Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Μιλάτε, δείχνετε πληγές, αλλόφρονες στους δρόμους, καρφώσατε σ' εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα. Η πρόγνωσή σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις..


klik

Κι ήθελε ακόμη

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα,
έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε, δείχνετε πληγές, αλλόφρονες στους δρόμους.
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σαν σημαία
καρφώσατε σ' εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα.
Η πρόγνωσή σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεκτικά σε μια γωνιά μαζεύω με τάξη,
φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο.
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω
όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.









Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή Όταν όλα περάσουν Σε περιμένω..ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ



Όταν όλα περάσουν

Στίχοι: Μανώλης Αναγνωστάκης

Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Πρώτη εκτέλεση: Φωτεινή Δάρρα

Κάτω απ' τις ράγες του τρένου
Πίσω απ' τις γραμμές του βιβλίου
Κάτω απ' τα βήματα των στρατιωτών

Όταν όλα περάσουν
Πάντα σε περιμένω

Πάνω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν
Σε περιμένω

Πέρασαν από τότε πολλά τρένα
Κι άλλα πολλά βιβλία θα διαβαστούν
Κι άλλοι στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν

Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν
Σε περιμένω.








Πρὸς τὸ παρόν, στὸν παλιὸ δρόμο ποὺ λέγαμε, ὑψώνεται ἡ Τράπεζα Συναλλαγῶν - ἐγὼ συναλλάσσομαι, ἐσὺ συναλλάσσεσαι, αὐτὸς συναλλάσσεται..ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


Θεσσαλονίκη, Μέρες τοῦ 1969 μ.Χ.

Τὸ ποίημα ἀνήκει στὴ συλλογὴ Ὁ Στόχος (1970). Πρωτοδημοσιεύτηκε στὰ Δεκαοχτὼ Κείμενα, ποὺ ἡ ἔκδοσή τους ἀποτέλεσε τὴν πρώτη πράξη ὁμαδικῆς δημόσιας ἀντίστασης τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων κατὰ τῆς δικτατορίας. Εἶναι ποίημα πολιτικό, ὅπως ἐξάλλου καὶ πολλὰ ἄλλα ποιήματα τοῦ Ἀναγνωστάκη, καὶ ἀπηχεῖ τὴν πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ κατάσταση ἀπὸ τὴ μετακατοχικὴ περίοδο καὶ τὴ στρατιωτικὴ δικτατορία.

Στὴν ὁδὸ Αἰγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά!
Τώρα ὑψώνεται τὸ μέγαρο τῆς Τράπεζας Συναλλαγῶν
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως.
Καὶ τὰ παιδάκια δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ παίξουνε ἀπὸ
τὰ τόσα τροχοφόρα ποὺ περνοῦνε.
Ἄλλωστε τὰ παιδιὰ μεγάλωσαν, ὁ καιρὸς ἐκεῖνος πέρασε ποὺ ξέρατε
Τώρα πιὰ δὲ γελοῦν, δὲν ψιθυρίζουν μυστικά, δὲν ἐμπιστεύονται,
Ὅσα ἐπιζήσαν, ἐννοεῖται, γιατὶ ᾔρθανε βαριὲς ἀρρώστιες ἀπὸ τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιῶτες,
Θυμοῦνται τὰ λόγια τοῦ πατέρα: ἐσὺ θὰ γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δὲν ἔχει σημασία τελικὰ ἂν δὲν τὶς γνώρισαν, λένε τὸ μάθημα
οἱ ἴδιοι στὰ παιδιά τους
Ἐλπίζοντας πάντοτε πὼς κάποτε θὰ σταματήσει ἡ ἁλυσίδα
Ἴσως στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους ἣ στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν
τῶν παιδιῶν τους.
Πρὸς τὸ παρόν, στὸν παλιὸ δρόμο ποὺ λέγαμε, ὑψώνεται
ἡ Τράπεζα Συναλλαγῶν
- ἐγὼ συναλλάσσομαι, ἐσὺ συναλλάσσεσαι, αὐτὸς συναλλάσσεται-
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως
-ἐμεῖς μεταναστεύουμε, ἐσεῖς μεταναστεύετε, αὐτοὶ μεταναστεύουν-
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει, ἔλεγε κι ὁ Ποιητὴς
Ἡ Ἑλλάδα μὲ τὰ ὡραῖα νησιά, τὰ ὡραῖα γραφεῖα,
τὶς ὡραῖες ἐκκλησιὲς
Ἡ Ἑλλὰς τῶν Ἑλλήνων.





Σας εύχομαι, φύλλα του δέντρου μου, ειρήνη, αγάπη, υγεία, τύχη και ευημερία. Σήμερα και πάντα …J. L. Borges



Το δέντρο των φίλων

Υπάρχουν άνθρωποι στη ζωή μας που μας κάνουν ευτυχισμένους απ΄ την απλή σύμπτωση να συναντηθούν τα μονοπάτια μας. Κάποιους τους έχουμε σε όλη τη διαδρομή στο πλάϊ μας, βλέποντας πολλά φεγγάρια να περνάνε, ενώ κάποιους τους βλέπουμε ελάχιστα μεταξύ δύο βημάτων μας. Όλους τους ονομάζουμε φίλους και υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη αυτών. Ίσως κάθε φύλλο ενός δέντρου χαρακτηρίζει τους φίλους μας. Το πρώτο που ξεπροβάλλει είναι ο πατέρας και η μητέρα μας, μάς δείχνουν τι είναι η ζωή. Στη συνέχεια έρχονται οι αδελφικοί φίλοι με τους οποίους μοιραζόμαστε το χώρο μας, για να ανθίσουν και αυτοί όπως κι εμείς.

Καταλήγουμε να αναγνωρίσουμε σε ολόκληρη την οικογένεια φύλλων αυτούς που σεβόμαστε και επιθυμούμε το καλό τους. Επιπλέον, η μοίρα μάς φέρνει και άλλους φίλους, αυτούς που δεν γνωρίζαμε ότι επρόκειτο να διασχίσουν το δρόμο μας. Πολλούς από αυτούς τους ορίζουμε ως αδερφές ψυχές, φίλους καρδιακούς. Είναι ειλικρινείς, είναι αληθινοί. Ξέρουν πότε δεν είμαστε καλά, ξέρουν τι μας κάνει ευτυχισμένους. Και μερικές φορές μία από αυτές τις αδερφές ψυχές αναφλέγεται μέσα στην καρδιά μας και τότε γίνεται ερωτικά εμπνευσμένος φίλος. Αυτός δίνει λάμψη στα μάτια μας, μουσική στα χείλη μας, φτερά στα πόδια μας, πεταλούδες στο στομάχι μας, κλπ.

Υπάρχουν επίσης οι περιστασιακοί φίλοι, αυτοί που γνωρίζουμε σε κάποιες διακοπές, ή για λίγες μέρες ή ώρες. Αυτοί συνήθως στολίζουνε το πρόσωπό μας με πολλά χαμόγελα για όσο καιρό είμαστε κοντά τους. Μιλώντας για κοντά, δε θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε τους μακρινούς μας φίλους, εκείνους που είναι στην άκρη των κλαδιών και όταν ο άνεμος φυσάει εμφανίζονται πάντα μεταξύ του ενός φύλλου και του άλλου. Περνάει ο καιρός, το καλοκαίρι φεύγει, πλησιάζει το φθινόπωρο και χάνουμε κάποια από τα φύλλα μας, μερικά γεννιούνται σε ένα άλλο καλοκαίρι, και μερικά παραμένουν για πολλές εποχές.

Αλλά αυτό που μας κάνει πιο ευτυχισμένους είναι η συνειδητοποίηση ότι τα φύλλα που έπεσαν συνεχίζουν να είναι κοντά, να τρέφουν τις ρίζες μας με χαρά. Είναι αναμνήσεις εκπληκτικών στιγμών από τη στιγμή που διασχίσανε το μονοπάτι μας. Σας εύχομαι, φύλλα του δέντρου μου, ειρήνη, αγάπη, υγεία, τύχη και ευημερία. Σήμερα και πάντα …γιατί απλά κάθε πρόσωπο που έρχεται στη ζωή μας είναι μοναδικό. Πάντα αφήνει κάτι από τον εαυτό του και παίρνει ένα κομμάτι από εμάς. Θα υπάρξουν και εκείνοι που μας πήραν πολλά, αλλά δε θα υπάρξουν αυτοί που δε μας άφησαν τίποτα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ευθύνη της ζωής μας και η πιο προφανής απόδειξη πως δύο ψυχές δε συναντήθηκαν ποτέ τυχαία.




"Ποίημα στους φίλους" J. L. Borges


Δεν Μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωή σου.
Ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου.
Όμως μπορώ να σ' ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.
Δεν μπορώ ν' αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες
σου δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω
να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν κρίνω τις αποφάσεις
που παίρνεις στη ζωή σου.
Αρκούμαι να σε στηρίξω να σου δώσω κουράγιο
και να σε βοηθήσω αν μου το ζητήσεις.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
Όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
Όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
Και να μαζέψω τα κομμάτια
Για να τη φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ΄ αγαπώ όπως είσαι
Και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.
Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις μας.
Να αρπάζουμε
τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.
Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος
ο δεύτερος
ή ο τρίτος
στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις σαν φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.

J. L. Borges




"Poema a los Amigos" J. L. Borges

No puedo darte soluciones
para todos los problemas de la vida,
ni tengo respuesta
para tus dudas o temores,
pero puedo escucharte
y compartirlo contigo.
No puedo cambiar
tu pasado ni tu futuro.
Pero cuando me necesites
estaré junto a ti.
No puedo evitar que tropieces.
Solamente puedo ofrecerte mi mano
para que te sujetes y no caigas.
Tus alegrías.
tus triunfos y tus éxitos
no son míos.
pero disfruto sinceramente
cuando te veo feliz.
No juzgo las decisiones
que tomes en la vida.
me limito a apoyarte
a estimularte
y a ayudarte si me lo pides.
No puedo trazarte límites
dentro de los cuales debes actuar,
Pero sí te ofrezco ese espacio
necesario para crecer.
No puedo evitar tu sufrimiento
cuando alguna pena
te parta el corazón,
Pero puedo llorar contigo
y recoger los pedazos
para armarlo de nuevo.
No puedo decirte quien eres
ni quien deberías ser.
Solamente puedo
amarte como eres
y ser tu amigo.
En estos días pensé
en mis amigos y amigas,
No estabas arriba,
ni abajo ni en medio.
No encabezabas
ni concluías la lista.
No eras el número uno
ni el número final.
Dormir feliz.
Emanar vibraciones de amor.
Saber que estamos aquí de paso.
Mejorar las relaciones.
Aprovechar
las oportunidades.
Escuchar al corazón.
Acreditar la vida.
Y tampoco tengo
la pretensión de ser
el primero
el segundo
o el tercero
de tu lista.
Basta que me quieras como amigo.
Gracias por serlo.

J. L. Borges




El Arbol de los Amigos-Borges

Existen personas en nuestras vidas que nos hacen felices por la simple casualidad de haberse cruzado en nuestro camino. Algunas recorren todo el camino a nuestro lado, viendo muchas lunas pasar, mas otras apenas las vemos entre un paso y otro. A todas las llamamos amigos y hay muchas clases de ellos. Tal vez cada hoja de un árbol caracteriza uno de nuestros amigos. El primero que nace del brote es nuestro papá y nuestra mamá, nos muestra lo que es la vida. Después vienen los amigos hermanos, con quienes dividimos nuestro espacio para que puedan florecer como nosotros.
Pasamos a conocer a toda la familia de hojas a quienes respetamos y deseamos el bien. Mas el destino nos presenta a otros amigos, los cuales no sabíamos que irían a cruzarse en nuestro camino. A muchos de ellos los denominamos amigos del alma, de corazón. Son sinceros, son verdaderos. Saben cuando no estamos bien, saben lo que nos hace feliz. Y a veces uno de esos amigos del alma estalla en nuestro corazón y entonces es llamado un amigo enamorado. Ese da brillo a nuestros ojos, música a nuestros labios, saltos a nuestros pies, cosquillitas a nuestro estómago, etc.
También existen aquellos amigos por un tiempo, tal vez unas vacaciones o unos días o unas horas. Ellos acostumbran a colocar muchas sonrisas en nuestro rostro, durante el tiempo que estamos cerca. Hablando de cerca, no podemos olvidar a los amigos distantes, aquellos que están en la punta de las ramas y que cuando el viento sopla siempre aparecen entre hoja y otra. El tiempo pasa, el verano se va, el otoño se aproxima y perdemos algunas de nuestras hojas, algunas nacen en otro verano y otras permanecen por muchas estaciones.
Pero lo que nos deja más felices es darnos cuenta que aquellas que cayeron continúan cerca, alimentando nuestra raíz con alegría. Son recuerdos de momentos maravillosos de cuando se cruzaron en nuestro camino. Te deseo, hoja de mi árbol, paz, amor, salud, suerte y prosperidad. Hoy y siempre… simplemente porque cada persona que pasa en nuestra vida es única. Siempre deja un poco de sí y se lleva un poco de nosotros. Habrá los que se llevaron mucho, pero no habrá de los que no nos dejaran nada. Esta es la mayor responsabilidad de nuestra vida y la prueba evidente de que dos almas no se encuentran por causalidad.




Ούτε χώρος, ούτε χρόνος. Ούτε καν κάποια θεότητα που να προνόησε την αρχέγονη σιωπή της αρχικής νύχτας..Borges


Κοσμογονία

Ούτε σκοτάδι ούτε χάος. Στο σκοτάδι
πρέπει να υπάρχουν μάτια για να βλέπουν πως υπάρχει,
όπως και για τη σιωπή και για τον ήχο αυτιά,
όπως χρειάζεται ο καθρέφτης τη μορφή που περιέχει.
Ούτε χώρος, ούτε χρόνος. Ούτε καν
κάποια θεότητα που να προνόησε
την αρχέγονη σιωπή της αρχικής νύχτας
του χρόνου, που θα είναι ο αέναος.
Το μεγάλο ποτάμι του Σκοτεινού Ηράκλειτου
δεν έχει αρχίσει την αμετάκλητη ροή του
που από το παρελθόν ξεχύνεται στο μέλλον,
που από τη λησμονιά κυλάει στη λησμονιά.
Κάτι που υποφέρει. Κάτι που ικετεύει.
Και ύστερα η ιστορία του κόσμου. Τώρα.

klik
Jorge Luis Borges

Γεννήθηκε στην Αργεντινή, το 1899.
Έζησε τυφλός τα περισσότερα χρόνια της ζωής του.
Έγραψε ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια, σενάρια.
Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς του εικοστού αιώνα.
Δεν τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Πέθανε στη Γενεύη, το 1986.






«Η τυφλότητα μ' έμαθε να σκέφτομαι περισσότερο, να αισθάνομαι
περισσότερο, να θυμάμαι περισσότερο, να διαβάζω και να γράφω πιο πολύ»




Μακάριοι όσοι ξέρουν πως ο πόνος δεν είναι στεφάνι δόξας...Jorge Luis Borges





Περικοπές από ένα απόκρυφο ευαγγέλιο

Χόρχε Λουίς Μπόρχες


3. Δυστυχισμένοι οι πτωχοί τω πνεύματι, γιατί όπως ήταν πάνω στη γη, θα είναι και κάτω απ’ τη γη.

4. Δυστυχισμένοι όσοι θρηνούν, γιατί πια απόχτησαν τη θλιβερή συνήθεια του θρήνου.

5. Μακάριοι όσοι ξέρουν πως ο πόνος δεν είναι στεφάνι δόξας.

6. Δεν αρκεί νά ’σαι ο έσχατος για νά ’σαι κάποια μέρα ο πρώτος.

7. Ευτυχισμένος όποιος δεν επιμένει πως έχει δίκιο, γιατί κανείς δεν έχει, ή έχουν όλοι.

8. Ευτυχισμένος όποιος συγχωρεί τους άλλους καθώς κι εκείνος που συγχωρεί τον ίδιο τον εαυτο του.

9. Ευλογημένοι οι ειρηνοποιοί, γιατί δε θα καταδεχτούν τη διχόνοια.

10. Ευλογημένοι όσοι δεν διψούν για δικαιοσύνη, επειδή ξέρουν πως η μοίρα μας, αντίδικη ή σπλαχνική, είναι έργο της τύχης, της ανεξιχνίαστης...

11. Ευλογημένοι οι ελεήμονες, γιατί η ευτυχία τους θα είναι να ελεούν κι όχι να περιμένουν ανταπόδοση.

12. Ευλογημένοι όσοι έχουν καθαρή καρδιά, γιατί βλέπουν το Θεό.

13. Ευλογημένοι όσοι διώκονται για χάρη του δίκιου, γιατί τους νοιάζει περισσότερο το δίκιο απ’ ό,τι η ανθρώπινη μοίρα τους.

14. Κανείς δεν είναι το αλάτι της γης, μα και κανένας δεν υπάρχει που να μην ήταν σε κάποια στιγμή της ζωής του.

15. Ν’ ανάβει το φως του λυχναριού κι ας μην το βλέπει κανένας. Θα το δει ο Θεός.

16. Δεν υπάρχει εντολή που να μην παραβαίνεται, ακόμα και αυτά που λέω, κι αυτά που έχουν πει οι προφήτες.

17. Κείνος που θα σκοτώσει κινημένος απ’ το δίκιο, ή από κείνο που πιστεύει για δίκιο, δεν είναι ένοχος.

18. Οι ανθρώπινες πράξεις δεν αξίζουν ούτε για την κόλαση, ούτε για τους ουρανούς.

19. Να μη μισείς τον εχθρό σου, γιατί αν το κάνεις, γίνεσαι κατά κάποιον τρόπο σκλάβος του. Το μίσος σου, δε θα σε ικανοποιήσει περισσότερο από τη γαλήνη σου.

20. Αν σε βάλει σε πειρασμό το δεξί σου χέρι, συγχώρεσέ το, είσαι και σώμα και ψυχή και είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να καθορίσεις το όριο που τα διαχωρίζει.

24. Να μη μεγαλοποιείς τη λατρεία της αλήθειας, δεν υπάρχει άνθρωπος που μέσα σε μια μονάχα μέρα, να μην είπε ψέματα φορές πολλές, έχοντας κάθε δίκιο.

25. Να μην ορκίζεσαι, γιατί ο όρκος είναι μονάχα έμφαση.

26. Να αντιστέκεσαι στο κακό, αλλά χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Σ’ αυτόν που θα σου χτυπήσει το δεξί μάγουλο, μπορείς να του γυρίσεις και τ’ άλλο, φτάνει να μην είναι ο φόβος που στο γυρίζει.

27. Εγώ δε μιλώ ούτε για εκδίκηση, ούτε για συγνώμη, η λησμονιά είναι η μόνη εκδίκηση και η μοναδική συγνώμη.

28. Το να κάνεις καλό στον εχθρό σου, μπορεί να είναι πράξη δικαιοσύνης και δεν είναι δύσκολο: να τον αγαπάς όμως, δεν είναι πράξη ανθρώπου, αλλά πράξη αγγέλου.

29. Κάνοντας καλό στον εχθρό σου, έχεις βρει τον καλύτερο τρόπο να ικανοποιήσεις τη ματαιοδοξία σου.

30. Να μη μαζεύεις πλούτη εδώ στη γη, γιατί τα πλούτη γεννούν την απραξία, κι η απραξία τη θλίψη και την ανία.

31. Σκέψου ότι οι άλλοι είναι δίκαιοι, ή ότι θα μπορούσαν να είναι και, αν αυτό δεν ισχύει, το λάθος δεν είναι δικό σου.

32. Ο Θεός είναι πιο γενναιόδωρος από τους ανθρώπους, και θα τους μετρήσει μ’ άλλα μέτρα.

33. Δώσε τα άγια στα σκυλιά και ρίξε τα μαργαριτάρια σου στους χοίρους, αυτό που έχει σημασία είναι να δίνεις.

34. Ψάχνε, μόνο για νά ’χεις τη χαρά να ψάχνεις και όχι για τη χαρά πως βρίσκεις…

39. Η πύλη είναι εκείνη που διαλέγει, όχι ο άνθρωπος.

40. Μην κρινεις το δέντρο από τους καρπούς του, ούτε τον άνθρωπο από τα έργα του, μπορούσαν νά ’ναι και καλύτερα ή χειρότερα.

41. Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα, όλα πάνω στην άμμο χτίζονται, όμως το χρέος μας είναι να χτίζουμε σα νά ’τανε η άμμος πέτρα…

47. Ευτυχισμένος όποιος είναι φτωχός δίχως πίκρα και όποιος είναι πλούσιος δίχως αλαζονία.

48. Ευτυχισμένοι οι γενναίοι, αυτοί που δέχονται με τον ίδιο τρόπο τη συμφορά ή τις δάφνες.

49. Ευτυχισμένοι όσοι συγκρατούν στη μνήμη τους τα λόγια του Βιργίλιου ή του Χριστού, γιατί τα λόγια αυτά θα φωτίζουν τη ζωή τους.

50. Ευτυχισμένοι όσοι αγαπιούνται κι όσοι αγαπούν κι όσοι μπορούν να ξεπεράσουν την αγάπη.

51. Ευτυχισμένοι οι ευτυχισμένοι.

Από το βιβλίο: Χορχε Λουις Μπορχες, Ποιήματα,
Μτφ. Καλομοίρης Δ., Ελληνικά Γράμματα, 1995
Οι στίχοι του Μπόρχες είναι απο τις “Περικοπές από ένα απόκρυφο ευαγγέλιο” απο τη συλλογή “Το εγκώμιο της σκιάς”.








Περικοπες ενος αποκρυφου ευαγγελιου

Κανείς δεν είναι της γης το αλάτι
κι όμως όλοι μας μες στη ζωή
κρύβουμε αυτό το ανεκτίμητο κάτι
που είναι το αλάτι της για μια στιγμή

Δεν είναι ένοχοι όλοι οι δολοφόνοι
Ούτε αθώοι όλοι οι δικαστές
Μα θά 'ταν όμορφο καθώς ξημερώνει
κι οι δύο τους να ανήκαν στο χθες

Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα
Όλα πάνω στην άμμο χτίζονται
Μα εγώ θα χτίζω πάνω στην άμμο
Σαν να ήταν η άμμος πέτρα

Μη την λατρέψεις τυφλά την αλήθεια
γιατί ο καθένας μας την έχει αρνηθεί
μέσα σε μια μέρα μονάχα
χίλιες φορές για να σωθεί

Κι αν θα σε βάλει σε πειρασμό το κορμί σου
συγχώρεσέ το κι άκου τι λέει
τι κρύβει το σώμα, τι κρύβει η ψυχή σου
αυτό μπορεί να μην το μάθεις ποτέ

Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα
Όλα πάνω στην άμμο χτίζονται
Μα εγώ θα χτίζω πάνω στην άμμο
Σαν να ήταν η άμμος πέτρα

Ούτε η εκδίκηση ούτε η συγνώμη
βρήκανε μέσα μου κάποια γωνιά
Η λησμονιά είναι η μόνη συγνώμη
και η μόνη εκδίκηση η λησμονιά

Ρίξε τα μαργαριτάρια στ' αγρίμια
Δως την καρδιά σου εκεί στα σκυλιά
όσοι αγαπάνε τη ζωή ξοδεύονται
Δίνονται, δίνονται κι είναι αυτό που μετράει

Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα
Όλα πάνω στην άμμο χτίζονται
Μα εγώ θα χτίζω πάνω στην άμμο
Σαν να ήταν η άμμος πέτρα

Ευτυχισμένοι, τέλος, όσοι αγαπάνε
κι όσοι αγαπιόνται δεμένοι σφιχτά
ευτυχισμένοι κι όλοι όσοι μπορεσαν
να ξεπεράσουνε αυτά τα δεσμά

Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα
Όλα πάνω στην άμμο χτίζονται
Μα εγώ θα χτίζω πάνω στην άμμο
Σαν να ήταν η άμμος πέτρα






Fragmentos de un evangelio apócrifo

3. Desdichado el pobre en espíritu, porque bajo la tierra será lo que ahora es en la tierra.

4. Desdichado el que llora, porque ya tiene el hábito miserable del llanto.

5. Dichosos los que saben que el sufrimiento no es una corona de gloria.

6. No basta ser el último para ser alguna vez el primero.

7. Feliz el que no insiste en tener razón, porque nadie la tiene o todos la tienen.

8. Feliz el que perdona a los otros y el que se perdona a sí mismo.

9. Bienaventurados los mansos, porque no condescienden a la discordia.

10. Bienaventurados los que no tienen hambre de justicia, porque saben que nuestra suerte, adversa o piadosa, es obra del azar, que es inescrutable.

11. Bienaventurados los misericordiosos, porque su dicha está en el ejercicio de la misericordia y no en la esperanza de un premio.

12. Bienaventurados los de limpio corazón, porque ven a Dios.

13. Bienaventurados los que padecen persecución por causa de la justicia, porque les importa más la justicia que su destino humano.

14. Nadie es la sal de la tierra, nadie, en algún momento de su vida, no lo es.

15. Que la luz de una lámpara se encienda, aunque ningún hombre la vea. Dios la verá.

16. No hay mandamiento que no pueda ser infringido, y también los que digo y los que los profetas dijeron.

17. El que matare por la causa de la justicia, o por la causa que él cree justa, no tiene culpa.

18. Los actos de los hombres no merecen ni el fuego ni los cielos.

19. No odies a tu enemigo, porque si lo haces, eres de algún modo su esclavo. Tu odio nunca será mejor que tu paz.

20. Si te ofendiere tu mano derecha, perdónala; eres tu cuerpo y eres tu alma y es arduo, o imposible, fijar la frontera que los divide…

24. No exageres el culto de la verdad; no hay hombre que al cabo de un día, no haya mentido con razón muchas veces.

25. No jures, porque todo juramento es un énfasis.

26. Resiste al mal, pero sin asombro y sin ira. A quien te hiriere en la mejilla derecha, puedes volverle la otra, siempre que no te mueva el temor.

27. Yo no hablo de venganza ni de perdones; el olvido es la única venganza y el único perdón. Hacer el bien a tu enemigo puede ser obra de justicia y no es arduo; amarlo, tarea de ángeles y no de hombres.

29. Hacer el bien a tu enemigo es el mejor modo de complacer tu vanidad.

30. No acumules oro en la tierra, porque el oro es padre del ocio, y éste, de la tristeza y el tedio.

31. Piensa que los otros son justos o lo serán, y si no es así, no es tuyo el error.

32. Dios es más generoso que los hombres y los medirá con otra medida.

33. Da lo santo a los perros, echa tus perlas a los puercos; lo que importa es dar.

34. Busca por el agrado de buscar, no por el de encontrar…

39. La puerta es la que elige, no el hombre.

40. No juzgues al árbol por sus frutos ni al hombre por sus obras; pueden ser peores o mejores.

41. Nada se edifica sobre la piedra, todo sobre la arena, pero nuestro deber es edificar como si fuera piedra la arena…

47. Feliz el pobre sin amargura o el rico sin soberbia.

48. Felices los valientes, los que aceptan con ánimo parejo la derrota o las palmas.

49.Felices los que guardan en la memoria palabras de Virgilio o de Cristo, porque éstas darán a luz a sus días.

50. Felices los amados y los amantes y los que pueden prescindir del amor.

51. Felices los felices.



Fragments of an Apocryphal Gospel
Jorge Luis Borges
(Translated by Mark D Larsen)

3. Wretched are the poor in spirit, for under the earth they shall be what they now
are upon the earth.

4. Wretched are they that mourn, for they already have the miserable habit of
mourning.

5. Fortunate are they that know that suffering is not a crown of glory.

6. It sufficeth not to be the last in order to someday be the first.

7. Happy are they that do not insist they are right, for no man is or all men are.


8. Happy are they that forgive others and they that forgive themselves.

9. Blessed are the meek, for they do not condescend to disagreement.

10. Blessed are they that do not hunger and thirst after righteousness, for they know
that our fortune, adverse or merciful, is a matter of chance, which is inscrutable.

11. Blessed are the merciful, for their happiness lies in the exercise of mercy and
not in the hope of a reward.

12. Blessed are the pure in heart, for they see God.

13. Blessed are they that suffer persecution for the sake of righteousness, for
righteousness matters more to them than their human destiny.

14. Nobody is the salt of the earth; no one, at some moment in life, is not the salt of
the earth.

15. Let thy light so shine, even if men cannot see it. God shall see it.

16. There is no commandment which cannot be broken, neither those that I say nor
those that the prophets have said.
17. He that kills for a just cause, or for a cause which he believes just, is guiltless.


18. The acts of men deserve neither hell fire nor heaven.

19. Hate not thine enemy, for upon doing so, thou art in some way his slave. Thy
hate shall never be better than thy peace.

20. If thy right hand offend thee, forgive it; thou art thy body and thou art thy soul
and it is difficult, if not impossible, to determine the boundary that divides
them…

24. Exaggerate not the cult of truth; there is no man that at the end of the day has

not lied with good reason many times.

25. Swear not, for all swearing is an emphasis.

26. Resist evil, but without awe or anger. To whomsoever smite thee on thy right
cheek, thou mayest turn the other also, as long as thou art not moved by fear.

27. I speak not of vengeance nor of forgiveness; to forget is the only vengeance and
the only forgiveness.

28. Doing good to thine enemies can be an act of righteousness and it is not
difficult; loving them, a task for angels and not for men.

29. Doing good to thine enemies is the best way to placate thy vanity.

30. Lay not up gold upon earth, because gold is the father of idleness, and the latter,
of sadness and of boredom.31. Judge that others are or shall be righteous, and if they are not, it is not thy error.

32. God is more generous than men and shall mete to them with a different
measure.

33. Give that which is holy to dogs, cast thy pearls before swine; what is most
important is to give.

34. Seek for the pleasure of seeking, not for that of finding…

39. The gate is the one that chooses, not the man.

40. Judge not a tree by its fruits, neither a man by his works; they could be better or
worse.

41. Nothing is built upon the rock, everything upon the sand, but our duty is to
build as though the sand were rock…

47. Happy are the poor without bitterness or the rich without pride.

48. Happy are the valiant, they that accept with equal spirit failure or applause.

49. Happy are they that retain in their memory the words of Virgil or Christ, for
these shall give light to their days.

50. Happy are they that are loved and they that love and they that can do without
love.

51. Happy are the happy



Και αρχίζεις να μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις..Μπόρχες


Μαθαίνεις

Χόρχε Λούις Μπόρχες

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις




You Learn

by Jorge Luis Borges

After a while you learn the subtle difference
Between holding a hand and chaining a soul,
And you learn that love doesn't mean leaning
And company doesn't mean security.
And you begin to learn that kisses aren't contracts
And presents aren't promises,
And you begin to accept your defeats
With your head up and your eyes open
with the grace of a woman, not the grief of a child,
And you learn to build all your roads on today
Because tomorrow's ground is too uncertain for plans
And futures have a way of falling down in mid-flight.
After a while you learn...
That even sunshine burns if you get too much.
so you plant your garden and decorate your own soul,
Instead of waiting for someone to bring you flowers.
And you learn that you really can endure...
That you really are strong
And you really do have worth...
And you learn and learn...
With every good-bye you learn.

ranslation by Veronica A. Shoffstall

O Χόρχε Λουίς Μπόρχες γεννήθηκε το 1899 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Ήταν απόγονος αγωνιστών για τη χειραφέτηση της Αργεντινής, ενώ ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και καθηγητής ψυχολογίας σε ξενόγλωσση παιδαγωγική σχολή. Από παιδί ακόμα ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ήταν δίγλωσσος, αφού παράλληλα με τα ισπανικά, η αγγλόφωνη γιαγιά του του μάθαινε να μιλά και να γράφει την αγγλική γλώσσα. Ο μικρός δήλωσε στον πατέρα του ότι ήθελε να γίνει συγγραφέας και σε ηλικά επτά χρόνων σύνταξε στα ελληνικά μια σύνοψη της ελληνικής μυθολογίας. Οκτώ χρονών γράφει το πρώτο διήγημά του, ενώ ένα χρόνο αργότερα μεταφράζει και δημοσιεύει τον "Ευτυχισμένο πρίγκιπα" του Όσκαρ Ουάιλντ. Εξαιτίας μιας πάθησης στα μάτια του, που θα τον οδηγήσει προοδευτικά σε πλήρη τύφλωση, η οικογένεια Μπόρχες εγκαθίσταται στη Γενεύη, όπου ο Χόρχε Λουίς εγκαινιάζει της λυκειακές σπουδές του και αποκτά μια υψηλού επιπέδου μόρφωση, καθώς τελειοποιεί τις γνώσεις στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα. Ανακαλύπτει την εξπρεσσιονιστική ποίηση, τη γερμανική φιλοσοφία, τελειοποιεί τα λατινικά του και το 1919 εγκατεστημένος στη Μαγιόρκα της Ισπανίας ολοκληρώνει την πρώτη ποιητική συλλογή του "Οι κόκκινοι ρυθμοί" όπου είναι φανερός ο θαυμασμός για την επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία. Η οικογένεια των Μπόρχες, έπειτα από πολλές προσωρινές διαμονές και πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, επιστρέφουν το 1921 στο Μπουένος Άιρες, όπου και θα παραμείνει. Τώρα ο Μπόρχες ανακαλύπτει τις φτωχογειτονιές της γενέτειράς του με τους compafritos ("μόρτες") γράφει ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια και "φαντασίες", ιδρύει διάφορα περιοδικά, παίρνει μέρος σε λογοτεχνικούς ομίλους και από το 1925, που θα δημοσιεύσει την ποιητική συλλογή "Η απέναντι Σελήνη" και τα δοκίμια "Έρευνες", θα δίνει το λογοτεχνικό παρόν με ένα έως δύο έργα το χρόνο, μέχρι το 1985 που θα δημοσιευθεί και η τελευταία ποιητική συλλογή του, "Οι συνωμότες". Ο Μπόρχες πέθανε στις 14 Ιουνίου του 1986 στη Γενεύη και τάφηκε σύμφωνα με την επιθυμία του, στην πόλη των εφηβικών του χρόνων, στο Μπουένος Άιρες.





Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Όσα λυγάς, κι όσα σκορπάς, στο πέρασμά σου, Χρόνε, τ' αναπολώ και τ' αγαπώ και την καρδιά μου τρώνε..Ναπολέων Λαπαθιώτης


ΜΙΚΡΗ ΕΛΕΓΕΙΑ

Μουσική:Μάρθα Μεναχέμ
Ποίηση:Ναπολέων Λαπαθιώτης
Δίσκος:''MIΚΡΗ ΕΛΕΓΕΙΑ ''

Όλα τ' αγνά, τ' αχνά, τ' απλά,
τα παραπονεμένα,
και τ' απαλά, και τα καλά,
με μάραναν εμένα

Όσα λυγάς, κι όσα σκορπάς,
στο πέρασμά σου, Χρόνε,
τ' αναπολώ και τ' αγαπώ
και την καρδιά μου τρώνε...

Τ' ανθάκια, τα λιγόχαρα
κι ωστόσο μυροβόλα,
κι όλα όσα σβήνουν μες στο φως,
κι όλα όσα φθίνουν, όλα




Για σένα στις επιθυμίες μου λόγος δεν γίνεται ποτέ. Δεν σε προέβλεψαν ποτέ τα όνειρά μου.. Δημουλά



Για σένα στις επιθυμίες μου

Στίχοι: Κική Δημουλά
Μουσική: Κώστας Παρίσης
Πρώτη εκτέλεση: Μάνος Ξυδούς
& Μαριάννα Γερασιμίδου ( Ντουέτο )

Για σένα στις επιθυμίες μου
λόγος δεν γίνεται ποτέ.
Δεν σε προέβλεψαν ποτέ
τα όνειρά μου
Οι προαισθήσεις μου
ποτέ δεν σε συνάντησαν.
Ούτε η φαντασία μου.
Κι όμως μια ανεξακρίβωτη στιγμή
σ`εξακριβώνω μέσα μου
ένα έτοιμο κιόλας αίσθημα.





Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας..Χριστιανόπουλος


Ενός λεπτού σιγή

ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος
μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
ερμηνεία: Ανδρέας Καρακότας
Από τον κύκλο τραγουδιών
"Τα τραγούδια της αμαρτίας" (1996)

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,
κοκκινίσατε άραγε για τη τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;



Ο έρωτας πια δεν μου φτάνει κι η απληστία είναι χτικιό Το λάδι τη φωτιά δε σβήνει Μα πού θα πάει Θε μου αυτό...Χριστιανόπουλος


Απληστία

Όλο και πιο πολλά γυρεύω
όλο και πιο πολλά ζητώ
Με τίποτα πια δεν χορταίνω
μα πού θα πάει Θε μου αυτό

Η θαλασσα είναι δικιά μου
κι έχω λυσσιάξει για νερό
Με τίποτα δεν ξεδιψάω
μα πού θα πάει Θε μου αυτό

Ο έρωτας πια δεν μου φτάνει
κι η απληστία είναι χτικιό
Το λάδι τη φωτιά δε σβήνει
Μα πού θα πάει Θε μου αυτό

Ντίνος Χριστιανόπουλος





Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν: Είστε υπέρ ή κατά ; Σκεφτείτε το καλά. Θα περιμένω...ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


ΑΠΟΦΑΣΗ

Είστε υπέρ ή κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί
Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή
Παιδιά γυναίκες έντομα
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φιλμ. Κι αυτό θα σας βασάνισε ασφαλώς.
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.
Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση.
Δε σας ζητούμε φυσικά να πάψετε
Τις ασχολίες σας να διακόψτε τη ζωή σας
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις
Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:
Είστε υπέρ ή κατά ;
Σκεφτείτε το καλά. Θα περιμένω.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ
(1925-2005)




Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους. Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα..Αναγνωστάκης


Η αγάπη είναι ο φόβος

Μανόλης Αναγνωστάκης


Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τί κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς το μυαλό ή μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες που δεν έχεις πια τί να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ' όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιος θάρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.
Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

Από τη συλλογή Εποχές 3 (1951)




Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Θεών αγορά. Αθηνάς παραίνεσις προς Τηλέμαχον. Μνηστήρων ευωχία..





Ομήρου Οδύσσεια

α

Θεών αγορά. Αθηνάς παραίνεσις προς Τηλέμαχον.
Μνηστήρων ευωχία.


Μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη

Τον άντρα τον πολύπραγο τραγούδησέ μου, ω Μούσα,
που περισσά πλανήθηκε, σαν κούρσεψε τής Τροίας
το ιερό κάστρο, και πολλών ανθρώπων είδε χώρες
κι έμαθε γνώμες, και πολλά στα πέλαα βρήκε πάθια,

5 για μία ζωή παλεύοντας και γυρισμό συντρόφων.
Μα πάλε δεν τους γλύτωσε, κι αν το ποθούσε, εκείνους,
τι από δική τους χάθηκαν οι κούφιοι αμυαλωσύνη,
τού Ήλιου τού Υπερίονα σαν έφαγαν τα βόδια,
κι αυτός τους πήρε τη γλυκειά τού γυρισμού τους μέρα.

10 Απ' όπου αν τα 'χης, πές μας τα, ω θεά, τού Δία κόρη.
Όλοι που τότες τον πολύ το χαλασμό ξεφύγαν
γυρίσανε, από πόλεμο και θάλασσα σωσμένοι,
και μόνο εκειόνε, σπιτικό και ταίρι στερημένο,
η Καλυψώ η τρισέμορφη θεά τόνε κρατούσε,

15 γιατί άντρα της τον ήθελε στις βαθουλές σπηλιές της.
Μα ο γύρος σαν τελέστηκε των χρόνων, κι ήρθε η ώρα,
που τό 'χανε οι θεοί γραφτό στο Θιάκι να ξανάρθη
στο σπιτικό του, μήτ' εκεί δεν τού 'λειψαν οι αγώνες,
και σε δικούς κοντά. Κι οι θεοί τον συμπονούσαν όλοι,

20 εξόν τον Ποσειδώνα· αυτός βαριά ήταν χολωμένος
με το Δυσσέα το θεϊκό, στον τόπο του πριν φτάση.
Βρισκόταν στους Αιθίοπες ο Ποσειδώνας τότες,
που ζούνε μοιραστοί μακριά ατού κόσμου τις ακρούλες,
ατού Ηλιού το βούλημα οι μισοί, στ' ανάβλεμμά του οι άλλοι,

25 για να δεχτή εκατοβοδιά από ταύρους και κριάρια.
Εκεί γλυκοξεφάντωνε· οι θεοί ως τόσο οι άλλοι
στους πύργους μαζωχτήκανε τού Δία τού Ολυμπήσου,
κι ομπρός τους, όλων των θεών κι ανθρώπων ο πατέρας
άνοιξε λόγο, τι στο νου ξανάρθε του ο μεγάλος
ο Αίγιστος, που ο ξακουστός τον έκοψε ο Ορέστης,

30 τού Αγαμέμνου ο γιος. Εκειόν ο Δίας ανιστορώντας,
στους άλλους τους αθάνατους αυτά τα λόγια κρένει·
«Αλλοί, και πώς γυρεύουνε παντοτινά οι ανθρώποι
να ρίχτουνε το φταίξιμο σ' εμάς για τα δεινά τους,
και λένε εμείς τα φέρνουμε· μα από δική τους τύφλα
35 παθαίνουν πέρα απ' το γραφτό· να, ο Αίγιστος, που πήρε
το ταίρι τού Αγαμέμνονα, και που στο γυρισμό του
χαλνάει κι εκείνονε· από πριν το γνώριζε τι μέγα
κακό θα τού 'ρθη, γιατί εμείς μηνύσαμέ του τότες
με τον αγρυπνομάτη Ερμή, μηδέ να τόνε κόψη,

40 μηδέ το ταίρι να ζητάη· γιατί θα γδικιωθή του
σα μεγαλώση και ποθή τον τόπο του ο Ορέστης.
Καλόγνωμα τού τα 'πε ο Ερμής, Μα ο Αίγιστος ν' ακούση
δεν ήθελε, και μαζωχτά τα πλέρωσε κατόπι.»
Κι η γαλανόματη Αθηνά τού απολογιέται τότες·

45 «Πατέρα μας, τού Κρόνου γιε, των βασιλιάδων πρώτε,
βέβαια τού άξιζε εκεινού τέτοιος χαμός να τού 'ρθη·
τα ίδια ας πάθη όποιος κακά παρόμοια πράξη κι άλλος.
Εγώ 'μως για το γνωστικό Οδυσσέα χολοσκάνω,
τον άμοιρο, που από δικούς μακρόθε τυραννιέται

50 σε κυματόζωστο νησί, στης θάλασσας τ' αφάλι,
νησί δεντράτο, που θεά την κατοικιά της έχει,
η κόρη τού κακόγνωμου τού Άτλαντα, που ξέρει
τής θάλασσας τα τρίσβαθα, και με μακριές κολώνες
από τη γης τον ουρανό φυλάει ξεχωρισμένο.

55 Εκείνου η κόρη τον κρατάει το δύστυχο στα δάκρυα,
και με γλυκειές μαγεύει τον κουβέντες, να ξεχάση
τον τόπο του· μα πάλε αυτός, και τον καπνό μονάχα
να θώρειε τής πατρίδας του σαν αλαφροανεβαίνη,
κι ας πέθαινε· μα μήτ' εσύ, Ολυμπήσε, δε σπλαχνιέσαι.

60 Τάχα δε σε τιμούσε αυτός στη διάπλατη Τρωάδα,
σιμά στα πλοία των Αργιτών με περισσές θυσίες ;
τι τόσο, ω Δία, τώρα εσύ με το Δυσσέα κακιώνεις ;»
Κι ο Δίας τής αποκρένεται ο συννεφομαζώχτης·
«Τί λόγο από τ' αχείλι σου ξεστόμισες, παιδί μου ;

65 Ποιός το 'πε εγώ πως λησμονώ το θεϊκό Οδυσσέα,
που πρώτος είναι απ' τους θνητούς στο νου και στις θυσίες
προς τους αθάνατους θεούς που ορίζουνε τα ουράνια ;
Ο Ποσειδώνας είν' ο θεός, τής γης ο περιζώστης,
που πάθος του έχει ανέσβεστο, τι χάλασε το μάτι

70 τού ισόθεου τού Πολύφημου, τού πρώτου των Κυκλώπων
στη δύναμη· τής Θόωσας είναι παιδί, τής νύφης,
κόρης τού Φόρκυνα, άρχοντα τού ατρύγητου πελάγου,
που ο Ποσειδώνας σε βαθειές σπηλιές αγκάλιασέ την.
Από τα τότε ο σαλευτής τής γης ο Ποσειδώνας

75 κι α δεν τόνε θανάτωσε, Μα τον πλανάει στα ξένα
τον Οδυσσέα. Όμως καιρός εμείς να στοχαστούμε
πώς να 'ρθη στην πατρίδα του· θα πάψη την οργή του
ο Ποσειδώνας· δεν μπορεί στο πείσμα μας, κι αγνάντια
τόσων αθάνατων αυτός ν' αντισταθή μονάχος.»

80 Κι η γαλανόματη η θεά τού απολογήθη τότες·
«Πατέρα μας, τού Κρόνου γιε, των βασιλιάδων πρώτε,
στους τρισμακάριστους θεούς αυτό αν αρέση τώρα,
να ξαναρθή στο σπίτι του ο παράξιος Οδυσσέας
ο Αργοφονιάς Ερμής ας πάη μηνύτορας δικός μας,

85 στης Ωγυγίας το νησί, για να μηνύση αμέσως
τής ωριοπλέξουδης θεάς την άσφαλτη βουλή μας,
ο Οδυσσέας ο άτρομος στη γης του να γυρίση.
Εγώ στο Θιάκι πάω, καρδιά περσότερη να δώσω
τού γιου του εκεί, κι απόφαση να βάλω στην ψυχή του,

90 να πη τους μακρομάλληδες Αχαιούς να μαζωχτούνε,
και τους μνηστήρες ολονούς ν' αποκηρύξη ομπρός τους,
που σφάζουν κι όλο σφάζουνε τα βοδοπρόβατά του.
Κατόπι στην αμμουδερή την Πύλο και στη Σπάρτη
τον παίρνω, κι ίσως τού γονιού το γυρισμό εκεί μάθη,

95 κι έτσι μάς βγάλη κι όνομα λαμπρό μες στους ανθρώπους.»
Είπε, και σάνταλα έδεσε στα πόδια της πανώρια,
αχάλαστα κι ολόχρυσα, που πεταχτά τη φέρνουν
από στεριές και θάλασσες σα φύσημα τού ανέμου·
πήρε κοντάρι δυνατό με μύτη ακονισμένη,

100 βαρύ, μεγάλο και στεριό· με δαύτο ηρώους άντρες
σωρούς δαμάζει αν οργιστή τού φριχτού Δία η κόρη.
Από του Ολύμπου χύμιξε τα κορφοβούνια τότες
στο Θιάκι, κι ομπρός στάθηκε στις θύρες του Οδυσσέα,
πάς στο κατώφλι τής αυλής, κρατώντας στην παλάμη

105 το χάλκινο κοντάρι της, και μοιάζοντας με ξένο,
το Μέντορα το βασιλιά τής Τάφος. Εκεί βρήκε
και τους μνηστήρες τους τρανούς· γλεντίζανε με σκάκι
ομπρός στις θύρες σε προβιές βοδιώνε καθισμένοι,
που ίδιοι τους τα σφάξανε· κι ολόγυρά τους πλήθος
παραστεκόνταν κήρυκες και πρόθυμα κοπέλια,

110 που άλλοι με το κρασί νερό μες στα κροντήρια σμίγαν,
άλλοι τραπέζια πλένανε με τρυπητά σφουγγάρια,
και στρώνανέ τα· κι άλλοι τους τα κρέατα μοιράζαν.
Κι ο θεόμορφος Τηλέμαχος την είδε πρώτος πρώτος.
στο πλάγι τους καθότανε με σπλάχνα ταραγμένα

115 και μες στο νου του λόγιαζε τον ξέλαμπρο γονιό του,
αν θα 'ρχουνταν ποτέ μαθές να τους σκορπίση ετούτους
από τους πύργους, κι ίδιος του να βασιλεύη πάλε
με τα δικά του τα καλά. Αυτά 'χοντας στο νου του
σιμά στους άλλους, μάτιασε την Αθηνά, και πήγε
ίσια στα ξώθυρα, επειδής ντρεπότανε ν' αφήση

120 ξένο να πολυστέκεται στη θύρα· ομπρός του 'στάθη,
πιάνει το χέρι το δεξί, τού παίρνει το κοντάρι
το χάλκινο, και τού λαλεί με φτερωμένα λόγια·
«Καλώς τον ξένο· εσύ απ' εμάς θα φιλευτής, και κάλλιο
πρώτα στο δείπνο, κι ύστερα μάς κρένεις ό,τι ορίζεις.»

125 Είπε, και πήγε αυτός ομπρός, κι η Αθηνά ακλουθούσε.
και μέσα στ' αψηλόχτιστο παλάτι σάνε μπήκαν,
παίρνει και στήνει σε μακριά κολώνα το κοντάρι,
σ' αρματοθήκη σκαλιστή, που κι άλλα εκεί κοντάρια
πολλά τού καρτερόψυχου τού Οδυσσέα στεκόνταν.

130 Σ' ένα θρονί την κάθισε πάς σ' απλωμένο τούλι,
θρονί πανώριο, πλουμιστό, κι ακουμποπόδι ομπρός της.
Πήρε κι αυτός σκαμνί λαμπρό, μακριά από τους μνηστήρες,
να μην τόνε πειράζη ο αχός τον ξένο, και δε νιώση
γλύκα φαγιού καθίζοντας με αγέρωχους ανθρώπους,

135 και για να μάθη αν ήξερε μαντάτα τού γονιού του.
και μπρίκι για το νίψιμο τους φέρνει τότε η βάγια,
ώριο, χρυσό, και χύνει τους στην αργυρή λεγένη
για να πλυθούν, και στρώνει τους το γυαλιστό τραπέζι.
Σεμνή κελάρισσα έφερε ψωμί και παραθέτει,

140 κι από τα καλοφάγια της τους έβαλε περίσσια·
μες στα πινάκια ο μοιραστής τα κρέατ' αραδιάζει,
και θέτει χρυσοπότηρα ομπροστά τους· κάθε λίγο
περνούσε ο κήρυκας κοντά και τους κρασοκερνούσε.
Μπήκανε μέσα κι οι τρανοί μνηστήρες, και καθίσαν

145 αράδα σ' έδρες και σκαμνιά, και χύναν και σ' ετούτων
τα χέρια οι κήρυκες νερό, και σε πανέρια μέσα
οι παρακόρες σώρευαν ψωμί, και παλληκάρια
με το πιοτό στεφάνωναν τού καθενός κροντήρι.
Κι αυτοί άπλωναν τα χέρια τους στα φαγητά ομπροστά τους.

150 Κι από φαγί κι από πιοτό σα φράθηκε η καρδιά τους,
άλλα στο νου τους είχανε οι μνηστήρες· τα τραγούδια
και το χορό, χαρίσματα τού τραπεζιού σαν πού 'ναι·
λαμπρή κιθάρα ο κήρυκας παράδωσε στα χέρια
τού Φήμιου, που με το στανιό τραγούδαε στους μνηστήρες,

155 κι ώριο σκοπό τους άρχισε τις κόρδες της βαρώντας.
Λέει τότες ο Τηλέμαχος τής γαλανοματούσας
θεάς, κοντά της σκύβοντας, να μην ακούσουν οι άλλοι·
«Τάχα θα κρίνης άπρεπο το τι θα πω, καλέ μου;
Αυτοί στο νου τους έχουνε κιθάρες και τραγούδια,

160 και τί τους μέλει; ξένο βιός απλέρωτα μασάνε,
του αντρού που τ' άσπρα κόκκαλα μες στις βροχές σαπίζουν
πάς σε στεριές, ή στ' αρμυρό κυλιούνται ίσως το κύμα.
Μιάς να τον έβλεπαν εκειόν να μπαίνη μες στο Θιάκι,
και θα παρακαλούσανε να 'ναι αλαφροί στα πόδια

165 κάλλιο, παρά στις φορεσές και στα χρυσάφια πλούσιοι.
Μα τώρα αδικοχάθηκε, και παργοριά δε φέρνει
όποιος μας λέει πως έρχεται, τι γυρισμό δεν έχει.
Ως τόσο, πές μου αληθινά, ποιός είσαι, κι αποπούθε ;

170 ποιοί 'ν' οι γονιοί σου, ο τόπος σου; με τί καράβι 'φάνης ;
οι ναύτες πώς σε φέρανε στο Θιάκι; ποιοί παινιένται
πως είναι; τι θαρρώ πεζός εδώ δε μας ορίζεις.
Πές μου και τούτο αληθινά να ξέρω· μάς πρωτόρθες,

175 ή να 'σαι φίλος πατρικός; τι κι άλλοι πολλοί ξένοι
μάς ήρθαν, όπως γύριζε κι εκειός ανάμεσό τους.»
Τότες η γαλανόματη θεά τού απολογιέται·
«Όσα ρωτάς θα σου τα πω κι εγώ μ' αληθοσύνη.
Τού άξιου τού Αχίαλου παινιέμαι γιος πώς είμαι,

180 ο Μέντης, τώ θαλασσινών τής Τάφος βασιλέας·
με πλοίο μου στα μέρη αυτά και με συντρόφους ήρθα
τα πέλαγ' αρμενίζοντας προς τους ξενογλωσσίτες
τής Τέμεσης, με σίδερο, χαλκό απ' αυτούς να πάρω.

185 το πλοίο μένει σε ξοχή, παράοξω από την πόλη,
κάτω απ' το Νείο το σύδεντρο, ατού Ρείθρου το λιμάνι.
Εμείς δα φίλοι γονικοί λεγόμαστε απαρχήθες
ο ένας τού άλλου· πήγαινε και ρώτηξε το γέρο
ήρωα Λαέρτη· λένε αυτός πια δεν πατάει στην πόλη,

190 παρά μακριά στην εξοχή μονάχος τυραννιέται,
και γέρικη σπιτοκυρά θροφή τού παραθέτει,
η κούραση τα σκέλια του σαν πιάση, που με κόπο
τα σέρνει στον ανήφορο τού αμπελοχώραφού του.
Ήρθα, επειδής και λέχθηκε πώς στην πατρίδα του ήταν

195 ο κύρης σου· όμως οι θεοί τού κόβουνε το δρόμο.
Τι δεν απέθανε στη γης ο μέγας ο Οδυσσέας,
μόν' κάπου ακόμα ζωντανός στα πέλαγα κρατιέται,
σε κυματόζωστο νησί, που άντρες κακοί τον έχουν,
άγριοι, και με το ζόρι αυτοί τόνε βαστάνε πίσω.

200 Όμως σου προμαντεύω εγώ, καθώς στο νου μου μέσα
το βάλαν οι αθάνατοι, κι όπως θα βγει πιστεύω,
αν κι ούτε μάντης είμαι εγώ, κι ούτες απ' όρνια νιώθω,
να 'ρθη πια εκείνος στη γλυκειά πατρίδα δε θ' αργήση,
Μα και με σίδερα α δεθή· τρόπο θα βρει να φύγη,

205 γιατ' είναι πολυσόφιστος. Μα πές μου τώρα, γειά σου,
και ξήγησέ μου ξάστερα, παιδί του αν είσαι αλήθεια,
τού Οδυσσέα, τοσοδά μεγάλο παλληκάρι.
Παράξενα στην κεφαλή και στα λαμπρά τα μάτια
τού μοιάζεις· τι πολύ συχνά σμιγόμασταν οι δυό μας,

210 πριν ανεβή στην Τροία εκειός, που κι άλλοι Αργίτες τότες
από τους πρώτους κίνησαν με κουφωτά καράβια·
ένας τον άλλονα πια εμείς δεν είδαμε από τότες.»
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος απολογήθη κι είπε·
«Ξένε, θα σου μιλήσω εγώ με περισσήν αλήθεια.

215 Εκείνου τέκνο η μάνα μου με λέει· εγώ τί ξέρω;
ποιός το δικό του το γονιό μπορεί να πι πώς ξέρει;
Μακάρι να 'μουνα παιδί καλότυχου πατέρα,
που τού 'ρχουνται τα γερατειά στο σπιτικό του μέσα.
Μα εμένα ο πιο κακότυχος στον κόσμο στάθη εκείνος

220 που λεν πώς είμαι τέκνο του, σαν που ρωτούσες τώρα.»
Κι η γαλανόματη θεά γυρίζει και τού κρένει·
«δεν όρισαν αγνώριστη να μείνη η γενεά σου
οι θεοί, αφού σε γέννησε λεβέντη η Πηνελόπη.
Μα πές μου τώρα ξάστερα, και ξήγα μου κι ετούτο·

225 σαν τί τραπέζια να 'ναι αυτά; τί κόσμος; ποιά η ανάγκη;
τάχατες γάμος ή γιορτή; Βέβαια αυτά δεν είναι
συντροφικά. Με πόση δές αδιαντροπιά και θάρρος
δώ μέσα τρωγοπίνουνε. Θ' αγαναχτούσε ανίσως
ερχόταν άντρας γνωστικός κι άπρεπα τέτοια θώρειε.»

230 Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος απολογήθη κι είπε·
«Μιάς και ρωτάς μου, ω ξένε, αυτά, και θες να τα κατέχης,
πλούσιο και τιμημένο αυτό το σπίτι πρέπει να 'ταν,
εκείνος όσο μέσα εδώ καθότανε· όμως τώρα,
αλλιώτικα οι κακόγνωμοι θεοί το βουληθήκαν,

235 που ανείδωτο τον έκαμαν όσο κανέναν άλλον·
και μήτε καν το τέλος του δε θα θρηνούσα, ανίσως
στο πλάγι των συντρόφων του χανότανε στην Τροία,
για από τον πόλεμο ύστερα, σε αγαπητές αγκάλες.
και τότες οι Παναχαιοί θα τού 'στηναν μνημούρι,

240 κι όνομα θα 'βγαζε λαμπρό ν' αφήση τού παιδιού του.
Μα τώρα οι Άρπυιες άδοξα τον έχουν αρπαγμένο·
ανάφαντος κι ανάκουστος μου γίνη, και μ' αφήκε
λύπες και δάκρυα· μήτ' αυτό μονάχα δε με δέρνει,
επειδής κι άλλα μού 'φεραν οι Ολυμπήσοι πάθια.

245 Γιατί όσοι γύρω στα νησιά πρωτοστατούν αρχόντοι,
Δουλίχι, Σάμη, Ζάκυθο με τα δασιά τα δέντρα,
κι όσοι στο βραχορίζωτο το Θιάκι εδώ αρχοντεύουν,
όλοι ζητούν τη μάνα μου και μου χαλνάν το βιός μου.
Κι εκείνη μήτε αρνιέται τους γάμο φριχτό, και μήτε

250 τέλος να δώση δύνεται· και δός του αυτοί το σπίτι
μου καταλούνε· γλήγορα και μένα θα με φάνε.»
Τότε η Παλλάδα η Αθηνά τού λέει χολοσκασμένα·
«Αλλοίς, και πόσο χρειάζεσαι τον Οδυσσέα κοντά σου,
ετούτους τους ξεδιάντροπους μνηστήρες να βαρέση.

255 να ερχόταν τώρα να σταθή ατού παλατιού τις πόρτες,
με ασπίδα, με περίκρανο και με τα δυό κοντάρια,
τέτοιος στην όψη σαν που εγώ τον είδα πρώτα πρώτα
σαν έπινε και γλέντιζε στο σπιτικό μας μέσα,
από το γιο τού Μέρμερου γυρίζοντας, τον Ίλο,

260 τής Φύρας, που με πλοίο γοργό ξεκίνησε, βοτάνι
ζητώντας του θανατερό, ν' αλείψη τις χαλκένιες
σαΐτες του· δεν τού 'δωσε, τη μάνητα φοβώντας
εκείνος των αθάνατων· ο γέρος μου όμως τότες
τού το 'δωσε, αγαπώντας τον περίσσια· τέτοιος να 'ρθη

265 και ν' ανταμώση ετουτουνούς ο Οδυσσέας, και θα 'ναι
όλων το τέλος ξαφνικό, κι ο γάμος τους φαρμάκι.
Ως τόσο ετούτα ας μείνουνε στα χέρια των θεώνε,
καν θα γυρίση πάλε εδώ να γδικιωθή, καν όχι·
εσένα τώρα θέλω σε να στοχαστής και να 'βρης

270 το πώς από τον πύργο αυτό θα διώξης τους μνηστήρες.
Άκου λοιπόν, και πρόσεξε τα λόγια που σου κρένω.
Συγκάλεσέ τους το ταχύ τους Αχαιούς ηρώους,
και σ' όλους πές τη γνώμη σου με τους θεούς μαρτύρους.
Πρόσταξε τότες σπίτια τους να φύγουν οι μνηστήρες,

275 κι αν η καρδιά τής μάνας σου γάμο γυρεύη, ας σύρη
στ' αρχοντικό τού κύρη της, πού 'ναι τρανός αφέντης,
και γάμο αυτοί θα κάμουνε, και δώρα θα τοιμάσουν
πολλά, καθώς ταιριάζουνε σ' αγαπημένη κόρη.
Κι εσένα γνώμη φρόνιμη σου δίνω, αν θες ν' ακούσης·

280 καράβι με είκοσι κουπιά, καλό, σαν πάρης, έβγα
να μάθης για τον κύρη σου τον πολυπλανημένο·
ή κάποιος θα σου πη θνητός, ή τη φωνή θ' ακούσης
που στέλνει ο Δίας, και στη γης συχνά σκορπάει τις φήμες.
Πρώτα στην Πύλο, και ρωτάς το Νέστορα το μέγα·

285 σύρε κατόπι στον ξανθό τής Σπάρτης το Μενέλα,
τον πιο στερνό χαλκοάρματο Αχαιό που γύρσε πίσω.
Κι ά μάθης πώς ο κύρης σου και ζει και θα γυρίση,
απάντεξε, όσο κι αν πονής, ως ένα χρόνο ακόμα·
αν πάλε πώς απέθανε και πως σου χάθη ακούσης,

290 γυρίζεις πίσω στα γλυκά λημέρια τής πατρίδας,
τού στήνεις μνήμα, νεκρικά πολλά τού θέτεις δώρα,
όσα τού πρέπουν, κι ύστερα παντρεύεις και τη μάνα.
και σαν τα πράξης όλ' αυτά και τα καλοτελειώσης,
μες στο μυαλό σου γύρισε και μέσα στην ψυχή σου,

295 το πώς σ' αυτούς τους πύργους σου θα λυώσης τους μνηστήρες
είτε με δόλο, ή φανερά· τι πια δεν σου ταιριάζει
μωρό παιδί να φαίνεσαι, μικρός αφού δεν είσαι.
Ή τάχα δεν ακούς κι εσύ πώς ο λαμπρός ο Ορέστης
δοξάστηκε σ' όλη τη γης σα σκότωσε τον πλάνο

300 τον Αίγιστο, που χάλασε τον ξακουστό γονιό του;
Έτσι κι εσύ, που βλέπω σε τόσο ώριο και μεγάλο,
γίνου άντρας, φίλε, να σε υμνούν κατόπι οι απογόνοι.
και τώρα εγώ προς το γοργό καράβι κατεβαίνω,
τι στενοχώρια θα 'πιασε μεγάλη τους συντρόφους·

305 εσύ μονάχος φρόντιζε και νοιάσου τα όσα σου είπα.»
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και τής κρένει·
«Ξένε μου, αλήθεια, σύμπονα μου συντυχαίνεις λόγια,
καθώς γονιός σε τέκνο του, κι αξέχαστα θα τα 'χω.
Μα κάλλιο μείνε τώρα εδώ, κι ας είσαι για ταξίδι,

310 έλα και λούσου να φραθή η καρδιά σου, και κατόπι
κινάς προς το καράβι σου χαρούμενος, με δώρο
πλούσιο, λαμπρό, απέ λόγου μου να το 'χης θυμητάρι
σαν όσα φίλοι αγαπητοί χαρίζουνε σε φίλους.»
Κι η γαλανόματη θεά τού απολογιέται τότες·

315 «Μη με κρατάς πια τώρα εδώ, τι βιάζουμαι να σύρω.
Κι όσο για δώρο, όποιο ζητάει να δώσης μου η καρδιά σου,
στο γυρισμό μου δίνεις το, στο σπίτι να το πάρω,
πανώριο δώρο, που να λες κι ανταμοιβή τού αξίζει.»
σαν είπε αυτά ξεκίνησε η θεά η γαλανομάτα,

320 κι έγιν' αϊτός και πέταξε· μες στην καρδιά του ως τόσο
αφήκε θαρρεσιά κι αντρειά, και τού γονιού του η μνήμη
πιο ζωντανή ξανάρχουνταν· ξιππάστηκε η ψυχή του,
και θάμασε, γιατί θεός κατάλαβε πώς ήταν.
και τότες μ' όψη ισόθεη ζυγώνει τους μνηστήρες,

325 που τους τραγούδαε ο ξακουστός τραγουδιστής, κι εκείνοι
καθόντανε χωρίς μιλιά κι ακούγαν· το τραγούδι
τους έλεγε των Αχαιών το γυρισμό το μαύρο
που η Παλλάδα η Αθηνά τους πρόσταξε στην Τροία.
Κι από τ' ανώγια ακούγοντας το θείο αυτό τραγούδι
η Πηνελόπη η φρόνιμη, τού Ικάριου η θυγατέρα,

330 κατέβηκε τις αψηλές τού παλατιού τις σκάλες,
μόνη της όχι· αντάμα της δυό βάγιες κατεβήκαν.
Κι η ζουλεμένη αρχόντισσα σαν πήγε στους μνηστήρες,
πλάγι τού στύλου στάθηκε τής δουλευτής τής στέγης
σηκώνοντας στην όψη της το λιόλαμπρο φακιόλι,

335 με τις παραστεκάμενες από τα δυό πλευρά της,
και κρένει τού τραγουδιστή με μάτια δακρυσμένα·
«Φήμιε, που κι άλλα γνώριζες μαγευτικά τραγούδια,
μ' όσα θνητούς κι αθάνατους δοξάζετε εσείς πάντα,
εν' απ' αυτά τραγούδα τους σιμά τους καθισμένος,

340 κι αυτοί ας σωπούν κι ας πίνουνε· πάψ' το τραγούδι ετούτο,
το θλιβερό, που την καρδιά μου σκίζει μες στα στήθια,
γιατί σαν άλληνα καμιά βαρύς καημός με δέρνει,
κι ολημερίς ανιστορώ και λαχταρώ τον άντρα,
που στην Ελλάδα η δόξα του και στ' Άργος όλο απλώθη.»

345 Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και τής κάνει·
«δεν τον αφήνεις το γλυκό τραγουδιστή, μανούλα,
να φέρνη γλέντι καταπώς τ' αποθυμάει ο νους του;
δε φταίγει σου ο τραγουδιστής, ο Δίας ην' η αιτία,
που κάθε σιταρόθρεφτου θνητού όπως θέλει δίνει,

350 δεν έχει κρίμα αν τραγουδάη αυτός τη μαύρη μοίρα
τω Δαναώνε· πάντα θεν οι ανθρώποι το τραγούδι
που πιο καινούργιο τους σφαντάει σαν κάθουνται κι ακούνε.
Κάνε καρδιά κι απομονή ν' ακούς, γιατί μονάχος
δεν έχασε τού γυρισμού τη γλύκα ο Οδυσσέας,

355 μόν' κι άλλα χάθηκαν πολλά στην Τροία παλληκάρια.
Έμπα, και κοίτα σπίτι σου και το νοικοκυριό σου,
την αληκάτη, τ' αργαλειό, και πρόσταζε τις δούλες
να σου δουλεύουν· κι άφηνε τα λόγια αυτά στους άντρες,
μάλιστα εμένα, πού 'μαι δα και τού σπιτιού ο αφέντης.»

360 Θάμασ' αυτή, και γύρισε στο σπίτι, γιατί μπήκαν
ως την καρδιά της τού παιδιού τα γνωστικά τα λόγια.
Κι ανέβηκε στ' ανώγια της, κι αντάμα με τις βάγιες
τον ακριβό της Οδυσσέα θρηνούσε, ωσότου ύπνο
η Αθηνά τής στάλαξε γλυκό στα ματοκλάδια.

365 Ως τόσο στα βαθιόσκιωτα παλάτια μέσα οι άλλοι
οχλαλοή σηκώνανε, κι ευκότανε ο καθένας
μες στο κρεβάτι ν' αξιωθή σιμά της να πλαγιάση.
Σ' αυτούς αρχίζει ο γνωστικός Τηλέμαχος και κρένει·
«Ακούστε, ω παραδιάντροποι τής μάνας μου μνηστήρες·
τώρα εμείς γλέντι ας κάμουμε, κι ας λείψη τ' αχολόγι,

370 τι αξίζει αλήθεια τέτοιονα τραγουδιστή ν' ακούμε,
σαν πού 'ναι αυτός που με θεού λες κι η φωνή του μοιάζει·
μα την αυγή σε συντυχιά καθίζουμε όλοι αντάμα,
να σάς κηρύξω φανερά ν' αφήστε μου τον πύργο,
άλλα τραπέζια να 'βρετε, δικό σας βιός να τρώτε,

375 ο ένας σπίτι τ' αλλονού. Κι αν πάλε εσείς θαρρήτε
πώς είναι δίκιο κι εύλογο να καταλυούνται πλούτια
ενός ανθρώπου απλέρωτα, σκορπάτε τα· εγώ τότες
καλώ βοήθεια τους θεούς, ίσως κι ο Δίας φέρη
το γδικιωμό που αξίζει σας, κι έτσι κι εσείς κατόπι

380 πεδώθε δίχως πλερωμή μία και καλή χαθήτε.»
Αυτά τους είπε, κι όλοι τους, δαγκάνοντας τα χείλη
θαμάζαν τού Τηλέμαχου τα θαρρετά τα λόγια.
Κι ο Αντίνος τού Ευπείθη ο γιος τού μίλησε και τού 'πε·
«Εσένα θεοί, Τηλέμαχε, να σε διδάχνουν πρέπει

385 μεγάλα λόγια να μιλάς, και θαρρετά να κρένης·
μη σώση και σε κάμη ο γιος τού Κρόνου βασιλέα
στο Θιάκι το γυρόλουστο, σαν πού 'ναι πατρικό σου.»
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και τού κάνει·
«Τάχα θα σου φανή βαρύ το θα σου πω, ω Αντίνε;

390 Κι ετούτο θα το δέχουμουν αν το 'δινέ μου ο Δίας.
Ή λες δε γίνεται κακό τρανότερο στο κόσμο;
Όχι, δεν το 'χω για αχαμνό να 'ναι κανένας ρήγας·
πλούσιο το σπίτι του άξαφνα, δοξάζεται κι ατός του.
Μα κι άλλοι βρίσκουνται Αχαιοί στο Θιάκι βασιλιάδες,

395 νέοι και γέροι αρίθμητοι, κι ένας τους θα 'χη ετούτη
τη δόξα, μιάς κι απέθανε ο θείος ο Οδυσσέας·
όμως εγώ θα ορίζω αυτό το σπίτι και τους δούλους,
που για τα μένα απόχτησε με τ' άρματά του εκείνος.»
και τού Πολύβου ο Ευρύμαχος γυρνάει κι απολογιέται·

400 «Αυτά, Τηλέμαχε, στων θεών ας μείνουνε τα χέρια,
το ποιός στο θαλασσόλουστο θα βασιλέψη Θιάκι·
μακάρι εσύ να κυβερνάς και χτήματα και σπίτι,
και να μην έρθη εδώ ψυχή και θες δε θες σου αρπάξη
τα χτήματα, όσο το νησί το κατοικούν ανθρώποι.

405 Μα τώρα θέλω να μου πης, καλέ μου, για τον ξένο,
ποπούθε να 'ναι ελόγου του; ποιά χώρα λέει δική του;
ποιά να 'ναι η φύτρα του μαθές, το πατρικό του χώμα ;
μπας και μαντάτα σου 'φερε πώς έρχεται ο γονιός σου ;

410 ή να 'ρθε εδώ γυρεύοντας δικές του τάχα ανάγκες ;
Φάνηκε μόλις, κι έφυγε δεν έμεινε δα κιόλας
να γνωριστή· και πρόστυχος δεν έμοιαζε στην όψη.»
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και τού κρένει·
«Ο κύρης μου πια γυρισμό, ω Ευρύμαχε, δεν έχει·
μήτε μαντάτα ακούγω εγώ, σα φτάνουν από κάπου,

415 μήτε μαντείες πια ψηφώ σαν προσκαλέση η μάνα
μάντη στο σπίτι και ρωτάη. Ο ξένος που είδες είναι
φίλος δικός μου πατρικός από την Τάφο, ο Μέντης·
τού φρόνιμου τού Αχίαλου παινιέται γιος πώς είναι,
και βασιλιάς των Ταφιτών, που το κουπί αγαπάνε.»

420 Αυτά είπε, κι όμως τη θεά στο νου την είχε πάντα,
Εκείνοι ως τόσο στο χορό και στο γλυκό τραγούδι
το γύρισαν, και γλέντιζαν ως που να ρθη το βράδυ.
και καθώς γλέντιζαν, τ' αχνό κατέβηκε το βράδυ·
καθένας τότες σπίτι του τραβούσε να πλαγιάση,

425 και πήγε κι ο Τηλέμαχος στον αψηλοχτισμένο
το θάλαμο που σφάνταζε μες στην αυλή την ώρια,
να μπη στην κλίνη του, πολλά στο νου του μελετώντας.
Η Ευρύκλεια τότες τού 'φερε τα φώσια τ' αναμμένα,
τού Ώπα η κόρη η μπιστευτή, τού γιου τού Πεισηνόρη,

430 π' ο Λαέρτης άλλοτες μικρή την πήρε κοπελούδα
με είκοσι βόδια πλερωμή, και μέσα στο παλάτι
το ίδιο με την άξια του γυναίκα την τιμούσε,
Μα αντάμα της δεν πλάγιαζε, να μη χολιάση εκείνη·
αυτή τα φώσια ανέβασε, που από τις άλλες δούλες

435 τον είχε αγάπη ξέχωρη, κι από μωρό τον κοίτα.
Άνοιξε αυτός το θάλαμο τον τεχνικά φτιασμένο,
στην κλίνη κάθισε, έβγαλε το μαλακό χιτώνα,
τον έθεσε στης φρόνιμης γερόντισσας τα χέρια,
κι αυτή σαν τόνε δίπλωσε καλά, σε ξυλοκάρφι

440 τον κρέμασε, παράδιπλα στο τορνευτό κλινάρι,
κι ήβγε, τής θύρας σέρνοντας την αργυρή κρικέλα,
απέξωθε με το λουρί το σύρτη της τραβώντας.
Κι αυτός με ανθό τού προβατιού για σκέπασμα όλη νύχτα
το δρόμο συλλογιότανε που η Αθηνά τού ξήγα.







Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Γύρνα φτερωτή του μύλου να περάσει το νερό, Μέλι θα γιομίσει τώρα κάθε μύγδαλο πικρό.. Bodas de Sangre














"Αγαπώ τη γη. Νιώθω δεμένος μαζί της σε όλα μου τα συναισθήματα. Οι πιο μακρινές αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας έχουν τη γεύση της γης. Η γη, ο κάμπος, έχουν κάνει μεγάλα πράγματα στη ζωή μου. Τα ζωύφια της γης, τα ζώα, οι αγρότες, κρύβουνε μυστικά που φτάνουν σε πολύ λίγους. Εγώ τα συλλαμβάνω τώρα με το ίδιο πνεύμα όπως και στα παιδικά μου χρόνια... Χωρίς ετούτη την αγάπη που έχω για τη γη δεν θα είχα καταφέρει να γράψω τον Ματωμένο Γάμο..." έγραψε ο Φρ. Γκαρθία Λόρκα.

Ματωμένος Γάμος ή Ματωμένα Στέφανα, όπως είναι επίσης γνωστό στα ελληνικά είναι ο τίτλος θεατρικού έργου του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. (ισπ. Bodas de Sangre). Ο Λόρκα εμπνεύστηκε από ένα άρθρο εφημερίδας που ανέφερε ένα έγκλημα στην ανδαλουσιανή πόλη Níjar. Ο Ματωμένος Γάμος είναι ένα από τα τρία τραγικά θεατρικά έργα της "ισπανικής υπαίθρου" του συγγραφέα. Τα άλλα δυο είναι η "Γέρμα" και "Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα". Και τα τρία έργα υπογραμμίζουν την πειθήνια υποταγή των γυναικών που αποζητούν ελευθερία στην παραδοσιακή κοινωνία της ισπανικής υπαίθρου, η οποία τους αρνείται την κοινωνική ή ερωτική ισότητα.

Το τραγικό στο έργο του Λόρκα έγκειται στο γεγονός ότι όλοι οι ήρωες έχουν από την πλευρά τους δίκιο. Η Μάνα αναρωτιέται απευθυνόμενη στη Νύφη «..δεν είναι δικό σου το φταίξιμο, ούτε δικό μου. Ποιος φταίει τότε;». Η απάντηση της Νύφης αποτελεί και την απάντηση στην αγωνιώδη προσπάθεια του ανθρώπινου είδους μέχρι σήμερα, να νιώσει ότι μπορεί να ελέγξει τον ψυχισμό του μέσα από καλά, κατά τη γνώμη του, οχυρωμένες λογικές: «Κατηγόρησέ με όσο θες. Δεν το όριζα. Κι εσύ στη θέση μου, το ίδιο θα έκανες».

Ο “Ματωμένος Γάμος” αποτελεί μια πολύτιμη παρακαταθήκη παραδόσεων και έχει καταξιωθεί στη μνήμη μας σαν ένα έργο βαθιά μεσογειακό που δεν αφορά μόνο την ισπανική ύπαιθρο μα ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου και κατ’ επέκταση ολόκληρη την οικουμένη. Ειδικότερα όμως αφορά την Κρήτη, μια που οι επιρροές των δυο περιοχών λειτουργούν αμφίδρομα, οι πολιτισμικές ρίζες μέσα στο χρόνο είναι βαθιές και η ψυχοσύνθεση των κατοίκων τους παρεμφερής.

Οι τελετουργικές καταβολές της θυσίας του διονυσιακού θεού-ταύρου (ταυροκαθάψια) της Κρήτης, συναντούν τις αντίστοιχες στην Ιβηρική χερσόνησο που σήμερα έχουν πάρει τη μορφή των ταυρομαχιών. Η “βεντέτα”, έθιμο και των δυο λαών, κυριαρχεί στην τραγωδία του Λόρκα και το μαχαίρι απαραίτητο εργαλείο και στους δυο, γίνεται στο “Ματωμένο Γάμο” εργαλείο θανάτου και παίρνει τις διαστάσεις ιερού εγχειριδίου των αρχαϊκών θυσιών, που πρώτα αυτό έρχεται σε επαφή με τον σπαραγμό του σώματος και το αίμα.

Ο λυρισμός, η δράση, τα πάθη και τα συναισθήματα, ο προδομένος έρωτας που οδηγεί στον θάνατο, οι αλληγορίες του θανάτου, του «ντουέντε» (πάθους της ψυχής) και της σελήνης, το χώμα, ο ήλιος, τα υπερφυσικά στοιχεία, το πάθος της Ανδαλουσιανής γης, οι λαϊκές πηγές της παράδοσης είναι τα στοιχεία που συνθέτουν την τραγωδία του «Ματωμένου Γάμου».


Γύρνα φτερωτή του μύλου να περάσει το νερό,
μέριασε θολό ποτάμι να 'ρθει το συμπεθεριό,
έβγα στ' άσπρο σου μπαλκόνι φεγγαράκι μου χρυσό.

Τραγουδάνε τα νιογάμπρια και περνάν τον ποταμό,
λάμπει στο χορτάρι η πάχνη, φτάνει το συμπεθεριό.
Μέλι θα γιομίσει τώρα κάθε μύγδαλο πικρό.

Γύρνα φτερωτή του μύλου να περάσει το νερό
κι απ' τον ποταμό που λάμπει να 'ρθει το συμπεθεριό,
έβγα στ' άσπρο σου μπαλκόνι φεγγαράκι μου χρυσό.



Κύριοι χαρακτήρες του έργου:

Μάνα: μητέρα του Γαμπρού που έχει χάσει τον άντρα της και το μεγαλύτερο γιο της σε βεντέτα. Και οι δυο φονεμένοι από τους Φελίξ. Ο γάμος του γιου της συμβολίζει γι’ αυτή την απόδραση από την απέραντη μοναξιά, την έξοδο μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της και την επανένταξη στην κοινωνία, τη συνέχεια της γραμμής του αίματος με την απόκτηση εγγονιών.
Γαμπρός: νέος και ευκατάστατος με την οικονομική άνεση για να πετύχει έναν καλό γάμο.
Νύφη: νέα κοπέλα από καλή οικογένεια που ζει με τον πατέρα της παράμερα από το χωριό.
Λεονάρντο: ο μοναδικός χαρακτήρας που αναφέρεται με τ’ όνομά του. Παντρεμένος με την ξαδέρφη της Νύφης έχει ένα μικρό γιο. Κρατάει από την οικογένεια των Φελίξ και παλαιότερα υπήρξε αρραβωνιαστικός της Νύφης.
Φεγγάρι
Θάνατος: με τη μορφή ζητιάνας.


Τώρα νυφούλα μου χρυσή
που βγαίνεις απ' το σπίτι σου
να θυμηθείς πως βγαίνεις
σαν τον αυγερινό.

Φρεσκολουσμένο το κορμί
καινούργιο το φουστάνι σου
βγαίνεις από το σπίτι σου
στην εκκλησιά να πας.




Υπόθεση του έργου:

Φαρμακωμένη η Μάνα από το θάνατο του άντρα της και του μεγαλύτερου γιου της σε βεντέτα από το χέρι της φαμίλιας των Φελίξ, δίνει την ευχή της στο μικρότερο γιο της να παντρευτεί μια κοπέλα που ζει τέσσερις ώρες μακριά απ’ το χωριό, εκδηλώνοντας την επιθυμία της να δει εγγόνια. Ένα σύννεφο όμως επισκιάζει την διαφαινόμενη ευτυχία: μια γειτόνισσα επιβεβαιώνει στη Μάνα τις φήμες πως παλαιότερα η Νύφη ήταν αρραβωνιασμένη για τρία χρόνια με το Λεονάρντο, από τη φαμίλια των Φελίξ που είχαν δολοφονήσει τον άντρα και το γιό της. Ο Λεονάρντο είναι τώρα παντρεμένος με την ξαδέρφη της Νύφης και μένει μαζί με τη γυναίκα του και την πεθερά του. Γυρίζοντας στο σπίτι από τη δουλειά, τις ακούει να νανουρίζουν το μικρό γιο του. Όταν όμως ένα μικρό κορίτσι καταφτάνει και τους μεταφέρει τα νέα για τις αγορές των πλούσιων δώρων του Γαμπρού που προορίζονταν για τη Νύφη, οργισμένος ο Λεονάρντο ορμάει έξω από το σπίτι.

Μάνα και αρραβωνιαστικός πραγματοποιούν επίσκεψη στο σπίτι της Νύφης προσκομίζοντας τα δώρα και συζητούν τα του γάμου με τον Πατέρα της. Η Μάνα διαπιστώνει πως η κοπέλα δεν δείχνει ιδιαίτερη χαρά. Όταν φεύγουν, η Δούλα πειράζει τη Νύφη για τα δώρα του Γαμπρού και της αποκαλύπτει ότι ο Λεονάρντο έρχεται τα βράδια κάτω από το παράθυρό της. Τη μέρα του γάμου, ξημερώματα, πριν φτάσουν οι καλεσμένοι, ο Λεονάρντο της εκμυστηρεύεται τον πόθο του. Η Νύφη επιχειρεί να τον κάνει να σωπάσει, μα δεν αρνείται ότι ακόμα τρέφει αισθήματα γι’ αυτόν. Η Δούλα διώχνει το Λεονάρντο την ώρα που καταφτάνουν οι καλεσμένοι για το γάμο. Η Νύφη ικετεύει το Γαμπρό να γίνει μια ώρα αρχύτερα ο γάμος για να γενεί γυναίκα του.

Μετά το γάμο, όλος ο κόσμος επιστρέφει στο σπίτι της Νύφης για το γαμήλιο γλέντι. Από τη στάση της Νύφης η Μάνα ψυχανεμίζεται το θανατικό που πλανάται στην ατμόσφαιρα, αλλά δε βγάζει μιλιά. Σε λίγο, ενώ έχει ανάψει το γλέντι, αναζητώντας οι καλεσμένοι τη Νύφη και το Λεονάρντο ανακαλύπτουν ότι το έσκασαν με το άλογο. Στο όνομα της τιμής, εξοργισμένος ο Γαμπρός βγαίνει να κυνηγήσει και να σκοτώσει το Λεονάρντο, ενώ η Μάνα διατάζει όλους τους καλεσμένους να χωριστούν σε ομάδες και να ψάξουν το ζευγάρι.

Στο δάσος, όπου βρίσκονται ο Λεονάρντο και η Νύφη, εμφανίζονται τρεις Ξυλοκόποι που συζητούν τα γεγονότα, προφητεύοντας ότι το ζευγάρι θα ανακαλυφθεί μόλις βγει το Φεγγάρι και φωτίσει το δάσος. Οι εικόνες του Θανάτου, του Φεγγαριού και των ξυλοκόπων προετοιμάζουν αυτό που θα ακολουθήσει.
Το Φεγγάρι εμφανίζεται σαν χαρακτήρας και μέσα από ένα μονόλογο πενθεί τη μοναξιά του και δηλώνει την επιθυμία του να χυθεί αίμα, προκειμένου να τιμωρήσει τους ανθρώπους που το άφησαν έξω από τα σπίτια τους. Συνοδεύεται από μια ζητιάνα που είναι ο Θάνατος προσωποποιημένος: μαζί συμφωνούν πως τα μαχαίρια πρέπει να βρουν το δρόμο τους και το αίμα να χυθεί σιγά-σιγά. Ρίχνει το φως του στο δάσος. Την ίδια στιγμή, συντροφιά ο Γαμπρός μ’ ένα παλικάρι ψάχνουν στο σκοτεινό δάσος. Εκεί, εμφανίζεται ο Θάνατος με τη μορφή γριάς ζητιάνας και προσφέρεται να τους οδηγήσει στα χνάρια του Λεονάρντο. Λίγο πιο μακριά, ο Λεονάρντο και η Νύφη, συναισθηματικοί αλλά με ένα ασίγαστο και σκοτεινό πάθος ο ένας για τον άλλον, αναρωτιούνται για το ζοφερό τους μέλλον. Ακούγονται βήματα. Καθώς πλησιάζει ο Γαμπρός με το Θάνατο εκείνοι αγκαλιάζονται παράφορα. Κάνει την εμφάνισή του το Φεγγάρι. Οι δύο αντίζηλοι αναμετρώνται και σε λίγο ακούγονται μακρόσυρτες σπαραχτικές κραυγές.

Πίσω στο χωριό, κορίτσια έχουν μαζευτεί στην εκκλησία και συζητούν τα γεγονότα. Ο Θάνατος, ως συνήθως με τη μορφή ζητιάνας, εμφανίζεται και αναγγέλλει τον αλληλοσκοτωμό στην ακροποταμιά. Η τιμή του γιου της Μάνας έχει μείνει άθικτη. Εξαγριωμένη η Μάνα μόλις βλέπει τη Νύφη να γυρίζει από το δάσος με κατακόκκινο νυφικό απ’ το αίμα των δυο αντρών, επιχειρεί να τη σκοτώσει αλλά συγκρατείται. Ο θρήνος της καθεμιάς, την ώρα που τα παλικάρια μεταφέρουν τους σκοτωμένους, εξωτερικεύει τα εσωτερικά συναισθήματα τους.

Ο “Ματωμένος Γάμος”, είναι πολλά περισσότερα από μια ατυχή ιστορία αγάπης ή πάθους. Είναι μια ιστορία παλιά όσο και ο κόσμος: αρραβώνας, γάμος, θάνατος (πρόταση –κορύφωση – καταστροφή), το φευγιό μιας νύφης από το γάμο της και τα τραγικά επακόλουθα της πράξης, ο κύκλος του αίματος.





ΑΝΝΑ ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ (ΜΑΝΑ)
ΝΙΚΟΣ ΤΖΟΓΙΑΣ (ΦΕΓΓΑΡΙ)
ΣΤΡΑΤΗΣ ΤΣΟΠΑΝΕΛΗΣ (ΓΑΜΠΡΟΣ)
ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ (ΛΕΟΝΑΡΔΟ)
ΤΑΣΣΩ ΚΑΒΒΑΔΙΑ (ΔΟΥΛΑ)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΡΓΥΡΗΣ (ΠΑΤΕΡΑΣ)
ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ (ΝΥΦΗ)
ΟΛΓΑ ΤΟΥΡΝΑΚΗ (ΖΗΤΙΑΝΑ)
Τραγουδάει η ΝΕΝΑ ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΥ

Μετάφραση: ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
Μουσική: ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Από το Θέατρο της Δευτέρας της ΕΡΤ






Θέλω να κλάψω, έτσι νιώθω,
όπως κλαίνε τα παιδιά στο τελευταίο το θρανίο,
γιατί δεν είμαι ποιητής, ούτε άντρας ούτε φύλλο,
μα σφυγμός πληγωμένος που τα πράγματα σκαλίζει,
απ' την άλλη τους μεριά.

Θέλω να κλάψω, το όνομά μου να φωνάξω,
Φρεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, στην όχθη τούτης της λίμνης
αυτό που αληθινά είμαι να δηλώσω, άνθρωπος με αίμα
που αρνιέται τη χλεύη και τους υπαινιγμούς των λέξεων.

Εδώ, πλάι στο γυμνό νερό
την ελευθερία μου ζητώ, την ανθρώπινη αγάπη μου
όχι για το πέταγμα που ίσως μου δώσει, το φώς ή τον καυτό ασβέστη,
μα για τον ενεστώτα χρόνο μου που περιμένει
στη σφαίρα της τρελή αύρας.






Ήταν το 1945, όταν ο Νίκος Γκάτσος κυκλοφόρησε σε βιβλίο τη μετάφραση ενός από τα σημαντικότερα θεατρικά έργα του αιώνα μας, το “ Ματωμένο Γάμο ” του Federico Garcia Lorca. Η πανανθρώπινη δυναμική του έργου, η αμεσότητα του Ισπανού ποιητή, ο λυρισμός και η γλωσσοπλαστική του δεινότητα έβρισκαν ένα ξεχωριστό κατάλυμα στο λεκτικό πλούτο του Νίκου Γκάτσου. .

..Ήταν η εποχή που στο γραφικό πατάρι του « Λουμίδη », ο Βαλαωρίτης, ο Γκάτσος, ο Ελύτης, ο Τσαρούχης, ο εικοσάχρονος τότε Μάνος Χατζιδάκις κι άλλοι πολλοί που συνέθεταν μια ξεχωριστή συντροφιά, ζούσαν μέσα σε καλλιτεχνικές συνευρέσεις γεμάτες όνειρα και ευαισθησία σε μια Ελλάδα που ψυχοραγούσε από τον πόλεμο και κυοφορούσε την ελπίδα…

«Εκεί άρχισε να σχηματίζεται μέσα μου η μουσική για το ”Ματωμένο Γάμο” με την ίδια δυσκολία που προσπαθούσαμε να υπάρχουμε…», έλεγε κάποια χρόνια αργότερα ο Μάνος Χατζιδάκις.

Αυτήν την περίοδο, παρ’ ότι νεαρός, με περίσσια γνώση και ωριμότητα ασχολείται με το Ρε-μπέτικο, το οποίο θεωρούσε ανεκτίμητο διαμάντι της ελληνικής κουλτούρας που όσο κι αν βρι-σκόταν στο περιθώριο, κυνηγημένο και παράνομο, λειτουργούσε περήφανο, βαθιά θρησκευτικό κι ερωτικό.

Σωστά ευαίσθητος, υγιής κάτω από τη διδασκαλία φίλων και δασκάλων, όπως ο ίδιος υπο-στήριζε, αρνήθηκε τη «σοβαρή» μας μουσική που η μια ντυμένη με κουρέλια παρίστανε την Ευρώπη κι η άλλη μισή, με φουστανέλες την «αθάνατη Ελλάδα» μέσα από επαρχιακούς στρατώνες. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης ξεσήκωνε θύελλες αντιδράσεων για αυτές του τις απόψεις.

«Όπως ο Γκάτσος θέλησε να μεταφυτέψει τις ισπανικές προσωδίες στους λαϊκούς ποιητικούς ρυθμούς της γλώσσας μας, έτσι κι εγώ προσπάθησα να προεκτείνω τους ρυθμούς αυτούς στις παντοτινές πηγές της νεοελληνικής ευαισθησίας», έλεγε αργότερα ο Χατζιδάκις, αναφερόμενος στη μουσική για το έργο του Λόρκα.

Στο «Ματωμένο Γάμο» ο Μάνος Χατζηδάκις γράφει μια μουσική, που ο ίδιος λέει ότι προσάρ-μοσε στην ελληνική μουσική αντίληψη. Πενήντα πέντε χρόνια μετά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η μουσική σε σ΄ αυτό το έργο του Λόρκα είναι συν τοις άλλοις μια μουσική πανανθρώπινης αντί-ληψης. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Λόρκα ήταν κι αυτός μουσικός, επηρεασμένος από τα φλαμένγκος

της εποχής του, από παραδοσιακούς ρυθμούς και μελωδίες γεμάτες πόνο κι ευαισθησία, ερωτικές αλλά και επικές, λιτές και μεγαλόπρεπες συνάμα.

Ο Μάνος Χατζιδάκις καταφέρνει να περάσει αυτά ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά και στη μουσική του, με μελωδίες μοναδικές στη γλαφυρότητα των συναισθημάτων, με άρτιες ενορχη-

στρώσεις, με χορωδίες θρησκευτικής ευλάβειας.

Αναμφισβήτητα είναι παρούσα εδώ και η μετάφραση του Νίκου Γκάτσου, οι στίχοι του οποί-ου επηρεάζουν σημαντικά τον έλληνα συνθέτη.

Το “Τώρα νυφούλα μου χρυσή”, το “Νανούρισμα”, το «Ήταν καμάρι της αυγής» είναι με-ρικά από τα τραγούδια που αγαπήθηκαν από αυτή τη συνεργασία, που έμελλε να ήταν από τις κορυφαίες στιγμές στο ελληνικό θέατρο.

Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το “Θέατρο Τέχνης” το 1948 , σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, με τον Γιάννη Τσαρούχη στην επιμέλεια των σκηνικών και των κου-στουμιών και τους Βάσω Μεταξά, Έλλη Λαμπέτη και Βασίλη Διαμαντόπουλο στους κεντρικούς ρόλους. Το 1955 το έργο ξαναπαίχτηκε πάλι από το «Θέατρο Τέχνης».

Πολλά θεατρικά σχήματα ανέβασαν το έργο αργότερα, στα περισσότερα των οποίων η μουσική του Μ. Χατζιδάκι ήταν αναπόσπαστο τμήμα του όλου εγχειρήματος. Ο ίδιος ο συνθέτης σε πολλές απ’ αυτές τις κατοπινές παραστάσεις ξαναδούλεψε τις αρχικές συνθέσεις του,.

Ο ρεαλισμός, ο λυρισμός, η δράση, τα πάθη και τα συναισθήματα του “Ματωμένου Γάμου», βρήκαν από κείνη την άνοιξη του 1948 μια ποικιλία από νότες μελωδικά στρωμένες στο σανίδι του «Θεάτρου Τέχνης» κι ο Λόρκα , ένα συνοδοιπόρο στα μονοπάτια της ψυχής… Ένα συνοδοιπόρο που πότε στροβιλιζόταν σα γνήσιος ρεμπέτης στους λαϊκούς ρυθμούς και πότε αφουγκραζόταν τις βαριές ανάσες των θεατρίνων… Και τότε… σώπαινε ή μονολογούσε θλιμμένα σε… ένα ρε μινόρε… Γιώργου Κομνά

Ήταν καμάρι της αυγής
και καβαλάρης όμορφος.
Τώρα μια χούφτα χιόνι.

Γύρισε κάμπους και βουνά
και πανηγύρια πέρασε
στην αγκαλιά των κοριτσιών.

Ποιος το ‘λπιζε να γίνουνε
τα μούσκλια τα νυχτιάτικα
στεφάνι στα μαλλιά του;




Νάνι το παιδί μου νάνι που δεν ήθελε νερό,
τ' άλογό μας το μεγάλο. Αχ καρδούλα μου ποιος ξέρει
τι να λέει το ποταμάκι στο λιβάδι το χλωρό.

Νάνι, το νερό το μαύρο μες στα πράσινα χορτάρια
που ψιλό τραγούδι πιάνει. Νάνι την τριανταφυλλιά μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει, τ' άλογό μας το καλό.

Έχει πόδια λαβωμένα, τραχηλιά κρουσταλλιασμένη,
έχει ένα ασημένιο λάζο καρφωμένο μες στα μάτια.
Μόνο μια φορά σαν είδε τ' αντρειωμένα τα βουνά
εχλιμίντρισε κι εχάθη στα νερά τα σκοτεινά.

Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις,
αχ μαράζι μες στο χιόνι. Νάνι το γαρούφαλό μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει, τ' άλογό μας το καλό.

Μην έρχεσαι μη μπαίνεις, το παρεθύρι κλείστο
με φυλλωσιές ονείρου, μ' όνειρα φυλλωσιάς.
Κοιμάται το παιδάκι μου, σωπαίνει το μωρό μου.

Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις,
άλογο της χαραυγής.

Nani, mi niño, nani que no gustó la agua
Nuestro caballo grante. Ay mi corazoncito quién sabe
que diga el río pequeño al campo verde

Nani, la agua negra en los hojas verdes
que comienza a cantar. Nani, mi rosal
que gotea la tierra con las lágrimas
nuersto cavallo bueno

Y tiene los pies heridos, cuello de crystal
Tiene un cuchillo de plata clavado entre los ojos
Solamente una vez cuando vio las montañas valerosas
Relinchó y se perdió en las aguas oscuras....

¿Ay, dónde fuiste mi caballo que no gustó beber?
Ay, el dolor en la nieve.....Nani, mi clavel
que gotea lágrimas en la tierra nuestro bueno cavallo...

¡No ven -no entra- Cierra la ventana
Por el follaje de sueños, por los sueños del follaje
My niño pequeño duerme, mi bebé es silencioso...

Ay, dónde fuiste mi caballo,
que no gustó beber, caballo del amanecer