Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Κοιμήσου και πλαγιάσανε τ’ αστέρια στις παντιέρες είν’ το φεγγάρι στη σκοπιά κι ο ΕΛΑΣ στα καραούλια κ’ έχεις κουβέρτα σύγνεφο..Άρης Αλεξάνδρου













Ο Κλωντ Μονέ (Claude Oscar Monet, 14 Νοεμβρίου 1840 - 5 Δεκεμβρίου 1926) ήταν Γάλλος ζωγράφος και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κινήματος του ιμπρεσιονισμού.


Οι αποστάτες της θάλασσας

Είναι τώρα τ' αστέρια που πασχίζουν
να λάμψουνε στα μάτια σου
δυο φώτα βραδινά
που ξεστρατάν απ' το γρι-γρι του γαλαξία.
Χορεύει η νύχτα με τ' αγέρι
χορεύει μια πλεξίδα φεγγαριού
στο στήθος της θάλασσας.
Σε λίγο θα χαράξει ένα χαμόγελο
στο στόμα της γαλήνης
-- έτσι που το σκαλίζαμε στις κρυφές συνεδριάσεις
έτσι που το γράφαμε στους τοίχους
τίτλο του καινούργιου τραγουδιού μας.
Βάλε τώρα ένα τραπέζι στα ρηχά
να δειπνήσεις μαζί με τη νύχτα.
(Πέρα στην πολιτεία
στο λίγο φως της λάμπας που καπνίζει
είναι πολλοί που απεργούν κι άλλοι που θ' απεργήσουν
ζητώντας λίγη αρμύρα θάλασσας φρέσκο ψωμί
και μια εκδρομή στην ξαστεριά.)

Άφησε να γλιστρήσουν στους αλατισμένους ώμους σου
οι ώρες του μεσημεριού
να γίνεις άξιος της νύχτας
σαν τον μικρό ψαρά που κλαίει καταμεσής στην άδεια βάρκα του
μόλις που πιάσανε τα δίχτυα ένα κοπάδι θαλασσινές πυγολαμπίδες.
Ποιος έφερε δω πέρα τούτη τη βραδιά
ετούτη τη χλωμή βραδιά σαν εικοσάχρονη άνοιξη
με μια κόκκινη μαντήλα στα μαλλιά της;
(Τι τάχα να 'γιναν οι εκλογές
πέρα στην πολιτεία;)

Καιρός να γράψεις μιαν ακρογιαλιά
γραμμή στον πέρα ορίζοντα
κ' ένα μικρό μικρό πανί καλοσυνάτης σκούνας
να πέφτει ο ίσκιος στα νερά
σα να 'σμιξε τα φρύδια ο Αποσπερίτης.
(Οι σύντροφοι τις κέρδισαν - το νιώθεις
πέρα στην πολιτεία.)
Αρχίζουν να περνάν
οι βραδινές παρέες αλαμπρατσέτα με τ' αστέρια
ένα κλωνάρι φως στ' αυτί τους
τσαλαβουτάν ξυπόλυτοι σαν ανοιξιάτικα παιδιά
και η θάλασσα ονειρεύεται πως ήρθαν δυο τρυγόνια
να κοιμηθούν μαζί της.
(Στην πολιτεία φορέσανε την πιο σκληρή καρδιά τους
κ' είναι τα σινεμά το περσινό ζουρνάλ με γεγονότα του χειμώνα
και πού να πας και πώς να βγεις
ν' ακούσεις τον απόηχο του δάσους
-- χρώμα ζεστό, χρώμα χρυσό -- χορτάρι κι ανεμώνες;)
Ποιος θα το φέρει∙ η θάλασσα
ποιος θα το πάρει∙ η θάλασσα
χρυσό σκουφί που το φοράς για λίγο καλοκαίρι
σκουφί σαν ήλιος κόκκινος που βάφει την καρδιά σου
και τη ματώνει φλάμπουρο να το καρφώσεις μόνος
στο πιο ψηλό της πολιτείας κοντάρι
στο πιο ψηλό της θάλασσας μπαλκόνι
να το φιλάει η θάλασσα να το δροσίζει η νύχτα
να 'ναι φρουρός στον ύπνο μας ν' αχνογελά η αυγούλα
στα μάτια της καλοκαιριάς στο στόμα της γαλήνης.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)


Νανούρισμα

Κοιμήσου και πλαγιάσανε τ’ αστέρια στις παντιέρες
είν’ το φεγγάρι στη σκοπιά κι ο ΕΛΑΣ στα καραούλια
κ’ έχεις κουβέρτα σύγνεφο και κούνια σου την πέτρα.

Κοιμήσου μέρα κόκκινη της άνοιξης αχείλι
πόχεις τον ήλιο στην καρδιά τη λευτεριά στα μάτια
και σε παινάει το δειλινό και σε ζουλεύει η αυγούλα.

Κοιμήσου κ’ έπιασε δουλειά των μπουμπουκιών η βάρδια
τα δέντρα ανασκουμπώθηκαν έβαλε μπρος ο γήλιος
να βγάλει το πεντάχρονο τα κόκκινα κεράσια.

Κοιμήσου και το Πάσχα μας προκήρυξη θα βγάλει
το γέλιο σου το σύνθημα καλοκαιριάς ελπίδα
να το μοιράσει η θάλασσα στων λιμανιών τις πόρτες.

Κοιμήσου και παράγγειλα στην ΕΣΣΔ ένα τραγούδι
να σου το λένε οι όμορφες να σου το λέει ο Μάης
να το χορεύει η ξεγνοιασιά ν’ ακούει ο κόσμος όλος.

Ποίημα της συλλογής «Ακόμα τούτη η άνοιξη» (1946)
που μετά δημοσιεύτηκε στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.

Σήμερα

Είναι κιόλας δυο μέρες που δεν πρόσθεσες λέξη στο ημερολόγιο της συγνεφιάς
είναι δυο μέρες που φύσηξε ζεστός ένας κατακόκκινος άνεμος απ' τη μεριά της θάλασσας
φύσηξε κ' έφερε μαζί του τις φωνές των μακρινών συντρόφων
φύσηξε και βάφτηκε απ' το γέλιο των αδελφών μας
φύσηξε πάνω απ' τις χώρες της λευτεριάς.
Έλα ν' ανοίξουμε διάπλατα τα ρουθούνια μας και να ρουφήξουμε την καλοσύνη του σαν ένα ποτήρι φως.
Στ' αυτιά μας μας φτάνει η μουσική του καλοκαιριού και το ποδοβολητό της καβαλάρισσας πρωτοχρονιάς.
Ένα μικρό τζιτζίκι μπλέχτηκε στα μαλλιά μας κ' έχουμε τις τσέπες μας γεμάτες τριαντάφυλλα στο σχήμα του πεντάγωνου άστρου.
Μένεις πίσω εαυτέ μας στο λαχανιασμένο τούτο ανέβασμα.
Πώς να προφτάσεις;
Πού να καταλάβεις;
Και μεις σε βγάζουμε σαν ένα βρεγμένο πανωφόρι και σε κρεμάμε ν' αχνίζεις στον κρύο διάδρομο της λησμονιάς μας.
Κ' έτσι αλαφροί
με τη βουή του καλόκαρδου άνεμου στα στήθια
με το βλέμμα να ταξιδεύει πάνω από θάλασσες και σύνορα
προχωρούμε μ' ολόρθη την καρδιά μας
εμείς οι σκληροί κι ατσαλένιοι
και λέμε και πάλι
πως δεν μπορεί
δε γίνεται --
η νίκη θα 'ναι δική μας.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)


Προχτές

-- Ποιος θα βρεθεί λοιπόν να κλάψει;
-- Ποιος θ' απλώσει τα χέρια
ζητώντας ένα τόσο δα μικρό αστέρι
όσο χαμογελάει το χείλι σου αντικρίζοντας μια χαραμάδα στο συγνεφιασμένο πρωινό;
Όπου κι αν ψάξεις στη μελλοντική σου μνήμη
δεν είναι στήριγμα ν' ακουμπήσεις το βλέμμα.
Θυμάσαι;
Σαν και τότε που καθόμασταν στο πρόδωμα της θλίψης
-- ένα μακρινό άρωμα θάλασσας και τα λόγια να ψιθυρίζουν τη σκιά του δειλινού.
Πόσα καΐκια φύγανε φορτωμένα σταφύλια και φως.
Πόσα καΐκια φύγανε
και μας αφήσαν ν' αγναντεύουμε στο μουράγιο.
Τώρα θα κάτσουμε και πάλι στο καφενεδάκι του λιμανιού
ίσως κιόλας να παίξουμε ένα τάβλι με τον κουτσό μαγαζάτορα
και τα πούλια θα χτυπάν σαν τους χτύπους της καρδιάς μας.
Το βράδυ, δίπλα στη λάμπα που ρίχνει την πίκρα της σ' ένα βιβλίο με ιστορίες χαμένων ταξιδιών,
όταν ο δρόμος θα σέρνεται έρημος κάτω απ' τα κλειστά παράθυρα
--αλήθεια τι πολλά ενοικιαστήρια στη γειτονιά μας--
τότε
μια τελευταία αχτίδα
μια μοναδική σκουριασμένη πεντάρα στην άσφαλτο
το ταξίδι στον εαυτό του.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)


Σχέδιο για διήγημα

Ένας κήπος βραδινός
δίπλα στην ερημική της έπαυλη
η θάλασσα που ανασαίνει άνοιξη
η φωνή τού ραδιοφώνου
λίγα βήματα σιωπής στην αλέα.
Ύστερα θα 'ρθούνε τα παιδικά τους πρόσωπα
ο χιονοπόλεμος
ένας λοφάκος που κατηφορίζει τα μικρά του έλκηθρα
κ' ένα ξανθό αγόρι, με πέτσινα γάντια.
- Νατάλια Αντώνοβνα, θα πει ο υπηρέτης,
το τσάι είναι έτοιμο και ίσως να κρυώσει
γιατί το τσάι πάντα έτσι κάνει.
Κι όμως τότε δεν κρύωνε το τσάι
ίσως γιατί φόραγε τα γάντια του τ' αγόρι.
Τότε.
Μέσα στο χιόνι.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)



Ολόκληρη νύχτα

Όπου νάναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα
Γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα σου.

Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
Σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα συρματόσκοινα.

Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.

Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
Μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνία της χαραυγής.
Απίθωνα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια μου και είταν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.

(1947)

Ποίημα από τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952).


9

Μας παίρνουν τον Κωστή για το στρατοδικείο.

Τα δάχτυλά του
μπερδεύονται και δένονται στους κόμπους.

Δε λέει ακόμα να αποχωριστεί τις δυο κουβέρτες
δεν το αποφάσισε ακόμα
να μας αφήσει τα άχερα.

«Συνηθισμένα πράματα. Μια μεταγωγή.
Όχι, μια δεύτερη ξαδέρφη μου.
Πέστε της πως θυμάμαι. Πάντα θα θυμάμαι».

Ένιωσα τη βέρα στο μεσιανό του δάχτυλο.
Πρώτη φορά μού παίρνανε
τόσο χρυσάφι μέσα από τα χέρια.

Το ένατο ποίημα της ενότητας ‘Ανεπίδοτα γράμματα’ (Μούδρος, 1948) από τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952).


Η στενογραφία της νεκρής ζώνης

5

Είπες πως δε θέλεις μήτε να νικήσεις

Είπες πως δε σε νοιάζει
τούτος ο ήλιος τρεις οργιές πιο πάνω απ’ το Λαύριο
μήτε το χρώμα της σημαίας
κ’ η προσοχή
κ’ η υποστολή
κ’ οι φαντάροι που προσμένουν να αποδώσουν τις τιμές
πυροβολώντας σε την πλάτη.

Λοιπόν,λίγο κουράγιο ακόμα

Όποιος βρεθεί με άλογο
του μένει να τραβήξει για την ήττα
καβαλάρης.

Άη - Στράτης 1951
Το πέμπτο ποίημα της ενότητας ‘Η στενογραφία της νεκρής ζώνης’ (Άη-Στράτης, 1951) από τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952).


Ποιητική

1

Αξίζει δεν αξίζει
στέλνω τις εκθέσεις μου σε χώρες που δε γ΄θνανε ακόμα
προδίνω τις κινήσεις ενός ήλιου
που πέφτει την αυγή δίπλα στις μάντρες
επικυρώνοντας με φως
τις εκτελέσεις

2

Η κάθε μου λέξη
αν την αγγίξεις με τη γλώσσα
θυμίζει πικραμύγδαλο.
Απ’ την κάθε μου λέξη
λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί
και το φως που έσταζε απ’ το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.


3

Η μόνη ξιφολόγχη μου
είταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα.

Ίσως γι’ αυτό δεν έγραψα ποτέ
στίχους τελεσίδικους σαν άντερα χυμένα
ίσως γι’ αυτό εγκαταλείπουν ένας-ένας τα χαρτιά μου
και τους ακούω στις κουβέντες όσων δε μ’ έχουνε διαβάσει.

Άη-Στράτης 1951
Aπό τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952).


ΕΙΣΗΓΗΣΗ

a la maniere de Jdanov

και κατά συνέπεια η ποίηση είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.

Πιστεύει σε λέξεις και ιδεογράμματα
και δε βλέπει λόγου χάρη
πως άλλο ένα δέντρο να ξαπλωθείς στον ίσκιο του
κι άλλο το ίδιο δέντρο να πάρεις την ξυλεία του.
Το πράγμα είναι σοβαρό:

Κάτω από τα σχήματα (δήθεν ποιητικά)
κρύβεται το μαχαίρι που μας χτυπάει πισώπλατα.

Εξομοιώνοντας τα πάντα
παραβλέποντας συνθήκες χρόνο τόπο
οι στιχοπλόκοι καταντούν να υποστηρίζουν
πως τα κόκκαλα κ’ οι φλέβες
βαραίνουνε το ίδιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου
επιμένουν να πιστεύουν πως μια πληγή κακοφορμίζει
με την ίδιαν ακριβώς αιτιοκρατία
κι όταν την άνοιξαν οι σφαίρες
των αγροτών του Κόκκινου Στρατού
που χτύπησαν τους εργάτες διαδηλωτές του Βερολίνου
κι όταν την άνοιξαν τα βόλια
των εργατών της Deutsche Wehrmacht
τότε που τα δέχτηκαν στους δρόμους της Aθήνας οι γεωπόνοι
σπουδαστές.

Ο ποιητής, ξεκομμένος απ’ τους πόθους του λαού
καταντάει τελικά να μην πασχίζει γι’ άλλο
παρά μονάχα πώς θα πει την προσωπική του αλήθεια
καταντάει να λέει τις σφαίρες σφαίρες
και τους πληγωμένους πληγωμένους
κι όλο το πρόβλημά του στενεύει μες στα όρια
μιας αναζήτησης σωστού λεξιλογίου
έτσι που με κάθε θυσία
αδιάφορος για όλα
ακόμα και την πάλη των τάξεων
να φτάσει τελικά να καυχηθεί
πως ναι, αυτό πάσχιζα να πω
όπως βλέπει ένα σώμα στερεό και σκέφτεται

“Τούτο δω ίσως νάναι κείνο που γυρεύω”
το παίρνει στο χέρι το ζυγιάζει και σκέφτεται

“Με τούτο δω, ίσως μπορέσω να καρφώσω μια πρόκα πίσω
απ’ την πόρτα μου”
στεριώνει την πρόκα κρεμάει το σακάκι του και λέει

“Ναί, αυτό είταν που γύρευα.
Από δω και μπρος
τ ονομάζω
σφυρί”.
Η ποίηση λοιπόν είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.

Το πρώτο ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959), που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.

Στη συγκεντρωτική έκδοση υπάρχει στο τέλος η εξής σημείωση του ποιητή για το ποίημα αυτό: «Είναι γνωστή η κατ’ εισήγησιν του Ζντάνοβ απόφαση της Κ.Ε. του Κ.Κ.Σ.Ε. (μπ.), που είχε σαν συνέπεια, μεταξύ των άλλων, να καταδικαστεί σε πολύχρονη σιωπή η Άννα Αχμάτοβα».


Προαγωγή

Όλα είταν έξοχα χτες βράδι
τόσο που κρυσταλλώθηκε η θάλασσα στους βράχους
κ’ έγινε αλάτι
τόσο που κρυσταλλώθηκαν τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό
κ’ έγιναν αστέρια
τόσο που κρυσταλλώθηκε δω κάτω η σιωπή μας
κ’ έγινε φιλί.

Όλα είταν έξοχα χτες βράδι
μόνο που ήρθαν ίσως με κάποια καθυστέρηση
όπως φτάνει στον πεσόντα
η διαταγή προαγωγής του σε υποδεκανέα.

Ποίημα από τη συλλογή «Ευθύτης οδών» (1959).


Φρόντισε

Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε νάναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάχτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.

Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο
πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα δω σ' αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.

Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


ΓΥΜΝΑΣΜΑ

Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.
Κοίτα που κ' η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς
ουρανό και φύκια
πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.


Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


Δάμων ο εθνικός

Γυρίζοντας ο Δάμων στην πόλη της Κορίνθου
βρήκε τους πρώην οπαδούς του Παραβάτη μουδιασμένους.
Η Μάρθα η γυναίκα του τη νύχτα
σηκώνοντας τα πόδια ευλαβικά
(μην τύχει και ο ίσκιος τους πέσει στις άγιες εικόνες)
είπε πνιχτά, σαν να ξομολογιόταν.
«Πρέπει να πας στον εφημέριό μας και να υποσχεθείς
πως η καρδιά σου του λοιπού
θα είναι ταπεινή –ως δρόσος επί χλόης.
Δέχεται μου είπε να γίνω εγώ ο κομιστής της θεαρέστου αγγελίας».
Όσο περνούν οι μέρες, υποπτεύεται ο Δάμων
πως ο θυμός κ’ η πορφυρή παραφορά του
δεν έπεισαν τη Μάρθα.
Όσο περνούν οι μήνες, όλο και βεβαιώνεται
πως πήγε –στα κρυφά– σε κείνον τον τραγόπαπα.
Σαν εθνικός θα πρέπει να ρωτήσει να εξακριβώσει να διαψεύσει.
Θυμάται όμως νοιώθει την υγρασία του νησιού βαθιά στα κόκκαλά του.
Κ’ εδώ οι πρώην οπαδοί του Παραβάτη
αναθαρρήσαν ξεμουδιάζουν εμπορεύονται.
Ωχ αδερφέ! Για υποψίες θα χολοσκάμε τώρα;
Κ’ εξάλλου, στο κάτω-κάτω της γραφής
μήπως υποσχέθηκε ο ίδιος;

Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974


ΘΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ

Όσο ψηλά κι αν ανεβείς εδώ θα παραμένεις.
Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα
χαράζοντας γραμμές
εδώ θα επιμένεις δίχως βία
χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση
ποτέ στην περιφρόνηση
κι ας έχουν σήμερα τη δύναμη εκείνοι που οικοδομούνε ερημώσεις
κι ας βλέπεις φάλαγγες ανθρώπων να τραβάν συντεταγμένοι
για το ξυλουργείο
να δέχονται περήφανοι
την εκτόρνευσή τους
και να τοποθετούνται στα αυστηρά τετράγωνα
σαν πιόνια.
Εσύ θα επιμένεις σαν να μετράς το χρόνο με τις σειρές
των πετρωμάτων
σάμπως νάσουν σίγουρος πως θαρθεί μια μέρα
όπου οι χωροφύλακες κ' οι επαγρυπνητές θα βγάλουν τις στολές
τους.
Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας
θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις
υπολογίζοντας την κλίση που θάχουν τα επίπεδα
θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου
θέλεις δε θέλεις πρέπει ν' αποχτήσεις έναν δικό σου χώρο.

Δημοσιεύτηκε στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ

Φίλε ή αντίπαλε μην τ' αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος.

Το προτελευταίο ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.





Ανατολή ηλίου

στον Γιάννη Pίτσο

Είταν η ώρα που επρόκειτο να ανάψουνε οι φανοστάτες. Δεν είχε καμιά αμφιβολία, τόξερε πως όπου νάναι θα ανάβανε, όπως και κάθε βράδυ άλλωστε. Πήγε και στάθηκε στη διασταύρωση, για την ακρίβεια στη νησίδα ασφαλείας, για να δει τούς φανοστάτες να ανάβουν ταυτόχρονα, τόσο στον κάθετο, όσο και στον οριζόντιο δρόμο.

Με το κεφάλι ασάλευτο, έστριψε το δεξί του μάτι δεξιά, το αριστερό του αριστερά. Περίμενε, μα οι φανοστάτες δεν ανάβανε. Τα μάτια του κουράστηκαν, άρχισαν να πονάνε, σ’ εκείνη την άβολη στάση. Σε λίγο δεν άντεξε και έφυγε.

Ωστόσο, το επόμενο σούρουπο, πιστός στο καθήκον, πήγε και ξαναστάθηκε στη νησίδα του. Οι φανοστάτες και πάλι δεν ανάψανε, ούτε εκείνο το βράδι, ούτε τις άλλες νύχτες, μα τα μάτια του συνήθιζαν λίγο λίγο, δεν κουράζονταν πια, δεν πονούσαν.

Και κάποτε, εκεί που στεκόταν και περίμενε, χάραξε εντελώς ξαφνικά. Εντελώς ξαφνικά, είδε τον ήλιο να ανατέλλει, ταυτόχρονα, απ’ τον κάθετο δρόμο κι απ’ τον άλλον, τον οριζόντιο.

Παρίσι 1971

Το πρώτο ποίημα της ενότητας «Παρισινά ποιήματα» στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


Αντί στόματος

Ο Ααρών τους είπε κι ήρθαν ένας-ένας συνωμοτικά
κι εκεί στο λίγο φως των αστεριών
τους εξηγεί τους λόγους της εξόδου.
Μαντεύει τους πρεσβύτερους να τον ακούν στοχαστικοί
κι ας λέει γνωστά τους πράγματα
κι ας διηγείται τη ζωή εδώ μέσα στη λάσπη
ολημερίς να φτιάχνουν πλίνθους
και τώρα να συνάγωσιν μονάχοι τους και τ’ άχυρο
κι οι εργοδιώκτες του λαού να επιβάλουν
το ποσόν το πρότερον των πλίνθων
βιάζοντες αυτούς και μαστιγούντες.

Μέσα στο λίγο φως της χαραυγής
σωπαίνουν οι πρεσβύτεροι σκυφτοί
και καταρρέουσιν πικρά τα δάκρυα τους
επί τας σιαγόνας.

Ο Ααρών βαδίζει μόνος
και νιώθει σαν φυτό που έριξε τους σπόρους.
Είναι λαφρύς κι αυτάρκης γιατί δεν υποπτεύεται
πως θέλει πάντοτε λαλεί αντί του Μωυσέως
πως θέλει είσθε εις αυτόν αντί φωνής.


Μην τους εγκαταλείψεις

Σαν κατεβεί ο Μωυσής μην τους εγκαταλείψεις
μην πεις πως τάχα αυτοί σου ζήτησαν να ποιήσεις
τους θεούς τους προπορευομένους.
Ο Μωυσής θα ξαπολύσει τους φανατικούς
και κείνοι θα διέλθουν όλο το στρατόπεδο
από τη μια στην άλλη πύλη θανατούντες
τον αδελφό τον φίλο τον πλησίον.
Μην αφήσεις να σφαγούν σ’ αυτήν την εκκαθάριση
περίπου τρεις χιλιάδες άνδρες.
Σαράντα τόσα χρόνια μες στα συρματοπλέγματα
τους μιλούσες με τα μάτια.
Μην τους εγκαταλείψεις τώρα που ανταποκρίθηκαν
τώρα που ρίξαν στη φωτιά τη στανική τους αγιοσύνη
κι αρχίζουν να προφέρουνε τις σκέψεις τους ενάρθρως.


Τη τρίτη μέρα

Και προ παντός μη στέρξεις να περιτμηθείς
κι αν είναι να κερδίσεις για γυναίκα σου τη Δείνα
και συμμαχίες και οπαδούς και δάφνες.
Μην στέρξεις να περικοπεί
έστω και μια καμπύλη
απ’ τα δακτυλικά
αποτυπώματα σου.
Αν υποκύψεις
την τρίτη μέρα θα βρεθείς δίχως στήριγμα δικό σου.
Ματωμένος
εν τω πόνω
ανήμπορος την ώρα που ο Λευί κι ο Συμεών
θα ‘ρθουν να θρυμματίσουν
το πρόσωπο που σκάλισες
(με τι υπομονή και τι θυσίες!)
στα κόκκαλα στη σάρκα και στον λογισμό σου.





«Ο παππούς μου, Αρης Αλεξάνδρου»
«Υψιλον»

Η πρώτη εικόνα της πεντάχρονης, τότε, Κατερίνας είναι «το καλοσυνάτο, το διαπεραστικό βλέμμα του και, σαν απόκοσμη μουσική, η ήρεμή του φωνή και ο συναρπαστικός γοητευτικός λόγος του». Μια αποτίμηση που κάνει η Κατερίνα Καμπάνη σήμερα, με τη βοήθεια της γιαγιάς της, Καίτης Δρόσου. Η γιαγιά είναι που βάζει σε τάξη τις σκόρπιες εικόνες της εγγονής, που λύνει απορίες, που ξαναζωντανεύει πρόσωπα, τοπία, φωτογραφίες, στιγμές. Η σύντροφος της ζωής του Αρη Αλεξάνδρου, η Καίτη Δρόσου, είναι η ζωντανή μνήμη σ’ αυτό το ταξίδι αναμνήσεων. Η εγγονή, η Κατερίνα Καμπάνη, κρατάει απλώς τη γεύση: «Ο παππούς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ το σκάκι –που το ξέχασα– να τρώγω με τα ξυλάκια τα ασιατικά φαγητά –που δεν το ξέχασα– να μαγεύομαι με ιστορίες –αληθινές και φανταστικές– που μου διηγιόταν· ούτε αυτές τις ξέχασα».

Το μεγάλο παιχνίδι

«Είχα ό,τι ήθελα. Ολοι μου κάναν τα χατίρια. Ομως, δεν είχε γούστο. Το ήξερα απ’ τα πριν. Εκτός, εκτός από τον Αρη· κι ας ήταν τα χατίρια τα πιο απίθανα, όπως, ας πούμε, να χορεύω πάνω στην κοιλιά του. Μας περίμενε. Ολους. Αλλά κυρίως εμένα, με ύφος τάχα αδιάφορο. Ετσι άρχιζε το παιχνίδι – της επίθεσης, της σαγήνης, της υποταγής. Επρεπε να θέλει να μου κάνει το χατίρι, χωρίς παρακάλια απ’ τη μεριά μου. Πλενόμουνα προσεχτικά στον νιπτήρα, με τις ώρες, του τραγουδούσα, του χόρευα. Μια μέρα, θυμάμαι, έπαιζε μ’ ένα φακό, τον αναβόσβηνε. Μου κίνησε έτσι το ενδιαφέρον και, φυσικά, την επιθυμία να κάνω το ίδιο. Παράτηρα τον φακό, γιατί δεν τα κατάφερνα, και το είπα. Είπα: “Δεν μπορώ...” Ξέρω πως κείνη τη μέρα ο παππούς με αγάπησε πολύ. Το είπε στην Καίτη. Γιατί; Γιατί είχα πει “όχι”, γιατί είπα “δεν μπορώ”, εξηγώντας την αδυναμία μου, γιατί την παραδέχτηκα.

Ξεδιπλώναμε κάθε βράδυ τις αφίσες – και ήταν πολλές. Δεν ήταν μάθημα γεωγραφίας, αλλά ζωγραφικής. Τελικά, κολλήσαμε στον τοίχο την αφίσα της Πορτογαλίας. Ηταν, βλέπεις, η εποχή της “Επανάστασης των Γαφυφάλλων”. Το παιχνίδι - μάθημα συνεχίστηκε με τη μουσική. Για πολλά απογεύματα, ακούγαμε μαζί έναν μεγάλο δίσκο. “Τον έφερα για σένα”, μου είχε πει. Επρεπε, λοιπόν, στο τέλος πολλών ακροάσεων, να είμαι σε θέση να μαντέψω τι αντιπροσωπεύει κάθε όργανο. Ποιος μουσικός φθόγγος είναι η γάτα, το καναρίνι ή το αγόρι, ο κεντρικός ήρωας. Ηταν “Ο Πέτρος και ο λύκος” του Σεργκέι Προκόφιεφ, με αφηγητή τον Ζεράρ Φιλίπ. Κάθε επιτυχημένη απάντηση είχε την ανταμοιβή της. Τις καραμέλες δεν τις αγαπούσα. Προτιμούσα ένα φιλί. Αυτός ήταν ο παππούς μου – για μένα».



Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου

Θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου τον σημαντικότερο έλληνα πεζογράφο μεταπολεμικά, κι ας έγραψε ένα και μοναδικό (και με τις δύο σημασίες της λέξης) μυθιστόρημα: «Το κιβώτιο». Θεωρώ, επίσης, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους πολύ σημαντικούς μεταπολεμικούς μας ποιητές κι ας έγραψε μοναχά τρεις ποιητικές συλλογές. Θεωρώ, τέλος, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους καλύτερους μεταφραστές που πέρασαν από αυτή τη χώρα, χάρη στον οποίο όλοι εμείς που δεν γνωρίζουμε ρωσικά είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε τον Ντοστογιέφσκι και όχι μόνο.

Στο δικό μου σύστημα αξιών, θα αρκούσε ένα μόνο από τα τρία παραπάνω για να θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου «δικό» μου· μέρος του κόσμου μου· πανταχού παρόντα συνομιλητή· έναν από τους φωτεινούς οδοδείκτες, δίχως την ύπαρξη των οποίων η ζωή μας δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.

Όμως και τίποτα από όλα αυτά να μην είχε κάνει, πάλι θα ίσχυαν στο ακέραιο τα όσα έγραψα προηγουμένως για πολλούς άλλους λόγους. Θα ίσχυαν, επειδή στα μάτια μου αντιπροσωπεύει την απόλυτη προσωπική αξιοπρέπεια («Και προ παντός μη στέρξεις να περικοπεί έστω και μια καμπύλη απ’ τα δακτυλικά σου αποτυπώματα»)· επειδή αντιπροσωπεύει την απόλυτη πνευματική ανεξαρτησία («Δεσμώτης τίδε ίσταμαι τις ένδον ρήμασι πειθόμενος»)· επειδή δεν υποτάχτηκε ποτέ στον δολοφονικό παραλογισμό καμιάς ιδεολογίας, κανενός Κόμματος, κανενός κοπαδιού «πιστών» και αυτή του την άρνηση την πλήρωσε με απομόνωση και συκοφαντίες («Για την ομάδα ήμουν ύποπτος πάντα σαν την αλήθεια»)· επειδή είχε πάρει την ατσάλινη απόφαση να μην λάβει μέρος στον ανθρωποκτόνο παραλογισμό, όποιες κι αν ήταν οι συνέπειες («Ό,τι και να γίνει δεν θα ρίξω»)· επειδή υπήρξε απολύτως μόνος («Είμαι προδότης για τη Σπάρτη και για τους είλωτες σπαρτιάτης»)· επειδή ήτανε τα 3Α («Άπατρις, Άθεος και Αναρχικός»)· επειδή δεν υπήρξε ποτέ αχθοφόρος βεβαιοτήτων («Ωχ αδερφέ! Για υποψίες θα χωλοσκάμε τώρα;»)· επειδή μέσα στην κόλαση της εποχής και της ζωής του παρέμεινε ανθρώπινος και τρυφερός («Όλο μιλάω για γραμμές, επίπεδα και πέτρες/για να μην τύχει και προσέξεις πόσο διστάζω να σε αγγίξω»)· επειδή… επειδή… επειδή…

Αν μου ζητούσε κάποιος να συνοψίσω με δυο λόγια όλα αυτά που σημαίνει για μένα ο Άρης Αλεξάνδρου, χωρίς να τον κουράσω με παραπομπές σε βιβλία και στίχους, θα διάλεγα το εξής περιστατικό (παρμένο απ’ το εξαιρετικό βιβλίο του Δ. Ραυτόπουλου «Άρης Αλεξάνδρου ο εξόριστος», εκδ. Σοκόλη): Όταν βρισκόταν ο Αλεξάνδρου στο Παρίσι, ανάμεσα στις πολλές δουλειές του ποδαριού που έκανε για να επιβιώσει, δούλευε για κάποιο διάστημα και ως χαμάλης σε ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα. Όταν ο διευθυντής του καταστήματος έμαθε ποιος είναι ο Αλεξάνδρου, του πρότεινε να πάει σε άλλη, ευκολότερη, θέση, με καλύτερο μισθό. Του πρότεινε να γίνει κάτι σαν επιστάτης, γιατί δεν ήταν σωστό ένας πνευματικός άνθρωπος να δουλεύει ως χαμάλης. Ο Αλεξάνδρου αρνήθηκε ευγενικά, γιατί η προτεινόμενη θέση απαιτούσε από αυτόν να φορά στολή… Ετούτη η άρνηση να φορέσει κανείς στολή -οποιαδήποτε στολή- είναι ένα απ’ τα λίγα πράγματα που στα δικά μου μάτια αξίζει να διεκδικήσει κανείς για τον εαυτό του, και αναμφίβολα το πιο σημαντικό.

Καλό είναι, λοιπόν, που και που, μέσα στις υπνωτικές αναθυμιάσεις της τηλεοπτικής μας ζούγκλας, να θυμόμαστε ότι εκτός από τους «κοπανατζήδες», τους «λουφαδόρους», τους «μπούληδες», τα «βουτυρόπαιδα του μπαμπά», τα «κακομαθημένα πλουσιόπαιδα» και τους κάθε είδους «προνομιούχους» (όλοι οι χαρακτηρισμοί απ’ το θαυμαστό λεξιλόγιο των ΜΜΕ) υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι που αρνούνται να φορέσουν στολή για λόγους παραπλήσιους με αυτούς του Άρη Αλεξάνδρου.

Και συχνά το πληρώνουν ακριβά.

Κώστας Δεσποινιάδης

Κείμενο στην εφημερίδα «Παρασκήνιο» στις 19 Γενάρη 2007





Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Έλληνα από την Τραπεζούντα και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκεμσον, Ρωσίδας εσθονικής καταγωγής, ο Αριστείδης Βασιλειάδης, που αργότερα αυτοονομάστηκε Άρης Αλεξάνδρου, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ, ήρθε με τους γονείς του το 1928 και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα. Με μητρική κυριολεκτικά και μεταφορικά, γλώσσα τα ρωσικά, δυσκολεύτηκε τον πρώτο καιρό να προσγειωθεί στην ελληνική γλωσσική πραγματικότητα, αλλά, με την πραγματική ιδιοφυία που επέδειξε στην εκμάθηση των ξένων γλωσσών, γρήγορα προσαρμόστηκε και έφτασε σ' εκείνη την αίσθηση της γλώσσας που διαπιστώνεται στο σύνολο του έργου του, προσωπικού και μεταφραστικού.

Τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο το 1940 και έδωσε εξετάσεις για το Πολυτεχνείο κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά με πολλούς δικούς του ενδοιασμούς γι αυτό και, επειδή δεν είχε προετοιμαστεί ικανοποιητικά, απέτυχε. Τελικά πέρασε στην ΑΣΟΕΕ, αλλά το 1942 την εγκατέλειψε αποφασίζοντας να στραφεί στη μετάφραση. Συγχρόνως από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, μαζί με άλλους φίλους και γνωστούς (Ανδρέα Φραγκιά, Γεράσιμο Σταύρου κ.α) δημιούργησαν μια αντιστασιακή ομάδα (τυπογραφείο). Αργότερα τα μέλη της μικρής και αυθόρμητης αυτής ομάδας, προσχώρησαν στην αναγεννημένη οργάνωση της κομμουνιστικής νεολαίας.

Ωστόσο αυτός ο από χαρακτήρα και νοοτροπία φιλελεύθερος στοχαστής δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στους πειθαρχικούς κανόνες ενός "οργανωμένου", σε περίοδο μάλιστα παρανομίας. Γι αυτό και σε λίγους μήνες, με την πρώτη εμφανή κρίση, αποχώρησε.
Ηταν η πρώτη και τελευταία οργανωμένη του συμμετοχή στην Αριστερά, από την οποία ουδέποτε απομακρύνθηκε.

Η απομάκρυνσή του από την ενεργό κομματική δράση και η μη συμμετοχή του στις δραστηριότητες της Αριστεράς και εδώ ειδικά στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944, δεν εμπόδισαν τις αγγλικές στρατιωτικές αρχές, που είχαν έρθει στην Ελλάδα, να τον συλλάβουν και να τον στείλουν στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα, όπου έμεινε έως τον Απρίλιο του '45. Επίσης, παρόλο που δεν έχει ανάμειξη στον εμφύλιο πόλεμο συλλαμβάνεται το 1948 και, επειδή αρνείται να αποκηρύξει τις ιδέες του, στέλνεται και παραμένει διαδοχικά στα στρατόπεδα Μούδρου, Μακρονήσου και Άγιου Ευστράτιου, από τον Ιούλιο του 1948 έως τον Οκτώβριο του 1951.

Μετά ένα χρόνο, το Νοέμβριο του 1952, και ενώ είχε μείνει ελεύθερος δικάζεται από το Στρατοδικείο Αθηνών ως ανυπότακτος (κατά την εποχή που ήταν εξόριστος). Καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε 10 χρόνια ειρκτή και έμεινε διαδοχικά στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου. Στην αναθεώρηση της δίκης η ποινή του περιορίστηκε στα 7 χρόνια και απολύθηκε τον Αύγουστο του 1958 με τη χάρη του ενός τρίτου.

Μετά την αποφυλάκισή του παντρεύεται την Καίτη Δρόσου και εγκαθίσταται στο σπίτι της, στην οδό Σπετσών 45.
Το 1966 αρχίζει να γράφει το «Κιβώτιο», το οποίο ολοκληρώνεται το 1972 στο Παρίσι.





Με τη δικτατορία φεύγουν και οι δύο για το Παρίσι, από τον φόβο μιας νέας σύλληψης.
Ο άνθρωπος που είχε γνωρίσει, όπως γράφει και η Λίζυ Τσιριμώκου, «την αμείλικτη καταδίωξη από το κράτος της Δεξιάς, το ανάθεμα και την κατασυκοφάντηση από την επίσημη Αριστερά», ζει στο Παρίσι μέσα στην πιο απόλυτη μοναξιά.

Μα το Παρίσι ήταν τότε γεμάτο Ελληνες πολιτικούς εξόριστους. «Δεν θυμάμαι να ήρθε κανείς να μας βρει. Ετσι όπως ζούσαμε με τον Αρη έπρεπε ο άλλος να 'ρθει. Μας είχε μείνει από τα χρόνια του διωγμού, που ήταν, άλλωστε, όλη μας η ζωή. Εάν είχες κάνει εξορία και έβλεπες ανθρώπους στο δρόμο, έπρεπε αυτοί να σου μιλήσουν πρώτοι. Γιατί δεν ήξερες αν σε ακολουθεί χαφιές. Επειτα, όλοι οι Ελληνες του Παρισιού έκαναν πολιτική. Επρεπε να δώσουμε γην και ύδωρ στον Κολιγιάννη. Δεν θέλαμε, είχαμε πάρει αποστάσεις από το κόμμα. Να κάνουμε τι; Να κατεβαίνουμε τα μπουλβάρ με τις ελληνικές σημαίες; Τον Γάλλο, άλλωστε, δεν τον εκπλήσσεις με τίποτα».

-Δεν τον πόναγε τον Αρη Αλεξάνδρου η χούντα;

«Αφάνταστα. Μα με τι άλλο πέρα από την πολιτική ασχολήθηκε ο Αρης σε όλη του τη ζωή; Ολο του το έργο είναι πολιτικό. Αλλά από ένα σημείο και ύστερα δεν ξαναδιάβασε ούτε εφημερίδα. Ούτε στη Γαλλία. Εγώ έπαιρνα τη "Μοντ". Ούτε που την κοίταγε. "Εγώ αυτό που θέλω θα το δω ξαφνικά μπροστά μου πρωτοσέλιδο. ΕΠΕΣΕ Η ΧΟΥΝΤΑ", μου έλεγε. Στην Ελλάδα ούτε για καλοκαίρι δεν ξανάρθαμε. Οταν έπεσε η χούντα ήρθαμε το 1976 και κάναμε διακοπές με τον Ρίτσο στη Σάμο και μετά ξαναφύγαμε».

Εκεί αναγκάστηκε να κάνει (και ο ίδιος και η Καίτη Δρόσου) πολλές χειρωνακτικές δουλειές. «Παιδί για θελήματα σε μεγάλο κατάστημα. Καθαριστής πεζοδρομίων. Συσκευαστής (έκανε πακέτα). Νυχτοφύλακας. Χαρτονοκόπτης, χειριστής καρτελών ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τροφοδότης σε μηχάνημα όφσετ. Κουβαλητής βιβλίων στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών. Συντάκτης του λεξικού Robert. Στο Ταμείο Ανεργίας. Αναγνώστης ρωσικών χειρογράφων, επιφορτισμένος με σχετική έκθεση για τον εκδοτικό οίκο Albin Mixchel», όπως έγραφε ο Κώστας Σταματίου το 1978. Πέθανε στη γαλλική πρωτεύουσα στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή και μόλις πρόφτασε να δει τη μετάφραση του «Κιβώτιου» στα γαλλικά από τις εκδόσεις Gallimard.




"Το κιβώτιο" απόσπασμα

Ο Ταγματάρχης σήκωσε από χάμω μια λάμπα θυέλλης και διάβασε πρώτος το όρκο απ’ το χαρτί, που κρατούσε στο δεξί του χέρι:
«Τέκνο του εργαζόμενου λαού, πολίτης της Λαϊκής Δημοκρατίας, δέχομαι να πάρω μέρος στην αποστολή και ορκίζομαι: Κάθε μου σκέψη και κάθε μου πράξη θα αποβλέπει στην επιτυχία της αποστολής. Είμαι έτοιμος να θυσιάσω ακόμα και τη ζωή μου για την επιτυχία της, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην παγκόσμια επικράτηση του σοσιαλισμού και της αδελφοσύνης των λαών. Και θα είμαι άξιος της γενικής περιφρόνησης και άξιος βαριάς τιμωρίας, αν παραβώ τον όρκο μου».
Πρόσεξα ότι ο Ταγματάρχης τόνισε ιδιαίτερα τις λέξεις, διαβάζοντας την τελευταία φράση. Το ίδιο κάνανε και οι επόμενοι και όταν έφτασε η σειρά μου, τις τόνισα κι εγώ, σχεδόν άθελα μου, γιατί η τελευταία φράση ήταν γραμμένη με κεφαλαία..

Με το Κιβώτιο βρισκόμαστε στο κλίμα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου-ακριβέστερα, στο τέλος του (καλοκαίρι του 1949). Μια 40μελής ομάδα "εθελοντών" και επίλεκτων κομμουνιστών αναλαμβάνει την ύψιστη αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Κανείς δεν έχει ιδέα για το περιεχόμενο του κιβωτίου ούτε για τον τελικό στόχο των κινήσεών τους : το αρχηγείο αρκείται να τους υποδεικνύει κάθε μέρα το δρομολόγιο της επομένης. Ωστόσο έχει γνωστοποιηθεί σε όλους ότι η "επιχείρηση - κιβώτιο" είναι τόσο σημαντική ώστε ενδεχομένως να κρίνεται από αυτήν η έκβαση του πολέμου. Εξ ου και οι αυστηρές προδιαγραφές της πορείας: καμιά καθυστέρηση δεν θα γίνεται ανεκτή και κάθε τραυματίας ή απλώς βραδυπορών θα «κυανίζεται». Αυτή η επιχείρηση - εκατόμβη θα διαρκέσει δύο μήνες (μέσα Ιουλίου - μέσα Σεπτεμβρίου του 1949). Ο μοναδικός επιζών - και αφηγητής - ολοκληρώνει την πορεία, παραδίδει το κιβώτιο στους αρμοδίους, εκείνοι το ανοίγουν και διαπιστώνεται πως είναι άδειο! Ο αφηγητής συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Επιχειρεί με συνεχείς καταθέσεις του προς τις ανακριτικές αρχές να εξηγήσει - και να ερμηνεύσει - το νόημα της παράδοξης αποστολής τους.

Αυτός είναι πολύ συνοπτικά ο μύθος, η ιστορία του αντιμυθιστορήματος που τιτλοφορείται Το Κιβώτιο. Πρόκειται για αντιμυθιστόρημα γιατί ακυρώνει εμφατικά όλους τους κώδικες του μυθιστορηματικού είδους, κρατώντας χαλαρά τον κώδικα του επιστολικού (μονοφωνικού) μυθιστορήματος ή του προσωπικού ημερολογίου με τα οποία συγγενεύει περισσότερο.

Ενα γράμμα του Ρίτσου με ημερομηνία αποστολής 19 Οκτωβρίου 1972, Σάμος, κλείνει την καινούργια γαλλική έκδοση του «Κιβωτίου».

Μεταφράζω από τα γαλλικά.

«(...) Σχετικά τώρα με το "Κιβώτιο", α, αγαπητέ μου Αρη, τι εξαιρετικό μυθιστόρημα. Οσο πιο πολύ προχωράει τόσο περισσότερο απελευθερώνεται από "ορισμένες δυστυχείς ιστορικές εμπειρίες" και εισέρχεται στο παγκόσμιο πεδίο του καθολικού ανικανοποίητου όλων για όλα, σ' αυτό το βαθύ και για πάντα ανεξερεύνητο πεδίο της "αποτυχίας ζωής και δημιουργίας"...».

«Η πρώτη γαλλική κριτική δημοσιεύτηκε τη μέρα της κηδείας του. Ο Αρης έφυγε χωρίς να καταλάβει τίποτα από την απήχηση που θα είχε το "Κιβώτιο"




Μια ενότητα από τη δεύτερη συλλογή του Αλεξάνδρου, τα "Ανεπίδοτα γράμματα", έχει μελοποιηθεί (μαζί με άλλα ποιήματα του Α.Α.) από τον Μιχάλη Γρηγορίου σε καντάτα για φωνή και πιάνο, με την Αφροδίτη Μάνου και τον Σάκη Μπουλά.


Ανεπίδοτα γράμματα

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Επιταγές και δέματα
Τα κανονίζεις όπως όπως
Τριάντα τα εκατό πενήντα τα εκατό
Μα ποιος θα πάρει την μισή μου ξενιτειά;
Ποιος θα δεχτεί να πάρει
Τριάντα τα εκατό απ’ τη μισή μου ξενιτειά

Πλάι στη θάλασσα μαζί σου
Είχα μπορέσει να πετάξω
Δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού
Και μας πιτσίλισαν λιακάδα

Δεν ξέρω αν διαβάζεις ανάμεσα στις δέκα μου αράδες
Πόσο πολύ μου λείπει το βορινό παράθυρο κλειστό
Μην τύχει και κρυώσει
Ένα φλιτζάνι τσάι που αχνίζει
Τα περιστέρια των χεριών σου

Λέω να κλείσω τα παντζούρια
Μήπως και μείνει τίποτα απ’ το σούρσιμο της χτένας
Στα μαλλιά σου
Λέω ν’ ανεβάσω το φιτίλι
Μη μου χαθεί η φωνή σου

Επιταγές και δέματα
Τα κανονίζεις όπως όπως
Τριάντα τα εκατό πενήντα τα εκατό
Μα ποιος θα πάρει την μισή μου ξενιτειά;
Ποιος θα δεχτεί να πάρει
Τριάντα τα εκατό απ’ τη μισή μου ξενιτειά

Πλάι στη θάλασσα μαζί σου
Είχα μπορέσει να πετάξω
Δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού
Και μας πιτσίλισαν λιακάδα

Δεν ξέρω αν διαβάζεις ανάμεσα στις δέκα μου αράδες
Πόσο πολύ μου λείπει το βορινό παράθυρο κλειστό
Μην τύχει και κρυώσει
Ένα φλιτζάνι τσάι που αχνίζει
Τα περιστέρια των χεριών σου

Λέω να κλείσω τα παντζούρια
Μήπως και μείνει τίποτα απ’ το σούρσιμο της χτένας
Στα μαλλιά σου
Λέω ν’ ανεβάσω το φιτίλι
Μη μου χαθεί η φωνή σου



Άννα

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες
Για να μην τύχει και προσέξεις
Πόσο διστάζω να σε αγγίξω
Σαν τον κατάδικο που στέκει μες στη νύχτα
Διστάζοντας να βάλει το απολυτήριο στη τσέπη
Γιατί το ξέρει
Πως τόσο φως δεν θα το αντέξει

Είχα πάντα έτοιμο
Ένα μικρό μπουκάλι πού’ριχνα στη θάλασσα
Βόρειο πλάτος – αλλάζει κάθε μέρα
Μεσημβρινός – αλλάξει κάθε νύχτα
Στίγμα – οι χειροπέδες μου
Δεν το’ριξα ποτέ
Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχε
Όσο υπάρχεις
Ταξιδεύω
Θα σε βρω
Όπου πατάς
Πέφτουν πράσινα φύλλα

Ίσως και να’ναι πρόφαση
Όπως προφασίζουμε τα φύλλα
Κι έχω κατά νου μου το νερό
Όπως μιλάω για γεράνια
Και βλέπω εκεί που αγγίξανε
Τα χείλη σου το φως

Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά
Μια υπόγεια σήραγγα
Μ΄ένα σουγιά μ΄ένα πιρούνι με τα νύχια
Σκάβαμε τις πέτρες
Ξέροντας πως θα φτάσουμε το πολύ ως τη θάλασσα
Κι όμως μας ήταν ανάγκη
να βλέπουμε τα χέρια μας να ζούνε
μου ήτανε ανάγκη
να βλέπω πως κοντεύω πόντο – πόντο




Επιστροφή

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Έτσι που γυρίσαμε
Γυαλίζουνε οι ράγες στο σκοτάδι
Απ’ την πολλή σιωπή
Έτσι που γυρίσαμε
Βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
Και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
Θα μας περισσεύει
Και τα τέσσερα χρόνια
Γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
Θα μας λείπουν
Έτσι που γυρίσαμε κι οι δρόμοι προχωράνε
Τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
Σε πένθιμους φακέλους
Κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! Ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
Κι ας μου ζητούσε
Την ταυτότητά μου.



Ήθελε να ζήσει

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Μας παίρνουν τον Κωστή για το στρατοδικείο
Τα δάχτυλά του
Μπερδεύονται και δένονται στους κόμπους
Δε λέει ακόμα να αποχωριστεί τις δύο κουβέρτες
Δεν το αποφάσισε ακόμα
Να μας αφήσει τα άχερα
Ένιωσα τη βέρα στο μεσιανό του δάχτυλο
Πρώτη φορά μου παίρνανε
Τόσο χρυσάφι μέσα από τα χέρια

Ήθελε να ζήσει
Όσο θέλουμε κι εμείς
Κι όμως τον σκοτώσαμε
Είχε ένα χαμόγελο
Σαν τη στιγμή που στρίβω τη γωνιά
Και βλέπω φως
Στο παράθυρό σου
Κι όμως τον σκοτώσανε
Μπόρεσε και δέχτηκε πως θα τον ξεχάσουμε
Όπως ξεχνάς μια πέτρα που κρατάει το σπίτι σου
Κι όμως τον σκοτώσανε

Κοίτα να πας στην ξαδέρφη του Κωστή
Μόνο πρόσεξε μην κλάψεις
Όπως βουρκώνουνε τα μάτια των ποιητών
Που έχουν έτοιμο το δάκρυ
Σαν τους σοφέρ το κλάξον μες στη πολυκοσμία

Να κάτσεις να τα πείτε
Όπως μιλάνε οι ζωντανοί
Να θυμηθείτε τα μάτια που σκοπεύουν
Μια ντροπή πιο κάτω από τον ώμο
Τα μάτια που κοιτάνε
Μια τελευταία φορά πιο πάνω από τις στέγες
Μα πριν απ’ όλα μην ξεχάσεις
Πως απ’ τους δέκα που τον ρίξαν
Οι εφτά
Ήταν άλλοτε δικοί μας
Απ’ τους εφτά
Οι τρεις
Εσείς οι δυο που δεν πιστέψατε ακόμα
Πως ένα μπλε σακάκι
Ξεμαθαίνει να αγκαλιάζει
Μόλις κλείνει κρεμασμένο στο ντουλάπι δυο λεφτά
Κι εγώ
Που τάχα θα προστάξω
Τα χάρτινα στήθη των στίχων
Να σώσω τον Κωστή
Απ’ την ανωνυμία



Με τι μάτια τώρα πια

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου

Εσύ το ξέρεις πως δεν έφυγα φαντάρος
Εγώ το ξέρω πως ποτέ δεν θα γυρίσω
Το έμαθα προχτές
Οι πεθαμένες μάνες
Δεν έχουνε παιδιά

Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις
Δεν λέω – είχες αρρωστήσει από φασισμό
Κι ήταν λίγο το ψωμί, έλειπα κι εγώ στην εξορία
Ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
Μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις
Τα εξηντατέσσερα
Μπορούσες να’σφιγγες τα δόντια
Έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
Μπορούσες να αρπαζόσουνα από ένα φύλλο πράσινο
Απ’ τα γυμνά κλαδιά
Απ’ τον κορμό
Μα ναι το ξέρω
Γλιστράν τα χέρια και ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
Να πιαστείς
Όμως εσύ να τα’μπηγες τα νύχια
Και να τραβούσες έτσι πεντεξι – δέκα χρόνια
Σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
Κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
Να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
Στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένον στα λουλούδια
Να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
Ακούγοντας τον πόλεμο
Σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
Να’χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
Να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
Κι από τη μέσα κάμαρα
Όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
Και τώρα με τι χέρια να’ρθείς και να μ’αγγίξεις
Μες από τη σήτα
Με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που’χω
Τριγύρω μου τις πέτρες
Σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
Με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
Όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
Τσαλαπατημένη
Κι από το δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
Σαν υγρασία σάπιου χόρτου



Παραλλαγή

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Σάκης Μπουλάς & Αφροδίτη Μάνου ( Ντουέτο )

Σου δίνουμε τον όρκο μας
Να σε θυμόμαστε τις νύχτες που νυχτώνει
Σου δίνουμε τον λόγο μας
Να σηκώνουμε τα πέτα του παλτού
Κάθε που θα λέμε συνωμοτικά
Σα να’χει ψύχρα απόψε

Ήξερες πως θα’ρθουνε
Κι ήρθαν
Το στήθος σου μένει σπασμένο
Σαν μπαρουτοβάρελο
Άδειο
Δίχως στεφάνια

Η βρεγμένη στάχτη
Χύνεται απ’ το στόμα
Στ’αξούριστα πηγούνια μας

Τον πήρανε νύχτα
Πολύ νύχτα
Κάτω στα μαγειρεία
Τ’αναμμένα στουπιά κι ο καπνός
Γυαλίσανε τα μάτια του
Μ’ ακάθαρτο πετρέλαιο
«μηδέν και δεκαπέντε»
ποτέ δε θα προφτάσουμε
ο κάθε λόγος εξοστρακίζεται
ματώνοντας τα μούτρα των παιδιών
σαν μια χιονόμπαλα που κρύβει
κοφτερά χαλίκια

Τον ρίξαν απ’ τη βάρκα
Το κύμα καταλάγιασε
Όσοι δεν αφήσατε να σπάσουν
Τ’ακουστικά σας τύμπανα
Στις επινίκιες παρελάσεις
Αφουγκραστείτε
Τα κουπιά σοβαντίζουν
Όλες τις χαραμάδες
Μυστρίζοντάς τες
Μ’ άρμη και βροχή



Σύντροφε κοιμάσαι;

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Σύντροφε κοιμάσαι;
Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού
Που να βουλιάζουνε οι λέξεις στο χαρτί
Σαν τη σιωπή μου
Στις κόρες των ματιών της;
Ο Πέτρος που κοιμάται στο τσιμέντο
Δίχως φόδρα στο σακάκι
Κάθε πρωί μου έκανε τράκα μια καλημέρα στα κλεφτά
Γιατί τον είχαν για προδότη

Βάλαμε τις στάμνες
Εκεί που έστρωνε την τρύπα κουρελού
Μιλάμε για την δήλωση
Τις ώρες που έμενε σκυφτός
Διαβάζοντας μια περσινή εφημερίδα

Τότε θα’πρεπε να’ταν που μας έπιασε βροχή
Ανάβοντας τσιγάρο είδα το πρόσωπό σου
Στο τζάμι της βιτρίνας
Κάτι ψιχάλες πέσανε στα μαλλιά σου και το σβήσανε

Δίπλα στις στάμνες που κρυώνουν το νερό
Βλέπω πως αν ήταν να διαλέξω
Θα γύριζα κοντά σου
Αν τα κατάφερνα να βρω το σπίτι μου
Θα σε έπαιρνα μαζί μου

Στο θάλαμο κρυώνουν
Με τα πόδια στις κουβέρτες
Με το παλτό στην πλάτη
Θέλω να σου γράψω
Μα τι σε νοιάζει εσένα η σιωπή του
Κάτω από τη βροχή;



vagelis4





«συγγραφέας του ενός βιβλίου, αλλά τι βιβλίου!», όπως γράφει και ο Ορτλίμπ.

«Θυμάμαι ότι έγραφε και τα χέρια του ήταν ματωμένα. Εγραφε τα βράδια μετά τη δουλειά. Στο τελευταίο κεφάλαιο είχε πυρετό»

Η Καίτη Δρόσου γυρνάει πίσω στα δύσκολα χρόνια του Παρισιού, τότε που ολοκληρώθηκε το «Κιβώτιο». Μιλάει με ψυχραιμία και ειλικρίνεια, που με φέρνει σε αμηχανία. Η ίδια έκανε την καθαρίστρια και ο Αλεξάνδρου το «garcon». Ενα είδος ανθρώπου για όλες τις βαριές δουλειές. Παραπονέθηκε ποτέ; «Ποτέ. Αυτό είναι σλάβικο. Οι Ρώσοι πεθαίνουν χωρίς να βγάλουν λέξη. Μιλιά»







Εργογραφία του Άρη Αλεξάνδρου

Ποιητικές συλλογές

Ακόμα τούτη η άνοιξη (Γκοβόστης 1946)

Άγονος γραμμή (ιδιωτική έκδοση 1952)

Ευθύτης οδών (ιδιωτική έκδοση 1959)

Ποιήματα 1941-1971 (Κείμενα 1972)

Συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του:
Ποιήματα 1941-1974, 2η έκδοση Καστανιώτης 1981.


Άλλα

Το κιβώτιο, μυθιστόρημα, Κέδρος 1975

Η εξέγερση της Κροστάνδης, χρονικό, Φυτράκης 1975

Ta Ksilopodara, παραμύθι, Βέργος 1976

Ο λόφος με το συντριβάνι,
σενάριο βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό του Γ. Ρίτσου, Βέργος 1977


Έξω απ’ τα δόντια (1937-1975), δοκίμια, Βέργος 1977

«Κ»
www.translatum.gr
www.serrelib.gr
www.sarantakos.com
archive.enet.gr




Το μαχαίρι

Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο
μαχαίρι
έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.





Νεκρή Ζώνη

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός, όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο.
Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.
Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια
κι όσο μπορείς μη σκύβεις για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα.
Βάδιζε πάντα σταθερά σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του.
Να εκμεταλλεύεσαι κάθε λάμψη απ’ τις ρυπές των πολυβόλων για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων.
Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου.
Προς το παρόν, νά ‘σαι πολύ προσεκτικός όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο.






«Για την ομάδα ήμουν ύποπτος πάντα σαν την αλήθεια»
«Είμαι προδότης για τη Σπάρτη και για τους είλωτες σπαρτιάτης»
«Όλο μιλάω για γραμμές, επίπεδα και πέτρες
για να μην τύχει και προσέξεις πόσο διστάζω να σε αγγίξω»






8 σχόλια:

mareld είπε...

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός, όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο.

..Βάδιζε πάντα σταθερά σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του.
Να εκμεταλλεύεσαι κάθε λάμψη απ’ τις ρυπές των πολυβόλων για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων.
Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου..
Άρης Αλεξάνδρου

mareld είπε...

Σας φιλώ νοσταλγικά!

Αστοριανή είπε...

... κι ήταν ο ποιητής σεμνός, όπως κι η ποίησή του... με τη λεβέντικη καρδιά, την καθαρή ψυχή του...
Μα κι εσύ,
κόρη γλυκιά του σέλαος,
σεμνή στη ξενιτιά σου...
με τη ψυχή πάντα στο φως,
όπως και τη ματιά σου...
Μαρέλντ μου, έτσι βγήκε,
και σου τ' αφιερώνω...
Υιώτα
αστοριανή
ΝΥ

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Πόσες φορές το είπα, πόσες θα το ξαναπώ: Τεράστιες, με κάθε έννοια, αλλά κυρίως τη μεταφορική, οι αναρτήσεις σου. Πέρα από την ευαισθησία που τις ορίζει, την αισθητική, τόσο γαλαντόμες και ανοιχτοχέρες που σε σκλαβώνουν με τη δοτικότητά τους.
Σ' ευχαριστούμε - και σε χαιρόμαστε.

Η δε ποιητική διάσταση του Αλεξάνδρου πιστεύω πως δεν έχει τονιστεί ποτέ αρκετά, ενώ, νομίζω, αξίζει περισσότερα.
Να είσαι καλά.

mareld είπε...

Ηλιανθάκι μου!

« Η ποίηση δεν είναι επάγγελμα είναι μοίρα»

Εσύ ξέρεις!

Φιλιά και πολύ αγάπη!

"Είναι φορές που, μετά από την ενασχόληση με την ποίηση και της άμετρης αγάπης που τρέφω γι' αυτήν, κάποια αιώνια ερωτήματα σχετικά μ' αυτήν έρχονται και ξανάρχονται στο μυαλό μου.
Τι είναι ποίηση; Πολλοί ποιητές έχουν προσπαθήσει να δώσουν το ακριβές νόημα της, Ο καθένας, όμως, την έχει αγγίξει από' την μια της διάσταση. Κανένας δεν έχει καταφέρει να να την περιγράψει στην ολότητα της. Ίσως τούτο θα ‘ταν αδύνατον. Τούτο τα θαύμα, τούτο το μυστήριο που λέγεται ποίηση είναι τόσο άπιαστο και τόσο πολυεπίπεδο που δεν μπορεί κανείς να τα' αγγίξει.. Ποιος μπορεί ν' αγγίξει το άπειρο;
Η ποίηση προέρχεται απ' το υλικό των ονείρων. Όπως, δηλαδή, και οι άνθρωποι κατά τον Σαίξπηρ. Η ποίηση ξεκινά από' το άπειρο και καταλήγει στο άπειρο. Μόνο ετούτη η μορφή τέχνης μπορεί να φυλακίσει τις τεράστιες εικόνες, τα συναισθήματα, τα βιώματα, τις αισθήσεις, τα αισθήματα τούτου του κόσμου και να τις μετουσιώσει σε λέξεις, μυρωδιές, αισθητικές απολαύσεις, εκλεπτυσμένες απολαβές στίχων…
« Η ποίηση δεν είναι επάγγελμα είναι μοίρα» είχε πει κάπου ο Νταντόν, κι είναι πράγματι μοίρα του καθενός, φωνή που καλεί τον ποιητή και του δίνει το χάρισμα της δημιουργίας για να γράψει όσα δεν γράφουν οι πολλοί, για να δουν όσα δεν βλέπουν οι άλλοι"
Βαγγέλης Κυριακός

mareld είπε...

Ζακυνθινάκι μου τρυφερό..

Πόνεσα πολύ
για τον Άρη Αλεξάνδρου..
τόση αδικία..

Γλυκά φιλιά!


Ποιητική και πόνος

Φαντάζομαι τον ποιητή κλεισμένο, στα βαθύτερα της σκέψης του δωμάτια, ν' ακούει την περιλάλητη φωνή - σαν άλλος Όμηρος - που να λέει: «κάνε το χρέος σου, τίποτα μην φοβάσαι. Είσ' εσύ που πρέπει να γράψεις γι' αυτά που τον κόσμο συνθλίβουν, εισ' εσύ που πρέπει ν' αναδείξεις την ομορφιά μες από την ασχήμια.» Ίσως ο κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος να ‘χει ακούσει κι άλλες, κι άλλες άπειρες φωνές…
Όμως δεν αρκούν οι φωνές. Κανείς δεν γίνεται ποιητής μόνο μ' αυτές. Τούτες είναι μόνο το κίνητρο. Για να γίνει κάποιος ποιητής χρειάζεται να σμιλέψει τον εαυτό του διαβάζοντας, αναζητώντας, γράφοντας και σβήνοντας. Πρέπει να περάσει κανείς ώρες ατέλειωτες παιδεύοντας ένα ποίημα, δουλεύοντας το και μέχρι να φτάσει στο τελικό στάδιο της καθαρογραφής, πρέπει να περάσουν πολλά στάδια επεξεργασίας.
Μπορεί κάποιος, ν' ακούει μέσα του έναν ρυθμό και να τον καταγράφει. Όμως αυτός ο ρυθμός είναι μόνο η σπίθα. Πρέπει ν' αποκρυσταλλωθεί τούτος ο ρυθμός και να γίνει ποίημα.
Πολλοί μπορούν να γράφουν ποιήματα. Η στιχάκια μάλλον. Η ανάγκη για έκφραση ανήκει σε πολλούς και δεν είναι κάτι που πρέπει να το κατακρίνουμε. Όμως μέχρι εκεί. Γιατί ένα ποίημα, για να γίνει πραγματικό ποίημα, όπως προανέφερα, θα πρέπει να περάσει από αιματηρή επεξεργασία. Πρόθεση μου δεν είναι εδώ να υποδείξω τον τρόπο. Ο καθένας έχει τον δικό του…
Βαγγέλης Κυριακός

mareld είπε...

Ποιητική και πόνος

Μια μεγάλη πεζογράφος, η Βιρτζίνια Γούλφ, εξέθεσε με τον καλύτερο τρόπο το ζήτημα της ποίησης, σ' ένα αριστουργηματικό επιστολικό της δοκίμιο. Εκεί πιάνει εν γένει το νόημα της ποίησης. Ας δούμε τι λέει:
«[…] Ως εκ τούτου, λένε, δεν μπορεί να υπάρξει σχέση μεταξύ του ποιητή και της σημερινής εποχής. Ανοησίες. Αυτά τα συμβάντα είναι επιπόλαια. Δεν κατεβαίνουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταστρέψουν το πιο βαθύ και πρωτόγονο των ενστίκτων, το ένστικτο του ρυθμού. Το μόνο που χρειάζεσαι τώρα είναι να σταθείς στο παράθυρο και ν' αφήσεις την αίσθηση του ρυθμού ν' ανοίγει και να κλείνει ν' ανοίγει και να κλείνει, ν' ανοίγει και να κλείνει, τολμηρά, ελεύθερα, ωσότου το ένα πράγμα λιώσει μέσα στο άλλο, ωσότου τα ταξί να χορέψουν με τους νάρκισσους, ωσότου όλα τα κομμάτια σχηματίσουν ένα όλον [...]»
Ίσως να ‘χα στο μυαλό μου τα λόγια αυτά της Γούλφ όταν έγραφα αυτό το δοκίμιο. Γιατί, πράγματι, καταφέρνουν ν' αποδώσουν, σε γενικές γραμμές, τούτης της «ταπεινής τέχνης» που θα έλεγε κι ο αυτοκτονήσαντας της Πρέβεζας, Τουτ' η τέχνη η δύσκολη, έχει μια ιδιομορφία, δεν μπορεί να μπει σε καλούπια. Δεν μπορεί, δηλαδή, να πει κάποιος πως η ποίηση έχει τους τάδε κανόνες η την δείνα φιλοσοφία. Ούτε, βέβαια, σπουδάζεται. Στα πανεπιστήμια διδάσκουν την ποίηση την ήδη υπάρχουσα` σε κάποιες σχολές που διδάσκουν δημιουργική γραφή, που σίγουρα το μεγαλύτερο κομμάτι της διδακτικής της θα το κατέχει η πεζογραφία.
Βαγγέλης Κυριακός

mareld είπε...

Ποιητική και πόνος

Για να γράψει, πάντως κάποιος ποίηση, αλλά και λογοτεχνία γενικότερα πρέπει να πονέσει. κι αυτό το έχει εκφράσει καλύτερα ο αείμνηστος Μίλτος Σαχτούρης. Πράγματι ο πόνος φέρνει την μεγάλη δημιουργία. κι εδώ δεν μιλάμε για κάποιον ηθελημένο πόνο, κάποια πόζα, κάποια επιτήδευση. Μιλάμε για πραγματικό πόνο. Γιατί είναι γεγονός πως οι περισσότεροι ποιητές -μην πω όλοι- προσπαθώντας να ζήσουν συμβατικά σε μια αντισυμβατική κοινωνία, ευαίσθητοι και γεμάτοι παρατηρητικότητα, συνθλίβονται πολλές φορές απ' τις δαγκάνες της. Έτσι, δεν μένει τίποτε άλλο από την μετουσίωση των γύρω σε ποίηση, «κάνοντας τον πόνο τους άρπα»
Ας δούμε, όμως, τι λέει άλλος ένας μεγάλος, ο Εντγκαρ Άλλαν Ποε στο δοκίμιο του- που αποτελεί σημείο αναφοράς στην διδασκαλία της ποίησης - « η φιλοσοφία της συνθέσεως»:
[…] Θεωρώντας, λοιπόν την Ομορφιά σαν έδαφος μου, η κατοπινή μου σκέψη ήταν ο τόνος της πιο υψηλής εκδήλωσης της - και όλη η πείρα έδειξε πως ο τόνος αυτός είναι ο τόνος της λύπης. Η οποιουδήποτε είδους Ομορφιά, στην υπέρτατη της ανάπτυξη, ερεθίζει την ευαίσθητη ψυχή ως τα δάκρυα. Έτσι, η μελαγχολία είναι ο πιο ποιητικός απ' τους ποιητικούς τόνους[…] (2)
Ο Ποε είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα ποιητή που πόνεσε κι έγραψε εκείνα τα εξαίσια -ποιητικά και όχι μόνο- «σκοτεινά» αριστουργήματα. και το μεγαλύτερο ποίημα στη ιστορία της λογοτεχνίας, «το κοράκι», φαίνεται ξεκάθαρα πως είναι γραμμένο με πολύ πόνο. Κι είναι μεγάλο το τίμημα για έναν ποιητή` όμως υπομένει γιατί λαμβάνει το δώρο της δημιουργίας, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί σε άνθρωπο. Έτσι κι αλλιώς στην ζωή τίποτα δεν είναι χωρίς τίμημα.
1. Βιρτζίνια Γούλφ «Γράμμα σ' έναν νέο ποιητή», Μετάφραση, επίμετρο Άρης Μπερλής. Εκδόσεις Άγρα
2. Η φιλοσοφία της συνθέσεως, μετάφραση: Ζήσιμος Λορεντζάτος, «Έντγκαρ Πόε». Εστία, 1936, σελ. 25-46
Βαγγέλης Κυριακός