Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα. Kαι τότε όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια θα 'ναι δικά μας ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
























Aυτό το αστέρι είναι για όλους μας
Τάσος Λειβαδίτης
αποσπάσματα


Δώσ' μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.
Σ' όλους τους τοίχους απόψε ντουφεκίζεται η ζωή.


Aνάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.
Tί θα απογίνουμε, αγαπημένη;
...μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πως να την αγγίξω;


Πως θ' άνοιγα μια πόρτα όταν δε θα 'τανε για να σε συναντήσω
πως να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θα 'ναι για να σε βρω.
Ήταν σα να 'χε πεθάνει κι η τελευταία ανάμνηση πάνω στη γη.


Που είναι λοιπόν ένα χαμόγελο να μας βεβαιώσει πως υπάρχουμε...
...ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι
και να σφίγγει το δικό σου χέρι.
Kι ήταν σα να 'χε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη.


...έτσι λέει ο Hλίας: "εγώ θα βρω τον τρόπο να παίζω φυσαρμόνικα"
κι ας τού χουν κόψει και τα δυο του χέρια.

Kι έτσι κάθε βράδυ η λάμπα έσβηνε τη μέρα μας.
Kι όταν ήτανε να πεθάνουμε αυτοί μας μίλησαν για τη ζωή.
Tότε κι εμείς μπορέσαμε να πεθάνουμε.

Σ' εύρισκα, αγαπημένη, στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

Mα και τι να πει κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου
τόσο μεγάλα.

Ύστερα ερχόταν η βροχή.
Mα έγραφα σ' όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ' όνομα σου
κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας. Kράταγα τα χέρια σου
κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.

Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου
τότε που μου χαμογελούσες.
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.






Τα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα,
στο στόμα σου Ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη
Στα χέρια σου για πάντοτε ακούμπησα την καρδιά μου.
Τα μάτια σου Α, τι να πω, αγάπη μου, για τα μάτια σου
Όταν τα μάτια σου είναι όμορφα σαν όλα μαζί του κόσμου
Τα τραγούδια Όταν είναι μεγάλα τα μάτια σου σαν την πιο μεγάλη ελπίδα .
Τα μάτια σου.

Όταν χαμογελούσες ένα περιστέρι διάβαινε στη βραδιασμένη κάμαρα
Ένα σύννεφο χρυσό ταξίδευε στον ουρανό όταν χαμογελούσες.
Όταν χαμογελούσες ξεχνούσα τη στέγη που έσταζε, ξεχνούσα Το τρύπιο πάτωμα.
Έλεγα κιόλας, να, μες από τις τρύπες του Όπου και να ναι θα φυτρώσουνε μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα.
Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου
Τότε Που μου χαμογελούσες.

Θυμάσαι εκείνη τη νύχτα που κοιτάζαμε ώρες τον ουρανό
Σε ένιωθα μέσα στα χέρια μου να τρέμεις.
«Αστέρια μου, είπα, κάντε την αγάπη μας λαμπερή κάντε την αγαπημένη μου χαρούμενη. Αστέρια μου, καλά μου αστέρια, κάντε εγώ και εκείνη να πεθάνουμε μαζί»
Κι έτσι αυτή την νύχτα Είχαμε στην μέση των άστρων για πάντοτε παντρευτεί.

Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ και από Τον ερωτά.
Εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα Και πάλι την ελπίδα.
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου.
Δινόσουν ολάκερη Και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
Παραμονο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.
Καθώς γδυνόσουν θρόιζαν τα φύλλα ενός δάσους μακρινού.
Ο ουρανός ξαστέρωνε μονομιάς καθώς γδυνόσουνα.

Σα μια αγκαλιά άσπρα λουλούδια
τα εσώρουχά σου πάνω στην καρέκλα.
Κι ύστερα τίποτ’ άλλο παρά η αγάπη μας
τίποτ’ άλλο παρά εγώ και συ
κι ούτε χτες ούτε αύριο
τίποτ’ άλλο παρά μόνο τώρα..
….Σε σκέπαζα ύστερα με το σεντόνι.
Το παιδί μας θάθελα να σου μοιάζει έλεγα.
Όχι, έκανες εσύ.
Το παιδί μας θάθελα να μοιάζει εσένα.

Tο παιδί μας, Mαρία, θα πρέπει να μοιάζει με όλους τους
ανθρώπους
που δικαιώνουν τη ζωή.

Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι του
παιδιού μας
φοβούνται τα χέρια σου, που ξέρουν ν' αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά...

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
Kαι τότε
όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια
θα 'ναι δικά μας.

Θα 'θελα να φωνάξω τ' όνομά σου, αγάπη, μ' όλη μου τη δύναμη.
Nα το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

Aφού κάθε στιγμή οι άνθρωποι θα μας βρίσκουν
στο ήρεμο ψωμί,
στα δίκαια χέρια,
στην αιώνια ελπίδα,
πώς θα μπορούσαμε, αγαπημένη μου,
να 'χουμε πεθάνει...
Τότε σπάσαν την πόρτα μας.
Έπρεπε να χαριστούμε, Μαρία, να χωριστούμε
για να μη ξαναχωρίζουν πια οι άνθρωποι.

Ακούμπησα το χέρι μου στην κοιλιά σου
Ν’ αποχαιρετήσω το παιδί μας.
Αντίο. Αντίο.






Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.
Σαν είμουνα παιδί και μ' έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ' τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
είτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής είταν που αργούσες ακόμα
όταν τη νύχτα κοίταζα τ' αστέρια είταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα δεν είτανε κανείς.
Κάπου όμως μες στον κόσμο είταν η καρδιά σου που χτυπούσε.
Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά - θυμάσαι;
- μου άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά σα να με γνώριζες από χρόνια.
Μα και βέβαια με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη μου.
Θυμάσαι, αγάπη μου, "την πρώτη μεγάλη μέρα μας";

Σου πήγαινε αυτό το κίτρινο φόρεμα
έν' απλό φτηνό φόρεμα, μα είταν τόσο όμορφα κίτρινο.
Οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια.
Σου πήγαινε στο πρόσωπο σου ο ήλιος
σου πήγαινε στην άκρη του δρόμου αυτό το τριανταφυλλένιο σύννεφο
κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή - σου πήγαινε.
Έβαζα τα χέρια μου στις τσέπες, τα ξανάβγαζα.
Βαδίζαμε δίχως λέξη. Μα και τι να πει κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου
τόσο μεγάλα.
Ένα παιδί στη γωνιά τραγούδαγε τις λεμονάδες του. Ήπιαμε μια στα δυο.
Κι αυτό το χελιδόνι που πέρασε ξαφνικά πλάι στα μαλλιά σου.
Τι σου είπε λοιπόν;
Είναι τόσο όμορφα τα μαλλιά σου. Δεν μπορεί, κάτι θα σου είπε.
Το ξενοδοχείο είταν μικρό σε μια παλιά συνοικία πλάι στο σταθμό
που μες στην αντηλιά κοιτάζαμε να μανουβράρουμε τα τραίνα.
Αλήθεια κείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας
αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό
αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω
- πόσο σου πήγαιναν.






Α, θα 'θελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου,
της μητέρας σου
τα γόνατα που σε γεννήσανε για μένα
να φιλήσω όλες τις καρέκλες που ακούμπησες περνώντας με το φόρεμα σου
να κρύψω σα φυλαχτό στον κόρφο μου
ένα μικρό κομμάτι απ' το σεντόνι που κοιμήθηκες.
Θα μπορούσα ακόμα και να χαμογελάσω στον άντρα που σ' έχει δει γυμνή
πριν από μένα να του χαμογελάσω, που του δόθηκε μια τόση ατέλειωτη ευτυχία. Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ' τον έρωτα εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα και πάλι την ελπίδα.
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Θα θελα να φωνάξω τ’ όνομα σου ,
αγάπη, μ’ όλη μου την δύναμη.
Να τ’ ακούσουν οι χτίστες απ’ τις σκαλωσιές
και να φιλιούνται με τον ήλιο
να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές
και ν’ ανασάνουν όλα τα τριαντάφυλλα

Να τα’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα
να το μάθουν τα παιδιά για να μην φοβούνται το σκοτάδι,
να το λένε τα καλάμια στις ακροποταμιές,
τα τρυγόνια πάνω στους φράχτες
να τ’ ακούσουν οι πρωτεύουσες του κόσμου
και να το ξαναπούνε μ’ όλες τις καμπάνες τους
να το κουβεντιάζουνε τα βράδια οι πλύστρες
χαϊδεύοντας τα πρησμένα χέρια τους.

Να το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

Να το ακούσει ο χρόνος και να μην σ’ αγγίξει, αγάπη μου,
ποτέ






Και ξαφνικά αγαπημένη μου είναι σαν εμείς οι δύο
να μη χωρίσαμε ποτέ.
Ποιος θα μπορούσε εμάς τους δύο να μας χωρίσει!

Εμείς
και μ’ όλη τούτη τη μεγάλη θάλασσα ανάμεσά μας είμαστε κοντά
έτσι λίγο να κάνω το και πάνω απ΄ όλη αυτήν τη θάλασσα
θ’ αγγίξω τα μαλλιά σου, θα βρω το στόμα σου

εμείς είναι σα να ‘μαστε μπροστά σ’ ένα ανοιχτό παράθυρο
στο σπιτικό μας, ένα φεγγερό πρωινό του Μάη.

Κοίταξε, κοίταξε, αγαπημένη μου,
οι γυναίκες της γειτονιάς μας βγήκαν
κι ασβεστώνουν τα πεζούλια τους .
Τι περιμένουν άραγε και τα’ ασβεστώνουν. Κάτι περιμένουν
Κι εμείς περιμένουμε.
Κι η Ισπανία περιμένει.

Καλημέρα γειτόνισσες.
Να, κι εκεί, αγάπη μου , εκεί στη γωνιά,
κοίταξε την άνοιξη που ’ρχεται
κοίταξε αυτά τα παλικάρια που μας γνέφουνε με τα δρεπάνια
και τα κορίτσια πίσω τους που δένουν σε δεμάτια τις αχτίνες του ήλιου
κοίταξε, μας γνέφουν.
Όλα μας γνέφουν. Καλημέρα.
Κι αυτοί εκεί κάτου στον ορίζοντα ανεβασμένοι α’ ένα μεγάλο γιαπί
ίσως φτιάχνουν έναν καινούργιο νεροφράχτη
ή ίσως ένα μνημείο για τους νεκρούς μας.
Μπορεί κιόλας να θέλουν να μαζέψουν
μια αγκαλιά αστέρια για την αγαπημένη τους.
Καλημέρα.

Κι εκεί στο βάθος, πολύ μακριά κοίταξε αυτήν την γριούλα
που πλέκει καθισμένη σ’ ένα κατώφλι της Ασίας.
Ξέρεις, τι πλέκει, αγάπη μου;
Πλέκει στην κόρη μας τις αυριανές καλτσούλες της.

Καλημέρα όλα εσείς μακρινά μου αδέρφια.
Ελάτε να σας γνωρίσω την αγαπημένη μου.
Πέστε μου, δεν είναι όμορφη ;
Σαν τη ζωή και το τραγούδι, αδέρφια μου την αγαπάω.
Και πιο πολύ .
Καλημέρα ουρανέ, καλημέρα ήλιε, καλημέρα άνοιξη.
Ελάτε λοιπόν, να σας γνωρίσω την αγαπημένη μου.
Καλημέρα ευτυχία .

Κι όταν πεθάνουμε, αγαπημένη μου, εμείς δε θα πεθάνουμε.
Αφού οι άνθρωποι θα κοιτάζουν το ίδιο αστέρι που κοιτάξαμε
αφού θα τραγουδάνε το τραγούδι που αγαπήσαμε
αφού θα ανασαίνουν σ’ έναν κόσμο,
που εγώ κι εσύ τον ονειρευτήκαμε
ε, τότε, αγαπημένη, θα ‘μαστε πιο ζωντανοί από κάθε άλλη φορά

αφού κάθε στιγμή οι άνθρωποι θα μας βρίσκουν
στο ήρεμο ψωμί,
στα δίκαια χέρια,
στην αιώνια ελπίδα,
πως θα μπορούσαμε, αγαπημένη μου,
Πού είσαι αγαπημένη μου;
Θυμάσαι την ώρα που σ’αποχαιρέτησα και το μυρωμένο φιλί
που αποτύπωσες στα χείλι μου;
Εκείνο το φιλί μου έμαθε πώς όταν δυο άνθρωποι ενώνονται στα Έρωτα.
Αποκαλύπτουν ουράνια μυστικά
που η καρδιά δεν μπορεί να προφέρει!
Τα φθαρτά σώματά μας θα πρέπει να χωρίσουν για κάποιο φθαρτό σκοπό,
αλλά το πνεύμα παραμένει ενωμένο στα χέρια της αγάπης.

Θα ξανασυναντηθούμε μια μέρα
Και τότε όλα τα αστέρια
και όλα τα τραγούδια
θα είναι δικά μας.








Το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων οργανώνουν συνέδριο με θέμα «Η Ποίηση σήμερα», αφιερωμένο στη μνήμη του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη με αφορμή την παρέλευση είκοσι ετών από τον θάνατό του...

κλικ

50FM













8 σχόλια:

mareld είπε...

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ ένα άστρο ή μ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών?

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δος μου το χέρι σου..
Δος μου το χέρι σου..

mareld είπε...

'Ελα,λοιπόν,σκούπισε τα μάτια σου,μην κλαις.
Θε μου,τι όμορφα μάτια!
Θυμάσαι,αλήθεια,ένα βράδυ που καθόμαστε στο παράθυρο
μακριά ένα γραμμόφωνο κι ακούγαμε δίχως να μιλάμε.
Είπες:Ας μην έχουμε γραμμόφωνο
κι ας μη βάλανε αυτή την πλάκα του για μας.
'Ομως αυτό το σιγαλό τραγούδι είναι δικό μας.
Κι αυτό το βράδυ είναι δικό μας.
Κι εκείνο τ'άστρο,εκεί,κατάδικό μας.'Ετσι είχες πει.
Μιλάς σαν ποιητής,αγάπη μου,έκανα ξαφνιασμένος.
Πέρασες τα όμορφα μπράτσα σου γύρω απ'το λαιμό μου
και με φίλησες.'Οπως εσύ μονάχα ξέρεις να φιλάς...

mareld είπε...

Τζιβαέρια μου!

Σας νοσταλγώ πολύ..πάρα πολύ..

LIA είπε...

"Τα φθαρτά σώματά μας θα πρέπει να χωρίσουν για κάποιο φθαρτό σκοπό,αλλά το πνεύμα παραμένει ενωμένο στα χέρια της αγάπης"

Αγαπημένη, γλυκιά μου mareld!
Σου στέλνω την καλησπέρα μου και την αγάπη μου. Το ξέρεις πως έκλαψα...
Πολλά φιλάκια

50fm είπε...

Τι να πώ. για το Λειβαδίτη...
Τί να πώ. για τις φωτογραφίες και το χρώμα...
Τί να πω, που πάντα δίνεις την ομορφότερη εκδοχή στα πράγματα...
Γλυκιά και αγαπημένη "νοσταλγία"είσαι στην καρδιά μου!!!
Καλημέρα!

mareld είπε...

Κρητικάκι μου γλυκό!

Δεν θέλω να μου στενοχωριέσαι μάτια μου!
Σου είπα στη νοσταλγία να μην πας νύχτα!

Δεν το ήξερα νομίζεις ότι θα κλάψεις όταν θα ακούσεις το τραγούδι, θα διαβάσεις τα λόγια και θα νοσταλγίσεις το Νίκο σου...

Και εγώ έκλαψα που το γιασεμί ανήκει στα σύμβολά μου και το δικό μου μαζί με την μποκαμβίλια που έχω στη είσοδο στο τζιβαέρι τα άφησα στην Επίδαυρο και πάλι έφυγα.
Αναρωτιέμαι πόσες φορές θα φεύγω μακριά από αυτούς που αγαπώ και θα ζω με τα τραγούδια.
Ο Λειβαδίτης μαζί με το Ρίτσο πάντα ανοίγουν δρόμο κατ΄ευθείαν στη καρδιά μου εκεί που φωλιάζει η αγανάχτηση για την αδικία.
Ο λόγος τόσο τρυφερός και ακέραιος, τόσο αποκαλυπτικός!
Πόσο βασανίστηκαν αυτοί οι άνθρωποι και όταν ξέρεις και από ποιους..πως να μην τρέξουν δάκρυα..

Τώρα να γελάς!

Πολλά φιλάκια!

mareld είπε...

Ροδαλένια μου αγαπημένη!

Μια φωλίτσα μαγιάτικη έφτιαξα για τον ποιητή μας που τόσα του χρωστάμε.
Όταν βρήκα τη φωτογραφία με τη Μαρία του και τη κόρη τους Βάσω στον Άη Στράτη το 1951 έμεινα αμίλητη, ακίνητη για ώρα πολλή..


Η μεγάλη νοσταλγία

Τ' άλλα ειπώθηκαν σιγανά σαν προσευχή: «Φίλιππε, θεία Ρόζα,

Άννα...» αλλά τι σημασία έχουν τα ονόματα αφού είμαστε όλοι ξένοι και το σκοτάδι γιατί έρχεται καθώς νυχτώνει αν όχι για να κρύψει κάποιο μεγάλο μυστικό.

Ώ απέραντη νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν ζήσαμε
κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας...
Τάσος Λειβαδίτης


Να μου είσαι χαρούμενη!

Γλυκά φιλάκια!

ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ είπε...

ΜΑΝΟΥΛΑ, ΧΡΟΝΙΑ ΣΟΥ ΠΟΛΛΑ!


Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές