αιμοχαρή φεγγάρια
για να διαλευκάνω επιτέλους τα άσπρα μου
μαλλιά ως τη συντέλεια .
Δε θυμάμαι θυμάρι που να μην ανάδωσε πάντοτε
την ευωδιά του
με ήλιους ορεινούς αναφωνήματα στη μνημοσύνη .
Δεν ξέρω τι κάνει το συκώτι μου δεν ξέρω
τι κάνει η καρδιά μου
μαστίζομαι από ένοχη θέαση κι ανωφερή
αχτημοσύνη
χαράζω σύμφωνα και εκφέρω φωνήεντα φρίκης .

- Θρησκευτική υπόθεση . Κι ο χρόνος τώρα δεν είναι
μαγνητοταινία της αιωνιότητας . Ανακρούεται επιστήμη ,
κουκιά μετρημένα . Μα είναι αμπόρετο να τσιμπήσει κανείς
τη θάλασσα .
Η Ιστορία τελικά συναναστρέφεται αγάλματα .

- Τι εστί λάμψη ;
- Ποιος αποφάσισε τα πτώματά μας
- Ξέχειλα τα οράματά μας . Εμπλουτισμένοι αθανασία .
- Νυμφίοι της ελπίδας αρουραίοι .

[ Λάμπουμε όλοι στην Κρονστάνδη . Στην πιο περήφανη γεωγραφία ]

Σε βοερά μνημόσυνα βοράς κι αθώας βαρβαρότητας
με πετεινών αθλήματα στους χαμηλόκορμους ουρανούς
ωσότου πιάσουν ένα γύρο οι βροχάδες τα πρωτόνερα
ώσπου να ανοίξει της χυνοπωριάς το κατουροβάρελο .
Θα τανε πέρσι .
Ρεμβώδη νοήματα , τυραγνία του βήχα , σκελετός από μέσα ...

[ Βραδυάζει στο κείμενο.Η κατακρήμνιση του απογεύματος : ωριμότητα]

- Αν έλιωνε ο πάγος , αν τους προλάβαινε η Άνοιξη ...
δεν έχει όρια η ευφράδεια της Σταύρωσης
ούτε το πορτοκαλί που με τύφλωνε
φωσφορίζοντας
μα εγώ τη γλώσσα την αποκλήρωσα
δε μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω την αγριότητα
οι καιόμενες πορφυρές δεκαετίες
από υδρόγεια νόηση
και αναπηδά στη χύτρα του πεπρωμένου
ο χόχλακας .
Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω σου
τ ασπράδι .

Εγώ λοιπόν έκπληχτος από χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ανατείνομαι όνειρος
αποβάλλοντας το πραγματικό κι αναθυμούμενος μόλις
εκείνη την αρτηρία του αόρατου
την πλεξούδα του καπνού σε ανώδυνο ύψος .
Εδώ επιμένουμε όλοι .

- Άννα , τι συμβαίνει ;
- Άρχισε η επίθεση .
- Άννα , έχε γεια , θα πεθάνουμε .
- Νικολάι , σ αγαπούσα ολόκληρη .
- Μιαν άλλη φορά , θα ξαναγίνει , Άννα

διεδίδοτο δε εκάστω καθότι αν τις χρείαν είχεν -
KRONSTADT

Κι από την άλλη (αν είναι πράγματι "άλλη"), ο Καρούζος στέργει να εμβαπτιστεί οικειοθελώς στο καθημερινό, στο εικοσιτετράωρο, στο δήθεν μη επικό, κονταροχτύπημα της ζωής με το θάνατο -- θαρρείς για να αποδείξει, για να δηλώσει ανά πάσα ώρα και στιγμή, ότι κοσμοϊστορικό και καθημερινό είναι ένα, ότι το κάθε δευτερόλεπτο είναι πεδίο μάχης ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, στο Γνωστό και το Άγνωστο, στο Ρητό και το Άρρητο, στο Σοφό και το Ανόητο. Αγωνιώντας κάθε στιγμή να υπάρχει, ο Καρούζος καταργεί τις ψεύτικες αντιπαλότητες για να ορθώσει τις γνήσιες. Στραγγίζει την ποίηση για να την κάνει να πει το ουσιώδες, το τι είναι ο χρόνος και ποια είναι η χρήση του χρόνου. Συνάμα, εμπλέκεται στην περιπέτεια της νύχτας -- γιατί τέτοια πράματα (κακά τα ψέματα) δεν τα λες, δεν μπορείς να τα πεις, αν δεν μπεις στης "άτρωτης νύχτας της νεκροπρέπεια", αν δεν περιπολήσεις στα χάσματα της ακόρεστης ανασφάλειας, αν δεν γυρίσεις την πλάτη στο "γουδί το γουδοχέρι" του ημερήσιου βολέματος. Ο Καρούζος αρνήθηκε, εσκεμμένα, κάθε άλλοθι. Ανοίχτηκε στο μηδέν, για να το καταργήσει -- να προσπαθήσει, τουλάχιστον. Έζησε στην "πιάτσα", έγραψε στο "υπόγειο υπερώον" του. Γι' αυτό και αφέντης του ήταν μονάχα ο Χρόνος, μήτε καν η Γλώσσα. Γι' αυτό μπόρεσε να πει τα δευτερόλεπτα "κέρματα", "άμμο", "κορσέδες της άχρονης διάρκειας", "φύλλα", "μικρόβια στα τέρματα των αριθμών", "κάλυκες", "σκόνη", "βέλη σε φαρέτρα", όπως μας θυμίζει ένα από τα πιο ευαίσθητα κείμενα που αποκρυπτογράφησαν την ποίησή του.

Ό,τι κι αν ειπωθεί για τον Καρούζο θα είναι λειψό. Ό,τι κι αν ειπωθεί για οτιδήποτε ζούμε θα είναι λειψό. Η ποίηση είναι ο πιο πλήρης υπαινιγμός μιας πληρότητας που είμαστε ανήμποροι να μεταδώσουμε. Ο Καρούζος το ήξερε αυτό. Και ήξερε, όχι μ' έναν λυγμό μα μ' έναν βρόντο, να συμπληρώνει το λειψό της ποίησης με το λειψό της ζωής. 'Hξερε ότι το ασύλληπτο θριαμβεύει εν τέλει, ότι υπάρχουν τετραγωνίδια που είναι έξω από το σκάκι, και ότι καθήκον του ποιητή είναι να μιλήσει και γι' αυτά. Ο ίδιος ένα τέτοιο τετραγωνίδιο ήταν. Μοχθούσε, και όσοι τον γνώρισαν καλά διαισθάνθηκαν την αγωνία του, να μας κάνει να δούμε αλλιώς αυτό που βλέπουμε ήδη, αλλά και να "μυριστούμε" ότι υπάρχει ολόγυρά μας κάτι που μας διαφεύγει. Πάλευε πάντα ο Καρούζος μ' αυτή την έρμη την κοινοτοπία, την πανταχού παρούσα αντίφαση, πασχίζοντας να διακρίνει το μέγιστο μέσα στο ποταπό, το μεγαλειώδες μέσα στο τετριμμένο, το άχραντο (μια λέξη που του άρεσε πολύ) μέσα στο αντίθετό του. Αυτή ήταν η τέχνη του Καρούζου. Μια τέχνη της οποίας, δυστυχώς, δεν μπορεί κανένα κείμενο (κι ακόμα πιο πολύ αυτό το κενοφώνημα) να είναι όσο της πρέπει αντάξιο
Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης




Τώρα που αυτός ο οποίος "έγραφε στο ιδίωμα της συντέλειας" δεν υπάρχει πιά, τι απομένει; Η απάντηση φαίνεται να ΄ρχεται φυσιολογικά: απομένει η γραπτή ποίησή του. Μπορεί όμως, ο Νίκος Καρούζος ως "άνθρωπος της ανθρωπότητας" να εξαντληθεί στα ποιήματα του; Είναι αλήθεια, πως σε τέτοιου είδους ερωτήματα εντοπίζεται πάντα το αίνιγμα της ποιητικής δημιουργίας.
Βέβαια, δουλειά του ποιητή είναι να γράφει ποιήματα. Αυτό φαντάζει αναντίρρητο. Όμως, κ.κ. κριτικοί και ιστορικοί της λογοτεχνίας, που η καμπάνα που σήμανε τον θάνατο του ποιητή ακούστηκε στ΄ αυτιά σας σαν σάλπιγγα πρωϊνού εγερτηρίου, και σεις, που του απονέμετε τον τίτλο "λεξιμάρτυρα", μάθετε λοιπόν, πως ο Νίκος Καρούζος δεν υπήρξε ποτέ ένας τέτοιου είδους μάρτυρας. Ο πόθος και η αγωνία του ήτανε να φανερώσει στη ποίηση και τη ζωή του μια νέα ανθρώπινη Ποιότητα, "να προκαλέσει σήμερα το μέλλον" και είναι γνωστό με πόσες θυσίες και ενάντιες προς αυτόν εξελίξεις. Για φανταστείτε! Ο άνθρωπος που απ΄ τη πένα του ξεπήδησαν "Ο ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα" και οι "Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας", είχε επίσης το θάρρος - και πιθανώς θράσος κατά άλλους - να βγάλει απ τη φαρέτρα του κι αυτό εδώ το φαρμακερό βέλος:
"Η γραπτή ποίηση/ σωριάστηκε στο στήθος μου/ σαν ένα τίποτα". Να γιατί ο Νίκος Καρούζος υπήρξε μεγάλος άνθρωπος και μεγάλο; ποιητής! Μονάχα αυτός που "πείνασε το όνειρο σα σκύλος", μπορούσε να γράψει στίχους σαν τους παραπάνω και να έχει το εσχατολογικό όραμα "για μια Γενική Ποίηση στα πανανθρώπινα μελλούμενα", και αυτό, δεν είναι ένα όραμα για τη γλώσσα, αλλά η αδιάσειστη καθολική απαίτηση για "ίση συμμετοχή στην απόλαυση και ομορφιά της ζωής, άμεσα και χωρίς όρους ή συμπιέσεις". Με το να τραυλίζεις συνεχώς κοινοτοπίες για την γλωσσοπλαστική δύναμη του ποιητή, δεν κάνεις τίποτ΄ άλλο, παρά να εξευτελίζεις και την ίδια τη γλώσσα, αποχυμώνοντάς την απ΄ την ποίηση και τον ποιητή και να μετατρέπεις αυτόν τον τελευταίο σ΄ έναν υπάλληλο της γραφής. Έτσι, δίνεις φιλολογικό άλλοθι στον παραλογισμό που τραβάει ως την έσχατη αποχύμωση της ζωής, στον παραλογισμό μιας άρχουσας τάξης κι ενός κοινωνικού status, οριστικά και αμετάκλητα καταδικασμένων σε εξαφάνιση.
Μπορούμε λοιπόν "να εντάξουμε την τίγρη στο Ποινικό Δίκαιο"; "Πώς;"... σα ν΄ ακούμε τη φωνή του Νίκου, ενώ ανοίγει διάπλατα τα παιδικά του μάτια! "Αδύνατον, κύριοι!".
Έτσι κι αλλιώς, η μουσική που βγαίνει από μια οποιαδήποτε Φιλαρμονική Ορχήστρα, αλλά με την μουσική που έβγαινε απ΄ την ορχήστρα του Berlioz, όταν παρήλαυνε στους δρόμους με τον ίδιο τον συνθέτη να διευθύνει με σπαθί αντί μπαγκέττας.
Όχι, δεν θα πούμε αντίο στο Νίκο Καρούζο. Θα είναι παρών όταν η γραπτή ποίηση σωριαστεί στο στήθος της ανθρωπότητας ωσάν φράγμα που γκρεμίζεται απελευθερώνοντας τις λίμνες και τα ποτάμια που θα λούσουν μέσα στη δροσιά τους τη Νέα Εφηβεία του ανθρώπου. Τότε είναι που η γραπτή ποίηση του Νίκου θα αποκτήσει σάρκα και αίμα και ο ίδιος ο ποιητής θα ζει μέσα σε Ηλιόλουστες Πνευματικότητες και Αποποιίες του Σώματος.
Δεν μπορείς να πεις αντίο σ΄ αυτόν που ήταν ένα από τα προμηνύματα του Μέλλοντος Αιώνος.
Πράγματι, είναι παράλογο να λες αντίο σ΄ αυτόν που έρχεται.
ΔΙΟΝΥΣΗ ΚΕΛΛΑΡΗ





Για τον Νίκο Καρούζο από τον Σάββα Μιχαήλ

1. Κάποτε ρώτησαν τον Ραμπί Μεναχέμ Μέντελ του Βόρκι, τι ξεχωρίζει ένα παιδί του Αβραάμ από τους άλλους ανθρώπους. Κι αυτός απάντησε: "Τρία πράγματα του ταιριάζουν. Γονατίζει όρθιος, κραυγάζει άλαλος, χορεύει ακίνητος". Μεταφέρθηκε η χασσιδική αυτή ιστορία, πάνω από έναν αιώνα αργότερα, στο Νίκο Καρούζο. Κι ο ποιητής την ένοιωσε βαθιά. Στη ζωή του κράτησε και στη "Κρονστάνδη" του μίλησε γι΄ αυτήν ακριβώς τη στάση κι αποτυχίζω την απόγνωση κατακείμενος όρθιος.
Ο Καρούζος, ο άνθρωπος, ο ποιητής, ο επαναστάτης, είναι η Αντίφαση η φλεγόμενη που μηδέποτε κατακαίεται. Ο δρόμος του, γραφέων οδός ευθεία και σκολική μέη. Κι η Ποίησή του, η ταναντία εις ταυτόν αγαγούσα.

2. "κι αποτυχίζω την απόγνωση..."
Η απόγνωση της ανθρώπινης ύπαρξης δεν χωρίζεται, για τον Καρούζο, από την οδύνη της Ιστορίας. Το έχουμε πει κι αλλού: όπως σε κάποιον πονάει το κεφάλι του ή το δόντι του, στον Καρούζο πονάει η Ιστορία. Ψηλαφά την ύπαρξη ιστορικά και την Ιστορία υπαρξιακά. Γι΄ αυτό και δεν συμβιβάζεται με την απόγνωση.
Μιλώντας με αγάπη για τον Samuel Beckett, γράφει:
"Αλλά κάπου πραγματικά γελιέται ο Beckett. Εννοώ πώς ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να διαλέξει και να μην ψοφήσει στην απόγνωση. Το παράλογο που πηγάζει απ΄ την ενότητα της ζωής και του θανάτου λείπει απ΄ τη ματεριαλιστική βίωση, όπου οι όποιοι απελπισμοί και οι όποιες απογνώσεις βιώνονται στη διάσταση της μελλοντικότητας που θα ΄βρε τους τρόπους να τις αναιρέσει" (Μεταφυσικές
εντυπώσεις απ΄ τη ζωή ως το θέατρο).
Ο Καρούζος αποτυχίζει την απόγνωση, δηλαδή - όπως ο ίδιος μας έχει εξηγήσει το νεολογισμό - την οδηγεί σε αποτυχία, σε αυτοαναίρεση. Δεν την αποφεύγει, ούτε την ξορκίζει μικρόψυχα. Την δυναμιτίζει και την ανατινάζει εκ των ένδον, μ΄ όλο το τίμημα που αυτό συνεπάγεται. Ζει την χαρμολύπη της καθολικής απελευθέρωσης: ¨Μακριά σοφία για ζωή ανώτερη. Μακρά νοσταλγία του
ύψους. Αξία λυτρωτική. Μακρό πένθος της ελευθερίας. Υπεράνω της ανυπόφορης θεολογίας. Ο χρόνος που γίνεται παράδεισος και όχι πανικός" (ο.π.π.)
Η βίωση του Καρούζου παραμένει "ματεριαλιστική". Για την ακρίβεια υλιστική - διαλεκτική, ή, όπως θάλεγε ο ίδιος, υλιστική - ουρανοχαρής.

3. Η σχέση του Νίκου Καρούζου με τον Διονύσιο Σολωμό είναι υπαρκτή, βαθειά, ζωντανή - και δυσφημισμένη. Διάφοροι την αναζητούν μ΄ εξωτερικές συγκρίσεις σε φαινομενικές ομοιότητες, π.χ. στο κοινό πάθος για τη γλώσσα. Άλλοι καταγίνονται με μετρήσεις ύψους, αν είναι "ισοϋψείς" ή "ανισοϋψείς" ποιητές. Σάμπως να μπορεί κανείς να μετρήσει τα γνήσια ποιητικά μεγέθη, όταν ξεφεύγουν απ΄ τα όρια της συγκυρίας, "με τη μεζούρα του εμποροράφτη" κατά την έκφραση του Τρότσκι... Η σχέση πρέπει ν΄ ανιχνευτεί στην ιστορική - υλική πηγή της. Και οι δυό βάλανε στο επίκεντρο της ποιητικής τους Οδύσσειας το αίνιγμα της Ιστορίας - και φτάσανε στην οξύτερη ποιητική συνείδηση του τέλους της. Και οι δυό αναζήτησαν με πάθος τους δρόμους και τους τρόπους με τους οποίους η επανάσταση θα γίνει διαρκής, δεν θα μείνει στη μέση, θλιβερό ερείπιο.
Εδώ, όμως, βρίσκεται και η μέγιστη διαφορά τους. Ο Σολωμός ξεκίνησε τον καιρό της ανερχόμενης κι ανολοκλήρωτης δημοκρατικής αστικής επανάστασης. Ο Καρούζος συνέχισε την εποχή της ανερχόμενης κι ανολοκλήρωτης σοσιαλιστικής επανάστασης.
Όσο απομακρυνόμαστε από τα χρόνια του Σολωμού και της πρώτης επανάστασης, κι η δεύτερη χάνονταν στον ορίζοντα κολοβή και οριστικά τερματισμένη, τόσο στέρευε κι η ιστορική συνείδηση από την νεοελληνική ποίηση ή ξέπεφτε σε στείρο ιστορικισμό, δέσμιο στα εκάστοτε ιδεολογήματα της άρχουσας τάξης.
Στον αιώνα μας, αναμφίβολα ο Καβάφης έχει οξύτατη ιστορική συνείδηση, και μάλιστα συνείδηση της ιστορικής παρακμής του σύγχρονου αστικού κόσμου. Αλλά, ο Καβάφης είναι κατ΄ εξοχήν "ελληνικός" προ-μεσσιανικός: στην ποίησή του δεν υπάρχει τέλος της Ιστορίας. Ο ορφικός Σικελιανός, με τον τρόπο του, το ψηλαφά. Αλλά συχνά συγχέει τον ιστορικό με το μυθολογικό χρόνο.
Η δεύτερη επαναστατική τομή που γνωρίζει η ιστορική εξέλιξη της νεώτερης ελληνικής κοινωνίας έρχεται με την Αντίσταση και την προδομένη σοσιαλιστική επανάσταση του 1941-49. Μέσα απ΄ το χάσμα π΄ άνοιξε ο σεισμός αυτός βγήκε το άνθος της ποίησης του Καρούζου. Σ΄ αντίθεση μ΄ άλλους μεταπολεμικούς - μετεμφυλιοπολεμικούς ποιητές, ούτε κλείσθηκε, κλουβί της ιδιωτείας, ούτε έγινε "ποιητής της ήττας" σβήνοντας κάθε επαναστατική προοπτική στ΄ όνομα της ήττας της επανάστασης, ούτε, πάλι, έγινε ο τραγουδοποιός του σταλινισμού, του πρωταίτιου της ήττας. Έμεινε
μέχρι τέλους κομμουνιστής και γι΄ αυτό ασυμβίβαστος αντισταλινικός.
Αναζήτησε όλα τα γιατί και τα πώς, γύρισε ξανά και ξανά στο έπος και την τραγωδία της Οκτωβριανής Επανάστασης, ανοίχτηκε προς όλα τα ρεύματα του εργατικού κινήματος, προς όλες τις επαναστατικές εμπειρίες και τους αγώνες, όλες τις περιπέτειες του ανθρώπου και του ανθρώπινου πνεύματος. Έζησε με τον Σαιν Ζύστ και τον Κουτόν, με τον Ροβεσπιέρο και τον Μακρυγιάννη, με τον Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη, με τον Ηράκλειτο και τον Κάφκα, με τον Λένιν,
τον Τρότσκι, τους μπολσεβίκους, τους ναύτες της Κρονστάνδης, τον Γκουεβάρα, τον δολοφονημένο απ΄ τους φασίστες του Σαλβαντόρ αρχιεπίσκοπο Ρομέρο, τους μακρονησιώτες και τους εξόριστους της Ικαρίας, τους ταπεινούς και τους εξεγερμένους όπου γης. Ήταν οικουμενικός στην Τέχνη και στην Επανάσταση, στα βάθη της παράδοσης και στις πιό απόκρημνες κορυφές της πρωτοπορίας.
Δεν ήταν θέμα απλώς επιλογής αλλά ανάγκη: η ολοκλήρωση της επανάστασης απαιτεί και διεκδικεί την ολοκλήρωση του ανθρώπου. Η αταξική κοινωνία είναι η κοινωνία του ολικού ανθρώπου.

4. Το πάθος της Ιστορίας εξηγεί το πάθος του Καρούζου για τη γλώσσα, κι όχι το ανάποδο. Δεν ήταν ποτέ θετικιστής - φετιχιστής της γλώσσας. Ας ακούσουμε τον ίδιο τι λέει ¨"Είμαστε φτασμένοι, χωρίς αμφιβολία, σ΄ ένα όριο της Ιστορίας, όπου, περισσότερο από άλλοτε, ο άνθρωπος κλυδωνίζεται ανάμεσα στις λέξεις. Ο αγώνας, ανέκαθεν, είναι βέβαια να υποτάξει τις λέξεις, άρα να σταθεροποιήσει την αλήθεια. Μα για να κατορθώσει τούτο χρειάζεται την αδέσμευτη σκέψη, εκείνη που θα επιτρέψει να γλιτώσει απ΄ τον αδυσώπητο κλυδωνισμό ανάμεσα στις λέξεις... Όταν κατανοώ, πως ο αγώνας είναι, πάντα, να υποτάξουμε τη γλώσσα, ουσιαστικά βλέπω και συνειδηταίνω, πως ο αγώνας είναι να παρατήσουμε τις λέξεις. Αφαιρώντας απ΄ τις λέξεις την εξουσίαν απάνω μας, ελευθερώνουμε την εσώτερη γνώση απ΄ τις άπειρες ιστορικές της επενδύσεις, την καθαρίζουμε από τόσες και τόσες κληρονομιές, ώστε να μας αιφνιδιάσει σαν άγνωστος καταρράκτης, από μόνη της, εσωτερικά μπορώντας τη γυμνή της ακεραιότητα. Έτσι γνωρίζουμε ελευθερία. Και λύνουμε τους κόμπους οντολογικών περιπλοκών... Ερχόμαστε, δηλαδή, πριν απ΄ τη γλώσσα μεσ΄ απ΄ την εμπειρία της γλώσσας. Γυρισμός. Άλλωστε, ήμαστε κάποτε πριν απ΄ τη γλώσσα και νικήσαμε τη φύση κατακτώντας τη γλώσσα. Πως να διανοηθούμε ανίκητη την ίδια τη γλώσσα; Εξαπολύσαμε μια δύναμη ελευθερίας, που όμως μας υπόταξε" (Μεταφυσικές εντυπώσεις απ΄ τη ζωή ως το θέατρο). Απ΄ αυτή τη γωνιά πρέπει να ιδωθούν οι "λεκτομηχανές" του Καρούζου. Δεν φετιχοποιούν αλλά απο-φενακίζουν τις λέξεις. Μέσα από την τρικυμία του λόγου, αναδύονται τα πλάσματα του βυθού κι ακούγεται ο λόγος "ο εν τη φωνή αφώνως φθεγγόμενος" (Συμεών ο Νέος Θεολόγος). "Ερχόμαστε πριν απ΄ τη γλώσσα" και γυρίζουμε στην αφετηρία, στη Φύση, περνώντας μέσα απ΄ την εμπειρία της γλώσσας κι όλες τις ιστορικές πραγματώσεις του κοινωνικού ανθρώπου, αναιρώντας τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα, που αυτές απέκτησαν στη διαδρομή της ταξικής κοινωνίας, διατηρώντας συνάμα και υπερβαίνοντας το πνευματικό τους κεκτημένο περιεχόμενο. Ετσι "οι δυνάμεις ελευθερίας", που γίνανε δυνάμεις καθυπόταξης, απελευθερώνονται κι απελευθερώνουν.

5. Μόνο στο δρόμο αυτό λύνεται η έσχατη απορία του πλατωνικού "Κρατύλου". Η απορία και το λογικό αδιέξοδο υπάρχουν όταν αφετηρία για την προσέγγιση της γλώσσας γίνεται η ίδια η γλώσσα, είτε παίρνεται σαν "φύσει πεφυκυία" και ταυτίζεται με το Ον είτε όταν θεωρείται "ξυνθήκη και ομολογία", τεχνητή σύμβαση σε απόλυτη διαφορά με το Ον. Το ζήτημα είναι, όχι η αφηρημένη ταυτότητα ή η αφηρημένη διαφορά, αλλά η ταυτότητα της ταυτότητας και της διαφοράς των όντων και των "ονομάτων", η ενότητα των αντιθέτων όπου το πρωταρχικό αντίθετο, η αφετηρία κι ο χώρος του γυρισμού είναι το ίδιο το Ον. {"Οντινα μεν τοίνυν τρόπον δει μανθάνειν ή ευρίσκειν τα όντα, μείζον ίσως εστίν, εγνωκέναι ή κατ΄ εμέ και σε, αγαπητόν δε και τούτο ομολογήσασθαι, ότι ουκ εξ ονομάτων αλλά πολύ μάλλον αυτά εξ αυτών και μαθητέον και ζητητέον ή εκ των ονομάτων" (Κρατύλος 430b"}. Aυτός "ο γυρισμός" στην αφετηρία, στα όντα, "πριν απ΄ τη γλώσσα μεσ΄ απ΄ την εμπειρία της γλώσσας", για τον οποίο μιλάει ο Καρούζος, έχει την αντίστροφη κατεύθυνση απ΄ την επιστροφή στο "άμεσο Είναι" που ζητά ο Χάϊντεγγερ, στην "παρ-ουσία" της αμεσότητας του Είναι". Η αρχική αμεσότητα του Είναι, στη διαλεκτική του Χέγκελ (και του Μαρξ) είναι ακόμα αφηρημένη, μονόπλευρη, φτωχή σε προσδιορισμούς. Το απόλυτο, το αληθινό, βρίσκεται στο αποτέλεσμα του όλου Γίγνεσθαι. Κι ο Καρούζος - παρά την δηλωμένη αντιπάθειά του για τον Χέγκελ - δεν ζητά την αφηρημένη αμεσότητα αλλά αυτό που ονομάζει "αρτίωση" και "Ολωση". Η δεσπόζουσα αρχή της ποίησής του και της ζωής του ήταν, σύμφωνα με τη δικιά του πάλι έκφραση, η θέληση για τη συντέλεια της Ελευθερίας.

6. Μετά τα τελευταία γενέθλια της ζωής του, στις 17 Ιουλίου 1990, κλείνοντας τα 64 και μπαίνοντας στα 65, ο Νίκος Καρούζος έλεγε χωρίς φιλαυτία, με χαρμόσυνο πένθος: "65 χρονών πέθαναν και οι τρεις μέγιστοι άνθρωποι: ο Ηράκλειτος, ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ κι ο Καρλ Μαρξ". Αν δεν αγαπάς και τους τρεις, πώς να διαβάσεις τα ποιήματα του Καρούζου;

7. Μόλις πέθανε κάποιος δίκαιος, που ήταν φίλος του Ραμπί Μπεναχέμ Μέντελ του Βόρκι, ένας Χασσίδ έκανε επίσκεψη στον ραββίνο για να του διηγηθεί τις τελευταίες στιγμές του φίλου του. "Πώς έγινε;", ρώτησε ο Ραμπί Μέντελ. "Πολύ καλά" απάντησε ο Χασσίδ, "όπως όταν περνάει κάποιος από ένα δωμάτιο στο γειτονικό δωμάτιο". "Α, όχι!" διαμαρτυρήθηκε ο Ραμπί Μέντελ του Βόρκι "έγινε αλλιώς: όπως περνάει κάποιος από μια γωνιά σε μιαν άλλη του ίδιου δωματίου!". Ή, όπως λέει ο Νίκος Καρούζος: δεν ήρθα δεν φεύγω θα σταματήσω.




"Εμείς μπορούμε να δώσουμε τη ζωή μας
μέσα σ’ ένα συλλαλητήριο,
εσείς τι μπορείτε;"




Δεν ήταν απόμακρος. Εύθικτος και οξύθυμος με τους ανόητους,
τους συγχωρούσε στο τέλος όλους. Έλεγε πως έγινε
ευγενέστερος, μαχόμενος για μιαν αταξική κοινωνία. Έλεγε πως
όλες οι εξουσίες μισούν τον ποιητή. Εκείνος που πήρε σύνταξη
δεύτερης κατηγορίας από το υπουργείο Πολιτισμού
για να κηδευθεί δημοσία δαπάνη.
Πριν φύγει ζήτησε χαρτί και μολύβι.
Όλοι νόμισαν πως κάτι θα'γραφε.
Εκείνος ζωγράφισε μια μαργαρίτα.
Νίκο Καρούζο τον έλεγαν...





Ο Γκαίτε είπε κάποτε:
"Δεν ξέρω τι έχω πετύχει
στην Τέχνη.
Το μόνο που ξέρω εί
ναι ότι με την Τέχνη
έγινα ευγενέ
στερος".
Ε, εγώ έχω γίνει ευγενέ
στερος μαχόμενος
για την αταξική
κοινωνία.
Δεν μ ενδιαφέρει η οι
κτρή ουτοπία.
Εγώ θέλω να είμαι
ευγενέστερος και το να είμαι
ευγε
νέστερος σημαίνει να αγωνίζομαι
για την επικράτηση της αταξικής κοινωνίας»



Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Την ποθούν, μα τους περιφρονεί τους δήθεν εραστές του απολύτου το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή για ένα πικρό φιλί του Γ. Παυλόπουλος













ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
(Τα αντικλείδια)





ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Φεύγει νύχτα μ’ ένα παλιό αμάξι
γέρος πια φοράει μαύρα.
Ποιος είναι και πού πηγαίνει
κανείς δεν ξέρει.
Μέσα στη σκέψη του υπάρχει το ποίημα
που ποτέ δεν θα γράψει.
Τόσο αόριστο σαν τη ζωή του.
Μέσα στο κούφιο μπαστούνι του
υπάρχει ένα φίδι χρυσό.
Καθώς θα το τυλίγει απόψε στο λαιμό της
σε κάποιο ελεεινό ξενοδοχείο
θα τον κοιτάζει στον καθρέφτη
χλωμός ο άλλος εαυτός του.
Αυτός που χρόνια φτιάχνει το ποίημα
καλπάζοντας τώρα στο πλάι του
και ανάβοντας ολοένα τ’ άλογα που έχουν μεθύσει
απ’ το σκοτάδι και τη λάσπη.
(Τα αντικλείδια)




Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ

Στη μνήμη του Φρανσουά, του Κάρολου και του Αρθούρου

Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της
κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι
στην όψη της χορεύουν φλόγες
από την Κόλαση του Δάντη.
Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές
την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι
μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί
χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.
Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
Βιγιόν και Καρυωτάκη.
Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά
το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.
Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση
όλους να μας θηλάζει.
Κόβει με όνειρο τις φλέβες της
για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες
για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός
οι μαστροποί κι οι κλέφτες.
Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων
με του διαβόλου τ’ αντικλείδια
κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα
και τα πετάει στα σκουπίδια.
Κάποτε κλαίει σαν παιδί
χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου
κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα
ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.
Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.
Την ποθούν, μα τους περιφρονεί
τους δήθεν εραστές του απολύτου
το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή
για ένα πικρό φιλί του.
Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.
Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.
Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της
σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα
πηδάει τους τάφους των ονείρων μου
τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.
Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.
Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.
(Που είναι τα πουλιά;)




ΣΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ

Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα
ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα
μέσ’ στη δροσιά του σπιτιού
σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.
Γύρευα τότε να ξεφύγω
μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου
νύχτες που μελετούσα το κενό
πηγαίνοντας από την ηδονή στον Άδη.
Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου
ματόκλαδα και χείλια που τάσκιζε ο πόθος μου
κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα
λίγος καπνός από μακριά
λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί.
Και το καράβι μου στον κήπο της
δεμένο κι άγρυπνο
σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί
μου θύμιζε κάποτε τους σύντροφους που χάθηκαν
ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης.
(Το κατώγι)




ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ

Κάπου ξεκαρφώνουν απ’ το πρωί.
Απ’ τ’ ανοιγμένα μνήματα βγαίνουνε κρίνα
κι ο ήλιος μέσ’ στη συννεφιά
σα Λάζαρος με σάβανο.
Έπειτα λάμπουν οι στολές των πεθαμένων
το μετάξι, τα χρυσαφικά, τα λεμονάνθια
όλα τ’ ανώφελα των ενταφιασμών
και τα μικρά σκεύη του κάτω κόσμου.
Τώρα τους βλέπω.
Πηγαίνουν σιγά, πλάι στα κυπαρίσσια
προσέχοντας μήπως δρασκελίσουν
το σχήμα που τους έδωσε ο θάνατος
απλώνοντας τ’ αδύναμα χέρια τους
ν’ αγγίξουν λίγο φως ή τον αγέρα
αυτόν που ανασαίνουμε.
Φτωχά σαγόνια, φαγωμένα χαμόγελα.
Δεν ξέρουνε πώς να φερθούν·
γυρίζουν αφηρημένοι εκεί
κατά το μέρος που ολοένα ξεκαρφώνουν.
Θυμούνται.
*
Δεν είναι πόνος, μήτε ξεκούραση καν
μονάχα σα να σε κατεβάζουν προσεχτικά απ’ το πρωί
χωρίς να τους δίνεις φρίκη
μέσα σ’ ένα άσπιλο σεντόνι και το νιώθεις
καθώς μετατοπίζουν τις σκάλες από καρφί σε καρφί
ώσπου μένουν τα τέσσερα σημεία στον άνεμο
γυμνά, ματωμένα.
(Το κατώγι)




ΤΟ ΣΑΚΙ

Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.
Μπήκανε στο χωριό μου ένα πρωί
μα δε σταθήκανε. Περάσανε
αργά πάνω στο χιόνι. Τα γένια τους
ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες
καθώς τους χώνευε το βουνό.
Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ’ το μυαλό μου.
Κράτα το άλογο, μου είπε
και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη
έσκυψε στο νερό να πιει
και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.
Κοίταζε τα κουρέλια μου
τα πόδια μου μες στις λινάτσες
τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου
και πώς του χαμογέλαγα
κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.
Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταζε τον άλλο χρόνο
αχνό βασιλεμένο
όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί
και κύλησαν στη μέση της πλατείας
κομμένα τα κεφάλια τους.
Ήταν ο χρόνος που κατέβηκα στην πόλη
και πούλαγα τσιγάρα σε δρόμους και πλατείες.
(Το σακί)




ΚΑΤΑΒΑΣΗ

Μονάχα ένα σκυλί κι εγώ κοιτάζαμε.
Το ποτάμι να φεύγει όπως ο πεθαμένος
γύρω γονατισμένα τα βουνά
εκείνο το κουρέλι
μαύρο ανεμίζοντας στα σύρματα
και κοντά στα βούρλα μια λιωμένη αρβύλα.
Κι ανάμεσα σε τούτες τις εικόνες
πάλι τα πολυβόλα στην καταχνιά
πάλι ο θάνατος η ακρίδα
πηδώντας από κορμί σε κορμί
πάλι να χάνω τον τόπο
να μην ξέρω πού βρίσκομαι
εδώ ή εκεί
στο άλλο ποτάμι σε τούτα τα βουνά
σε τούτο το χαντάκι σε κείνα τα πλατάνια
εδώ ή εκεί
ακούγοντας κάποιον να μου φωνάζει
απ’ την αντικρινή όχθη
χωρίς να ξεχωρίζω
μήτε τη φωνή μήτε τον άνθρωπο.
Ποια φωνή και ποιος άνθρωπος;
Αυτός που τον σκοτώνουν;
αυτός που μας σκοτώνει;
Μονάχα ένα σκυλί κι εγώ κοιτάζαμε.
Κατεβαίνοντας τώρα
εκεί που δεν ήταν τίποτε
να κοιτάξουμε.
(Το σακί)




ΑΣΚΗΣΗ

Άρχισε τότε να βγάζει προσεχτικά τα φτιασίδια
Η μορφή του σαν του πνιγμένου
κάτω από το νερό
κυμάτιζε περνώντας ολοένα
μέσα στον καθρέφτη
χωρίς να βουλιάζει
Σιγά-σιγά φανερωνόταν
πιο καθαρά το πρόσωπό του
Ξαφνικά το είδε
να πλησιάζει γρήγορα μικραίνοντας
και πάλι γρήγορα να μεγαλώνει
καθώς χανότανε σβησμένο
σε μια καταχνιά
Έκλεισε τα μάτια και στα τυφλά
πήγε ν’ αγγίξει το κρύσταλλο
μα δεν ήταν εκεί κανένας καθρέφτης
Τρομαγμένος ψηλάφισε τον αέρα
ψάχνοντας για το πρόσωπό του
φώναξε δυνατά ν’ ακούσει τη φωνή του
και η φωνή δεν έβγαινε από πουθενά.
Τότε κατάλαβε πως βρισκότανε πάλι
σε μιαν αόρατη σκηνή
χωρίς να τους βλέπει και χωρίς να τον βλέπουν
έτοιμος ν’ αρχίσει
υπολογίζοντας τώρα στην τέλεια παράσταση.
(Το σακί)




ΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ

Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους βαθιά στο θόλο
σαν κάτι να μαστόρευαν πολύ ψηλά στον Ουρανό.
Κάποιος έδειξε κατά τον ήλιο. Βλέπω είπε χρυσές σκαλωσιές
τους βλέπω είπε ν’ αλφαδιάζουν και να καρφώνουν εκεί πάνω.
Εμείς ψάχναμε ολοένα μες στο φως μα τίποτε δεν φαινόταν
τους χτύπους ακούγαμε μονάχα.
Ύστερα ένας Άγγελος ήρθε στο πηγάδι μας, άρχισε να βγάζει νερό.
Τα φτερά του γεμάτα γαλάζια λάσπη.
Χανότανε στα ύψη και πάλι ξαναγύριζε αμίλητος και σοβαρός
κι όλη μέρα ανέβαζε νερό να ξεδιψάν εκεί πάνω.
Δουλεύουν και διψάνε είπαμε όπως κι εμείς εδώ κάτω.
Σαν βράδιασε ρίξανε το σκοινί. Κανένας δεν κατέβηκε.
Από την άκρη του έσταζε στο χώμα λίγο αίμα.
Και ποτέ δεν μάθαμε μήτε ρωτήσαμε ποτέ
τι απογίναν οι μαστόροι.
(Τα αντικλείδια)




ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ

Στην Ισμήνη και στον Στέλιο Τριάντη

Σαν έκλεινε το μουσείο
αργά τη νύχτα η Δηιδάμεια
κατέβαινε από το αέτωμα.
Κουρασμένη από τους τουρίστες
έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά
ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.
Η ομορφιά της ήταν για πάντα
σταματημένη μες στο χρόνο.
Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί
σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει.
Ερχόταν πίσω της αθόρυβα
της άρπαζε τη μέση και το στήθος
και μαγκώνοντας τα λαγόνια της
με το ένα του πόδι
έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα
στο πλάι του εξαίσιου μηρού της.
Καθόλου δεν την ξάφνιαζε
κάθε φορά που της ριχνόταν.
Άλλωστε το περίμενε το είχε συνηθίσει πια.
Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας
με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του
και καθώς χανόταν όλη
μες στην αρπάγη του κορμιού του
τον ένιωθε να μεταμορφώνεται
σιγά-σιγά σε κένταυρο.
Τώρα η αλογίσια οπλή του
την πόναγε κάπου εκεί
γλυκά στο κόκαλο
και τον ονειρευότανε παραδομένη
ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του
να τη λαξεύει ακόμη.
(Τα αντικλείδια)




Η ΣΙΩΠΗ

Στην Αυγή - Άννα Μάγγελ

Η Σιωπή είναι μια άγνωστη
που έρχεται τη νύχτα.
Ανεβαίνει τη σκάλα
χωρίς ν’ ακούγονται πατήματα
μπαίνει στην κάμαρα
και κάθεται στο κρεβάτι μου.
Μου φοράει το δαχτυλίδι της
και με φιλεί στο στόμα.
Τη γδύνω.
Μου δίνει τότε τις βελόνες
και τα τρία χρώματα
το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.
Κι αρχίζω να κεντάω
πάνω στο δέρμα της
όλα όσα δε σου είπα
και ποτέ πια δε θα σου πω.
(Λίγος άμμος)




ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ

Στην Ανθή

Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
Αυτό κι’ αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.
(Λίγος άμμος)




13

Να θέλω κι άλλο
κι άλλο ακόμη. Κι εσύ
να μη μου δίνεις.
(Τριαντατρία Χαϊκού)

24

Ουρά παγονιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος.
(Τριαντατρία Χαϊκού)

33

Όλοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ’ ένα ποίημα.
(Τριαντατρία Χαϊκού)




Γιώργης Παυλόπουλος - Τι είναι ποίηση...

Ομιλία του ποιητή Γιώργη Παυλόπουλου στήν εκδήλωση του περιοδικού «Γράμματα και Τέχνες» που εγινε προς τιμήν του στο «Σπίτι της Κύπρου»στις 8-12-1997. Αναδημοσιεύεται διασκευασμένη σε πολυτονικὸ απὸ το τεύχος 83 του περιοδικού «Γράμματα και Τέχνες» (Φεβρουάριος - Μάρτιος 1998)

«Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, δεν θα τραγούδαγε».

Κυρίες και Κύριοι,
Φίλες και Φίλοι,

Παραλλάζοντας αυτή τη σημείωση του Πὼλ
Βαλερύ, η οποία παραπέμπει αμέσως στον Ποιητή και στην Ποίηση, θὰ λέγαμε: «Αν ένας ποιητής μπορούσε νὰ πει με ακρίβεια τι γράφει, γιατί γράφει και τι είναι αυτό που τον κάνει να γράφει, δεν θα έγραφε».

Κι εγώ τώρα δὲν ξέρω να σας πω τι είναι Ποίηση και γιατί γράφω ποιήματα. Πολύ περισσότερο δεν ξέρω να σας πω σε τι μας βοηθάει ἡ Ποίηση και ποιος είναι ο σκοπός της.

Το μόνο που ξέρω είναι πως ὁ Ποιητής ήταν πάντα ένας ἀφοσιωμένος της Ζωής. Είτε τον γεμίζει χαρά, είτε τον θλίβει Η Ζωή, είτε τον πάει στον Οὐρανό, είτε τον κατεβάζει στην Κόλαση, αυτός μένει πάντα ο ἀφοσιωμένος της.

Τη μυστήρια αγάπη του για τη Ζωή δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ότι προσπαθεί να ἐκφράσει κυρίως αυτό ποὺ κρύβει η ζωή. Όπως ο έρωτας κρύβει αυτό που μας κάνει ερωτευμένους.

Η Ποίηση λοιπόν είναι πράξη ἐρωτική; Ή μήπως πράξη ἀπόγνωσης; Ή μήπως καὶ τὰ δυο; Πράξη ερωτική καὶ συνάμα πράξη ἀπόγνωσης.

Για την ποιητική πράξη έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα. Και από τους ίδιους τους τεχνίτες και από τους θεωρητικούς. Πολλές φορές οι Ποιητές προσπάθησαν να διατυπώσουν τον ανύπαρκτο ορισμό της Ποίησης, σαν να κοίταζαν σ᾿ έναν καθρέφτη όπου δεν έβλεπαν το πρόσωπό τους, αλλά το ἀπόλυτο κενό.




Ο Γιώργης Παυλόπουλος (Πύργος, 1924) εμφανίστηκε στα Γράμματα το 1943 με τη δημοσίευση του ποιήματός του «Ο νεκρός Γ. Π.» στο τεύχος 4 του περιοδικού ‘Οδυσσέας’, που εξέδιδε ο ίδιος με φίλους του στον Πύργο. Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα τις ποιητικές συλλογές: , Ερμής 1971, , Κέδρος 1980, , Στιγμή 1988, , Στιγμή 1990, , Νεφέλη 1997, , Κέδρος 2004. Με έξι μόλις βιβλία σε μια ποιητική διαδρομή 60 χρόνων γίνεται αντιληπτό ότι ο ποιητής είναι ολιγογράφος, αν και χαρακτηριστικός και σημαντικός εκπρόσωπος της γενιάς του, της Α΄ Μεταπολεμικής.
Στο σύνολό της σχεδόν η ποίηση του Παυλόπουλου χαρακτηρίζεται από μια ήπια και κατασταλαγμένη δραματικότητα. Μια δραματικότητα που πηγάζει εν γένει από την απώλεια: συντρόφων, φίλων και συναγωνιστών, αγαπημένων γυναικών, της νεότητας αλλά και της ζωής γενικά που μεταβάλλεται και φεύγει, του έρωτα που αμβλύνεται και παρέρχεται.
Η γραφή του είναι αισθαντική και διάχυτα μελαγχολική, εκφραστική και λιτή, ευανάγνωστη και διαυγής στην επιφάνεια, ωστόσο πολυσήμαντη και ενίοτε σκοτεινή στο βάθος της, βιωματική, αφηγηματική και με διάθεση φιλοσοφική, με εικόνες εναργείς που κινούνται διαλεκτικά μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας.
Στη θεματογραφία του εξέχουσα θέση κατέχουν η μνήμη για όσα οδυνηρά βίωσε τόσο σε σχέση με τη δύστροπη εποχή στην οποία ανδρώθηκε (Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, ψυχροπολεμική μετεμφυλιακή περίοδος) όσο και σε σχέση με την προσωπική του ζωή, ένας διαβρωτικός –άλλοτε ορατός και άλλοτε αδιόρατος– φόβος, η διάψευση των οραμάτων και των ελπίδων, ο θάνατος, οι εν Άδη καταβάσεις και οι νεκροί, οι αλλεπάλληλες και διαρκείς μεταμορφώσεις, μια εναγώνια μέχρις οδύνης επιθυμία αυτοπροσδιορισμού, τα όνειρα, ο έρωτας –ως αντιστάθμισμα, εκτός των άλλων, στα επαχθή της ζωής του γεγονότα– και, κυρίως, η αγάπη η αναλλοίωτη. Εμφανή στην ποίησή του είναι ακόμη η ερωτοτροπία με θέματα και πρόσωπα από την αρχαιοελληνική λογοτεχνική παράδοση, η υιοθέτηση ορισμένες φορές τρόπων του δημοτικού τραγουδιού, καθώς και μια έντονη αυτοαναφορικότητα, ένας αγωνιώδης προβληματισμός για την ποίηση και την ποιητική –κυρίως στις συλλογές και τα ποιήματα ποιητικής αφθονούν.
Πάντως, σε κάθε περίπτωση η σχέση του Παυλόπουλου με την ποίηση είναι αναμφισβήτητα ερωτική.
Περιοδικό ΟΡΟΠΕΔΙΟ #1, Αύγουστος 2006




Ήταν πνευματικό παιδί του Σεφέρη, ο οποίος θεωρούσε την ποίησή του «αποτελεσματική, χωρίς ψιμύθια». Είχε «σημαντική συμβολή στη μεταπολεμική ποίηση», έλεγε επίσης γι΄ αυτόν ο Σπύρος Τσακνιάς. Ο Γιώργης Παυλόπουλος, ένας ποιητής που πάντα θεωρήθηκε σημαντικός αλλά φαίνεται με τον χρόνο να αποκτά ολοένα και μεγαλύτερο βάρος. Ο ίδιος είχε λύσει τους λογαριασμούς του με τον θάνατο.

Ο Παυλόπουλος γεννήθηκε το 1924 και ενώ έγραφε από νωρίς, άρχισε να δημοσιεύει αργά, δημοσιεύοντας περί τις επτά ποιητικές συλλογές ανάμεσά τους: «Το Κατώγι», «Το Σακί», «Τα Αντικλείδια», «Τριαντατρία Χαϊκού», «Λίγος Άμμος». Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Πολωνία, Ρωσία, ΗΠΑ και Καναδά.

Συνεργάστηκε με τον φίλο του ποιητή Τάκη Σινόπουλο, σε μια πειραματική γραφή κοινών ποιημάτων.

«Εννοώ πως η ποιητική φωνή του Παυλόπουλου έχει το φυσικό χάρισμα να διηγείται: ξέρει δηλαδή να παίρνει τις σωστές ανάσες της, να μην πνίγεται όταν ψηλώνει, να μη σβήνει, όταν χαμηλώνει... Δεν ξέρω πολλές φωνές στην ποίησή μας που να έχουν την απλότητα, τη θέρμη, την τρυφερότητα και τη φυσικότητα της αφηγηματικής φωνής του Παυλόπουλου», έγραφε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης.










Λοιπόν, ιδού ο Άγγελος, το πηγάδι και η βάρκα.
Ο ποιητής και, φυσικά, το φεγγάρι.
Το όνειρο και ο έρωτας.


Τετάρτη, 09 Σεπτεμβρίου 2009

Γράφεις; Όχι.. διαβάζω ένα ποίημα στα μάτια της... Γιώργος Δουατζής














Ηλέκτρα...

Και μην ξεχνάς αγαπημένη
Οσο θα αποδέχεσαι τις αλήθειες ως μη μοναδικές, ως πάντα αυτοαναιρούμενες .
Οσο θα απέχεις από ιδεολογικά κατασκευάσματα που φυλακίζουν τη σκέψη.
Οσο θα νιώθεις ότι παίρνεις και δίνεις γνώση.
Οσο θα κοιτάζεις τον άλλο στα μάτια και κάτι θα συμβαίνει μέσα σου.
Οσο θα μπορείς να εκφράζεσαι.
Οσο θα αγαπάς και θα το νιώθουν οι διπλανοί σου.
Οσο θα επιβεβαιώνεις την ύπαρξή σου μέσα από το δώσιμο
Οσο η αγκαλιά σου θα αισθάνεται τη ζεστασιά ενός άλλου ανθρώπου.
Οσο θα επιζητούν οι άνθρωποι τη συντροφιά σου.
Οσο τα εκφραστικά σου μάτια θα ιστορούν ότι πραγματικά έζησες
Οσο η εύθραυστη εικόνα σου θα αποπνέει γαλήνια δύναμη
Τόσο θα έχεις δικαιολογία ύπαρξης και θα παραμένεις επί της ουσίας και ισόβια νέα.























































ΝΕΦΕΛΗ

«Εσύ το ξέρεις, ότι υπάρχουν άνθρωποι με βαθύ ενσυνείδητο σχίσμα εαυτού.
Αυτό του ποιητή και του άλλου, του καθημερινού ανθρώπου της επιβίωσης.
Εσύ το ξέρεις ότι Ποίηση δεν είναι απλά γραφή.
Είναι το μεγαλύτερο. Το πιο βαθύ. Το μέγα.
Είναι στάση ζωής. Αξίες, αρχές, ανάλωση στην ένταση, στο πάθος.
Οικοδόμημα με το πρώτο πετραδάκι στα θεμέλια πριν την εφηβεία.
Και κτίσιμο συνεχές. Έως θανάτου.»







Ο Γιώργος Δουατζής είναι Έλληνας ποιητής και δημοσιογράφος.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948. Σπούδασε Οικονομία - Κοινωνιολογία.

Μέλος της ΕΣΗΕΑ. Από το 1974 μέχρι σήμερα έχει εργαστεί:

* σε εφημερίδες ( ΤΑ ΝΕΑ – ΕΘΝΟΣ – ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ – ΑΘΗΝΑΪΚΗ - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)
* σε περιοδικά ( «Κ» - ΕΨΙΛΟΝ - ΕΙΚΟΝΕΣ - ΧΡΟΝΟΣ )
* σε τηλεοπτικούς σταθμούς ( ΕΡΤ – ΑΝΤΕΝΝΑ – ΣΤΑΡ ) και
* σε ραδιοφωνικούς σταθμούς ( ΔΙΑΥΛΟΣ 10 – ΕΡΑ 2 – ΑΘΗΝΑ 984 )
* Στην έντυπη δημοσιογραφία ως ελεύθερος ρεπόρτερ, αρθρογράφος, πολιτικός αναλυτής, διευθυντής σύνταξης.
* Στην τηλεόραση, ντοκιμαντέρ, έρευνες, πολιτικές συζητήσεις, πορτραίτα προσωπικοτήτων. διευθυντής ειδήσεων - ενημέρωσης ( ΕΡΤ).

Διδάσκει σε Σχολές Δημοσιογραφίας, εισηγητής σε συνέδρια
για θέματα Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Γράφει ποίηση συστηματικά από την εφηβεία του. Πρώτη του εμφάνιση το 1971, στην Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς των εκδόσεων Άγκυρα.






ΒΙΒΛΙΑ

* Γραφτά- 1976,
* Τοπική Αυτοδιοίκηση – 1986,
* Τα Μικρά – 1996,
* Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη – 1997,
* Προς Δέκα Επιστολή – 2001,
* Προς Δέκα Επιστολή – Τα Ανεπίδοτα – 2003 - Εξάντας,
* Σπονδές – 2004 - Εξάντας,
* Τα Μικρά Β’ - Εξάντας,
* Το Κουμπί - Εξάντας,
* Τα κόκκινα παπούτσια - Εξάντας,
* Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη - Λιβάνης - 2008






«Προς δέκα επιστολή - Τα ανεπίδοτα»


Το βιβλίο «Προς δέκα επιστολή - Τα ανεπίδοτα», του Γιώργου Δουατζή και του Μιχάλη Αμάραντου είναι ένα πολύ σημαντικό έργο. Πολύ σημαντικό ως ενέργεια, πολύ τολμηρό για την ίδια του τη φύση.
Οι επιστολές (που απευθύνονται στα πρόσωπα που εικονίζονται στα πορτρέτα)
μας μεταφέρουν τη ματιά του συγγραφέα σε πράγματα καθημερινά, ανθρώπινα,
έτσι που ο αναγνώστης να βρει κομμάτια από τον εαυτό του.
Κομμάτια ερωτικά, κοινωνικά, με μια στάση φιλοσοφική, αισιόδοξη στο βάθος, με στοιχεία που καταδεικνύουν το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου,
στην προσπάθειά του να αντισταθεί στην ευτέλεια της εποχής.

«Αξίζει καθένας να μελετήσει αυτό το βιβλίο. Για να διαπιστώσει μια πραγματικά σημαντική συνουσία. Τη γνώση. Το σμίγειν της ποιητικής γραφής με την εικαστική μορφή. Τα πάθη. Την προσωπική περιπέτεια», επισημαίνει προλογίζοντας
ο Κώστας Γεωργουσόπουλος.






«Σπονδές»
εκδόσεις «Εξάντας»

Ερωτική Ποίηση, με φωτογραφίες του Τάσου Βρεττού. Ενα σπάνιο εικαστικό αποτέλεσμα. Ενας πρωτότυπος διάλογος δύο δημιουργών, δύο μορφών τέχνης, ποίησης και φωτογραφίας.

Η νέα ποιητική συλλογή του Γ. Δουατζή, αποτελείται από εικοσιεπτά ποιήματα. Οι φωτογραφίες του Τ. Βρεττού, σπουδή στο ανθρώπινο σώμα, αποτελούν το υπόβαθρο, όπου πάνω τους ακουμπούν οι λέξεις.

Στο προλογικό σημείωμα μεταξύ άλλων γράφει ο Γ. Δουατζής:
«Το αποτέλεσμα της συνεργασία μας προέκυψε μέσα από απόλυτες συμφωνίες, απόλυτες διαφωνίες, συγκαταβάσεις, δημιουργική ένταση. Μία έκδοση που αποτελεί έναν πολυσήμαντο διάλογο. Κάτι σαν «έντυπο δρώμενο» με συνυπάρχουσες την ποιητική και την εικαστική - φωτογραφική γραφή.
’Αλλοτε συνυπάρχουμε αρμονικά, άλλοτε κοιτάζουμε τον ίδιο στόχο με άλλη ματιά, άλλοτε γυρίζουμε την πλάτη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι πορευόμαστε σε αυτόν το μοναχικό δρόμο της δημιουργίας, που μας δίνει δικαιολογία ύπαρξης



ΕΙΔΑ
* * *
Με ανακαλύπτουν - λες - πρώτη φορά
Εννοιες που σμίλευα χρόνια πήραν υπόσταση
Το φανταστικό πραγματικότητα
Αιωρούμαι ανάμεσα σε αλήθεια ουτοπία πάθος και όνειρα πολλά
Τώρα μόνη πραγματικότητα αυτά
Και με έκανες να δω όσο κανείς ότι η ζωή μοναδικά όμορφη
και πάντα όχι αρκετή για να χωρέσει τις διαστάσεις σου Αγάπη




Μικρά

1. Oταν φτάσεις στη σιωπή θα ξέρεις.

2. Hταν τόσο λευκά τα σεντόνια, σαν τις μεγάλες αλήθειες.

3. Tραγούδα το χειμώνα, που σε έκανε να νιώσεις την Aνοιξη.

4. Mην βουτάς στα δάκρυα. Eίναι κρυστάλλινα και δεν μπορείς να κινηθείς.

5. Nα στοχάζεσαι μόνο είναι εγωϊσμός. Nα στοχάζεσαι και να δίνεις, είναι καθήκον.

6. Eίναι απο τα ωραιότερα δάκρυα, αυτά της υπομονής και της αποφασιστικότητας.

7. Eνας σκοπός, δεν είναι δα και μικρή υπόθεση.

8. H επανάληψη. Mιά απάτη σε βάρος της ομορφιάς.

9. Eίναι χρέος να αφήνεις πάντα μεγαλύτερους διαδόχους.

10. H παραδοχή δεν είναι ήττα.

11. Δέχομαι τον ολοκληρωτισμό, μόνο στο δώσιμο.

12. Nα διψάς και να βυθίζεσαι στη μοναξιά. Nα η δύναμή σου...














«Τα κόκκινα παπούτσια»


Ταξιδεύοντας πριν από λίγα χρόνια στη χώρα του Θερβάντες περιηγήθηκε σε υπόγειους ναούς του φλαμένκο και απαθανάτισε με το φακό του εικόνες που στη συνέχεια τού ενέπνευσαν το ποίημα «Τα κόκκινα παπούτσια». «Μια ωδή στην ομορφιά της κίνησης», όπως σημειώνει ο συγγραφέας Γιώργος Ικαρος Μπαμπασάκης, «μια σθεναρή πρόταση για το πώς ίσως οφείλουμε να ξαναγράφουμε ποιήματα: με καρδιά φλεγόμενη αλλά με το νου εστιασμένο στη δωρεά, τη χαριστικότητα».










"ΜΗ ΦΕΥΓΕΤΕ, ΚΥΡΙΕ ΕΥΧΕΤΗ"

"Κι έτσι παντοδύναμος, γονάτισα μπροστά σου,
για να δω να ορθώνεται
το μεγαλείο της ταπεινότητάς σου.
Και είπα, ποιος αλήθεια, ποιός θα δει τα δάκρυά σου.
Και ποιος να κουβεντιάζει τώρα
με τα υπέροχα φαντάσματα
του παρελθόντος σου.
Βέβαια, εκείνοι νόμισαν
πως σκότωσαν το παιδί μέσα μου
και ότι ήσουν τόσο όμορφη,
που δεν χωρούσες στην ψυχή μου.
Γελάστηκαν.
Κι εσύ, πανέμορφη,
κατέκτησες τη χώρα της σιωπής μου."


"Αυτή η λαχτάρα για συνομιλία κρύβει
τη μεγάλη έλλειψη,
τη δίψα κρύβει των ηττημένων, που τραγουδούν
για να καλύψουν το κλάμα τους,
όπως φωνάζαμε παιδιά τις νύχτες στα σοκάκια
για να νικήσουμε τον φόβο μας,
εκείνο το φόβο των σκιών
που ξέραμε ότι είναι χαμένες στο σκοτάδι,
γνωρίζαμε πως υπήρχαν απειλητικές
και θα το διαπιστώναμε με γκρίζα μαλλιά πια,
ότι οι σκιές δεν χάνονται ποτέ,
μας συνοδεύουν μέρα και νύχτα,
στο φως και στο σκοτάδι μας συνοδεύουν,
άλλωστε χωρίς εμάς πώς να υπάρξουν,
κι εμείς συνεχίζουμε αυτά τα τραγούδια
και την προσπάθεια αυτής της καταραμένης
και ιερής συνομιλίας, που φωνάζει
ότι υπάρχουμε και ως ποιητές
υποχθόνιοι και υστερόβουλοι,
μεγάθυμοι και πάντοτε ωραίοι,
ξέρουμε πως και μετά θάνατον
θα προκαλούμε συνομιλίες μονοσήμαντες,
γιατί θα τους μιλούν οι στίχοι μας,
αλλά ποτέ η φωνή μας."

"..'Ισως δεν το πιστέψεις, αλλά για λογαριασμό
των άλλων αγανακτώ.
Για λογαριασμό του πολιτισμού μας.
Αγανακτώ με τη βαρβαρότητα, ως μέσου υποβολής.
Αγανακτώ και μόνο με την πρόθεση επιβολής.
Τη θεωρώ κτηνώδη, ευτελή, ανάξια ανθρώπων.
Και είναι από τις στιγμές που πικραίνομαι.
Κι αναλογίζομαι, τόσο έργο,
τόσος αγώνας πήγαν χαμένα?
Δεν βλέπω να αντιδρούν όσοι πνευματικοί άνθρωποι
τάχτηκαν ιστορικά να "φυλάγουν Θερμοπύλες".
Να υπερασπίζονται τα στοιχειώδη
ανθρώπινα δικαιώματα.
Λύπη βαθιά..."

"..Τρομάζω. Τώρα πια τρομάζω.
Βλέπω την υποκατάσταση θεσμών,
που στηρίζουν δημοκρατία και δικαιώματα,
από ανθρωπάρια της τηλεχαύνωσης,τα οποία κρίνουν,
εκθέτουν, δικάζουν, αποφασίζουν, καταδικάζουν,
μέμφονται, λοιδορούν,
αφανίζουν κάθε έννοια ανθρώπινης αξιοπρέπειας
και προστασίας στοιχειωδών δικαιωμάτων.
Βλέπω πρωτοσέλιδα, να διασύρουν ανθρώπους,
να τραυματίζουν αξιοπρέπειες,
με φήμες σερβιρισμένες σαν είδηση.
Και πιο πολύ τρομάζω για την ατομική
και συλλογική απάθεια,
για την έλλειψη κάθε αντίδρασης.
Τρομάζω, αλλά δε θα το δεις.
Τώρα πια τρομάζω που, που ...τρομάζω.."

"..Λιποτάκτης είναι αυτός που αρνείται να δεχτεί
πως έχουν νόημα οι αγώνες των συγχρόνων.
Που αρνείται να δει το τραγικό μεγαλείο στις σφαγές.
Που απεχθάνεται την ιδέα να συμμετέχει
σαν γελωτοποιός στην κωμωδία της ιστορίας...."

"-Αγαπάς, Τέρπανδρε ?
-Τι εννοείτε?
-Αυτό που ακούς εννοώ. Αγαπάς?
-Ναι. Πολύ. Αγαπάω. Μοιράζομαι...
-Με ό,τι συνεπάγεται αυτό?
-Α, λέτε την ευθύνη, την αγωνία...το τίμημα..το..
-Να αγαπάς. Είναι το σημαντικότερο που θα μπορούσες.
Είναι πάνω από τη δημοσιογραφία σου.
Κι από την Ποίηση και τη δημιουργία. Πολύ πιο πάνω.
Να αγαπάς, Τέρπανδρε.
-Κύριε Ευχέτη...
-....
-Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη. Μη....





















"Τη θρησκεία μου ονόμασαν ποίηση
εκεί δεν έχει θεούς, μόνο πίστη.
Κάθε πρωί τον φυλάκιζαν,
εκείνος έφτιαχνε σκάλες πανύψηλες με στίχους
-ως τον ουρανό πανύψηλες-
και κάθε σούρουπο τον έβρισκαν ανάμεσά τους
να μοιράζει φωτοστέφανα στους αδύναμους.

Ποίηση σκληρή, ανελέητη, αγαπημένη,
πόσες σπονδές χωράνε ακόμα τα ιερά σου;
Ποίηση σκυτάλη που δε φθάρηκε ποτέ
νοτισμένη από χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές.
Κι η ποίηση το μεγαλύτερο, το πιο βαθύ, το μέγα,
έως θανάτου πάθος...
Ευλογία να μπορείς να πετάξεις μ' ένα μολύβι κι ένα χαρτί.

Δεν βρήκα πιο μοναχική πορεία.
Είχαν τόση μουσική αυτοί οι στίχοι που κάλυψαν την οικουμένη του.
...ως κι οι ποιητές πεθαίνουν!
Εύθραυστα μολύβια μεταγγίζουν το βάρος της καρδιάς σε λευκά χαρτιά,
βαθύ ενσυνείδητο σχίσμα εαυτού,
του ποιητή και του ανθρώπου της επιβίωσης.
Ρώτα τις νύχτες!

Πήρε τα χαρτιά μου ο άνεμος και πάγωσα έτσι γυμνός
...τι μεθύσια υπέροχα χωρίς αλκοόλ...
Η ποίηση ήταν το δεκανίκι να περάσει απέναντι.
Δεν άφησα παρά χάρτινους απογόνους.
-"Γράφεις;"
-" Όχι...διαβάζω ένα ποιήμα στα μάτια της"







Ποίηση σκληρή, ανελέητη, αγαπημένη,
πόσες σπονδές χωράνε ακόμα τα ιερά σου;
Ποίηση σκυτάλη που δε φθάρηκε ποτέ
νοτισμένη από χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές.
Κι η ποίηση το μεγαλύτερο, το πιο βαθύ, το μέγα,
έως θανάτου πάθος...





Eγώ κι ένα λουλούδι, νικήσαμε το χρόνο..


Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου είναι να ‘χει καρδιά. Μα η πιο μεγάλη ακόμα είναι όταν χρειάζεται να παραμερίσει την καρδιά του ΤΛ











Kirkh70





ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ-ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΠΑΝΤΟΥ

Σε περιμένω παντού,

Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου είναι να ‘χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.
Την αγάπη μας αύριο θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία,
πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.
Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα
θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα
σα δυο νύχτες έρωτα μες στον εμφύλιο πόλεμο.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω, πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα
Γιατί σ’ αγαπώ.
Κλείσε το σπίτι
Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί
Και προχώρα.
Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οκτώ
εκεί που κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων
σ’ όποιο μέρος της γης
σ’ όποια ώρα
εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι για ένα καινούργιο κόσμο.
Εκεί θα σε περιμένω. Αγάπη μου.





ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

XVI

Χαρά χαρά.
Δε μας νοιάζει
τι θ' αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.

Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.

Ο Θεός
πραγματοποιεί τον εαυτό του
στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε
την εντολή τού απείρου.

Ένα μικρό παράθυρο
βλέπει τον κόσμο.
Ένα σπουργίτι λέει
τον ουρανό.
Σώπα.

Στην κόγχη των χειλιών μας
εδρεύει το απόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ακούμε
μες στο γαλάζιο βράδυ
την ανάσα τής θάλασσας
καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου
που δε μπορεί να χωρέσει
την ευτυχία του.

Ένα άστρο έπεσε.
Είδες;
Σιωπή.
Κλείσε τα μάτια.





G.A BECQUER

Οι στεναγμοί είναι αέρας


Οι στεναγμοί είναι αέρας και στον αέρα πάνε!
Τα δάκρυα νερό είναι και πάνε στη θάλασσα!
Πες μου γυναίκα, όταν ξεχνιέται ο έρωτας
ξέρεις εσύ που πάει;

Οπως σ'ανοιχτό βιβλίο στο βάθος της κόρης σου διαβάζω.
Γιατί το χείλη να προσποιείται γέλια που διαψεύδουν τα μάτια;
Κλάψε, μην ντρέπεσαι να ομολογήσεις πως μ'αγάπησες λίγο!
Κλάψε! Κανένας δεν μας κοιτάζει. Βλέπεις, εγώ είμαι άντρας...
Και εγώ κλαίω...

Η κόρη σου είναι γαλάζια και, όταν κλαις,
σ'αυτήν τα διαφανή δάκρυα μου φαίνονται
σταγόνες δροσιάς πάνω σε βιολέτα.

Καμμιά φορά τη συναντώ στους δρόμους και περνάει δίπλα μου.
Χαμογελώντας περνάει και αναρωτιέμαι: πως μπορεί να γελάσει;
Και τότε σκέπτομαι: ίσως γελιέται όπως εγώ γελιέμαι...





PABLO NERUDA-TAL VEZ NO SER ES SER


«Ίσως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ να είσαι,
Χωρίς να πας να κόψεις το μεσημέρι
Σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να περπατάς
Πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στους πλίνθους,

Χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι
Που ίσως άλλοι δε θα δουν να χρυσίζει,
Που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει
Σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,

Χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις
Απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου,
Καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι του ανέμου,

Και από τότε είμαι, γιατί εσύ είσαι,
Και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε,
Και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε.»


Soneto LXIX

Tal vez no ser es ser sin que tú seas,
sin que vayas cortando el mediodía
como una flor azul, sin que camines
más tarde por la niebla y los ladrillos,

sin esa luz que llevas en la mano
que tal vez otros no verán dorada,
que tal vez nadie supo que crecía
como el origen rojo de la rosa,

sin que seas, en fin, sin que vinieras
brusca, incitante, a conocer mi vida,
ráfaga de rosal, trigo del viento,

y desde entonces soy porque tú eres,
y desde entonces eres, soy y somos,
y por amor seré, serás, seremos.





ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ-ΕΡΩΤΙΚΟ


Καημός αλήθεια να περνώ του έρωτα πάλι το στενό
Ώσπου να πέσει σκοτεινιά, μια μέρα του θανάτου
Στενό βαθύ και θλιβερό που το θυμάμαι για καιρό
Τι μου στοιχίζει στην καρδιά το ξαναπέρασμα του..


Ας είναι ωστόσο, τι ωφελεί γυρεύω πάντα το φιλί
Στερνό φιλί, πρώτο φιλί και με λαχτάρα πόση
Γυρεύω πάντα το φιλί,που μου το τάξανε πολλοί
Κι όμως δεν μπόρεσε κανείς ποτέ να μου το δώσει.


Ίσως μια μέρα όταν χαθώ γυρνώντας πάλι στο βυθό
Και με τη νύχτα μυστικά γίνουμε πάλι ταίρι
Αυτό το ανεύρετο φιλί που το λαχτάρησα πολύ
Σαν μια παλιά της οφειλή να μου το ξαναφέρει.





ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ-ΑΠ ΤΟ ΙΔΙΩΝΥΜΟ

Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί
κι αμέτρητες φορές- αγκαλιά απ’τη μέση
μετρήσαμε τ’άμέτρητα τ’άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξινισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο-παιδιακίσα πράγματα-
τον Ιούλιο κάποτε
Γι’αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σα να μη φάμε ξύλο.
Γι’αυτό αν τύχει και μ’αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ
πώς θα μ’αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ.
Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ .Κι εκει!



Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς.. Παπαδιαμάντης











Στη Χριστίνα με αγάπη απο τη νοσταλγία




ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ
Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήμην ωραίος έφηβος, κ' έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ' εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημα μου ανά τους βράχους και τα βουνά.

Τον χειμώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν μ' επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόμαζον οι χωρικοί μας, και μ' έμαθε γράμματα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και μέχρι τέλους τον προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν “δάσκαλε”. Εις τους χρόνους της Επαναστάσεως ήτον μοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε μίαν Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέμι της Σμύρνης, την εβάπτισε και την ενυμφεύθη.

Ευθύς μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, επί Καποδίστρια κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν ου μικράν φήμην, υπό το όνομα “ο Σωτηράκης ο δάσκαλος”. Αργότερα αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενθυμήθη την παλαιάν υποχρέωσιν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς μοναχός την φοράν ταύτην, κωλυόμενος να ιερατεύη κ' εγκατεβίωσεν εν μετανοία, εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ότι εσώθη.

Αφού έμαθα τα πρώτα γράμματα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου κατετάχθην αμέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς μου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα τριακοντούτης από το Πανεπιστήμιον· εξήλθα δικηγόρος με δίπλωμα προλύτου...

Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορμής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου μου, θέσιν οιονεί αυλικού.

Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ' εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου.

Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ' έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ' ανερχόμενα αποτόμως δια κρημνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο, το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον ιδικόν μου.

Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν. Εφαινόμην κ' εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι σγουρά όπως οι θάμνοι κ' αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το ακούραστον φύσημα των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον.

Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού μόνον εις τας ημέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ' έκαμνε τρις το σημείον του σταυρού, κ' έλεγεν: “Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε όλ' οι ξένοι κ' οι διαβάτες, και τα πετεινά τ' ουρανού, και να πάρω κ εγώ τον κόπο μου!”

Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω, το εθέριζα εν μέρει. Εμιμούμην τους πεινασμένους μαθητάς του Σωτήρος, κ' έβαλλα εις εφαρμογήν τας διατάξεις του Δευτερονομίου χωρίς να τας γνωρίζω.

Της πτωχής χήρας ήτον η άμπελος μόνον εις τας ώρας που ήρχετο η ίδια διά να θειαφίση, ν' αργολογήση, να γέμιση ένα καλάθι σταφύλια, ή να τρυγήση αν έμενε τίποτε διά τρύγημα. Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήμα ιδικόν μου.

Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους μισθωτούς της δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποιοι επί τη προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου, εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας. Αυτοί πράγματι δεν μου ήθελαν το καλόν μου. Ήσαν τρομεροι ανταγωνισταί δι' εμέ.

Το κυρίως κατάμερόν μου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των ελαιώνων και αμπέλων, εγώ όμως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί παραπαίω, ανάμεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις αγρίων θάμνων, χόρτου και χαμοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. Ήμην “παραγυιός”, αντί μισθού πέντε δραχμών τον μήνα, τας οποίας ακολούθως μου ηύξησαν εις εξ. Σιμά εις τον μισθόν τούτον, το Μοναστήρι μου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και άφθονα μαύρα ψωμία ή πίττες, καθώς τα ωνόμαζαν οι καλόγηροι.

Μόνον διαρκή γείτονα, όταν κατηρχόμην κάτω, εις την άκρην της περιοχής μου, είχα τον κυρ Μόσχον, ένα μικρόν άρχοντα λίαν ιδιότροπον. Ο κυρ Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν, εις ένα ωραίον μικρόν πύργον μαζί με την ανεψιάν του την Μοσχούλαν, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, επειδή ήτον χηρευμένος και άτεκνος. Την είχε προσλάβει πλησίον του, μονογενή, ορφανήν εκ κοιλίας μητρός, και την ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του.

Ο κυρ Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και ταξίδια. Έχων εκτεταμένον κτήμα εις την θέσιν εκείνην, έπεισε μερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των, ηγόρασεν ούτως οκτώ η δέκα συνεχόμενα χωράφια, τα περιετείχισεν όλα ομού, και απετέλεσεν εν μέγα διά τον τόπον μας κτήμα, με πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων έκτασιν. Ο περίβολος διά να κτισθή εστοίχισε πολλά, ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το κτήμα· αλλά δεν τον έμελλε δι' αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον δι' εαυτόν και διά την ανεψιάν του.

Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον, με δύο πατώματα, εκαθάρισε και περιεμάζευσε τους εσκορπισμένους κρουνούς του νερού, ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν μαγγάνου διά το πότισμα. Διήρεσε το κτήμα εις τέσσαρα μέρη· εις άμπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον με πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους με αιμασιάς ή μποστάνια.

Εγκατεστάθη εκεί, κ' έζη διαρκώς εις την εξοχήν, σπανίως κατερχόμενος εις την πολίχνην. Το κτήμα ήτον παρά το χείλος της θαλάσσης, κ' ενώ, ο επάνω τοίχος έφθανεν ως την κορυφήν του μικρού βουνού, ο κάτω τοίχος, με σφοδρόν βορράν πνέοντα, σχεδόν εβρέχετο από το κύμα.

Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια κ' εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία μελαχροινή, κ' ενθύμιζε την νύμφην του Άσματος την ηλιοκαυμένην, την οποίαν οι υιοί της μητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ' αμπέλια· “Ιδού εί καλή, η πλησίον μου, ιδού εί καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί...”. Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της.

Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και μου εφαίνετο να ομοιάζη με την μικρήν στέρφαν αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον τρίχωμα, την οποία εγώ είχα ονομάσει Μοσχούλαν. Το παράθυρον του πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον, ο οποίος ήρχιζε να βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού, οπού ήσαν χαμόκλαδα, ευώδεις θάμνοι, και αργιλλώδης γη τραχειά. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή μου. Έως εκεί κατηρχόμην συχνά, κ' έβοσκα τας αίγας των καλογήρων, των πνευματικών πατέρων μου.

Μίαν ημέραν, δεν ηξεύρω πώς, ενώ εμέτρουν καθώς εσυνήθιζα τας αίγας μου (ήσαν όλαι πενηνταέξ κατ εκείνον τον χρόνον· άλλοτε ανεβοκατέβαινεν ο αριθμός των μεταξύ εξήντα και σαρανταπέντε), η Μοσχούλα, η ευνοούμενη μου κατσίκα, είχε μείνει οπίσω, και δεν ευρέθη εις το μέτρημα. Τας εύρισκα όλας 55. Εάν έλειπεν άλλη κατσίκα, δεν θα παρετήρουν αμέσως την ταυτότητα, αλλά μόνον την μονάδα πού έλειπεν· αλλ' η απουσία της Μοσχούλας ήτον επαισθητή. Ετρόμαξα. Τάχα ο αετός μου την επήρε;

Εις τα μέρη εκείνα, τα κάπως χαμηλότερα, οι αετοί δεν κατεδέχοντο να μας επισκέπτωνται συχνά. Το μέγα ορμητήριον των ήτον υψηλά προς δυσμάς, εις το κατάλευκον πετρώδες βουνόν, το καλούμενον Αετοφωλιά φερωνύμως. Αλλά δεν μου εφαίνετο όλως παράδοξον ή ανήκουστον πράγμα, ο αετός να κατήλθεν εκτάκτως, τρωθείς από τα κάλλη της Μοσχούλας, της μικράς κατσίκας μου.
Εφώναζα ως τρελός:

— Μοσχούλα!... πού ειν' η Μοσχούλα;

Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσία της Μοσχούλας, της ανεψιάς του κυρ Μόσχου, εκεί σιμά. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον. Ο τοίχος του περιβολιού του κτήματος, και η οικία η ακουμβώσα επάνω εις αυτόν, απείχον περί τα πεντακόσια βήματα από την θέσιν οπού ευρισκόμην εγώ με τας αίγας μου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς μου, η παιδίσκη ανωρθώθη, προέκυψεν εις τον παράθυρον και έκραξε:

— Τί έχεις και φωνάζεις;

Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω· εν τοσούτω απήντησα:

— Φωνάζω εγώ την κατσίκα μου, τη Μοσχούλα!... Με σένα δεν έχω να κάμω.

Καθώς ήκουσε την φωνήν μου, έκλεισε το παράθυρον κ' έγινεν άφαντη.

Μίαν άλλην ημέραν με είδε πάλιν από το παράθυρον της εις εκείνην την ιδίαν θέσιν. Ήμην πλαγιασμένος εις ένα ίσκιον, άφηνα τας αίγας μου να βοσκούν, κ' εσφύριζα ένα ήχον, εν άσμα του βουνού αιπολικόν.

Δεν ηξεύρω πώς της ήλθε να μου φωνάξη:

— Έτσι όλο τραγουδείς!;.. Δε σ' άκουσα ποτέ μου να παίζης το σουραύλι!... Βοσκός και να μην έχη σουραύλι, σαν παράξενο μου φαίνεται!...

Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή... Την φοράν ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πως της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ήξεύρω ότι μου έστειλε δι' αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ' ένα τάσι γεμάτο πετμέζι.

Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν' “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα.

Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις την ράχιν. Δι αυτού είχα κατέλθει, και δι' αυτού έμελλα πάλιν να επιστρέψω εις το βουνόν, την νύκτα εις την στάνην μου. Άφησα εκεί τα γίδια μου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σίγα διά να καθίσουν να ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κ' εκάθισαν ήσυχα. Επτά ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και σα ήκουον μακρόθεν τους κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας.

Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ έφθασα κάτω εις την θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν.

Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάννα του, διά να καθίση να δειπνήση.

Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσων. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον ακρογιαλιάν, κ έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων μέτρων όλον τον αιγιαλόν.

Επέταξα αμέσως το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους. Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να έβγω από την θάλασσαν, δεν θα εχόρταινα ποτέ το κολύμβημα, αν δεν είχα την έννοιαν του κοπαδιού μου. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς εμέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν μου διά να καθίσουν ήσυχα, ερίφια ήσαν, δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα μικρά παιδιά. Εφοβούμην μήπως τινά αποσκιρτήσουν και μου φύγουν, και τότε έπρεπε να τρέχω να τα ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά οδηγούμενος μόνον από τον ήχον των κωδωνίσκων των τραγών. Όσον αφορά την Μοσχούλαν, διά να είμαι βέβαιος, ότι δεν θα μου φύγη πάλιν, καθώς μου είχε φύγει την άλλην φοράν, οπότε ο άγνωστος κλέπτης (ω να τον έπιανα) της είχε κλέψει, ο ανόητος, τον επίχρυσον κωδωνίσκον με το κόκκινον περιδέραιον από τον λαιμόν, εφρόντισα να την δέσω μ' ένα σχοινάκι εις την ρίζαν ενός θάμνου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, εις την βάσιν του οποίου είχα αφήσει τα ρούχα μου πριν ριφθώ εις την θάλασσαν.

Επήδησα ταχέως έξω, εφόρεσα το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, έκαμα ένα βήμα διά να ανάβω. Άνω της κορυφής του βράχου, του οποίου η βάσις εβρέχετο από την θάλασσαν, θα έλυα την Μοσχούλαν, την μικρήν αίγα μου, και με διακόσια ή περισσότερα βήματα θα επέστρεφα πλησίον εις το κοπάδι μου. Ο μικρός εκείνος ανήφορος, ο ολισθηρός κρημνός ήτο δι' εμέ άθυρμα, όσον ένα σκαλοπάτι μαρμάρινης σκάλας, το οποίον φιλοτιμούνται να πηδήσουν εκ των κάτω προς τα άνω αμιλλώμενα τα παιδιά της γειτονιάς.

Την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κυρ Μόσχου, κ' ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορα της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ήλιου, συνήθως ελούετο.

— Έκαμα δύο-τρία βήματα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου, καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόμενος από την κορυφήν του βράχου, και είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ' ελούετο...

Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ' εκινείτο εδώ κ' εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυμβά.

Δια να φύγω έπρεπεν εξ άπαντος να πατήσω επί μιαν στιγμήν ορθός εις την κορυφήν του βράχου, είτα να κύψω όπισθεν θάμνων, να λύσω την αίγα μου, και να γίνω άφαντος κρατών την πνοήν μου, χωρίς τον ελάχιστον κρότον η θρούν. Αλλ' η στιγμή καθ' ην θα διηρχόμην διά της κορυφής του βράχου ήρκει διά να με ίδη η Μοσχούλα. Ήτον αδύνατον, καθώς εκείνη έβλεπε προς το μέρος μου, να φύγω αόρατος.

Το ανάστημα μου θα διεγράφετο διά μίαν στιγμήν υψηλόν και δεχόμενον δαψιλώς το φως της σελήνης, επάνω του βράχου. Εκεί η κόρη θα με έβλεπε, καθώς ήταν εστραμμένη προς τα εδώ. Ω! πώς θα εξαφνίζετο. θα ετρόμαζεν ευλόγως, θα εφώναζεν, είτα θα με κατηγόρει διά σκοπούς αθεμίτους, και τοτε αλλοίμονον εις τον μικρόν βοσκόν!

Η πρώτη ιδέα μου ήτον να βήξω, να της δώσω αμέσως είδησιν, και να κράξω: “— Βρέθηκα εδώ, χωρίς να ξέρω... Μην τρομάζης!... φεύγω αμέσως, κοπέλα μου!”

Πλην, δεν ηξεύρω πώς, υπήρξα σκαιός και άτολμος. Κανείς δεν με είχε διδάξει μαθήματα κοσμιότητος εις τα βουνά μου. Συνεστάλην, κατέβην πάλιν κάτω εις την ρίζαν του βράχου κ' επερίμενα.

“Αυτή δεν θ' αργήση, έλεγα μέσα μου· τώρα θα κολυμπήση, θα ντυθή και θα φύγη... θα τραβήξη αυτή το μονοπάτι της, κ εγώ τον κρημνό μου!...”

Κ' ενθυμήθην τότε τον Σισώην, και τον πνευματικόν του μοναστηρίου, τον παπα-Γρηγόριον, οίτινες πολλάκις με είχον συμβουλεύσει να φεύγω, πάντοτε, τον γυναικείον πειρασμόν!

Εκ της ιδέας του να περιμένω δεν υπήρχεν άλλο μέσον ή προσφυγή, ειμή ν' αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν, με τα ρούχα, όπως ήμην, να κολυμβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά, όλον το προς δυσμάς διάστημα, το από της ακτής όπου ευρισκόμην, εντεύθεν του μέρους όπου ελούετο η νεάνις, μέχρι του κυρίως όρμου και της άμμου, επειδή εις όλον εκείνο το διάστημα, ως ημίσεος μιλίου, η ακρογιαλιά ήτον άβατος, απάτητος, όλη βράχος και κρημνός. Μόνον εις το μέρος όπου ήμην εσχηματίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού, μεταξύ σπηλαίων και βράχων.

Θ' άφηνα την Μοσχούλαν μου, την αίγα, εις την τύχην της, δεμένη εκεί επάνω, άνωθεν του βράχου, και άμα έφθανα εις την άμμον με διάβροχα τα ρούχα μου (διότι ήτο ανάγκη να πλεύσω με τα ρούχα), στάζων άλμην και αφρόν, θα εβάδιζα δισχίλια βήματα διά να επιστρέψω από άλλο μονοπάτι πάλιν πλησίον του κοπαδιού μου, θα κατέβαινα τον κρημνόν παρακάτω διά να λύσω την Μοσχούλαν την αίγα μου, οπότε η ανεψιά του κυρ Μόσχου θα είχε φύγει χωρίς ν' αφήση βεβαίως κανέν ίχνος εις τον αιγιαλόν. Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν, θα ήτο μέγας κόπος, αληθής άθλος, θα εχρειάζετο δε και μίαν ώραν και πλέον. Ουδέ θα ήμην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού μου.

Δεν υπήρχεν άλλη αίρεσις, ειμή να περιμένω. Θα εκράτουν την αναπνοήν μου. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν μου. Άλλως ήμην εν συνειδήσει αθώος.

Εντοσούτω όσον αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεανίδα.

Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων...

Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον, όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα μ έβλεπε, και θα ημπορούσα ν' αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθεν της. Ούτε η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ' ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου, κ' εντεύθεν του άντρου.

Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια.

Δεν δύναμαι να είπω αν μου ήλθον πονηροί, και συνάμα παιδικοί ανόητοι λογισμοί, εν είδει ευχών κατάραι. “Να εκινδύνευεν έξαφνα! να έβαζε μιά φωνή! να έβλεπε κανένα ροφόν εις τον πυθμένα, τον οποίον να εκλάβη διά θηρίον, διά σκυλόψαρον, και να εφώναζεν βοήθειαν!...”

Είναι αληθές, ότι δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον, το πλέον εις το κύμα. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, αλλοκότως, μου επανήλθε πάλιν η πρώτη ιδέα... Να ριφθώ εις τα κύματα, προς το αντίθετον μέρος, εις τα όπισθεν, να κολυμβήσω όλον εκείνο το διάστημα έως την άμμον, και να φύγω, να φύγω τον πειρασμόν!...

Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον... Αίφνης εις τας ανάγκας του πραγματικού κόσμου μ' επανέφερεν η φωνή της κατσίκας μου. Η μικρή Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζη!...

Ώ, αυτό δεν το είχα προβλέψει. Ημπορούσα να σιωπώ εγώ, αλλά δυστυχώς δεν ήτον εύκολον να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα μου. Δεν ήξευρα καλά αν υπήρχον πρόχειροι φιμώσεις διά τα θρέμματα, επειδή δεν είχα μάθει ακόμη να κλέπτω ζωντανά πράγματα, καθώς ο άγνωστος εχθρός, ο οποίος της είχε κλέψει τον κωδωνίσκον· αλλά δεν της είχε κόψει και την γλώσσαν διά να μη βελάζη. — Με ράμνον πολύκλαδον εις το στόμα, ή με σπαρτίον περί το ρύγχος, ή όπως άλλως· αλλά και αν το ήξευρα πού να το συλλογισθώ!

Έτρεξα τότε παράφορος να σφίγξω το ρύγχος της με την παλάμην, να μη βελάζη... Την στιγμήν εκείνην ελησμόνησα την κόρην την κολυμβώσαν χάριν αυτής ταύτης της κόρης. Δεν εσκέφθην αν ήτον φόβος να με ίδη, και ημιωρθώθην κυρτός πάντοτε, κ επάτησα επί του βράχου, διά να προλάβω και φθάσω πλησίον της κατσίκας.

Συγχρόνως μ' εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν έτρεφα προς την πτωχήν αίγα μου. Το σχοινίον με το όποιον την είχα δέσει εις την ρίζαν του θάμνου ήτον πολύ κοντόν. Τάχα μην “εσχοινιάσθη”, μην εμπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλος της, μην ήτον κίνδυνος να πνίγη το ταλαίπωρον ζώον;

Δεν ηξεύρω αν η κόρη η λουσμένη εις την θάλασσαν ήκουσε την φωνήν της γίδας μου. Αλλά και αν την είχε ακούσει, τί το παράδοξον; Ποίος φόβος ήτον; Το ν' ακούη τις φωνήν ζώου εκει που κολυμβά, αφού δεν απέχει ειμή ολίγας οργυιάς από την ξηράν, δεν είναι τίποτε έκτακτον.

Αλλ' όμως, η στιγμή εκείνη, που είχα πατήσει εις την κορυφήν του βράχου, ήρκεσεν. Η νεαρά κόρη, είτε ήκουσεν είτε όχι την φωνήν της κατσίκας —μάλλον φαίνεται ότι την ήκουσε, διότι έστρεψε την κεφαλήν προς το μέρος της ξηράς...— είδε τον μαύρον ίσκιον μου, τον διακαμόν μου, επάνω εις τον βράχον, ανάμεσα εις τους θάμνους, και αφήκε μισοπνιγμένην κραυγήν φόβου...

Τότε με κατέλαβε τρόμος, συγκίνησις, λύπη απερίγραπτος. Τα γόνατα μου εκάμφθησαν. Έξαλλος εκ τρόμου, ηδυνήθην ν' αρθρώσω φωνήν, κ' έκραξα:

— Μη φοβάσαι!... δεν είναι τίποτε... δεν σου θέλω κακόν!

Και εσκεπτόμην λίαν τεταραγμένος αν έπρεπε να ριφθώ εις την θάλασσαν, μάλλον, διά να έλθω είς βοήθειαν της κόρης, ή να τρέξω και να φύγω... Ήρκει η φωνή μου να της έδιδε μεγαλύτερον θάρρος ή όσον η παραμονή μου και το τρέξιμόν μου εις βοήθειαν.

Συγχρόνως τότε, κατά συγκυρίαν όχι παράδοξον, καθότι όλοι οι αιγιαλοί και αι θάλασσαι εκείναι εσυχνάζοντο από τους αλιείς, μια βάρκα εφάνη να προβάλλη αντίκρυ, προς το ανατολικομεσημβρινόν μέρος, από τον πέρα κάβον, τον σχηματίζοντα το δεξιόν οιονεί κέρας του κολπίσκου. Εφάνη πλέουσα αργά, ερχομένη προς τα εδώ, με τας κώπας· πλην η εμφάνισις της, αντί να δώση θάρρος εις την κόρην, επέτεινε τον τρόμον της.

Αφήκε δεύτερον κραυγήν μεγαλυτέρας αγωνίας. Εν ακαρεί την είδα να βυθίζεται, και να γίνεται άφαντη εις το κύμα.
Δεν έπρεπε τότε να διστάσω. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν οργυιάς, από το μέρος όπου ηγωνία η κόρη, εγώ απείχα μόνον πέντε ή εξ οργυιάς. Πάραυτα, όπως ήμην, ερρίφθην είς την θάλασσαν, πηδήσας με την κεφαλήν κάτω, από το ύψος του βράχου.

Το βάθος του νερού ήτον υπέρ τα δύο αναστήματα. Έφθασα σχεδόν εις τον πυθμένα, ο οποίος ήτο αμμόστρωτος, ελεύθερος βράχων και πετρών, και δεν ήτο φόβος να κτυπήσω. Πάραυτα ανέδυν και ανήλθον εις τον αφρόν του κύματος.

Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιάς από το μέρος του πόντου, όπου εσχηματίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόμενοι εις τον αφρόν της θαλάσσης, οι οποίοι θα ήσαν ως μνήμα υγρόν και ακαριαίον διά την ατυχή παιδίσκην τα μονά ίχνη τα οποία αφήνει ποτέ εις την θάλασσαν αγωνιών ανθρώπινον πλάσμα!... Με τρία στιβαρά πηδήματα και πλευσίματα, εντός ολίγων στιγμών, έφθασα πλησίον της...

Είδα το εύμορφον σώμα να παραδέρνη κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθόν του πόντου ή εις τον αφρόν του κύματος, εγγύτερον του θανάτου ή της ζωής· εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου, και ανήλθον.

Καθώς την είχα περιβάλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χιλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ!... Εντούτοις δεν παρείχε σημεία ζωής ολοφάνερα... Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα, αυθορμήτως, διά να δυνηθή ν' αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου, και έπλευσα, με την χείρα την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως.

Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου· ήθελε την ζωήν της· ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!

Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ' ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο... Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του...

Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν ηξεύρω τί γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι.

Αλλ' εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος μικρή μου κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι “εσχοινιάσθη”· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την είχα δεμένη, και επνίγη!... Μετρίως ελυπήθην, και την έκαμα θυσίαν προς χάριν της.

Κ' εγώ έμαθα γράμματα, εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων, κ' έγινα δικηγόρος... Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς, ήτον επόμενον!

Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της λουομένης κόρης, μ έκαμε να μη γίνω κληρικός; Φευ! ακριβώς η ανάμνησις εκείνη έπρεπε να με κάμη να γίνω μοναχός.

Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι “αν ήθελαν να με κάνουν καλόγερον, δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι...”. Διά την σωτηρίαν της ψυχής μου ήρκουν τα ολίγα εκείνα κολλυβογράμματα, τα όποια αυτός με είχε διδάξει, και μάλιστα ήσαν και πολλά!...

Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το όποιον εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποιον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως “σχοίνισμα κληρονομίας” δι' εμέ, όπως η Γραφή λέγει.

Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!..."





































English artist, Yvonne Ayoub