Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

..Οι λόφοι μού αρέσουν, και τον αφήνω να μιλάει για την θάλασσα- το νερό είναι τόσο διάφανο που φαίνονται τα βότσαλα..Cesare Pavese



















Cesare Pavese

Lavorare stanca


Η Δουλειά κουράζει

Οι θάλασσες του Νότου
( στον Α. Μόντι )

Περπατάμε ένα βράδυ στην πλαγιά ενός λόφου,
σιωπηλά. Στην σκιά του σούρουπου που προχωρούσε
ο ξάδερφός μου φαντάζει σαν γίγαντας ντυμένος στα λευκά ,
που προχωράει ήρεμος , ηλιοκαμένος στο πρόσωπο,
σιωπηλός . Η σιωπή είναι η αρετή μας.
Κάποιος πρόγονός μας ήταν σίγουρα λιγομίλητος
- ένας άνδρας ανάμεσα σε ηλίθιους ή ένας θλιμμένος ανόητος -
για να διδάξει σε μας τέτοια σιωπή.
Ο ξάδερφός μου μίλησε απόψε. Με ρώτησε
εάν θ’ ανέβαινα μαζί του στην κορυφή ,απ’ όπου
τις ξάστερες νύχτες, ο μακρινός φάρος
του Τορίνο, καθρεφτίζεται στον ουρανό. « Εσύ που μένεις στο Τορίνο… »
είπε « … έχεις δίκιο. Tη ζωή πρέπει να τη ζήσουμε
μακριά από το χωριό : προκόβεις και χαίρεσαι
και μετά , όταν επιστρέφεις , σαν εμένα στα σαράντα σου
τα πάντα έχουν αλλάξει. Οι Λάγκε δεν χάνονται ».
Μιλάει αργά τη διάλεκτο, που όπως οι πέτρες,
αυτού λόφου, είναι τόσο τραχιά και σκληρή
που είκοσι χρόνια ιδιωμάτων και διαφορετικών ωκεανών
δεν την άλλαξαν. Περπατάει στην ανηφόρα ανήσυχος
με ένα σκληρό βλέμμα που θυμάμαι από παιδί

να έχουν οι αγρότες, όταν είναι λιγάκι κουρασμένοι.
Είκοσι χρόνια ταξίδεψε στον κόσμο.
Ήμουν παιδί όταν έφυγε ,σε αγκαλιές γυναικών
και τον είχαν για νεκρό. Άκουσα μετά να μιλάνε γι’ αυτόν
οι γυναίκες , όπως στα παραμύθια , μερικές φορές΄
όμως οι άνδρες τον ξέχασαν .
Έναν χειμώνα στον πατέρα μου , που είχε ήδη πεθάνει, έφτασε μια κάρτα
μ’ ένα μεγάλο πράσινο γραμματόσημο, με καράβια σ’ ένα λιμάνι
και ευχές για καλό τρύγο. Ήταν μεγάλη έκπληξη ,
αλλά ο μικρός που είχε πια μεγαλώσει, εξήγησε με ζήλο
ότι η κάρτα ερχόταν από ένα νησί που το λέγαν Τασμανία,
που την κυκλώνει μια γαλάζια θάλασσα, άγρια με καρχαρίες,
στον Ειρηνικό, νότια της Αυστραλίας. Και πρόσθεσε ότι ο
ξάδερφος χωρίς αμφιβολία ψάρευε μαργαριτάρια. Και ξεκόλλησε το γραμματόσημο.
Ο καθένας είπε την γνώμη του, αλλά όλοι συμπέραιναν
ότι, εάν δεν ήταν νεκρός , σύντομα θα πέθαινε.
Κατόπιν τον ξέχασαν και πέρασε πολύς καιρός.
Ω ! από πότε έχω να παίξω τους πειρατές της Μαλαισίας,
πόσος καιρός πέρασε. Από την τελευταία φορά
που κατέβηκα να βουτήξω σε κείνο το θανάσιμο σημείο
ακολουθώντας ένα παιδί που παίζαμε μαζί και ανέβηκα πάνω σ’ ένα δέντρο
σπάζοντάς τα ωραία του κλαδιά ,χτυπώντας το κεφάλι μου
πάνω σ’ έναν αντίπαλο,
πόση ζωή πέρασε. Άλλες μέρες, άλλα παιχνίδια,
άλλα τινάγματα του αίματος μπροστά σε πιο ύπουλους
αντιπάλους : τις σκέψεις και τα όνειρα.
Η πόλη με δίδαξε ατελείωτο φόβο
Ένα πλήθος, ένας δρόμος με κάνανε να τρέμω,
μερικές φορές ένα βλέμμα βγαλμένο από ένα πρόσωπο.
Ακόμα νιώθουν τα μάτια μου το περιπαικτικό φως
από τα χιλιάδες λαμπιόνια ,που παίζουν στο σύρσιμο των ποδιών.
Ο ξάδερφός μου επέστρεψε με το τέλος του πολέμου ,
ένας γίγαντας, ανάμεσα στους μικρούς. Και με χρήματα.
Οι συγγενείς λέγανε σιγά : « Σ’ ένα χρόνο το πολύ,
θα τα έχει φάει όλα και θα περιπλανιέται και πάλι.
Έτσι πεθαίνουν οι απελπισμένοι ».
O ξάδερφός μου με το αποφασιστικό πρόσωπο αγόρασε στο χωριό
ένα ισόγειο και το μετέτρεψε σε τσιμεντένιο γκαράζ
με μια λαμπερή χρωματιστή αντλία για να δίνει βενζίνη
και πάνω στη στροφή , στο γεφύρι, έστησε μια μεγάλη διαφημιστική πινακίδα.
Έβαλε εκεί έναν μηχανικό για να παίρνει τα χρήματα
και αυτός γύρισε όλους τους λόφους, καπνίζοντας.
Στο μεταξύ παντρεύτηκε μια κοπέλα από το χωριό
αδύνατη και ξανθιά όπως οι ξένες,
που θα είχε βέβαια συναντήσει σε άλλους τόπους .
Όμως βγήκε και πάλι μόνος του. Ντυμένος στα λευκά,
με τα χέρια πίσω από την πλάτη , με ηλιοκαμένο πρόσωπο.

Τα πρωινά γύριζε στα πανηγύρια και με πονηρό ύφος
παζάρευε άλογα. Μετά μου εξήγησε,
όταν το σχέδιο ναυάγησε, ότι ο σκοπός του
ήταν να απομακρύνει όλα τα ζώα από την κοιλάδα
και ν’ αναγκάσει τον καθένα ν’ αγοράσει μηχανές απ’ αυτόν.
« Όμως» έλεγε, « το πιο χοντρό ζώο απ’ όλα,
ήμουνα εγώ που το σκέφτηκα. Έπρεπε να το ξέρω
ότι εδώ άνθρωποι και βόδια είναι όλοι τους μια ράτσα ».
Περπατάμε πάνω από μισή ώρα. Η κορυφή είναι κοντά ,
και συνεχώς μεγαλώνει γύρω μας το θρόισμα και το σφύριγμα του ανέμου.
Ο ξάδερφός μου σταματάει ξαφνικά και γυρίζοντας είπε : « φέτος
θα γράψω στην πινακίδα : - το Σαν Στέφανο
ήταν πάντα πρώτο στις γιορτές της κοιλάδας του Μπέλμπο – κι ας λένε αυτοί απ’
το Κανέλλι » . Μετά ξαναπήρε την ανηφόρα.
Ένα άρωμα από χώμα και αέρα μας τυλίγει στο σκοτάδι,
κάποιο μακρινό φως : αγροικίες, αυτοκίνητα
που μόλις ακούγονται : και γω σκέφτομαι τη δύναμη
που μου έδωσε αυτός ο άνθρωπος τραβώντας τον απ’ τη θάλασσα,
απ’ τις μακρινές χώρες, απ’ αυτή την ησυχία που διαρκεί .
Ο ξάδερφός μου δεν μιλάει για τα περασμένα ταξίδια.
Λέει ξερά ότι ήταν σ’ αυτό ή στο άλλο μέρος
και σκέφτεται τις μηχανές του.
Μονάχα ένα όνειρο
απόμεινε στο αίμα του : Ταξίδευε κάποτε
όταν ήταν θερμαστής σ’ ένα ολλανδικό ψαράδικο
και είδε να πετάνε τα βαριά καμάκια στον ήλιο,
είδε να φεύγουν φάλαινες ανάμεσα σε αφρούς από αίμα ,
να τις κυνηγάει και να σηκώνουν τις ουρές και να παλεύουν με τα καμάκια.
Μου το αναφέρει καμιά φορά .
Αλλά όταν του λέω
ότι είναι τυχερός που είδε την αυγή
στα πιο όμορφα νησιά της γης,
στη θύμηση χαμογελάει και αποκρίνεται ότι ο ήλιος
ανάτειλε την ώρα που η μέρα ήταν γρια γι’ αυτούς.
[ 7-19 Σεπτεμβρίου --- Νοεμβρίου 1930 ]


Πρόγονοι

Σαστισμένος από τον κόσμο, έφτασα στην ηλικία
που έριχνα μεγάλες γροθιές στον αέρα και έκλαιγα μονάχος μου.
Είναι μικρή χαρά ν’ ακούς τις κουβέντες των αντρών και των γυναικών
χωρίς να ξέρεις να απαντήσεις.
Όμως κι αυτή η εποχή πέρασε : Δεν είμαι πια μόνος μου
και εάν δεν ξέρω να πω , ξέρω να το κάνω λιγάκι.
Βρήκα φίλους βρίσκοντας τον εαυτό μου.
Ανακάλυψα ότι πριν να γεννηθώ, έζησα
πάντοτε με σκληρούς άντρες, αφεντικά του εαυτού τους,
και κανείς δεν ήξερε τι να πει και όλοι ήταν σιωπηλοί.
Δυο κουνιάδοι άνοιξαν ένα μαγαζί-- η πρώτη τύχη της
οικογένειάς μας —και ο ξενομερίτης ήταν σοβαρός,
συμφεροντολόγος, αμείλικτος, μικροπρεπής : μια γυναίκα.
Ο άλλος άνδρας, ο δικός μας άνδρας ,στο μαγαζί συνήθιζε να διαβάζει μυθιστορήματα
–στο χωριό αυτό ήταν αρκετό –και οι πελάτες που μπαίνανε
ακούγανε να απαντάει με απότομες κουβέντες
ότι η ζάχαρη και το αλάτι είχαν εξαντληθεί .
Αργότερα λοιπόν αυτός ο δικός μας άνδρας
βοήθησε τον κουνιάδο που χρεοκόπησε.
Το να σκέφτομαι αυτόν τον κόσμο νιώθω πιο δυνατός
από το να κοιτάζω στον καθρέπτη σηκώνοντας τις πλάτες ,
σουφρώνοντας τα χείλη σε ένα μεγαλοπρεπές χαμόγελο.
Ένας από τους παππούδες μου έζησε ,πολύ καιρό πριν ,
εξαπατήθηκε από έναν συγχωριανό του
και τότε αυτός έσκαψε το αμπέλι- κατακαλόκαιρα -
για να δει την δουλειά να γίνεται καλά. Έτσι
έζησα πάντα και έχω πάντοτε ένα τίμιο πρόσωπο
πληρώνοντας τοις μετρητοίς .
Στην οικογένειά μας οι γυναίκες δεν υπολογίζονται.
Θέλω να πω , ότι οι δικές μας γυναίκες μένουν στο σπίτι
και μας φέρνουν στον κόσμο και δεν μιλάνε
δεν υπολογίζονται καθόλου και δεν τις θυμόμαστε.
Κάθε γυναίκα μάς ενσταλάζει στο αίμα κάτι το καινούριο ,
αλλά όλες σκοτώνονται στην δουλειά και μεις,
έτσι ανανεωμένοι είμαστε οι μόνοι που αντέχουν .
Είμαστε γεμάτοι ελαττώματα ,ιδιοτροπίες και φόβους
-Εμείς, οι άνδρες, οι πατεράδες –κάποιος σκοτώθηκε ,
ποτέ δεν γνωρίσαμε ντροπή ,
δεν υπήρξαμε ποτέ γυναίκες, ποτέ δούλοι σε κανέναν.
Βρήκα μια γη βρίσκοντας τους συντρόφους,
μια κακή γη , όπου είναι προνόμιο
να μην κάνεις απολύτως τίποτα, και να ονειρεύεσαι το μέλλον
Γιατί η δουλειά δεν είναι αρκετά καλή για τους φίλους μου και μένα

εμείς ξέρουμε να τσακιζόμαστε από τον κόπο, αλλά
το πιο μεγάλο όνειρο των γονιών μου ήταν πάντα
να μην κάνουν τίποτα, σαν τους μάγκες.
Γεννηθήκαμε για να περιπλανιόμαστε πάνω σ’ αυτούς τους λόφους
δίχως γυναίκες βάζοντας τα χέρια πίσω από την πλάτη.
(Άνοιξη 1932)


Χαμένος κόσμος

Πάρα πολύ θάλασσα. Είδαμε πολύ θάλασσα.
Αργά το σούρουπο που το νερό απλώνεται άτονο και
ξεθωριασμένο στο τίποτα ,ο φίλος μου το κοιτάει επίμονα
και εγώ κοιτάω τον φίλο μου και κανείς δεν μιλάει .
Το βράδυ καταλήγουμε στο βάθος μιας ταβέρνας μες στους καπνούς
μονάχοι μας , να πίνουμε παρέα . Ο φίλος μου έχει τα όνειρα του
(είναι λιγάκι μονότονα τα όνειρα, στο βουητό της θάλασσας)
όπου το νερό ανάμεσα στα νησιά δεν είναι παρά ο καθρέπτης
των λόφων που είναι διάστικτοι από καταρράκτες και αγριολούλουδα.
Το κρασί του είναι σαν τα όνειρά του. Βλέπει, κοιτώντας το ποτήρι ,
ν’ ανεβαίνει πράσινους λόφους στην πεδιάδα της θάλασσας.
Οι λόφοι μού αρέσουν, και τον αφήνω να μιλάει για την θάλασσα-
το νερό είναι τόσο διάφανο που φαίνονται τα βότσαλα .
Βλέπω μονάχα λόφους και μου γεμίζουν τον ουρανό και τη γη
με τις σταθερές γραμμές των μακρινών και κοντινών πλαγιών .
Μονάχα οι δικοί μου είναι άγριοι και αυλακωμένοι
με κουρασμένα αμπέλια πάνω στην καμένη γη. Ο φίλος τούς δέχεται
και τους θέλει ντυμένους στα λουλούδια και στα άγρια φρούτα
για να ανακαλύψει γελώντας, κορίτσια πιο γυμνά από τα φρούτα .
Αυτό δεν είναι απαραίτητο:στα πιο σκληρά όνειρά μου δεν λείπει το χαμόγελο.
Αν αύριο το πρωί πηγαίναμε προς τους λόφους ,
θα μπορούσαμε να συναντήσουμε στ’ αμπέλια
κάποια μελαχρινή, ηλιοκαμένη, κοπέλα
και, πιάνοντας κουβέντα ,να φάμε λίγα από τα σταφύλια της.
[ 1933]


Δύο τσιγάρα

Κάθε βράδυ είναι ελευθερία. Κοιτάς τις αντανακλάσεις
της ασφάλτου πάνω στους δρόμους που ανοίγουν διάπλατα, λάμποντας στον άνεμο.
Κάθε περαστικός έχει ένα πρόσωπο και μια ιστορία.
Αλλά αυτή την ώρα δεν υπάρχει πλέον κούραση: τα χιλιάδες λαμπιόνια
είναι όλα για όποιον δεν μπορεί να ανάψει ένα σπίρτο.
Η φλογίτσα σβήνεται, στο πρόσωπο της γυναίκας
που μου ζήτησε το σπίρτο. Ο αέρας σβήνει την φλόγα.
Απογοητευμένη η γυναίκα μού ζητάει ένα άλλο
που σβήνεται κι αυτό: η γυναίκα γελάει σιγανά.
Εδώ μπορούμε να μιλάμε φωναχτά και να φωνάζουμε,
αφού κανείς δεν μας ακούει. Σηκώνουμε τα μάτια
στα πολλά παράθυρα- μάτια σβηστά που κοιμούνται-
και περιμένουμε. Η γυναίκα σφίγγει τις πλάτες και
παραπονιέται ότι έχασε τη χρωματιστή της εσάρπα
που τη ζέσταινε τη νύχτα. Αλλά αρκεί να γείρουμε
στη γωνία και ο αέρας δεν είναι πλέον παρά ένα φύσημα.
Πάνω στην κατεστραμμένη άσφαλτο υπάρχει ήδη ένα αποτσίγαρο.
Αυτή η εσάρπα ήρθε από το Ρίο, αλλά η γυναίκα λέει
ότι είναι χαρούμενη που την έχασε, γιατί συνάντησε εμένα.
Εάν η εσάρπα ήρθε από το Ρίο, πέρασε τη νύχτα
πάνω από τον φωτισμένο ωκεανό με το μεγάλο υπερωκεάνιο.
Βέβαια , νύχτες με αέρα σαν κι αυτή . Είναι το δώρο ενός ναύτη του.
Ο ναύτης δεν υπάρχει πλέον. Η γυναίκα μού λέει σιγανά
ότι, εάν ανέβω μαζί της, θα μου δείξει το πορτραίτο του
με τα σγουρά μαλλιά και μαυρισμένο από τον ήλιο. Ταξίδευε πάνω σε βρώμικα βαπόρια
και καθάριζε τις μηχανές: εγώ είμαι πιο ωραίος.
Πάνω στην άσφαλτο υπάρχουν δυο αποτσίγαρα. Κοιτάμε στον ουρανό:
Το παράθυρο εκεί ψηλά- μου δείχνει με το δάχτυλο η γυναίκα- είναι το δικό μας.
Αλλά εκεί πάνω δεν υπάρχει θερμάστρα. Τη νύχτα, πίσω από τα βαπόρια που περνάνε
λάμπουν λίγα φώτα ή μονάχα τ’ αστέρια .
Πιασμένοι αλαμπρατσέτα διασχίζουμε την άσφαλτο, παίζοντας για να ζεσταθούμε.


Μια εποχή

Κάποτε το σώμα αυτής της γυναίκας ήταν σφιχτό ,
νέα σάρκα : όταν ήταν έγκυος,
κρυβόταν και μελαγχολούσε μoνάχη της .
Δεν της άρεσε να βγαίνει άσχημη στο δρόμο.
Τον υπόλοιπο καιρό( ήταν νέα και χωρίς να το θέλει
έκανε πολλά παιδιά) περνούσε στο δρόμο με ένα
σίγουρο βήμα και ήξερε να χαίρεται κάθε λεπτό.
Τα φορέματα ανέμιζαν τα βράδια του Μάρτη
και στριμώχνονταν και κυματίζανε γύρω από τις γυναίκες που διαβαίνανε.
Το γυναικείο της κορμί κινούνταν σίγουρο στον αέρα
που έσβηνε, αφήνοντάς το ακίνητο. Δεν είχε τίποτε άλλο καλό
πάνω της παρά εκείνο το κορμί, που τώρα είναι εξαντλημένο από τα τόσα παιδιά.
Τα βράδια με τον αέρα απλώνεται, μια μυρωδιά υγρασίας
η μυρωδιά που είχε το σώμα όπως τότε που ήταν νέα
κάτω από εκείνα τα ρούχα - Μια γεύση νοτισμένου χώματος,
που κάθε Μάρτη επιστρέφει. Ακόμη και κει που στην πόλη δεν υπάρχουν δρόμοι
και δεν φτάνει με τον ήλιο η ανάσα του αέρα,
το κορμί της ζούσε, αναδίδοντας αναστατωμένους χυμούς
ανάμεσα στους πέτρινους τοίχους. Με τα χρόνια , και αυτή,
που έχει ταΐσει άλλα σώματα, τσακίστηκε και λύγισε.
Δεν είναι ωραίο να την κοιτάς, έχασε κάθε δύναμη ·
αλλά, από τα πολλά της παιδιά, μια κόρη γυρίζει για να περάσει
το βράδυ, από τους δρόμους και να δείξει στον άνεμο
κάτω από τα δέντρα, το σώμα της που ζει , φρέσκο και δυνατό.
Υπάρχει ακόμη και ένας γιος που γυρνάει και ξέρει να στέκεται
μόνος του και να διασκεδάζει μόνος του. Του αρέσει να κοιτάει
τις αντανακλάσεις στα παράθυρα , ευχαριστημένος, για τον τρόπο που κρατάει αγκαζέ
την κοπέλα του . Του αρέσει, παίζοντας με τα μπράτσα,
να την πλησιάζει , αυτή να αντιστέκεται και αυτός να την φιλάει στο λαιμό.
Πάνω απ’ όλα του αρέσει, αφότου έκανε έρωτα με την γυναίκα αυτή
να την αφήνει να μελαγχολεί και αυτός να γυρνάει στον εαυτό του.
Ένα αγκάλιασμα τον κάνει μονάχα να γελάει,· ένας γιος
θα τον έκανε να θυμώσει . Το κορίτσι το ξέρει,
και είναι έτοιμη να κρύψει την άσχημη κοιλιά, όμως
χαίρεται μαζί του και θαυμάζει τη δύναμη
εκείνου του κορμιού που χρειάζεται για να κάνει τόσα άλλα πράγματα.
[1933]


Αtlantic oil

Ο μεθυσμένος μηχανικός είναι ευτυχισμένος πεσμένος σ’ ένα χαντάκι .
Το βράδυ απ’ την ταβέρνα, σε πέντε λεπτά μέσα από το λιβάδι
κάποιος είναι σπίτι : αλλά πριν υπάρχει η φρεσκάδα του χορταριού
για να ευχαριστηθεί, και ο μηχανικός κοιμάται μέχρι να έρθει η αυγή.
Δίπλα , στο λιβάδι, υψώθηκε η κοκκινόμαυρη πινακίδα :
όποιος πλησιάζει πολύ , δεν μπορεί να τη διαβάσει,
γιατί είναι μεγάλη. Αυτή την ώρα είναι ακόμα νοτισμένη
από την δροσιά. Ο δρόμος, τη μέρα ,τη σκεπάζει με σκόνη,
όπως σκεπάζει τα βάτα. Ο μηχανικός, κάτω, σαλεύει στον ύπνο του.
Απόλυτη σιωπή. Σε λίγο στη θαλπωρή του ήλιου,
θα περάσουν τ΄ αυτοκίνητα χωρίς σταματημό, ξυπνώντας τη σκόνη.
Απρόσμενα στην κορυφή του λόφου, επιβραδύνουν λιγάκι,
και μετά ρίχνονται προς τα κάτω από την στροφή. Κάποιο σταματάει
στην σκόνη, μπροστά στο γκαράζ για να βάλει βενζίνη .
Οι μηχανικοί το πρωί ,θα είναι λιγάκι ζαλισμένοι
καθισμένοι πάνω στα μπιτόνια ,περιμένοντας για δουλειά.
Είναι ωραίο να περνάς το πρωινό καθισμένος στη σκιά.
Εδώ η βρώμα των λαδιών ανακατεύεται, με την μυρωδιά του πράσινου,
του καπνού και του κρασιού, και η δουλειά έρχεται να τους βρει
ακριβώς στην πόρτα τους . Πότε –πότε γίνεται κάτι για να γελάσουν :
χωριάτισσες που περνούν και κατηγορούν ,για τα ζώα
και για τα φοβισμένα κορίτσια ,το γκαράζ για την κίνηση·
χωριάτες που λοξοκοιτάζουν. Ο καθένας τους , κάθε τόσο,
κατεβαίνει στα γρήγορα στο Τορίνο και γυρίζει πιο άδειος.
Μετά ανάμεσα στα γέλια και στο πούλημα της βενζίνης, κάποιος σταματάει:
αυτά τα χωράφια , να τα κοιτάς μονάχα , είναι γεμάτα σκόνη
από το δρόμο, και εάν κάθεσαι στο χορτάρι η σκόνη φεύγει .
Ανάμεσα στις πλαγιές υπάρχει πάντα ένα αμπέλι που αρέσει σε όλες τις άλλες:
και η ιστορία θα τελειώσει όταν ο μηχανικός παντρευτεί το αμπέλι που του αρέσει
και την κοπέλα που αγαπάει. Θα βγει να σκάψει κάτω από τον ήλιο,
και θα γυρίσει με το σβέρκο μαυρισμένο
και θα πιει το κρασί του, που το ’στιψε τις νύχτες του φθινοπώρου, στο υπόγειο.
Το βράδυ περνάνε αυτοκίνητα ,αλλά πολύ πιο ήσυχα,
τόσο που δεν ξύπνησαν τον μεθυσμένο που κοιμάται στο χαντάκι,
Τη νύχτα η κίνηση δεν σηκώνει πολύ σκόνη. Στο φως των φαναριών
μπορείς να δεις καθαρά την πινακίδα στο λιβάδι, πάνω στη στροφή.
Την αυγή τα αυτοκίνητα κινούνται προσεχτικά και δεν ακούγεται θόρυβος ,
παρά μόνο το δροσερό αεράκι. Και φτάνοντας στην κορυφή,
χάνονται στην πεδιάδα, καθώς βυθίζονται στο σκοτάδι.
[ 1933 ]


Η δουλειά κουράζει

Το πέρασμα ενός δρόμου για να το σκάσει από το σπίτι,
είναι κάτι που το κάνει μόνο ένα αγόρι, αλλά αυτός ο άντρας που γυρνάει
όλη μέρα στους δρόμους, δεν είναι πια ένα αγόρι
και δεν το σκάει απ’ το σπίτι.
Υπάρχουν καλοκαιρινά
απογεύματα που ακόμα και οι πλατείες είναι άδειες, απλωμένες
κάτω από τον ήλιο που γέρνει, και αυτός ο άντρας που φτάνει
από μιαν λεωφόρο ανώφελων δέντρων, σταματάει.
Αξίζει τον κόπο να είσαι μόνος, για να είσαι πάντοτε περισσότερο μόνος;
Αν το μόνο που κάνεις είναι να περιπλανιέσαι
στους δρόμους και τις πλατείες ,θα τους βρίσκεις πάντα άδειους.
Πρέπει να σταματήσεις μια γυναίκα
να της μιλήσεις και ν’ αποφασίσεις να ζήσετε μαζί .
Διαφορετικά, κάποιος μιλάει μόνος του. Γι’ αυτό μερικές φορές
την νύχτα στο σκοτάδι, ένας μεθυσμένος μιλάει στον κόσμο
και τους διηγείται τα σχέδια μιας ολόκληρης ζωής.
Δεν είναι σίγουρο ότι περιμένοντας στην έρημη πλατεία
θα ανταμώσεις κάποιον, αλλά όποιος γυρνάει στους δρόμους
κάθε τόσο σταματάει. Εάν ήταν δύο,
γυρνώντας στους δρόμους, το σπίτι θα ήταν
εκεί όπου βρισκόταν εκείνη η γυναίκα και θ’ άξιζε τον κόπο.
Τη νύχτα η πλατεία επιστρέφει έρημη
κι αυτός ο άντρας , που περνάει, δεν βλέπει τα σπίτια
ανάμεσα στ’ ανώφελα φώτα, δεν σηκώνει πια τα μάτια:
ακούει, μόνο το λιθόστρωτο, που το φτιάξαν άλλοι άνθρωποι
με ροζιασμένα χέρια, όπως τα δικά του.
Δεν είναι σωστό να μένει κανείς στην έρημη πλατεία.
Θα περάσει βέβαια εκείνη η γυναίκα από το δρόμο
η οποία, με προσευχές, θα ήθελε να δημιουργήσει οικογένεια.
[ 1934 ]


Οδυσσέας

Είναι ένας απογοητευμένος γέρος, γιατί γέννησε το γιο του
πολύ αργά. Κοιτάζονται κάθε τόσο μάτια
αλλά κάποτε έφτανε ένα χαστούκι. (Ο γέρος βγαίνει έξω
και γυρίζει με το γιο του που σφίγγει την πλάτη
και δεν σηκώνει πια τα μάτια). Τώρα ο γέρος κάθεται
ως αργά τη νύχτα, μπροστά σ’ ένα μεγάλο παράθυρο,
αλλά κανένας δεν έρχεται, και ο δρόμος είναι έρημος.
Σήμερα το πρωί το αγόρι το’ σκασε και θα επιστρέψει
απόψε. Θα γελάει ειρωνικά . Σε κανέναν
δεν θα θέλει να πει αν έφαγε ή όχι το μεσημέρι. Ίσως
θα’ χει τα μάτια του κουρασμένα και θα πάει στο κρεβάτι σιωπηλός:
δύο λασπωμένες αρβύλες. Ύστερα από ένα μήνα βροχής
το πρωινό ήταν γαλάζιο.
Ένα πικρό άρωμα φύλλων
χύνεται από το ανοιχτό παράθυρο. Όμως ο γέρος
δεν κουνιέται στο σκοτάδι, δεν έχει ύπνο το βράδυ,
και θα’ θελε κοιμηθεί για να τα ξεχάσει όλα
όπως κάποτε όταν επέστρεφε μετά από μια μακρινή πορεία.
Κάποτε για να ζεσταθεί, φώναζε και χτυπούσε μόνος του.
Το αγόρι που θα γυρίσει σε λίγο, δεν δέχεται πια τα χαστούκια.
Το αγόρι αρχίζει να γίνεται άντρας και κάθε μέρα
κάτι ανακαλύπτει και δεν μιλάει σε κανέναν.
Δεν υπάρχει τίποτα στο δρόμο που να μην το γνωρίζει
καθισμένος σ’ αυτό το παράθυρο. Όμως το αγόρι περπατάει
στο δρόμο όλη τη μέρα. Δεν ψάχνει για γυναίκες, όχι ακόμα,
ούτε παίζει με τα χώματα. Κάθε φορά επιστρέφει.
Το αγόρι έχει τον τρόπο του να βγαίνει από το σπίτι, που όποιος
μένει μέσα, νιώθει ότι δεν μπορεί να κάνει πλέον τίποτα.
[1935]


Γυναίκες του πάθους

Οι κοπέλες το γλυκοχάραμα , κατεβαίνουν στο νερό
όταν η θάλασσα απλωμένη ησυχάζει. Στο δάσος
το κάθε φύλο ανασκιρτά ενώ δισταχτικές προβάλλουν
πάνω στην αμμουδιά και κάθονται στην ακρογιαλιά. Ο αφρός
κάνει τα δικά του ζωηρά παιχνίδια.
Οι κοπέλες φοβούνται τα φύκια που είναι θαμμένα
κάτω από τους ίσκιους, που τους αρπάζουν τα πόδια και τις πλάτες:
όταν το σώμα είναι γυμνό. Βιαστικές ανεβαίνουν στην ακτή
και φωνάζουν τα ονόματά τους, κοιτώντας τριγύρω.
Ακόμη και οι σκιές στο βυθό της θάλασσας, στο σκοτάδι,
είναι τεράστιες και φαίνονται να κινούνται διστακτικές, αβέβαιες
σαν να γοητεύονται από τα σώματα που περνούν. Το δάσος
είναι ένα ήσυχο καταφύγιο, στον ήλιο που γέρνει,
αλλά αρέσει στις μελαχρινές κοπέλες
να κάθονται στο ύπαιθρο, στο σεντόνι.
Κάθονται όλες σταυροπόδι, σφίγγοντας το σεντόνι
στα πόδια, και κοιτάνε την απέραντη θάλασσα
όπως ένα λιβάδι το χάραμα. Μια τους θα τολμούσε
να ξαπλώσει γυμνή σ’ ένα λιβάδι; Από τη θάλασσα
θα αναπηδούσαν τα φύκια, που ακουμπάνε τα πόδια
για να αρπάξουν ξαφνικά και να τυλίξουν σφιχτά το σώμα που τρέμει
Υπάρχουν μάτια στην θάλασσα που κάποιες , φορές λάμπουν.
Η άγνωστη εκείνη ξένη, που τη νύχτα κολυμπούσε
μόνη και γυμνή, στο σκοτάδι, όταν αλλάζει το φεγγάρι,
χάθηκε μια νύχτα και δεν θα γυρίσει ποτέ πια.
Ήταν ψηλή και θα ’πρεπε να είναι λευκή εκτυφλωτική,
Έτσι όπως την προφτάσανε τα μάτια μες απ’ της θάλασσας τα βάθη.
[15 Αυγούστου 1935]


Πατρότητα

Άντρας μόνος αντίκρυ στην ανώφελη θάλασσα,
περιμένοντας το βράδυ, περιμένοντας το πρωί.
Τα παιδιά παίζουν, μα ο άντρας αυτός θα ήθελε
να έχει ένα παιδί και να το βλέπει να παίζει.
Μεγάλα σύννεφα φτιάχνουν ένα παλάτι στο νερό
που κάθε μέρα καταστρέφεται και ξαναγίνεται και βάφει
τα παιδιά στο πρόσωπο. Πάντα θα υπάρχει η θάλασσα.
Το πρωινό πληγώνει. Σ’ αυτή την υγρή αμμουδιά
σέρνεται ο ήλιος, πιασμένος σε δίχτυα και σε πέτρες.
Βγαίνει ο άντρας στον θολό ήλιο και περπατάει
κατά μήκος της θάλασσας. Δεν κοιτάζει τους μουσκεμένους υγρούς αφρούς
που βρέχουν την ακτή και δεν ησυχάζουν πια ποτέ.
Αυτή την ώρα τα μωρά λαγοκοιμούνται ακόμα
στη θαλπωρή του κρεβατιού. Αυτή την ώρα λαγοκοιμάται
στο κρεβάτι μια γυναίκα, που θα έκανε έρωτα
αν δεν ήταν μονάχη της. Ο άντρας γδύνεται αργά,
και γυμνός όπως και η γυναίκα που λείπει, κατεβαίνει στη θάλασσα.
Κατόπιν τη νύχτα, που η θάλασσα ξεθυμαίνει , ακούει
το μεγάλο κενό που υπάρχει κάτω από τα αστέρια. Τα παιδιά
μέσα στα κοκκινισμένα σπίτια σκουντουφλάνε από την νύστα
και κάποιο κλαίει. Ο άντρας, κουρασμένος από την αναμονή,
σηκώνει τα μάτια στ’ αστέρια που δεν νιώθουν τίποτα.
Υπάρχουν γυναίκες που αυτή την ώρα ξεντύνουν ένα παιδί
και το κοιμίζουν. Υπάρχει κάποια σ’ ένα κρεβάτι
αγκαλιασμένη με έναν άντρα. Από το σκοτεινό παράθυρο
μπαίνει ένα βραχνό λαχάνιασμα που κανείς δεν το ακούει
παρά μονάχα ο άντρας που ξέρει όλη την ανία της θάλασσας.
[Οκτώβριος 1935]


Το πρωινό αστέρι

Ο μοναχικός άντρας σηκώνεται όταν η θάλασσα είναι ακόμα σκοτεινή
και τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν. Μια θαλπωρή αναπνοής
σηκώνεται από την ακρογιαλιά , όπου είναι το κρεβάτι της θάλασσας,
και γλυκαίνει την ανάσα. Αυτή είναι η ώρα που τίποτα
δεν πρόκειται να συμβεί. Ακόμη και η πίπα ανάμεσα στα δόντια
κρέμεται σβηστή. Νυχτερινός είναι και ο σιγανός παφλασμός .
Ο μοναχικός άντρας άναψε ήδη μια μεγάλη φωτιά από κλαδιά
και τη κοιτάει που κοκκινίζει το χώμα . Ακόμα και η θάλασσα
σε λίγο θα ’ναι σαν τη φωτιά, πυρακτωμένη.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο πικρό από την αυγή μιας μέρας
κατά την οποία τίποτα δεν θα συμβεί. Δεν υπάρχει τίποτα πιο πικρό
από το ανώφελο. Στον ουρανό κρέμεται κουρασμένο
ένα χλωμό αστέρι, σαστισμένο απ’ την αυγή.
Βλέπει τη θάλασσα να είναι ακόμα σκοτεινή και την κηλίδα της φωτιάς
όπου ο άντρας ,για να κάνει κάτι ,ζεσταίνεται`
και πέφτει να κοιμηθεί ανάμεσα στα σκοτεινά βουνά
όπου υπάρχει ένα κρεβάτι από χιόνι. Το αργό πέρασμα της ώρας
είναι αδίστακτο,για κείνον που δεν περιμένει πλέον τίποτα .
Αξίζει τον κόπο να σηκωθεί ο ήλιος απ’ τη θάλασσα
και να ξεκινήσει η ατέλειωτη μέρα ; Αύριο
θα ξανάρθει η αδιάφορη αυγή με το διάφανο φως
και θα είναι πάλι όπως χθες και τίποτα δεν θα συμβεί .
Ο μοναχικός άντρας θα ήθελε μονάχα να κοιμηθεί.
Όταν το τελευταίο αστέρι θα σβήσει στον ουρανό,
ο άντρας ετοιμάζει αργά -αργά την πίπα του και την ανάβει.
[9-12 Ιανουαρίου 1936]

Μετάφραση :Γιάννης Η. Παππάς
Cesare Pavese Τα ποιήματα
κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.





Ο Τσέζαρε Παβέζε (ιταλ.: Cesare Pavese) ήταν Ιταλός ποιητής, μυθιστοριογράφος,κριτικός λογοτεχνίας και μεταφραστής που συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα στη χώρα του.

Γεννήθηκε στο Santo Stefano Belbo, στην επαρχία Κούνεο, στις 9 Σεπτεμβρίου 1908. Ήτανε το χωριό που κι ο πατέρας του γεννήθηκε και πού η οικογένεια επέστρεφε για καλοκαιρινές διακοπές κάθ' έτος. Ξεκίνησε τη στοιχειώδη εκπαίδευση στο San Stefano Belbo, αλλά το υπόλοιπο της εκπαίδευσής του ήτανε στο Τορίνο. Νεαρός έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αγγλική λογοτεχνία κι ανάλαβε στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, διατριβή για τη ποίηση του Ουόλτ Ουίτμαν και μετέφρασε Αμερικανούς και Βρετανούς συγγραφείς, που ήταν νεοεμφανιζόμενοι στο ιταλικό κοινό.

Φανατικός αντιφασίστας, συνελήφθη το 1935 και καταδικάστηκε για κατοχή επιστολών από πολιτικό κρατούμενο. Μετά μερικούς μήνες στη φυλακή, εστάλη εξόριστος στο Confino, στη Nότια Ιταλία, συνήθης καταδίκη για ενόχους μικρών πολιτικών εγκλημάτων. Ο Carlo Levi, επίσης από το Τορίνο -συγγραφέας του "Ο Χριστός Σταμάτησε Στο Έμπολι"-, εστάλη ομοίως στο Confino. 1 χρόνο μετά επέστρεψε στο Τορίνο κι εργάστηκε για τον αριστερό εκδότη Einaudi, ως συντάκτης και μεταφραστής. Ήτανε στη Ρώμη όταν κλήθηκε από το φασιστικό στρατό, αλλά λόγω του άσθματός του πέρασε 6 μήνες σε στρατιωτικό νοσοκομείο.

Όταν επέστρεψε στο Τορίνο, τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν τις οδούς κι οι περισσότεροι από τους φίλους του είχαν φύγει για να αντισταθούν ως αντάρτες. Φυγαδεύτηκε στους λόφους γύρω από το Serralunga Di Crea, κοντά στο Casale Monferrato και δε πήρε μέρος σε καμία ένοπλη προσπάθεια που έγινε σε κείνη τη περιοχή. Μετά τον πόλεμο προσχώρησε στο ΚΚΙ κι εργάστηκε στην εφημερίδα L'Unita. Προς το τέλος της ζωής του, επισκέφτηκε συχνά το Le Langhe, περιοχή που γεννήθηκε, όπου βρήκε μεγάλη παρηγοριά. Εντούτοις, ερωτική απογοήτευση (από την Constance Dowling) και πολιτική απομυθοποίηση, τον οδήγησαν στην αυτοκτονία, από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών, στις 27 Αυγούστου 1950, έτος που κέρδισε το Βραβείο Strega για το La Bella Estate (Όμορφο Καλοκαίρι), που περιλάμβανε 3 νουβέλες: La Tenda (1940), Il Diavolo Sulle Colline (1948) και Tra Donne Sole (1949).

Το περιστατικό της αυτοκτονίας του, που έγινε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, περιγράφεται στη τελευταία σκηνή του Tra donne sole, το προτελευταίο βιβλίο του. Τελευταίο ήταν το La Luna Ε Ι Falο, που δημοσίευσε στην Ιταλία το 1950 και μετέφρασε στα αγγλικά ως Φεγγάρι & Φωτιά.

Χαρακτηριστικός πρωταγωνιστής στο έργο του είναι ο μοναχικός άντρας, είτε εξ επιλογής, είτε λόγω περιστάσεων. Οι σχέσεις του με τους άντρες και τις γυναίκες τείνουν να 'ναι προσωρινές κι επιφανειακές. Μπορεί να επιθυμήσει να 'χει περισσότερη αλληλεγγύη με τους άλλους ανθρώπους, αλλά καταλήγει συχνά προδομένος από ιδανικά κι από φίλους.

Το Langhe, η περιοχή που περνούσε τις καλοκαιρινές διακοπές του ως αγόρι, είχε μεγάλην επίδραση πάνω του. Είναι χωριό γεμάτο λόφους κι αμπελώνες, μια περιοχή που αισθάνθηκε κυριολεκτικά σα σπίτι του, και αναγνώριζε τις σκληρές και βασανιστικές συνθήκες διαβίωσης των φτωχών αγροτώντης περιοχής. Πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις έλαβαν χώρα στη περιοχή, μεταξύ Γερμανών και παρτιζάνων. Αυτό ο τόπος είχε γίνει μέρος της προσωπικής μυθολογίας του.


* "Ο πλούτος της ζωής βρίσκεται στις αναμνήσεις που έχουμε ξεχάσει."

* "Δεν θυμόμαστε μέρες. Θυμόμαστε λεπτά." ~ The Burning Bread


Συγκινητικό το απόσπασμα από το κείμενο της Natalia Ginzburg, «Πορτρέτο ενός φίλου» που δίνει ένα γοητευτικό περίγραμμα της μελαγχολικής σκιάς του Τσέζαρε Παβέζε. «...Το να συζητήσεις εξάλλου μαζί του δεν ήταν ποτέ εύκολο, ούτε ακόμα κι όταν έδειχνε χαρούμενος: αλλά, μια συνάντηση μαζί του, θα μπορούσε να είναι μια κουβέντα, με λίγες λέξεις, τονωτική και ερεθιστική όπως με κανέναν άλλον. Με τη δική του συντροφιά, γινόμαστε πολύ πιο έξυπνοι: αισθανόμαστε έτοιμοι να μεταφέρουμε στα λόγια μας ό,τι καλύτερο και σοβαρό είχαμε μέσα μας. Διώχναμε τις κοινοτοπίες, τις ασαφείς σκέψεις, τις ασυναρτησίες...»




Λίγα λόγια για τη ζωή και το έργο του

Ο Τσέζαρε Παβέζε γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1908 στο Σαν Στέφανο Μπέλμπο (επαρχία Κούνεο) κοντά στο Τορίνο. Οι γονείς του ήταν ο Εουτζένιο, γραμματέας του δικαστηρίου της πόλης και η Κονσολίνα Μεστουρίνι. Η αδερφή του Μαρία ήταν μεγαλύτερή του κατά έξι χρόνια, ενώ άλλα τρία μωρά πέθαναν πριν ακόμη ο Τσεζάρε γεννηθεί. Τον Ιανουάριο του 1914 ο πατέρας του πέθανε από καρκίνο στον εγκέφαλο, ενώ ο μικρός Παβέζε γράφεται στο Δημοτικό στο Σαν Στέφανο. Από το 1926 ως το 1929 φοιτά στη φιλοσοφική σχολή στο Τορίνο, όπου και μελετά με πάθος κλασική λογοτεχνία και αγγλική λογοτεχνία. Έχει σχέσεις με την ομάδα του Αουγκούστο Μόντι : Νορμπέρτο Μπόμπιο, Λεόνε Γκίνσμπουργκ, Μάσσιμο Μίλα.
Ασχολείται με την αμερικανική λογοτεχνία και επιδιώκει χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα μια υποτροφία για το Πανεπιστήμιο Columbia. Σημαντικό ρόλο στη ζωή του θα διαδραματίσει ο έρωτάς του για την Τίνα, μια καθηγήτρια μαθηματικών, κομμουνίστρια και πολύ αποφασιστική γυναίκα. Παίρνει το 1930 το πτυχίο του κάνοντας εργασία για τον ποιητή Ουώλτ Ουίτμαν, κάνει μεταφράσεις από τα αγγλικά, γράφει διηγήματα και ποιήματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετέφρασε το «Μόμπι Ντικ» που εκδόθηκε το 1932, τότε που έχασε και τη μητέρα του. Την επόμενη χρονιά γράφεται στο φασιστικό κόμμα για να εξασφαλίσει τη θέση καθηγητή, χωρίς στη συνέχεια να κατορθώσει να αποτρέψει τον εκτοπισμό και τη φυλάκισή του για την αντιφασιστική του δράση. Μετέφρασε Τζόυς, Ντος Πάσσος, Γερτρούδη Στάιν, Ντίκενς και Στάινμπεκ. Το 1938 τελειώνει το μυθιστόρημά του «Αναμνήσεις δύο εποχών» και γράφει το «Οι πατρίδες σου» το οποίο και τον καθιερώνει στα ιταλικά γράμματα. Εργάζεται πια στις εκδόσεις Einaudi όπου και θα συνεχίσει τη δουλειά του μετά την απελευθέρωση, το 1945. Το 1946 γράφεται στο ιταλικό κομμουνιστικό κόμμα, συνεργάζεται με την εφημερίδα L’ Unita και γνωρίζεται με τους Ίταλο Καλβίνο και Ντάβιντε Λογιόλο. Το 1951 παίρνει το βραβείο Stregga για το έργο του «Ένα ωραίο καλοκαίρι». Τον Αύγουστο του 1952 δίνει τέλος στη ζωή του, μόλις στα 42 του χρόνια. Ένα χρόνο μετά εκδίδεται η ποιητική του συλλογή «Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου» και τα δοκίμια «Η αμερικανική λογοτεχνία και άλλα δοκίμια».





Το ημερολόγιο του


2 Ιανουαρίου
(...) Τα πράγματα ξέρεις ότι συμβαίνουν όταν έχουν ήδη συμβεί. Την πληρότητα του ‘45-’46 την ξέρω τώρα. Τότε τη ζούσα.
Το ίδιο γίνεται και στην ιστορία. Γεύση του παρελθόντος, της συντήρησης. Πεπρωμένο είναι ν’ αφήνεσαι να ζεις την ολοκλήρωση, που έπειτα αποσαφηνίζεται εναργής και δημιουργική. Πεπρωμένο είναι αυτό που γίνεται χωρίς να το ξέρεις, όταν εγκαταλείπεσαι. Κατά κάποιον τρόπο, όλα είναι πεπρωμένο: ποτέ δεν ξέρεις αυτό που συμβαίνει. Υπάρχει μια μικρή, επιφανειακή, ορθολογική γνώση, κι εμείς πρέπει να εμβαθύνουμε όσο μπορούμε. Αυτό που μένει ακατάληπτο (θα το καταλάβουν οι μεταγενέστεροι -μ’ αυτή την έννοια δεν είναι ιρασιοναλισμός) είναι το πεπρωμένο. (...) Σχέση του πεπρωμένου με τη δεισιδαιμονία. Το πρώτο είναι η ενστικτώδης πράξη που ακόμα δεν είναι γνωστή, ούτε μπορεί να προβλεφθεί. Το δεύτερο είναι η ενστικτώδης πράξη που αναγνωρίζεται μετά. Το πρώτο είναι ένας τρόπος να ζούμε, το δεύτερο ένας τρόπος να πεθαίνουμε.(...)

4 Ιανουαρίου
Είδα και οσμίστηκα ό,τι χειρότερο έχει η Ρώμη. Εύκολη φιλία, ευκαιριακή ζωή, χρήμα που αποκτιέται και ξοδεύεται σαν να μην υπήρξε, και αντίθετα, όλα τα κριτήρια, τα γούστα, οι επιθυμίες κ.λπ. λειτουργούν για την απόκτηση χρημάτων.
Αρχίζει να μοιάζει σαν παιδική ηλικία (εφηβεία) και η ηλικία των τριάντα χρόνων. Μπορείς να κάνεις αφήγηση, δηλαδή, ακόμα και την κουλτούρα. Την ανδρική ηλικία μπορείς να την αντιληφθείς («μυθοποιήσεις») όταν παρουσιάζεται ως παιδική ηλικία.
Να ‘χεις αφομοιώσει κάποια εμπειρία, να διατηρείς κάποια απόσταση, σημαίνει να τη δεις σαν παιδική αφέλεια. Η μεγάλη ποίηση είναι ειρωνική.(...)

14 Ιανουαρίου
Απέχθεια για όσα έχω κάνει, για όλο μου το έργο. Αίσθηση αδυναμίας, φυσικού μαρασμού. Λυγισμένο τόξο. Και η ζωή, οι έρωτες, πού ήταν; τρέφω μέσα μου μια αισιοδοξία: δεν κατηγορώ τη ζωή. Βρίσκω πως ο κόσμος είναι ωραίος κι αξίζει να τον ζεις. Όμως εγώ καταρρέω. Αυτά που έκανα έκανα. Όσα μπορούσα; Επιθυμία, πόθος, αγωνία, να πάρεις, να έχεις, να κάνεις. Θα τα καταφέρω πάλι;(...)

1 Φεβρουαρίου
Η διαίσθηση δημιουργεί μύθο-θρησκεία
η βούληση δημιουργεί ιστορία-ποίηση ή θεωρία
Σφάλματα:
με τη διαίσθηση να θέλεις να δημιουργήσεις ιστορία
με τη βούληση να θέλεις να δημιουργήσεις μύθο.
Η βούληση ασκείται πάνω στους μύθους και τους μεταμορφώνει σε ιστορία. Πεπρωμένα τα οποία γίνονται ελευθερία.(...)

16 Μαρτίου
Το βήμα ήταν φοβερό κι ωστόσο έγινε. Απίστευτη γλυκύτητα από τη μεριά της, λόγια ελπίδας. Darling, χαμόγελο, διαρκής κι επαναλαμβανόμενη ευτυχία να βρίσκεται μαζί μου. Οι νύχτες της Τσερβίνια, οι νύχτες του Τορίνο. Είναι μια κοπέλα, μια καθημερινή κοπέλα. Και όμως, είναι αυτή - φοβερό. Μέσα από την καρδιά μου: δεν άξιζα τόσο.(...)

23 Μαρτίου
Ο έρωτας είναι πράγματι η μεγάλη επιβεβαίωση. Θέλει κανείς να υπάρχει, να είναι κάποιος, θέλει -αν πεθάνει- να πεθάνει με γενναιότητα, με θόρυβο, τελικά να μείνει τ’ όνομά του. Και όμως, πάντοτε τον έρωτα τον συντροφεύει η επιθυμία να πεθάνεις, να χαθείς. Ίσως γιατί είναι τόσο υπεροπτικά ζωή, ώστε, όταν χάνεσαι μέσα του, η ζωή επιβεβαιώνεται ακόμα πιο πολύ.(...)

25 Μαρτίου
Δεν αυτοκτονεί κανείς για τον έρωτα μιας γυναίκας. Αυτοκτονεί γιατί ένας έρωτας, οποιοσδήποτε έρωτας, μας αποκαλύπτει τη γύμνια μας, τη δυστυχία μας, την αδυναμία μας, το τίποτα.(...)

18 Αυγούστου
Αυτό που μυστικά φοβάσαι σου συμβαίνει πάντα...Όχι λόγια. Μια χειρονομία. Δεν θα ξαναγράψω.

*(Αποσπάσματα από τις τελευταίες ημερολογιακές σημειώσεις του λογοτέχνη, όπως έχουν μεταφραστεί από το Γιάννη Η. Παππά στο βιβλίο «CESARE PAVESE, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», Εκδόσεις PRINTA )





Μια επιστολή στον Τσέζαρε Παβέζε από τον Γιώργο Χρονά

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Οπως στη ζωή (έτσι και στην τέχνη) κάποτε συνομιλούμε με τους φτερουγισμένους που μας έλαχαν -τότε το προσωπικό μας μνημόσυνο γίνεται σελίδα από το ιερό βιβλίο της πραγματικότητας. Επειδή όμως η λευκή σελίδα κρύβει πολλή εξορία και η εξορία γεννάει πάθη, φαντασιώσεις και άγριες προσδοκίες, απευθυνθήκαμε σε δεκαπέντε συγγραφείς (ποιητές και πεζογράφους) και τους ζητήσαμε να «αλληλογραφήσουν» (να στείλουν ή να λάβουν) μια επιστολή από κάποιον τεθνεώτα συγγραφέα, Ελληνα ή ξένο.

Οι αναγνώστες μπορούν να διαβούν τις γέφυρες, θεατές και αθέατες, που στήνονται ανάμεσα σε αποστολείς και παραλήπτες, να διακρίνουν φωτισμούς και διαθέσεις ανάμεσα στους επιστολογράφους, να προβλέψουν μελλοντικά βιβλία ή να επανερμηνεύσουν έλξεις και απωθήσεις του παρελθόντος.

Τσέζαρε,

Είδα, λέει, πως είμαστε σε μια επίδειξη μόδας, κάποιας Κάρλας, πίσω απ' το σταθμό και τα μπιλιάρδα. Ξαφνικά, σηκώθηκες κι έφυγες, λέγοντας -πλήττω, αλλιώς το φαντάστηκα. Η Μομίνα με ζητάει απόψει. Βγήκες. Μια ομίχλη σκέπαζε την πόλη. Σ' ακολούθησα, φωνάζοντας -Στάσου! Στάσου! Ερχομαι μαζί σου! Δεν χάθηκε τίποτα! Αλλά όσο σε πλησίαζα τόσο εσύ απομακρυνόσουν. Χανόσουν. Μέχρι που ένα σύννεφο σε σκέπασε και σ' έχασα. Ξύπνησα μες στον ιδρώτα. Πήγα στο νεροχύτη, ήπια νερό κι άναψα τσιγάρο. Σε φαντάστηκα γέρο, ζωντανό, μεταξύ μας, να μεγαλώνεις μ' άσπρα μαλλιά, με μια δύναμη στο νου, να δείχνεις το μέρος της καρδιάς όταν ακούς για ποιήματα ή έρωτες παθιασμένους.

Ημουν νέος -δεκαοχτώ χρονώ- όταν σας γνώρισα στο καφενείο του Τζένιο. Απόμακρος ήσουν, με μια λέξη για τον καθένα· όταν καθόμουν δίπλα σου ένιωθα το αίμα σου να βράζει· ένα ηφαίστειο που είναι έτοιμο να εκραγεί, άκουγα όσα γινόντουσαν εντός σου. Ρομπέρτο, μου φώναζες, τα μυαλά σου είναι στον αέρα, όπως τα πουλιά πετάς, δεν πατάς στη γη. Εχεις ενδιαφέρον. Κάποτε σηκώθηκες και είπες, κάποιος από σας θα με προδώσει!

Οσο περνούν τα χρόνια καταλαβαίνω τα λόγια σου. Τη νεότητά σου που δεν γέρασε. Συχνά κλείνω το δωμάτιο στο ξενοδοχείο, στο Τορίνο, που μας εγκατέλειψες. Μπαίνω με το φακό στο σκοτάδι. Δεν ανάβω τις λάμπες της οροφής, μόνο κεριά και μουσική από το ραδιόφωνο που σ' άρεσε ν' ακούς. Ακούω τη φωνή σου. Τα λόγια σου με σκοτώνουν. Μη γυρίσεις ποτέ πίσω... Μόνο μπροστά... Ασ' το να πέσει... Φύγε. Οι ηρωίδες σου ζουν και σε περιμένουν φορώντας μεταξωτά φορέματα, ακούγοντας Νίνα Σιμόν, Τίμι Γιούρο, Μίνα, ζητώντας η μία τα τσιγάρα της άλλης. Εχουν μαγειρέψει το αγαπημένο σου φαγητό και σου ετοίμασαν τραπέζι. Εσύ θα καθήσεις στην κεφαλή. Κι αυτές δεξιά κι αριστερά. Είναι πιο πολλές απ' τους μαθητές στο Μυστικό το Δείπνο. Αργά τη νύχτα, θα 'χετε πιει πολύ, θα υψώσουν τα ποτήρια κάνοντας μια ευχή -στην καταστροφή και τη λάμψη ενός έρωτα που δεν τελειώνει! Η Κάρλα, η Ελβίρα, η Ντόρα, η Καρλότα, η Τζινία, η Νενέ, η Ροζίτα, η Πινέτα, η Γαβριέλα, η Λόλα, η Κλέλια, η Ροζάριο... σε περιμένουν.

Χθες είδα στην τηλεόραση το νέο πόλεμο που φτάνει, σε μια τρέλα ο κόσμος, καταστροφές, θάνατος, αίματα, πρόσωπα σκαμμένα απ' την αρρώστια, τη φτώχεια. Σαν να μην άλλαξε τίποτε από τότε που τ' άφησες. Η Αφρική μες στο χαμό -την πάνε στο τέλος, στο Αμήν, που άκουγες τις Κυριακές, από τους ιερείς, στα λατινικά, και σηκωνόσουν, φωνάζοντας μες στον καθρέφτη.

Τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Ο διάβολος στους λόφους σου, έγινε ο διάβολος μέσα τους για το τέλος της Γης.

Πήρα το τρένο κι ακολούθησα τη διαδρομή μέχρι κάτω την παραλία. Δεν είχε κόσμο, μόνο σύννεφα κι ομίχλη. Μια διαπεραστική βροχή έκανε την παρουσία σου στο τοπίο πιο απτή. Πέρασε κάποιος και σου 'μοιαζε. Πήγα να του μιλήσω μέχρι που τον σκέπασε μια παρέα.

Θυμάσαι τι μου 'λεγες; Γράψε ποιήματα όπως αγαπάς, όπως το αίμα σου κυλάει στις φλέβες και γίνεται ποταμός που ποτίζει κάμπους και χωράφια, άλογα και πουλιά, μέχρι να χαθεί στη μεγάλη θάλασσα. Μη λυπάσαι, η τέχνη θα σε τυλίξει στη θερμότητά της που αντέχει. Μη φοβάσαι, θα περάσουμε μέσα από τον ήλιο χωρίς φωτιά για μας, αλλά για εκείνα τα πλάσματά του που κείτονται χαμένα μέσα στους δρόμους του κόσμου. Σκέφτηκες ποτέ, συμπλήρωνες, στην περίοδο της παρανομίας τα πάντα ήσαν ελπίδα· τώρα τα πάντα είναι προοπτική συμφοράς.

Κι είχες μια μελαγχολία πριν την προδοσία, πριν την καταστροφή. Αυτό ήταν το περιουσιακό σου στοιχείο. Αυτό θύμιζε τη λάμψη σου στους φίλους, στους δικούς σου. Η αυτοκριτική σου, ίσως, για ό,τι γενναία είχες κατακτήσει.

Κάθησα στο ίδιο τραπέζι, παρήγγειλα το αγαπημένο σου ποτό και σκεφτόμουνα πως τίποτα δεν πάει χαμένο. Εγώ ζω σαν να 'σουν εσύ, ζω την τέχνη και τη γη με τον τρόπο σου, και γιος σου να 'μουνα θα είχα διαφορές μαζί σου. Πήρα αργά το τελευταίο τρένο για το σπίτι. Στο μονήρες δωμάτιό μου σχεδιάζω το νέο ταξίδι μου στον ύπνο. Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν, ακούγοντας τους στίχους σου κάτω από γέφυρες, δίπλα σε κουτιά με Veronal, πίνοντας ποτά που καίνε τα γαστρικά υγρά, ανεβάζοντας την πίεση στα ύψη. Με καρδιές που χτυπούν σε θερμά σώματα, σε παιδιά που ζητούν πετσέτες κάτω από τον ήλιο, δίπλα στα ντουζ, πίνοντας γρανίτα με φράουλα, χυμούς από λεμόνι χωρίς ζάχαρη.

Οι μουσικές, οι μουσικές σου δονούν πάντα τον κόσμο.

Ο φίλος σου

Ρομπέρτο


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 24/01/2003










Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Διονύσιος Σολωμός









ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ


1

Σε γνωρίζω από την κόψη

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη,

που με βιά μετράει τη γη.

2

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

3

Εκεί μέσα εκατοικούσες

πικραμένη, εντροπαλή,

κι ένα στόμα ακαρτερούσες,

έλα πάλι, να σου πει.

4

Άργειε νάρθει εκείνη η μέρα,

κι ήταν όλα σιωπηλά,

γιατί τάσκιαζε η φοβέρα

και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

5

Δυστυχής! Παρηγορία

μόνη σου έμενε, να λες

περασμένα μεγαλεία,

και διηγώντας τα να κλαις.

6

Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει

φιλελεύθερη λαλιά,

ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι

από την απελπισιά.

7

Κι έλεες: πότε, α! πότε βγάνω

το κεφάλι απ' τις ερμιές;

Και αποκρίνοντο από πάνω

κλάψες, άλυσες, φωνές!

8

Τότ' εσήκωνες το βλέμμα

μες στα κλάματα θολό,

και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,

πλήθος αίμα Ελληνικό.

9

Με τα ρούχα αιματωμένα,

ξέρω ότι έβγαινες κρυφά,

να γυρεύεις εις τα ξένα

άλλα χέρια δυνατά.

10

Μοναχή το δρόμο επήρες,

εξανάλθες μοναχή.

Δεν είν' εύκολες οι θύρες,

εάν η χρεία τες κρουταλεί.

11

Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,

αλλ' ανάσασι καμμιά.

Άλλος σου έταξε βοήθεια,

και σε γέλασε φρικτά!

12

Άλλοι, ωιμέ! στη συφορά σου

οπού εχαίροντο πολύ,

σύρε να βρεις τα παιδιά σου,

σύρε, ελέγαν οι σκληροί.

13

Φεύγει οπίσω το ποδάρι,

και ολογλήγορο πατεί

ή την πέτρα, ή το χορτάρι,

που την δόξα σου ενθυμεί.

14

Ταπεινότατη σου γέρνει

η τρισάθλια κεφαλή,

σαν φτωχού που θυροδέρνει,

κι είναι βάρος του η ζωή.

15

Ναι. Αλλά τώρα αντιπαλεύει

κάθε τέκνο σου με ορμή,

που ακατάπαυστα γυρεύει

ή τη νίκη, ή τη θανή.

16

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

17

Μόλις είδε την ορμή σου

ο ουρανός, που για τ'ς εχθρούς

εις την γη την μητρική σου

έτρεφ' άνθια και καρπούς,

18

εγαλήνευσε. Και εχύθη

καταχθόνια μία βοή,

και του Ρήγα σου απεκρίθη

πολεμόκραχτη η φωνή.

19

Όλοι οι τόποι σου σ' εκράξαν

χαιρετώντας σε θερμά,

και τα στόματα εφωνάξαν

όσα αισθάνετο η καρδιά.

20

Εφωνάξανε ως τ' αστέρια

του Ιονίου και τα νησιά,

και εσηκώσανε τα χέρια

για να δείξουνε χαρά.

21

Μ' όλον που ναι αλυσωμένο

το καθένα τεχνικά,

και εις το μέτωπο γραμμένο

έχει: Ψεύτρα Ελευθεριά.

22

Γκαρδιακά χαροποιήθη

και του Βάσιγκτον η γη,

και τα σίδερα ενθυμήθη

που την έδεναν και αυτή.

23

Απ' τον πύργο του φωνάζει,

σα να λέει σε χαιρετώ,

και την χήτη του τινάζει

το Λεοντάρι το Ισπανό.

24

Ελαφιάσθη της Αγγλίας

το θηρίο, και σέρνει ευθύς

κατά τ' άκρα της Ρουσίας

τα μουγκρίσματα τ'ς οργής.

25

Εις το κίνημά του δείχνει,

πως τα μέλη είν' δυνατά.

Και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει

μια σπιθόβολη ματιά.

26

Σε ξανοίγει από τα νέφη

και το μάτι του Αετού,

που φτερά και νύχια θρέφει

με τα σπλάχνα του Ιταλού.

27

Και σ' εσέ καταγυρμένος,

γιατί πάντα σε μισεί!

έκρωζ', έκρωζε ο σκασμένος,

να σε βλάψει αν ημπορεί.

28

Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι

πάρεξ που θα πρωτοπάς.

Δεν μιλείς, και δεν κουνιέσαι

στες βρισιές οπού αγροικάς.

29

Σαν τον βράχον οπού αφήνει

κάθε ακάθαρτο νερό

εις τα πόδια του να χύνει

ευκολόσβηστον αφρό,

30

οπού αφήνει ανεμοζάλη,

και χαλάζι, και βροχή,

να του δέρνουν την μεγάλη,

την αιώνια κορυφή.

31

Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,

οποιανού θέλει βρεθεί

στο μαχαίρι του αποκάτου,

και σ' εκείνο αντισταθεί.

32

Το θηρίο π' αναλογιέται,

πως του λείπουν τα μικρά,

περιορίζεται, πετιέται,

αίμα ανθρώπινο διψά.

33

Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,

τα λαγκάδια, τα βουνά,

και όπου φθάση, όπου περάση,

φρίκη, θάνατος, ερμιά.

34

Ερμιά, θάνατος, και φρίκη,

όπου επέρασες κι εσύ.

Ξίφος έξω από την θήκη,

πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35

Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει

της αθλίας Τριπολιτσάς.

Τώρα τρόμου αστροπελέκι

να της ρίξεις πεθυμάς.

36

Μεγαλόψυχο το μάτι

δείχνει, πάντα όπως νικεί,

και ας είν' άρματα γεμάτη,

και πολέμιαν χλαλοή.

37

Σου προβαίνουνε και τρίζουν,

για να ιδείς πως είν' πολλά.

Δεν ακούς που φοβερίζουν

άνδρες μύριοι και παιδιά;

38

Λίγα μάτια, λίγα στόματα

θα σας μείνουνε ανοιχτά,

για να κλαύσετε τα σώματα,

που θε να βρει η συμφορά.

39

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει

του πολέμου αναλαμπή.

Το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,

λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40

Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;

Λίγα τα αίματα γιατί;

Τον εχθρό θωρώ να φύγει,

και στο κάστρο ν' ανεβεί.

41

Μέτρα… είν' άπειροι οι φευγάτοι,

οπού φεύγουν δειλιούν.

Τα λαβώματα στην πλάτη

δέχοντ' ώστε ν' ανεβούν.

42

Εκεί μέσ' ακαρτερείτε

την αφεύγατη φθορά.

να, σας φθάνει. Αποκριθείτε

στης νυκτός τη σκοτεινιά.

43

Αποκρίνονται, και η μάχη

έτσι αρχίζει, οπού μακριά

από ράχη εκεί σε ράχη

αντιβούιζε φοβερά.

44

Ακούω κούφια τα τουφέκια,

ακούω σμίξιμο σπαθιών,

ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

ακούω τρίξιμο δοντιών.

45

Α! τι νύκτα ήταν εκείνη,

που την τρέμει ο λογισμός;

Άλλος ύπνος δεν εγίνη

πάρεξ θάνατου πικρός.

46

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος

οι κραυγές, η ταραχή

ο σκληρόψυχος ο τρόπος

του πολέμου, και οι καπνοί,

47

και οι βροντές και το σκοτάδι,

οπού αντίσκοφτε η φωτιά,

επαράσταιναν τον άδη

που ακαρτέρευε τα σκυλιά.

48

Τ' ακαρτέρειε. - Εφαίνοντ' ίσκιοι

αναρίθμητοι γυμνοί,

κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,

βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49

Όλη μαύρη μυρμηγιάζει,

μαύρη η εντάφια συντροφιά,

σαν το ρούχο οπού σκεπάζει

τα κρεββάτια τα στερνά.

50

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι

επετιούντο από την γη,

όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι

από τούρκικην οργή.

51

Τόσα πέφτουνε τα θερι-

σμένα αστάχια εις τους αγρούς.

Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη

εσκεπάζοντο απ' αυτούς.

52

Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,

και αναδεύοντο μαζί,

αναβαίνοντας το κάστρο

με νεκρώσιμη σιωπή.

53

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,

μες στο δάσος το πυκνό,

όταν στέλνει μίαν αχνάδα

μισοφέγγαρο χλωμό,

54

εάν οι άνεμοι μες στ' άδεια

τα κλαδιά μουγκοφυσούν,

σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,

οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55

Με τα μάτια τους γυρεύουν,

όπου είν' αίματα πηχτά,

και μες στ' αίματα χορεύουν

με βρυχίσματα βραχνά.

56

Και χορεύοντας μανίζουν

εις τους Έλληνας κοντά,

και τα στήθια τους εγγίζουν

με τα χέρια τα ψυχρά.

57

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει

βαθειά μες στα σωθικά,

όθεν όλη η λύπη βγαίνει,

και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58

Τότε αυξαίνει του πολέμου

ο χορός τρομακτικά,

σαν το σκόρπισμα του ανέμου

στου πελάου τη μοναξιά.

59

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου.

Κάθε κτύπημα που εβγή

είναι κτύπημα θανάτου,

χωρίς να δευτερωθεί.

60

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει.

Λες και εκείθεν η ψυχή,

απ' το μίσος που την καίει,

πολεμάει να πεταχθεί!

61

Της καρδιάς κτυπίες βροντάνε

μες στα στήθια τους αργά,

και τα χέρια οπού χουμάνε

περισσότερο είν' γοργά.

62

Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,

ουδέ πέλαγο, ουδέ γη.

Γι' αυτούς όλους το παν είναι

μαζωμένο αντάμα εκεί.

63

Τόση η μάνητα και η ζάλη,

που στοχάζεται, μη πως

από μια μεριά κι απ' άλλη

δεν μείνει ένας ζωντανός.

64

Κοίτα χέρια απελπισμένα

πως θερίζουνε ζωές!

Χάμου πέφτουνε κομμένα

χέρια, πόδια, κεφαλές,

65

και παλλάσκες, και σπαθιά,

με ολοσκόρπιστα μυαλά,

και με ολόσχιστα κρανία

σωθικά λαχταριστά.

66

Προσοχή καμμία δεν κάνει

κανείς, όχι, εις την σφαγή.

Πάνε πάντα εμπρός! Ω! φθάνει,

φθάνει. Έως πότε οι σκοτωμοί;

67

Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,

πάρεξ όταν ξαπλωθεί;

Δεν αισθάνονται τον κόπο,

και λες κι είναι εις την αρχή.

68

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,

και Αλλά εφώναζαν, Αλλά.

Και των Χριστιανών τα χείλη

φωτιά εφώναζαν, φωτιά.

69

Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,

πάντα εφώναζαν φωτιά,

και οι μιαροί κατασκορπιούντο,

πάντα σκούζοντας Αλλά.

70

Παντού φόβος και τρομάρα,

και φωνές και στεναγμοί.

Παντού κλάψα, παντού αντάρα,

και παντού ξεψυχισμοί.

71

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι

εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.

Όλοι χάμου εκείτοντ' όλοι

εις την τέταρτην αυγή.

72

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη,

και κυλάει στην λαγκαδιά,

και τ' αθώο χόρτο πίνει,

αίμα αντίς για τη δροσιά.

73

Της αυγής δροσάτο αγέρι,

δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο

στων ψευδόπιστων το αστέρι

φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ.

74

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

75

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι.

Δεν λάμπ' ήλιος μοναχά

εις τους πλάτανους, δεν λάμπει

εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.

76

Εις τον ήσυχον αιθέρα

τώρα αθώα δεν αντηχεί

τα λαλήματα η φλογέρα,

τα βελάσματα το αρνί.

77

Τρέχουν άρματα χιλιάδες,

σαν το κύμα εις το γιαλό.

Αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες

δεν ψηφούν τον αριθμό.

78

Ω τρακόσιοι! σηκωθείτε

και ξανάλθετε σ' εμάς.

τα παιδιά σας θέλ' ιδήτε

πόσο μοιάζουνε με σας.

79

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται,

και με πάτημα τυφλό

εις την Κόρινθο αποκλειούνται,

κι όλοι χάνονται απ'εδώ.

80

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου

πείνα και θανατικό,

που με σχήμα ενός σκελέθρου

περπατούν αντάμα οι δυο.

81

Και πεσμένα εις τα χορτάρια

απεθαίνανε παντού

τα θλιμμένα απομεινάρια

της φυγής και του χαμού.

82

Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία,

όπου ό,τι θέλεις ημπορείς,

εις τον κάμπο, Ελευθερία,

ματωμένη περπατείς!

83

Στη σκιά χεροπιασμένες

στη σκιά βλέπω κι εγώ

κρινοδάχτυλες παρθένες

όπου κάνουνε χορό.

84

Στο χορό γλυκογυρίζουν

ωραία μάτια ερωτικά,

και εις την αύρα κυματίζουν

μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

85

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει,

πως ο κόρφος καθεμιάς

γλυκοβύζαστο ετοιμάζει

γάλα ανδρείας, και ελευθεριάς.

86

Μεσ' στα χόρτα στα λουλούδια

το ποτήρι δεν βαστώ.

Φιλελεύθερα τραγούδια

σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

88

Πήγες εις το Μεσολόγγι

την ημέρα του Χριστού,

μέρα που άνθισαν οι λόγγοι,

και το τέκνο του Θεού.

89

Σου ήλθε εμπρός λαμποκοπώντας

η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,

και το δάκτυλο κινώντας

όπου ανεί τον ουρανό,

90

σ' αυτό, εφώναξε, το χώμα

στάσου ολόρθη, Ελευθεριά.

και φιλώντας σου το στόμα

μπαίνει μες' στην εκκλησιά.

91

Εις την τράπεζα σιμώνει,

και στο σύγνεφο το αχνό

γύρω γύρω της πυκνώνει

που σκορπάει το θυμιατό.

92

Αγροικάει την ψαλμωδία,

οπού εδίδαξεν αυτή.

Βλέπει την φωταγωγία

στους Αγίους εμπρός χυτή.

93

Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν

με πολλή ποδοβολή,

κι άρματ' άρματα ταράζουν;

Επετάχτηκες Εσύ.

94

Α! το φως που σε στολίζει,

σαν ηλίου φεγγοβολή,

και μακρόθεν σπινθηρίζει,

δεν είναι, όχι, από τη γη.

95

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη,

χείλος, μέτωπο, οφθαλμός.

Φως το χέρι, φως το πόδι

κι όλα γύρω σου είναι φως.

96

Το σπαθί σου ανασηκώνεις,

τρία πατήματα πατάς,

σαν τον πύργο μεγαλώνεις,

και εις το τέταρτο κτυπάς.

97

Με φωνή που καταπείθει,

προχωρώντας ομιλείς.

"Σήμερ' άπιστοι, εγεννήθη,

ναι του κόσμου ο Λυτρωτής.

98

Αυτός λέγει… Αφογκρασθείτε.

Εγώ είμ' Άλφα, Ωμέγα εγώ.

Πέστε που θ' αποκρυφθείτε

εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,

που μ' αυτήν αν συκριθεί

κείνη η κάτω οπού σας έχω

σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

100

Κατατρώγει, ωσάν την Σχίζα,

τόπους άμετρα υψηλούς,

χώρες, όρη, από τη ρίζα,

ζώα, και δένδρα, και θνητούς.

101

Και το παν το κατακαίει,

και δεν σώζεται πνοή,

πάρεξ του άνεμου που πνέει

μες στη στάχτη τη λεπτή".

102

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:

Του θυμού του είσαι αδελφή;

Ποίος είν' άξιος να νικήσει,

ή με σε να μετρηθεί;

103

Η γη αισθάνεται την τόση

του χεριού σου ανδραγαθιά,

που όλη θέλει θανατώσει,

την μισόχριστη σπορά.

104

Την αισθάνονται, και αφρίζουν

τα νερά και τ' αγροικώ

δυνατά να μουρμουρίζουν

σαν να ρυάζετο θηριό.

105

Κακορίζικοι, που πάτε

του Αχελώου μες στη ροή,

και πιδέξια πολεμάτε

από την καταδρομή.

106

Να αποφύγετε! το κύμα

έγινε όλο φουσκωτό.

εκεί ευρήκατε το μνήμα,

πριν να ευρήτε αφανισμό.

107

Βλασφημάει, σκούζει, μουγγρίζει

κάθε λάρυγγας εχθρού,

και το ρεύμα γαργαρίζει

τες βλασφήμιες του θυμού.

108

Σφαλερά τετραποδίζουν

πλήθος άλογα, και ορθά

τρομασμένα χλιμιντρίζουν

και πατούν εις τα κορμιά.

109

Ποιος στον σύντροφον απλώνει

χέρι, ωσάν να βοηθηθεί;

Ποιος την σάρκα του δαγκώνει

όσο οπού να νεκρωθεί;

110

Κεφαλές απελπισμένες,

με τα μάτια πεταχτά,

κατά τ' άστρα σηκωμένες

για την ύστερη φορά.

111

Σβήεται - αυξαίνοντας η πρώτη

του Αχελώου νεροσυρμή -

το χλιμίντρισμα και οι κρότοι,

και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112

Έτσι ν' άκουα να βουίξει

τον βαθύν Ωκεανό,

και εις το κύμα του να πνίξει

κάθε σπέρμα Αγαρηνό.

113

Και εκεί που ναι η Αγία Σοφία,

μες στους λόφους τους επτά,

όλα τ' άψυχα κορμία,

βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114

σωριασμένα να τα σπρώξει

η κατάρα του Θεού,

κι απ' εκεί να τα μαζώξει

ο αδελφός του Φεγγαριού.

115

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει.

Και η Θρησκεία, κι η Ελευθεριά

μ' αργοπάτημα ας πηγαίνει

μεταξύ τους, και ας μετρά.

116

Ένα λείψανο ανεβαίνει

τεντωτό, πιστομητό,

κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει,

και δεν φαίνεται και πλιό.

117

Και χειρότερα αγριεύει

και φουσκώνει ο ποταμός.

Πάντα, πάντα περισσεύει

πολυφλοίσβιμα και αφρός.

118

Α! γιατί δεν έχω τώρα

την φωνή του Μωυσή;

Μεγαλόφωνα, την ώρα

όπου εσβηούντο οι μισητοί,

119

τον Θεόν ευχαριστούσε

στου πελάου τη λύσσα εμπρός.

Και τα λόγια ηχολογούσε

αναρίθμητος λαός.

120

Ακολουθάει την αρμονία

η αδελφή του Ααρών,

η προφήτισσα Μαρία,

μ' ένα τύμπανο τερπνόν,

121

και πηδούν όλες οι κόρες

με τις αγκάλες ανοιχτές,

τραγουδώντας, ανθοφόρες,

με τα τύμπανα κι εκειές.

122

Σε γνωρίζω από την κόψη

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη

που με βία μετράει τη γη.

123

Εις αυτήν είν' ξακουσμένο,

δεν νικιέσαι εσύ ποτέ.

Όμως, όχι, δεν είν' ξένο

και το πέλαγο για σε.

124

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει

κύματ' άπειρα εις τη γη,

με τα οποία την περιζώνει,

κι είν' εικόνα σου λαμπρή.

125

Με βρυχίσματα σαλεύει

που τρομάζει η ακοή.

Κάθε ξύλο κινδυνεύει

και λιμιώνα αναζητεί.

126

Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη

και το λάμψιμο του ηλιού,

και τα χρώματα αναδίδει

του γλαυκότατου ουρανού.

127

Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,

στην θηράν εσύ ποτέ.

Όμως, όχι, δεν είν' ξένο

και το πέλαγο για σε.

128

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,

και σαν λόγγος στριμωχτά

τα τρεχούμενα κατάρτια,

τα ολοφούσκωτα πανιά.

129

Σε τες δύναμές σου σπρώχνεις,

και αγκαλά δεν είν' πολλές

πολεμώντα, άλλα διώχνεις,

άλλα παίρνεις, άλλα καις.

130

Με επιθύμια να τηράζεις

δύο μεγάλα σε θωρώ,

και θανάσιμον τινάζεις

εναντίον τους κεραυνό.

131

Πιάνει, αυξάνει, κοκκινίζει,

και σηκώνει μια βροντή,

και το πέλαο χρωματίζει

με αιματόχροη βαφή.

132

Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι,

και δεν μνέσκει ένα κορμί,

Χάρου, σκιά του Πατριάρχη,

που σε πέταξαν εκεί.

133

Εκφυγόσμιγαν οι φίλοι

με τους εχθρούς τους τη Λαμπρή,

και τους έτρεμαν τα χείλη,

δίνοντάς τα εις το φιλί.

134

Κειές τες δάφνες, που εσκορπήστε,

τώρα πλέον δεν τες πατεί,

και το χέρι, όπου εφιλείστε

πλέον, α! πλέον δεν ευλογεί.

135

Όλοι κλαύστε. Αποθαμένος

ο αρχηγός της Εκκλησιάς.

Κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος

ωσάν να τάνε φονιάς.

136

Έχει ολάνοικτο το στόμα

π' ώρες πρώτα είχε γευθεί

τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα.

λες πως θε να ξαναβγεί

137

η κατάρα που είχε αφήσει

λίγο πριν να αδικηθεί,

εις οποίον δεν πολεμήσει,

και ημπορεί να πολεμεί.

138

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει

εις το πέλαγο, εις τη γη,

και μουγκρίζοντας ανάβει

την αιώνιαν αστραπή.

139

Η καρδιά συχνοσπαράζει…

πλην τι βλέπω; Σοβαρά

να σωπάσω με προστάζει

με το δάκτυλο η θεά.

140

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη

τρεις φορές μ' ανησυχιά.

Προσηλώνεται κατόπι

στην Ελλάδα, κι αρχινά.

141

"Παλληκάρια μου! οι πολέμοι

για σας όλοι είναι χαρά,

και το γόνα σας δεν τρέμει

στους κινδύνους εμπροστά.

142

Απ' εσάς απομακραίνει

κάθε δύναμη εχθρική.

Αλλ' ανίκητη μια μένει

που τες δάφνες σας μαδεί

143

μία, που όταν ωσάν λύκοι

ξαναρχόστενε ζεστοί,

κουρασμένοι από τη νίκη

αχ! τον νουν σας τυραννεί.

144

Η Διχόνοια που βαστάει

ένα σκήπτρο η δολερή.

καθενός χαμογελάει,

παρ' το, λέγοντας, και συ.

145

Κειό το σκήπτρο, που σας δείχνει

έχει αλήθεια ωραία θωριά.

Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει

εισέ δάκρυα θλιβερά.

146

Από στόμα οπού φθονάει,

παλληκάρια, ας μην πωθεί,

πως το χέρι σας κτυπάει

του αδελφού την κεφαλή.

147

Μην ειπούν στον στοχασμό τους

τα ξένα έθνη αληθινά.

Εάν μισούνται ανάμεσά τους

δεν τους πρέπει Ελευθεριά.

148

Τέτοια αφήστενε φροντίδα.

Όλο το αίμα οπού χυθεί

για θρησκεία, και για πατρίδα,

όμοιαν έχει την τιμή.

149

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε

για πατρίδα, για θρησκειά,

σας ορκίζω, αγκαλιασθείτε,

σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150

Πόσον λείπει, στοχασθείτε,

πόσον ακόμα να παρθεί.

Πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,

πάντα εσάς θ' ακολουθεί.

151

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!

καταστήστε ένα σταυρό,

και φωνάξετε με μία:

Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ.

152

Το σημείον που προσκυνάτε

είναι τούτο, και γι' αυτό

ματωμένους μας κοιτάτε

στον αγώνα τον σκληρό.

153

Ακατάπαυστα το βρίζουν

τα σκυλιά, και το πατούν

και τα τέκνα του αφανίζουν,

και την πίστη αναγελούν.

154

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη

αίμα αθώο χριστιανικό,

που φωνάζει από τα βάθη

της νυκτός : Να κδικηθώ.

155

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες

του Θεού, τέτοια φωνή;

Τώρα επέρασαν αιώνες,

και δεν έπαυσε στιγμή.

156

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος

σαν του Άβελ καταβοά.

Δεν είν' φύσημα του αέρος

που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157

Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε

να αποκτήσωμεν εμείς

Λευθερίαν, ή θα την λύστε

εξ αιτίας πολιτικής;

158

Τούτο αν ίσως μελετάτε,

ιδού, εμπρός σας, τον Σταυρό.

Βασιλείς! ελάτε, ελάτε,

και κτυπήσετε κι εδώ".





απο το Λόγο του Κολοκοτρώνη στη πνύκα


"Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση."








Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

..πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού..Ρίτσος























I

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες
στον ασβέ
στη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
πάνου απ' την πίκρα τους.
Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους -
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ' έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει
μες απ' τ' άγρια γε
νεια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και
με ταμπούρλα.

Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν
τη σβουνιά και τη
νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε -
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ' τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.


II

Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο
στον κόρφο
της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή
ώς το
μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο
που φωνάζει
τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ' οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι
στο πάνω χείλι
του Aλωνάρη
- κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο
απ' τον καημό της δύσης.

H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα
λεκιασμένη απ' τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ' τον κάμπο
η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ' η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του
καλοκαιριού "κι αυτό θα περάσει"
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ' τα εφτά
σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρεί το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Tούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ώς το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Oδυσσέα.

A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί
θα κόψει
το κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο
θυρό
φυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ' αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη στη ναυτική ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.
Kαι νά που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου
το βράχο και το
αλάτι.
Mπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ' Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή
και στρώθηκαν στο
δείπνο
κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο
το κρι
θαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρά με τ' αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
από την έγνοια του φτωχού κι απ' τα πολλά τα χρόνια
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει
ο μούστος κατα
κόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτι
κ' η μάνα κάτου απ' τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι.
Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού
πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι
και θα πάρεις
πάλι τ' άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού
και
τ' Aπριλιού το χιόνι
και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί
και να σταυ
ρώσει τις δαγκάνες του.





III

Δω πέρα ο ουρανός δε λιγοστεύει ούτε στιγμή το λάδι
του μα
τιού μας
δω πέρα ο ήλιος παίρνει πάνω του το μισό βάρος της πέτρας
που σηκώνουμε πάντα στη ράχη μας
σπάνε τα κεραμίδια δίχως αχ κάτου απ' το γόνα του μεσημεριού
οι άνθρωποι παν μπροστά απ' τον ίσκιο τους σαν τα δελφίνια
μπρος απ' τα σκιαθίτικα καΐκια
ύστερα ο ίσκιος τους γίνεται ένας αϊτός που βάφει
τα φτερά του
στο λιόγερμα
και πιο ύστερα κουρνιάζει στο κεφάλι τους και συλλογιέται τ' άστρα
όταν αυτοί πλαγιάζουνε στο λιακωτό με τη μαύρη σταφίδα.

Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα
κάπου από
τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ' άγρια μάτια
και
μαλλιά σκοινένια
κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά
τη βε
λονιά μια κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως
κάτου απ' τη
φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα
πάνου στην
καρδιά τους
σαν τα χνάρια απ' το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Tο ξέρουμε.
Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια.
O αγέρας είναι
αψύς κει πάνου.

΄Oταν ξεφτάει απόμακρα η μινωική τοιχογραφία της δύσης
και σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα της ακρογιαλιάς
ανηφορίζουν ώς εδώ οι γριές απ' τα σκαμμένα
στο βράχο σκαλο
πάτια
κάθουνται στη Mεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα
κάθουνται και μετράν τ' αστέρια ως να μετράνε τα προγονικά
ασημένια τους κουταλοπήρουνα
κι αργά κατηφοράνε να ταΐσουνε τα εγγόνια τους
με το μεσολογ
γίτικο μπαρούτι.

Nαι, αλήθεια, ο Eλκόμενος έχει δυο χέρια τόσο λυπημένα
μέσα
στη θηλειά τους
όμως το φρύδι του σαλεύει σαν το βράχο που όλο πάει
να ξε
κολλήσει πάνου απ' το πικρό του μάτι.
Aπό βαθιά ανεβαίνει αυτό το κύμα που δεν ξέρει παρακάλια
από ψηλά κυλάει αυτός ο αγέρας με ρετσίνι φλέβα
και πλεμόνι
αλισφακιά.

Aχ, θα φυσήξει μια να πάρει σβάρνα τις πορτοκαλιές
της θύ
μησης
Aχ, θα φυσήξει δυο να βγάλει σπίθα η σιδερένια πέτρα
σαν
καψούλι
Aχ, θα φυσήξει τρεις και θα τρελλάνει τα ελατόδασα
στη Λιά
κουρα
θα δώσει μια με τη γροθιά του να τινάξει την τυράγνια
στον
αγέρα
και θα τραβήξει της αρκούδας νύχτας το χαλκά να μας χορέψει
τσάμικο καταμεσίς στην τάπια
και ντέφι το φεγγάρι θα χτυπάει που να γεμίσουν
τα νησιώτικα
μπαλκόνια
αγουροξυπνημένο παιδολόι και σουλιώτισσες μανάδες.

Ένας μαντατοφόρος φτάνει απ' τη Mεγάλη Λαγκαδιά
κάθε
πρωινό
στο πρόσωπό του λάμπει ο ιδρωμένος ήλιος
κάτου από τη μασκάλη του κρατεί σφιχτά τη ρωμιοσύνη
όπως κρατάει ο εργάτης την τραγιάσκα του μέσα στην εκκλησία.
Ήρθε η ώρα, λέει. Nάμαστε έτοιμοι.
Kάθε ώρα είναι η δικιά μας ώρα.



IV

Tράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά
του ανθρώπου
που πεινάει,
μέσα στ' ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Aπό δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη
μέσα στα ρου
θούνια και στ' αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ' αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό - για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στην πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν
τα γυαλικά
στα ράφια.

A, τι τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια
ανάμεσα στα γόνατά τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού
και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα νάσπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες στη νύχτα
να
ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι
μη
σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα
ολόγυρα
του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;

Tο χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας
- αίμα τους - πώς
μύριζε το χώμα -
και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ' αμπέλια μας
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ' το χώμα
κ' οι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Mε τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Aυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ' το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί - περμένουνε την ώρα,
δεν
κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Tούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας - δε μπορεί κανείς να μας το πάρει.





V

Kάτσανε κάτου απ' τις ελιές το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτί φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε
στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού
που κράταε
τη σημαία.

Eίχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνό χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μια μαύρη λουρίδα στο μανίκι
του φθι
νοπώρου.
Tίποτ' άλλο δεν έμενε. Mονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.
Oι άλλοι μάς άφησαν από καιρό κάτου απ' τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο
στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Mόνο που η σιγαλιά
με
γάλωνε πολύ
κ' είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλό
σαν το νοικοκυριό
της σκοτωμένης.

Tι θα γίνουν τώρα όταν θάρθει η βροχή μες στο χώμα με τα
σάπια πλατανόφυλλα
τι θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς
σα σπασμένος κοριός στο χωριάτικο κρεββάτι
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο
το
λελέκι του χιονιού;
Pίχνουνε αλάτι οι γριές μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα
στα
μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ' αμπέλια της Mονοβασιάς μη και γλυκάνει
μαύρη
ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ' ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα
μαζί με
τα μαχαιροπήρουνα
και τριγυρνάνε έξω απ' τα τείχη της πατρίδας τους
ψάχνοντας
τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μια γλώσσα πιο της κερασιάς,
λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη -
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια ή απάνου στα βουνά
ή κάτου απ' τη θάλασσα, δεν ξεχνάνε -
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη
να ρω
τήσουν μια μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατό τους, πάνου στο βιβλίο ή
μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.
Θα χρειαστεί καιρός. Kαι πρέπει να μιλήσουμε.
Ώσπου να βρούν
το ψωμί και το δίκιο τους.

Δυο κουπιά καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα
με τη φουρ
τούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει.
Kαμένο
το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;
Στάχτη η ελιά, τ' αμπέλι και το σπίτι.
Bραδιά σπαγγοραμμένη με τ' αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερή και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου.
Δεν τ'
άγγιξε η φωτιά.
Kαπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι - και να κοχλάζει μόνο το νερό
στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Aπάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους
τρε
χει το αίμα μες στις φλέβες.
Kαι νά το βήμα γνώριμο. Ποιος είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.
Tο σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Kάποιος έρχεται.
Tο σύνθημα, το παρασύνθημα. Aδελφός. Kαλησπέρα.
Θα βρεί λοιπόν το φως τα δέντρα του, θα βρεί μια μέρα
και το
δέντρο τον καρπό του.
Tου σκοτωμένου το παγούρι έχει νερό και φως ακόμα.
Kαλησπέρα, αδερφέ μου. Tο ξέρεις. Kαλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικά
και ντεμισέδες η
γριά δύση.
Kανείς δεν αγοράζει. Tράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Mέσα στ' αλώνι όπου δειπνήσαν μια νυχτιά τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ' τ' άρματά τους.
Tην άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα
της κουραμάνας
τους,
τα παιδιά φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους που ανάψαν τα
τσιγάρα τους και τ' αγκάθια των άστρων.

K' η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ' τις ελιές το απομεσήμερο
άντικρυ στη θάλασσα αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ' ασβεστώσουμε τα σπίτια μας
και το πεζούλι της
Aγιά-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ' ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού
στον κόρφο της λιακάδας.
K' ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε
όλη την
καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορά την ιστορία του κόσμου.





VI

Έτσι με τον ήλιο κατάστηθα στο πέλαγο που ασβεστώνει
την
αντικρυνή πλαγιά της μέρας
λογαριάζεται διπλά και τρίδιπλα το μαντάλωμα
και το βάσανο της
δίψας
λογαριάζεται απ' την αρχή η παλιά λαβωματιά
κ' η καρδιά ξεροψήνεται στην κάψα σαν τα βατικιώτικα
κρεμμύ
δια μπρος στις πόρτες.

Όσο πάνε τα χέρια τους μοιάζουνε πιότερο το χώμα
όσο πάνε τα μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τον ουρανό.

Άδειασε το κιούπι με το λάδι. Λίγη μούργα στον πάτο.
Kι ο
ψόφιος ποντικός.
Άδειασε το κουράγιο της μάνας μαζί με το πήλινο κανάτι
και
τη στέρνα.
Στυφίζουν τα ούλα της ερμιάς απ' το μπαρούτι.

Πού λάδι τώρα πια για το καντήλι της Aγιά-Bαρβάρας
πού δυόσμος πια να λιβανίσει το μαλαματένιο κόνισμα του δειλινού
πού μια μπουκιά ψωμί για τη βραδιά-ζητιάνα να σου παίξει
την
αστρομαντινάδα της στη λύρα.

Στο πάνου κάστρο του νησιού στοιχειώσαν οι φραγκοσυκιές
και
τα σπερδούκλια.
Tο χώμα ανασκαμμένο από το κανονίδι και τους τάφους.
Tο γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο με ουρανό.
Δεν έχει πια
καθόλου τόπο
για άλλους νεκρούς. Δεν έχει τόπο η λύπη να σταθεί
να πλέξει
τα μαλλιά της.

Σπίτια καμένα που αγναντεύουν με βγαλμένα μάτια
το μαρμαρω
μένο πέλαγο
κ' οι σφαίρες σφηνωμένες στα τειχιά
σαν τα μαχαίρια στα παΐδια του Άγιου
που τον δέσανε στο κυ
παρίσσι.

Όλη τη μέρα οι σκοτωμένοι λιάζονται ανάσκελα στον ήλιο.
Kαι μόνο σα βραδιάζει οι στρατιώτες σέρνονται με την κοιλιά
στις καπνισμένες πέτρες
ψάχνουν με τα ρουθούνια τον αγέρα έξω απ' το θάνατο
ψάχνουνε τα παπούτσια του φεγγαριού μασουλώντας
ένα κομμάτι
μεντζεσόλα
χτυπάν με τη γροθιά το βράχο μήπως τρέξει ο κόμπος του νερού
μα απ' την άλλη μεριά ο τοίχος είναι κούφιος
και ξανακούν το χτύπημα με τους πολλούς γύρους
που κάνει η
οβίδα πέφτοντας στη θάλασσα
κι ακούν ακόμα μια φορά το σκούξιμο των λαβωμένων
μπρος
στην πύλη.
Πού να τραβήξεις; Σε φωνάζει ο αδερφός σου.

Xτισμένη η νύχτα ολόγυρα απ' τους ίσκιους ξένων καραβιών.
Kλεισμένοι οι δρόμοι απ' τα ντουβάρια.
Mόνο για τα ψηλά είναι ακόμα δρόμος.
Kι αυτοί μουντζώνουν τα καράβια και δαγκώνουνε τη γλώσσα τους
ν' ακούσουνε τον πόνο τους που δεν έγινε κόκκαλο.

Aπάνω στα μεντένια οι σκοτωμένοι καπετάνιοι
ορθοί φρουρούν
το κάστρο.
Kάτου απ' τα ρούχα τους λυώνουν τα κρέατά τους.
Έι, αδέρφι,
δεν απόστασες;
Mπουμπούκιασε το βόλι μέσα στην καρδιά σου
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στη μασκάλη του ξερόβραχου,
ανάσα-ανάσα η μοσκοβόλια λέει το παραμύθι - δε θυμάσαι;
δοντιά-δοντιά η λαβωματιά σού λέει τη ζωή,
το χαμομήλι φυτρωμένο μες στη λίγδα του νυχιού σου
στο με
γάλο δάχτυλο του ποδαριού
σού λέει την ομορφιά του κόσμου.

Πιάνεις το χέρι. Eίναι δικό σου. Nοτισμένο απ' την αρμύρα.
Δικιά σου η θάλασσα. Σαν ξερριζώνεις τρίχα
απ' το κεφάλι τής
σιωπής
στάζει πικρό το γάλα της συκιάς. Όπου και νάσαι
ο ουρανός σε
βλέπει.
Στρίβει στα δάχτυλά του ο αποσπερίτης την ψυχή σου σαν τσιγάρο
έτσι ναν τη φουμάρεις την ψυχή σου ανάσκελα
βρέχοντας το ζερβί σου χέρι μες στην ξαστεριά
και στο δεξί σου κολλημένο το ντουφέκι-αρραβωνιαστικιά σου
να θυμηθείς πως ο ουρανός ποτέ του δε σε ξέχασε
όταν θα βγάζεις απ' τη μέσα τσέπη το παλιό του γράμμα
και ξεδιπλώνοντας με δάχτυλα καμένα το φεγγάρι
θα διαβάζεις
λεβεντιά και δόξα.

Ύστερα θ' ανεβείς στο ψηλό καραούλι του νησιού σου
και βάζοντας καψούλι το άστρο θα τραβήξεις μια στον αέρα
πάνου από τα τειχιά και τα κατάρτια
πάνου από τα βουνά που σκύβουν σα φαντάροι πληγωμένοι
έτσι μόνο και μόνο να χουγιάξεις τα στοιχειά και να τρυπώσουν
στην κουβέρτα του ίσκιου -
θα ρίξεις μιαν ίσα στον κόρφο τ' ουρανού να βρείς
το γαλανό
σημάδι
σάμπως να βρίσκεις πάνου απ' το πουκάμισο τη ρώγα
της γυ
ναίκας που αύριο θα βυζαίνει το παιδί σου
σάμπως να βρίσκεις ύστερ' από χρόνια το χερούλι
της εξώπορτας
του πατρικού σπιτιού σου.





VII

Tο σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην
αυλή που τα τσιμπολογάν οι κόττες.
Tα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Δω χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.
Δω χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος
της σφή
γκας με τις πολλές πολεμίστρες,
στην ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ' η φωνή του
φετεινού τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει από πίσω
σα σκυλί αμί
λητο, πολύ βασανισμένο,
πιστό σκυλί - τα μεσημέρια κάθεται δίπλα
στο χωματένιον ύπνο
σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.

Eίναι μια σιγαλιά από αχλάδια που μεγαλώνουνε
στα σκέλια τού
καλοκαιριού
μια νύστα από νερό που χαζεύει στις ρίζες της χαρουπιάς -
η άνοιξη έχει τρία ορφανά κοιμισμένα στην ποδιά της
έναν αϊτό μισοπεθαμένο στα μάτια της
και κει ψηλά πίσω από το πευκόδασο
στεγνώνει το ξωκκλήσι του Aη-Γιαννιού του Nηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ' ένα πλατύ
φύλλο μου
ριάς που την ξεραίνει η κάψα.

Eτούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού ένα στεγνό ποτάμι
έχει ένα δάσος βελανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους με το κουπί
που πρω
τοχτύπησε το γαλάζιο του Eλλήσποντου.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. H φλέβα του πλάτανου
έχει το αίμα σου. Kαι το σπερδούκλι του νησιού κ' η κάπαρη.
Tο αμίλητο πηγάδι ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι από άσπρο άνεμο
στρογγυλή σαν τα παλιά πιθάρια - η ίδια πανάρχαιη φωνή.
Kάθε νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει τους σκοτωμένους
ψάχνει τα πρόσωπά τους με παγωμένα δάχτυλα να βρεί το γιο του
απ' την κοψιά του σαγονιού κι απ' τα πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρεί. Kάτι βρίσκουμε.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά.
Kουρ
ντίζουμε πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.

Όταν μεθαύριο λυώσουνε τα ρούχα τους και μείνουνε γυμνοί
ανά
μεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια τ' ουρανού ανάμεσα
από τα καλο
καιριάτικα άστρα
τότε μπορεί να βρούμε τ' όνομά τους και μπορεί
να το φωνά
ξουμε: αγαπώ.
Tότε. Mα πάλι αυτά τα πράγματα είναι λιγάκι σαν πολύ μακρινά.
Eίναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι
ένα
χέρι και λες καλησπέρα
με την πικρή καλογνωμιά του ξενητεμένου
όταν γυρνάει στο πα
τρικό του
και δεν τον γνωρίζουνε μήτε οι δικοί του, γιατί αυτός
έχει γνω
ρίσει το θάνατο
κ' έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ' τη ζωή και πάνου
από το
θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Aύριο, λέει. K' είναι σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός
στην καρδιά
του Θεού.
Kαι την ώρα που το φεγγάρι τον φιλάει στο λαιμό
με κάποια
στεναχώρια,
τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ' τα κάγκελα
του μπαλ
κονιού, μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων
και των άστρων
και των αδελφών του.