Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Γύρνα φτερωτή του μύλου να περάσει το νερό, Μέλι θα γιομίσει τώρα κάθε μύγδαλο πικρό.. Bodas de Sangre














"Αγαπώ τη γη. Νιώθω δεμένος μαζί της σε όλα μου τα συναισθήματα. Οι πιο μακρινές αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας έχουν τη γεύση της γης. Η γη, ο κάμπος, έχουν κάνει μεγάλα πράγματα στη ζωή μου. Τα ζωύφια της γης, τα ζώα, οι αγρότες, κρύβουνε μυστικά που φτάνουν σε πολύ λίγους. Εγώ τα συλλαμβάνω τώρα με το ίδιο πνεύμα όπως και στα παιδικά μου χρόνια... Χωρίς ετούτη την αγάπη που έχω για τη γη δεν θα είχα καταφέρει να γράψω τον Ματωμένο Γάμο..." έγραψε ο Φρ. Γκαρθία Λόρκα.

Ματωμένος Γάμος ή Ματωμένα Στέφανα, όπως είναι επίσης γνωστό στα ελληνικά είναι ο τίτλος θεατρικού έργου του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. (ισπ. Bodas de Sangre). Ο Λόρκα εμπνεύστηκε από ένα άρθρο εφημερίδας που ανέφερε ένα έγκλημα στην ανδαλουσιανή πόλη Níjar. Ο Ματωμένος Γάμος είναι ένα από τα τρία τραγικά θεατρικά έργα της "ισπανικής υπαίθρου" του συγγραφέα. Τα άλλα δυο είναι η "Γέρμα" και "Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα". Και τα τρία έργα υπογραμμίζουν την πειθήνια υποταγή των γυναικών που αποζητούν ελευθερία στην παραδοσιακή κοινωνία της ισπανικής υπαίθρου, η οποία τους αρνείται την κοινωνική ή ερωτική ισότητα.

Το τραγικό στο έργο του Λόρκα έγκειται στο γεγονός ότι όλοι οι ήρωες έχουν από την πλευρά τους δίκιο. Η Μάνα αναρωτιέται απευθυνόμενη στη Νύφη «..δεν είναι δικό σου το φταίξιμο, ούτε δικό μου. Ποιος φταίει τότε;». Η απάντηση της Νύφης αποτελεί και την απάντηση στην αγωνιώδη προσπάθεια του ανθρώπινου είδους μέχρι σήμερα, να νιώσει ότι μπορεί να ελέγξει τον ψυχισμό του μέσα από καλά, κατά τη γνώμη του, οχυρωμένες λογικές: «Κατηγόρησέ με όσο θες. Δεν το όριζα. Κι εσύ στη θέση μου, το ίδιο θα έκανες».

Ο “Ματωμένος Γάμος” αποτελεί μια πολύτιμη παρακαταθήκη παραδόσεων και έχει καταξιωθεί στη μνήμη μας σαν ένα έργο βαθιά μεσογειακό που δεν αφορά μόνο την ισπανική ύπαιθρο μα ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου και κατ’ επέκταση ολόκληρη την οικουμένη. Ειδικότερα όμως αφορά την Κρήτη, μια που οι επιρροές των δυο περιοχών λειτουργούν αμφίδρομα, οι πολιτισμικές ρίζες μέσα στο χρόνο είναι βαθιές και η ψυχοσύνθεση των κατοίκων τους παρεμφερής.

Οι τελετουργικές καταβολές της θυσίας του διονυσιακού θεού-ταύρου (ταυροκαθάψια) της Κρήτης, συναντούν τις αντίστοιχες στην Ιβηρική χερσόνησο που σήμερα έχουν πάρει τη μορφή των ταυρομαχιών. Η “βεντέτα”, έθιμο και των δυο λαών, κυριαρχεί στην τραγωδία του Λόρκα και το μαχαίρι απαραίτητο εργαλείο και στους δυο, γίνεται στο “Ματωμένο Γάμο” εργαλείο θανάτου και παίρνει τις διαστάσεις ιερού εγχειριδίου των αρχαϊκών θυσιών, που πρώτα αυτό έρχεται σε επαφή με τον σπαραγμό του σώματος και το αίμα.

Ο λυρισμός, η δράση, τα πάθη και τα συναισθήματα, ο προδομένος έρωτας που οδηγεί στον θάνατο, οι αλληγορίες του θανάτου, του «ντουέντε» (πάθους της ψυχής) και της σελήνης, το χώμα, ο ήλιος, τα υπερφυσικά στοιχεία, το πάθος της Ανδαλουσιανής γης, οι λαϊκές πηγές της παράδοσης είναι τα στοιχεία που συνθέτουν την τραγωδία του «Ματωμένου Γάμου».


Γύρνα φτερωτή του μύλου να περάσει το νερό,
μέριασε θολό ποτάμι να 'ρθει το συμπεθεριό,
έβγα στ' άσπρο σου μπαλκόνι φεγγαράκι μου χρυσό.

Τραγουδάνε τα νιογάμπρια και περνάν τον ποταμό,
λάμπει στο χορτάρι η πάχνη, φτάνει το συμπεθεριό.
Μέλι θα γιομίσει τώρα κάθε μύγδαλο πικρό.

Γύρνα φτερωτή του μύλου να περάσει το νερό
κι απ' τον ποταμό που λάμπει να 'ρθει το συμπεθεριό,
έβγα στ' άσπρο σου μπαλκόνι φεγγαράκι μου χρυσό.



Κύριοι χαρακτήρες του έργου:

Μάνα: μητέρα του Γαμπρού που έχει χάσει τον άντρα της και το μεγαλύτερο γιο της σε βεντέτα. Και οι δυο φονεμένοι από τους Φελίξ. Ο γάμος του γιου της συμβολίζει γι’ αυτή την απόδραση από την απέραντη μοναξιά, την έξοδο μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της και την επανένταξη στην κοινωνία, τη συνέχεια της γραμμής του αίματος με την απόκτηση εγγονιών.
Γαμπρός: νέος και ευκατάστατος με την οικονομική άνεση για να πετύχει έναν καλό γάμο.
Νύφη: νέα κοπέλα από καλή οικογένεια που ζει με τον πατέρα της παράμερα από το χωριό.
Λεονάρντο: ο μοναδικός χαρακτήρας που αναφέρεται με τ’ όνομά του. Παντρεμένος με την ξαδέρφη της Νύφης έχει ένα μικρό γιο. Κρατάει από την οικογένεια των Φελίξ και παλαιότερα υπήρξε αρραβωνιαστικός της Νύφης.
Φεγγάρι
Θάνατος: με τη μορφή ζητιάνας.


Τώρα νυφούλα μου χρυσή
που βγαίνεις απ' το σπίτι σου
να θυμηθείς πως βγαίνεις
σαν τον αυγερινό.

Φρεσκολουσμένο το κορμί
καινούργιο το φουστάνι σου
βγαίνεις από το σπίτι σου
στην εκκλησιά να πας.




Υπόθεση του έργου:

Φαρμακωμένη η Μάνα από το θάνατο του άντρα της και του μεγαλύτερου γιου της σε βεντέτα από το χέρι της φαμίλιας των Φελίξ, δίνει την ευχή της στο μικρότερο γιο της να παντρευτεί μια κοπέλα που ζει τέσσερις ώρες μακριά απ’ το χωριό, εκδηλώνοντας την επιθυμία της να δει εγγόνια. Ένα σύννεφο όμως επισκιάζει την διαφαινόμενη ευτυχία: μια γειτόνισσα επιβεβαιώνει στη Μάνα τις φήμες πως παλαιότερα η Νύφη ήταν αρραβωνιασμένη για τρία χρόνια με το Λεονάρντο, από τη φαμίλια των Φελίξ που είχαν δολοφονήσει τον άντρα και το γιό της. Ο Λεονάρντο είναι τώρα παντρεμένος με την ξαδέρφη της Νύφης και μένει μαζί με τη γυναίκα του και την πεθερά του. Γυρίζοντας στο σπίτι από τη δουλειά, τις ακούει να νανουρίζουν το μικρό γιο του. Όταν όμως ένα μικρό κορίτσι καταφτάνει και τους μεταφέρει τα νέα για τις αγορές των πλούσιων δώρων του Γαμπρού που προορίζονταν για τη Νύφη, οργισμένος ο Λεονάρντο ορμάει έξω από το σπίτι.

Μάνα και αρραβωνιαστικός πραγματοποιούν επίσκεψη στο σπίτι της Νύφης προσκομίζοντας τα δώρα και συζητούν τα του γάμου με τον Πατέρα της. Η Μάνα διαπιστώνει πως η κοπέλα δεν δείχνει ιδιαίτερη χαρά. Όταν φεύγουν, η Δούλα πειράζει τη Νύφη για τα δώρα του Γαμπρού και της αποκαλύπτει ότι ο Λεονάρντο έρχεται τα βράδια κάτω από το παράθυρό της. Τη μέρα του γάμου, ξημερώματα, πριν φτάσουν οι καλεσμένοι, ο Λεονάρντο της εκμυστηρεύεται τον πόθο του. Η Νύφη επιχειρεί να τον κάνει να σωπάσει, μα δεν αρνείται ότι ακόμα τρέφει αισθήματα γι’ αυτόν. Η Δούλα διώχνει το Λεονάρντο την ώρα που καταφτάνουν οι καλεσμένοι για το γάμο. Η Νύφη ικετεύει το Γαμπρό να γίνει μια ώρα αρχύτερα ο γάμος για να γενεί γυναίκα του.

Μετά το γάμο, όλος ο κόσμος επιστρέφει στο σπίτι της Νύφης για το γαμήλιο γλέντι. Από τη στάση της Νύφης η Μάνα ψυχανεμίζεται το θανατικό που πλανάται στην ατμόσφαιρα, αλλά δε βγάζει μιλιά. Σε λίγο, ενώ έχει ανάψει το γλέντι, αναζητώντας οι καλεσμένοι τη Νύφη και το Λεονάρντο ανακαλύπτουν ότι το έσκασαν με το άλογο. Στο όνομα της τιμής, εξοργισμένος ο Γαμπρός βγαίνει να κυνηγήσει και να σκοτώσει το Λεονάρντο, ενώ η Μάνα διατάζει όλους τους καλεσμένους να χωριστούν σε ομάδες και να ψάξουν το ζευγάρι.

Στο δάσος, όπου βρίσκονται ο Λεονάρντο και η Νύφη, εμφανίζονται τρεις Ξυλοκόποι που συζητούν τα γεγονότα, προφητεύοντας ότι το ζευγάρι θα ανακαλυφθεί μόλις βγει το Φεγγάρι και φωτίσει το δάσος. Οι εικόνες του Θανάτου, του Φεγγαριού και των ξυλοκόπων προετοιμάζουν αυτό που θα ακολουθήσει.
Το Φεγγάρι εμφανίζεται σαν χαρακτήρας και μέσα από ένα μονόλογο πενθεί τη μοναξιά του και δηλώνει την επιθυμία του να χυθεί αίμα, προκειμένου να τιμωρήσει τους ανθρώπους που το άφησαν έξω από τα σπίτια τους. Συνοδεύεται από μια ζητιάνα που είναι ο Θάνατος προσωποποιημένος: μαζί συμφωνούν πως τα μαχαίρια πρέπει να βρουν το δρόμο τους και το αίμα να χυθεί σιγά-σιγά. Ρίχνει το φως του στο δάσος. Την ίδια στιγμή, συντροφιά ο Γαμπρός μ’ ένα παλικάρι ψάχνουν στο σκοτεινό δάσος. Εκεί, εμφανίζεται ο Θάνατος με τη μορφή γριάς ζητιάνας και προσφέρεται να τους οδηγήσει στα χνάρια του Λεονάρντο. Λίγο πιο μακριά, ο Λεονάρντο και η Νύφη, συναισθηματικοί αλλά με ένα ασίγαστο και σκοτεινό πάθος ο ένας για τον άλλον, αναρωτιούνται για το ζοφερό τους μέλλον. Ακούγονται βήματα. Καθώς πλησιάζει ο Γαμπρός με το Θάνατο εκείνοι αγκαλιάζονται παράφορα. Κάνει την εμφάνισή του το Φεγγάρι. Οι δύο αντίζηλοι αναμετρώνται και σε λίγο ακούγονται μακρόσυρτες σπαραχτικές κραυγές.

Πίσω στο χωριό, κορίτσια έχουν μαζευτεί στην εκκλησία και συζητούν τα γεγονότα. Ο Θάνατος, ως συνήθως με τη μορφή ζητιάνας, εμφανίζεται και αναγγέλλει τον αλληλοσκοτωμό στην ακροποταμιά. Η τιμή του γιου της Μάνας έχει μείνει άθικτη. Εξαγριωμένη η Μάνα μόλις βλέπει τη Νύφη να γυρίζει από το δάσος με κατακόκκινο νυφικό απ’ το αίμα των δυο αντρών, επιχειρεί να τη σκοτώσει αλλά συγκρατείται. Ο θρήνος της καθεμιάς, την ώρα που τα παλικάρια μεταφέρουν τους σκοτωμένους, εξωτερικεύει τα εσωτερικά συναισθήματα τους.

Ο “Ματωμένος Γάμος”, είναι πολλά περισσότερα από μια ατυχή ιστορία αγάπης ή πάθους. Είναι μια ιστορία παλιά όσο και ο κόσμος: αρραβώνας, γάμος, θάνατος (πρόταση –κορύφωση – καταστροφή), το φευγιό μιας νύφης από το γάμο της και τα τραγικά επακόλουθα της πράξης, ο κύκλος του αίματος.





ΑΝΝΑ ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ (ΜΑΝΑ)
ΝΙΚΟΣ ΤΖΟΓΙΑΣ (ΦΕΓΓΑΡΙ)
ΣΤΡΑΤΗΣ ΤΣΟΠΑΝΕΛΗΣ (ΓΑΜΠΡΟΣ)
ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ (ΛΕΟΝΑΡΔΟ)
ΤΑΣΣΩ ΚΑΒΒΑΔΙΑ (ΔΟΥΛΑ)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΡΓΥΡΗΣ (ΠΑΤΕΡΑΣ)
ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ (ΝΥΦΗ)
ΟΛΓΑ ΤΟΥΡΝΑΚΗ (ΖΗΤΙΑΝΑ)
Τραγουδάει η ΝΕΝΑ ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΥ

Μετάφραση: ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
Μουσική: ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Από το Θέατρο της Δευτέρας της ΕΡΤ






Θέλω να κλάψω, έτσι νιώθω,
όπως κλαίνε τα παιδιά στο τελευταίο το θρανίο,
γιατί δεν είμαι ποιητής, ούτε άντρας ούτε φύλλο,
μα σφυγμός πληγωμένος που τα πράγματα σκαλίζει,
απ' την άλλη τους μεριά.

Θέλω να κλάψω, το όνομά μου να φωνάξω,
Φρεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, στην όχθη τούτης της λίμνης
αυτό που αληθινά είμαι να δηλώσω, άνθρωπος με αίμα
που αρνιέται τη χλεύη και τους υπαινιγμούς των λέξεων.

Εδώ, πλάι στο γυμνό νερό
την ελευθερία μου ζητώ, την ανθρώπινη αγάπη μου
όχι για το πέταγμα που ίσως μου δώσει, το φώς ή τον καυτό ασβέστη,
μα για τον ενεστώτα χρόνο μου που περιμένει
στη σφαίρα της τρελή αύρας.






Ήταν το 1945, όταν ο Νίκος Γκάτσος κυκλοφόρησε σε βιβλίο τη μετάφραση ενός από τα σημαντικότερα θεατρικά έργα του αιώνα μας, το “ Ματωμένο Γάμο ” του Federico Garcia Lorca. Η πανανθρώπινη δυναμική του έργου, η αμεσότητα του Ισπανού ποιητή, ο λυρισμός και η γλωσσοπλαστική του δεινότητα έβρισκαν ένα ξεχωριστό κατάλυμα στο λεκτικό πλούτο του Νίκου Γκάτσου. .

..Ήταν η εποχή που στο γραφικό πατάρι του « Λουμίδη », ο Βαλαωρίτης, ο Γκάτσος, ο Ελύτης, ο Τσαρούχης, ο εικοσάχρονος τότε Μάνος Χατζιδάκις κι άλλοι πολλοί που συνέθεταν μια ξεχωριστή συντροφιά, ζούσαν μέσα σε καλλιτεχνικές συνευρέσεις γεμάτες όνειρα και ευαισθησία σε μια Ελλάδα που ψυχοραγούσε από τον πόλεμο και κυοφορούσε την ελπίδα…

«Εκεί άρχισε να σχηματίζεται μέσα μου η μουσική για το ”Ματωμένο Γάμο” με την ίδια δυσκολία που προσπαθούσαμε να υπάρχουμε…», έλεγε κάποια χρόνια αργότερα ο Μάνος Χατζιδάκις.

Αυτήν την περίοδο, παρ’ ότι νεαρός, με περίσσια γνώση και ωριμότητα ασχολείται με το Ρε-μπέτικο, το οποίο θεωρούσε ανεκτίμητο διαμάντι της ελληνικής κουλτούρας που όσο κι αν βρι-σκόταν στο περιθώριο, κυνηγημένο και παράνομο, λειτουργούσε περήφανο, βαθιά θρησκευτικό κι ερωτικό.

Σωστά ευαίσθητος, υγιής κάτω από τη διδασκαλία φίλων και δασκάλων, όπως ο ίδιος υπο-στήριζε, αρνήθηκε τη «σοβαρή» μας μουσική που η μια ντυμένη με κουρέλια παρίστανε την Ευρώπη κι η άλλη μισή, με φουστανέλες την «αθάνατη Ελλάδα» μέσα από επαρχιακούς στρατώνες. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης ξεσήκωνε θύελλες αντιδράσεων για αυτές του τις απόψεις.

«Όπως ο Γκάτσος θέλησε να μεταφυτέψει τις ισπανικές προσωδίες στους λαϊκούς ποιητικούς ρυθμούς της γλώσσας μας, έτσι κι εγώ προσπάθησα να προεκτείνω τους ρυθμούς αυτούς στις παντοτινές πηγές της νεοελληνικής ευαισθησίας», έλεγε αργότερα ο Χατζιδάκις, αναφερόμενος στη μουσική για το έργο του Λόρκα.

Στο «Ματωμένο Γάμο» ο Μάνος Χατζηδάκις γράφει μια μουσική, που ο ίδιος λέει ότι προσάρ-μοσε στην ελληνική μουσική αντίληψη. Πενήντα πέντε χρόνια μετά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η μουσική σε σ΄ αυτό το έργο του Λόρκα είναι συν τοις άλλοις μια μουσική πανανθρώπινης αντί-ληψης. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Λόρκα ήταν κι αυτός μουσικός, επηρεασμένος από τα φλαμένγκος

της εποχής του, από παραδοσιακούς ρυθμούς και μελωδίες γεμάτες πόνο κι ευαισθησία, ερωτικές αλλά και επικές, λιτές και μεγαλόπρεπες συνάμα.

Ο Μάνος Χατζιδάκις καταφέρνει να περάσει αυτά ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά και στη μουσική του, με μελωδίες μοναδικές στη γλαφυρότητα των συναισθημάτων, με άρτιες ενορχη-

στρώσεις, με χορωδίες θρησκευτικής ευλάβειας.

Αναμφισβήτητα είναι παρούσα εδώ και η μετάφραση του Νίκου Γκάτσου, οι στίχοι του οποί-ου επηρεάζουν σημαντικά τον έλληνα συνθέτη.

Το “Τώρα νυφούλα μου χρυσή”, το “Νανούρισμα”, το «Ήταν καμάρι της αυγής» είναι με-ρικά από τα τραγούδια που αγαπήθηκαν από αυτή τη συνεργασία, που έμελλε να ήταν από τις κορυφαίες στιγμές στο ελληνικό θέατρο.

Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το “Θέατρο Τέχνης” το 1948 , σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, με τον Γιάννη Τσαρούχη στην επιμέλεια των σκηνικών και των κου-στουμιών και τους Βάσω Μεταξά, Έλλη Λαμπέτη και Βασίλη Διαμαντόπουλο στους κεντρικούς ρόλους. Το 1955 το έργο ξαναπαίχτηκε πάλι από το «Θέατρο Τέχνης».

Πολλά θεατρικά σχήματα ανέβασαν το έργο αργότερα, στα περισσότερα των οποίων η μουσική του Μ. Χατζιδάκι ήταν αναπόσπαστο τμήμα του όλου εγχειρήματος. Ο ίδιος ο συνθέτης σε πολλές απ’ αυτές τις κατοπινές παραστάσεις ξαναδούλεψε τις αρχικές συνθέσεις του,.

Ο ρεαλισμός, ο λυρισμός, η δράση, τα πάθη και τα συναισθήματα του “Ματωμένου Γάμου», βρήκαν από κείνη την άνοιξη του 1948 μια ποικιλία από νότες μελωδικά στρωμένες στο σανίδι του «Θεάτρου Τέχνης» κι ο Λόρκα , ένα συνοδοιπόρο στα μονοπάτια της ψυχής… Ένα συνοδοιπόρο που πότε στροβιλιζόταν σα γνήσιος ρεμπέτης στους λαϊκούς ρυθμούς και πότε αφουγκραζόταν τις βαριές ανάσες των θεατρίνων… Και τότε… σώπαινε ή μονολογούσε θλιμμένα σε… ένα ρε μινόρε… Γιώργου Κομνά

Ήταν καμάρι της αυγής
και καβαλάρης όμορφος.
Τώρα μια χούφτα χιόνι.

Γύρισε κάμπους και βουνά
και πανηγύρια πέρασε
στην αγκαλιά των κοριτσιών.

Ποιος το ‘λπιζε να γίνουνε
τα μούσκλια τα νυχτιάτικα
στεφάνι στα μαλλιά του;




Νάνι το παιδί μου νάνι που δεν ήθελε νερό,
τ' άλογό μας το μεγάλο. Αχ καρδούλα μου ποιος ξέρει
τι να λέει το ποταμάκι στο λιβάδι το χλωρό.

Νάνι, το νερό το μαύρο μες στα πράσινα χορτάρια
που ψιλό τραγούδι πιάνει. Νάνι την τριανταφυλλιά μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει, τ' άλογό μας το καλό.

Έχει πόδια λαβωμένα, τραχηλιά κρουσταλλιασμένη,
έχει ένα ασημένιο λάζο καρφωμένο μες στα μάτια.
Μόνο μια φορά σαν είδε τ' αντρειωμένα τα βουνά
εχλιμίντρισε κι εχάθη στα νερά τα σκοτεινά.

Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις,
αχ μαράζι μες στο χιόνι. Νάνι το γαρούφαλό μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει, τ' άλογό μας το καλό.

Μην έρχεσαι μη μπαίνεις, το παρεθύρι κλείστο
με φυλλωσιές ονείρου, μ' όνειρα φυλλωσιάς.
Κοιμάται το παιδάκι μου, σωπαίνει το μωρό μου.

Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις,
άλογο της χαραυγής.

Nani, mi niño, nani que no gustó la agua
Nuestro caballo grante. Ay mi corazoncito quién sabe
que diga el río pequeño al campo verde

Nani, la agua negra en los hojas verdes
que comienza a cantar. Nani, mi rosal
que gotea la tierra con las lágrimas
nuersto cavallo bueno

Y tiene los pies heridos, cuello de crystal
Tiene un cuchillo de plata clavado entre los ojos
Solamente una vez cuando vio las montañas valerosas
Relinchó y se perdió en las aguas oscuras....

¿Ay, dónde fuiste mi caballo que no gustó beber?
Ay, el dolor en la nieve.....Nani, mi clavel
que gotea lágrimas en la tierra nuestro bueno cavallo...

¡No ven -no entra- Cierra la ventana
Por el follaje de sueños, por los sueños del follaje
My niño pequeño duerme, mi bebé es silencioso...

Ay, dónde fuiste mi caballo,
que no gustó beber, caballo del amanecer











Δεν υπάρχουν σχόλια: