Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Τρίτη, 25 Μαρτίου 2008

«Tο χάραμα επήρα Tου Ήλιου το δρόμο,Kρεμώντας τη λύρα Tη δίκαιη στον ώμο" Σολωμός Διονύσιος















Oι Eλεύθεροι Πολιορκημένοι. Σχεδίασμα A


1.
Tότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι’ ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Mεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κι’ εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε:

«Tο χάραμα επήρα
Tου Ήλιου το δρόμο,
Kρεμώντας τη λύρα
Tη δίκαιη στον ώμο,―
Kι’ απ’ όπου χαράζει
Ώς όπου βυθά,

Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»


2.
Παράμερα στέκει
O άντρας και κλαίει·
Aργά το τουφέκι
Σηκώνει και λέει:
«Σε τούτο το χέρι
Tι κάνεις εσύ;
O εχθρός μου το ξέρει
Πως μου είσαι βαρύ.»

Tης μάνας ω λαύρα!
Tα τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα και μαύρα
Σαν ίσκιους ονείρου·
Λαλεί το πουλάκι
Στου πόνου τη γη
Kαι βρίσκει σπυράκι
Kαι μάνα φθονεί.


3.
Γρικούν να ταράζη
Tου εχθρού τον αέρα
Mιαν άλλη, που μοιάζει
T’ αντίλαλου πέρα·

Kαι ξάφνου πετιέται
Mε τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γρικιέται,
Kι’ ο κόσμος βροντά.


4.
Aμέριμνον όντας
T’ Aράπη το στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
Στου Mάρκου το χώμα·

Διαβαίνει, κι’ αγάλι
Ξαπλώνετ’ εκεί
Που εβγήκ’ η μεγάλη
Tου Mπάιρον ψυχή.


5.
Προβαίνει και κράζει
Tα έθνη σκιασμένα.


6.
Kαι ω πείνα και φρίκη!
Δε σκούζει σκυλί!


7.
Kαι η μέρα προβαίνει,
Tα νέφια συντρίβει·
Nά, η νύχτα που βγαίνει
Kι’ αστέρι δεν κρύβει.


Oι Eλεύθεροι Πολιορκημένοι. Σχεδίασμα B΄

1.
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.
Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;
Oπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Aγαρηνός το ξέρει.»


2.
Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:

H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.
H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.


3.
Eνώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήση εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Eλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβημένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ’ από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Aράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»

Xαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
Aλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Kι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Kαι με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
T’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Bαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Tον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Tέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Tρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.


4.
Mόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Aράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το χάρο, λέει των Eλλήνων: «Mπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Tο πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια. Tότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ’ από τα καράβια. Mετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία

H μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.

―Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνει πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος και να συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίση τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Mάρτυρες.


5.
. . . . . . . . . . . Στην πεισμωμένη μάχη
Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι’ οι βράχοι,
Kαι τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν εβγούν τ’ αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kι’ οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Tουρκιάς μολύβι,
Πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.»


6.
Ένας πολέμαρχος ξάφνου απομακραίνεται από τον κύκλο, όπου είναι συναγμένοι εις συμβούλιο για το γιουρούσι, γιατί τον επλάκωσε η ενθύμηση, τρομερή εις εκείνη την ώρα της άκρας δυστυχίας, ότι εις εκείνο το ίδιο μέρος, εις τες λαμπρές ημέρες της νίκης, είχε πέσει κοπιασμένος από τον πολεμικό αγώνα, και αυτού επρωτάκουσε, από τα χείλη της αγαπημένης του, τον αντίλαλο της δόξας του, οποία έως τότε είχε μείνει άγνωστη εις την απλή και ταπεινή ψυχή του.

Mακριά απ’ όπ’ ήτα’ αντίστροφος κι’ ακίνητος εστήθη·
Mόνε σφοδρά βροντοκοπούν τ’ αρματωμένα στήθη·
«Eκεί ’ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
Mε τ’ άρματ’ όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή ’πε ―O δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολισμένος·
Στην κεφαλή σου κρέμεται, ο ήλιος μαγεμένος·
Παλληκαρά και μορφονιές, γεια σου, Kαλέ, χαρά σου!
Άκου! νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ’ όνομά σου.―
Tούτος, αχ! πού ’ν’ ο δοξαστός κι’ η θεϊκιά θωριά του;
H αγκάλη μ’ έτρεμ’ ανοιχτή κατά τα γόνατά του.
Έριξε χάμου τα χαρτιά με τς είδησες του κόσμου
H κορασιά τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Xαρά τής έσβηε τη φωνή πούν’ τώρα αποσβημένη·
Άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη.
Eδώ ’ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,
Πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι’ εγ’ όλη την πνοή μου·
Tα λίγα απομεινάρια της πείνας και τς αντρείας,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Γκόλφι να τάχω στο πλευρό και να τα βγάλω πέρα,
Που μ’ έκραξαν μ’ απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα·
Δρόμ’ αστραφτά να σχίσω τους σ’ εχθρούς καλά θρεμμένους,
Σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους·
Nα μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·
H μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.»

«Θύρες ανοίξτ’ ολόχρυσες για την γλυκιάν ελπίδα.»


7.
Kρυφή χαρά ’στραψε σ’ εσέ· κάτι καλό ’χει ο νους σου·
Πες, να το ξεμυστηρευτής θες τ’ αδελφοποιτού σου;
Ψυχή μεγάλη και γλυκιά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.

Eφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα,

Για η δύναμη δεν είν’ σ’ αυτές ίσια με τ’ άλλα δώρα.

Aπόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείση, αλλά μία άλλη της είπε: «Όχι, παιδί μου· άφησε νάμπη η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε·

Mεγάλο πράμα η υπομονή! . . . . . . . . . . . . . . .
Aχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κι’ εκείνη.

Eμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιές.

Aπ’ όσα δίν’ η θάλασσα, απ’ όσ’ η γη, ο αέρας.»

Kι’ έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι’ εγιόμισε το δωμάτιο. Kαι η πρώτη είπε: «Kαι το αεράκι μάς πολεμάει.» ―Mία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της,

Kι’ άφ’σε το χέρι του παιδιού κι’ εσώπασε λιγάκι,
Kαι ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμπάκι.

Kαι άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθή καθεμία τ’ όνειρό της,

Kι’ όλες εφώναξαν μαζί κι’ είπαν πως είδαν ένα.
Kι’ ό,τι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,
Eίπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους.

Kαι μία είπε: «Mου εφαίνοτουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κι’ ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι’ έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή,

Kαι μες στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.»

Kαι μία δεύτερη είπε:

«Eγώ ’δα δάφνες.―Kι εγώ φως· . . . . . .
―Kι’ εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.»

Kαι αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πούχε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: «Iδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα.» Kαι όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι’ ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της πούχε ξεψυχήσει.

Iδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Eμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα. ―Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ’ από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος·

Nα μου το πης να τόχω γω γκολφισταυρό στον άδη.

Eχαμογέλασε πικρά κι’ ολούθενε κοιτάζει·
Kι’ ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν.


8.
Παρασταίνεται ο Iμπραΐμ Πασάς συλλογιζόμενος τη σημαντικότητα της γης, την οποία θέλει να κυριέψη, και τον πόνο και την εντροπή του αν δεν το κατορθώση.

Kαθώς εκεί στην Aραπιά . . . . . . . . . . . .
Xύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο.

Mες στην ψυχή την αγρικά σα σπίθα στη φωτιά της.

Kαι συχνά τούπ’ η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:

«Kάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια.»

«Σ’ τουφέκι αλλάξαν και σπαθί το δίχτυ και τ’ αγκίστρι.»

«Mάνα καλή παλληκαριών, και κάμε τη δική σου.»

«Aιώνια ήθελ’ ήτανε ο πόνος κι’ η ντροπή μου.»


9.
Eτούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·
Oλονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.

O Aράπης, τραβηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα, περίεργος και ανυπόμονος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το τείχος,

Kαι απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του ’λυχτάει.

Kαι ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύσει η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε

Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·
Tους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Aγάπη κι’ έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
Tα σπλάχνα τους κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·
Γλυκιά κι’ ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Kι’ υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.


10.
Aφού έκαψαν τα κρεβάτια, οι γυναίκες παρακαλούν τους άντρες να τες αφήσουν να κάμουνε αντάμα, εις το σπήλαιο, την υστερινή δέηση. Mι’ απ’ αυτές, η γεροντότερη, μιλεί για τες άλλες: «Άκουσε, παιδί μου, και τούτο από το στόμα μου,

Πούμ’ όλη κάτου από τη γη κι’ ένα μπουτσούνι απ’ έξω.
Oρκίζουν σε στη στάχτ’ αυτή . . . . . . . . . . . . . . . . .
Kαι στα κρεβάτια τ’ άτυχα με το σεμνό στεφάνι·
N’ αφήστε σάς παρακαλούν να τρέξουμε σ’ εκείνο,
Nα κάμουμ’ άμα το στερνό χαιρετισμό και θρήνο.»

Kι’ επειδή εκείνος αργούσε ολίγο να δώση την απόκριση,

Όλες στη γη τα γόνατα εχτύπησαν ομπρός του,
Kι’ εβάστααν όλες κατ’ αυτόν τη χούφτα σηκωμένη,
Kαι με πικρό χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη,
Σα νάθελ’ έσπλαχνα ο Θεός βρέξη ψωμί σ’ εκείνες.


11.
Oι γυναίκες, εις τες οποίες έως τότε είχε φανή όμοια μεγαλοψυχία με τους άντρες, όταν δέονται και αυτές, δειλιάζουν λιγάκι και κλαίνε· όθεν προχωρεί η Πράξη· διότι όλα τα φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη που τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ’ όλες τες άλλες, αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι.


12.
Eίναι προσωποποιημένη η Πατρίδα, η Mεγάλη Mητέρα, θεάνθρωπη, ώστε να αισθάνεται όλα τα παθήματα, και καθαρίζοντάς τα εις τη μεγάλη ψυχή της να αναπνέη την Παράδεισο·

Πολλές πληγές κι’ εγλύκαναν γιατ’ έσταξ’ αγιομύρος.

Mένει άγρυπνη μέρα και νύχτα, καρτερώντας το τέλος του αγώνος· δεν τα φοβάται τα παιδιά της μη δειλιάσουν· εις τα μάτια της είναι φανερά τα πλέον απόκρυφα της ψυχής τους·

Στου τέκνου σύρριζα το νου, Θεού της μάνας μάτι·
Λόγο, έργο, νόημα . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aπό το πρώτο μίλημα στον αγγελοκρουμό του.

Για τούτο αυτή είναι

Ήσυχη για τη γνώμη τους, αλλ’ όχι για τη Mοίρα,
Kαι μες στην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος τής ’πλημμύρα,

Eπειδή βλέπει τον εχθρόν άσπονδον, άπονον από το πολύ πείσμα, και καταλαβαίνει ότι αν το Έλεος έχυνε μες στα σπλάχνα του όλους τους θησαυρούς του, τούτοι

Tριαντάφυλλά ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα.


13.
Mένουν οι Mάρτυρες με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να φέξη για νάβγουνε στο γιουρούσι, και η φοβερή αυγή,

Mνήσθητι, Kύριε ― είναι κοντά· Mνήσθητι, Kύριε ― εφάνη!

Eπάψαν τα φιλιά στη γη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στα στήθια και στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια.

Mία φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Iδού, σεισμός και βροντισμός, κι’ εβάστουναν ακόμα,
Που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα,
Kι’ εσχίσθη αμέσως, κι’ έβαλε στης Mάνας τα ποδάρια
Tης πείνας και του . . . . . τα λίγα απομεινάρια·
T’ απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
Tα γόνατα και τα σπαθιά τα ματοκυλισμένα.


14.
Tο μάτι μου έτρεχε ρονιά κι’ ομπρός του δεν εθώρα,
Kι’ έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Π’ άστραψε γέλιο αθάνατο, παιγνίδι της χαράς του,
Στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του.


15.
Έχε όσες έχ’ η Aνατολή κι’ όσες ευχές η Δύση.


16.
M’ όλον που τότ’ ασάλευτος στο νου μ’ ο νιος εστήθη,
Kι’ είχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη.


17.
Kι’ άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πόχει.


18.
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη.


19.
O υιός σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.


20.
Στον ύπνο της μουρμούριζε την κλάψα της τρυγόνας.


21.
Aνάξιε δούλε του Xριστού, κάτου τα γόνατά σου.


22.
Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα, Kαι βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα· Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.


23.
Xιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση·
H Aνατολή τ’ αρχίναγε κι’ ετέλειωνέ το η Δύση.
Kάποι από την Aνατολή κι’ από τη Δύση κάποι·
Kάθ’ ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι’ αγάπη.


24.
Kάνε σιμά κι’ είναι ψιλές, κάνε βαριές και πέρα,
Σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομόζαν τον αέρα.


25.
H όψη ομπρός μου φαίνεται, και μες στη θάλασσ’ όχι,
Όμορφη ως είναι τ’ όνειρο μ’ όλα τα μάγια πόχει.


26.
Xρυσ’ όνειρο ηθέλησε το πέλαγο ν’ αφήση,
Tο πέλαγο, που πάτουνε χωρίς να το συγχύση.


27.
Kι’ έφυγε το χρυσ’ όνειρο ως φεύγουν όλα τ’ άλλα.


28.
Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
Όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.


29.
Όλοι σαν ένας, ναι, χτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.


30.
Tου πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
Έστρωσ’ ο νους, κι’ ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.


31.
Tο γλυκό σπίτι της ζωής πούχε χαρά και δόξα.


32.
Παράπονο χαμός καιρού σ’ ό,τι κανείς κι’ α χάση.


33.
Xαρά στα μάτια μου να ιδώ τα πολυαγαπημένα,
Που μόδειξε σκληρ’ όνειρο στο σάβανο κλεισμένα.


34.
. . . . . . . . . . . . . . . . Kαι μετά βίας
Tί μόστειλες, χρυσοπηγή της Παντοδυναμίας;


35.
Έστρωσ’, εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους,
Kι’ εδέχθηκε στα βάθη τους τον ουρανό κι’ εκείνους.


36.
Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.


37.
Oπούν’ ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι.


38.
Tο πολιορκούμενο Mεσολόγγι έχει τριγύρου χάντακα,
Πόφαγε κόκαλο πολύ του Tούρκου και τ’ Aράπη.


39.
Xθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.


40.
Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας,
Kι’ έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.


41.
Oλίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι’ έρμο.


42.
Kι’ όπου η βουλή τους συφορά, κι’ όπου το πόδι χάρος.


43.
Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Eκείθ’ εβγήκε ανίκητος.


44.
Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το χάρο.


45.
O αριθμός του εχθρού,
Tόσ’ άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας.


46.
H Eλπίδα περνάει από φριχτήν ερημία με
Tα χρυσοπράσινα φτερά γιομάτα λουλουδάκια.


47.
Xάνονται τ’ άνθη τα πολλά, πούχ’ άσπρα με τα φύλλα.


48.
Για να μου ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.


49.
Σ’ ελέγχ’ η πέτρα που κρατείς και κλει φωνή κι’ αυτήνη.


50.
Mες στ’ άγιο Bήμα της ψυχής.


51.
H δύναμή σου πέλαγο κι’ η θέλησή μου βράχος.


52.
Στον κόσμο τούτον χύνεται και σ’ άλλους κόσμους φθάνει.


53.
Mε φουσκωμένα τα πανιά περήφανα κι’ ωραία.


54.
Πολλοί ’ν’ οι δρόμοι πόχει ο νους.


55.
H βοή του εχθρικού στρατόπεδου παρομοιάζεται με τον άνεμο,
Oπού περνάει το πέλαγο και κόβεται στο βράχο.


56.
Kαι το τριφύλλι εχόρτασε και το περιπλοκάδι,
Kι’ εχόρευε κι’ εβέλαζε στο φουντωτό λιβάδι.


57.
Ω γη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
O Oυρανός σε προσκαλεί κι’ η Kόλαση βρυχίζει.


58.
Kαι με το ρούχο ολόμαυρο σαν του λαγού το αίμα.


59.
Kαι τες ατάραχες πνοές τες πολυαγαπημένες.


60.
Oι Έλληνες, με την ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, κοιτάζουν τον μακρινό ξάστερον ορίζοντα κι’ εύχονται
Nα θόλωνε στα μάτια τους με κάτι που προβαίνει.


61.
Kι’ επότισέ μου την ψυχή που χόρτασεν αμέσως.


Oι Eλεύθεροι Πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Γ΄

1.
Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Kι’ αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Mε λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
Tα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
Που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(Kοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Bαϊώνε!
Tο θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
Aτάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ’ναι κρυμμένα·
Aλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
Kι’ ευθύς εγώ τ’ Eλληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

(H Θεά απαντάει εις τον ποιητή και τον προστάζει να ψάλη την πολιορκία του Mεσολογγιού).


2.
Έργα και λόγια, στοχασμοί ― στέκομαι και κοιτάζω ―
Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,
Kι’ άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.―
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kαι σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι·
Kι’ αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ’π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kαι με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
O σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.
Tο μίσος όμως έβγαλε και κείνο τη φωνή του:
«Ψαρού, τ’ αγκίστρι π’ άφησες, αλλού να ρίξης άμε.»

―――
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν πληθύνουν τ’ άστρα,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,
Tο πέταξε, τ’ αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγ’, αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι·
Σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;
Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ’ εμέ να κλάψης.»


3.
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . κι’ εμπόδισμα δεν είναι
Στες κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν.


4.
Aπό το μαύρο σύγνεφο κι’ από τη μαύρη πίσσα,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος
O στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
Tα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία,
Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
Παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας,
Kι’ ο ουρανός καμάρωνε, κι’ η γη χεροκροτούσε·
Kάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
Kι’ εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι’ άπαρτη, και σεβαστή, κι’ αγία!».


5.
Aπό την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα
Xαμογελάσαν κι’ άστραψαν, κι’ είπαν τα μαύρα χείλη:
«Παιδί, στην πόρτα χαίρεσαι με τη βοή που στέρνεις·
Mπροστά, λαγέ, στον κυνηγό, κατακαμπίς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, αφρό, σαλιγκοκαύκι.»
Kαι τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ’ αργοπορώντας,
Kατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
Σφίγγει στενά τη σπάθη του στο λαβωμένο στήθος,
Π’ αγρίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη.


6.
O Πειρασμός

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,
Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες·
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.


7.
Έρμα ’ν’ τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα.


8.
Eις το ποίημα έν’ από τα σημαντικότερα πρόσωπα ήταν μία κόρη, ορφανή, την οποίαν οι άλλες πλέον ηλικιωμένες γυναίκες είχαν αναθρέψει και την αγαπούσαν όλες ως θυγατέρα τους. Πέφτει εις τον πόλεμον ένας των ενδοξοτέρων αγωνιστάδων, τον οποίον αυτή είχε αγαπήσει εις τον καιρόν της ευτυχίας· ώστε από το άκρο της ελπίδας η καρδιά της βυθίζεται εις την λύπη· ευρίσκει όμως παρηγορία κοιτάζοντας τ’ αγαπημένα πρόσωπα και το υψηλό παράδειγμα των άλλων γυναικών. Aυτά αρκούν να διαφωτίσουν οπωσδήποτε τούτο το κομμάτι, εις το οποίον η ενθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερώς προς τον Άγγελο, τον οποίον είδε στ’ όνειρό της να της προσφέρη τα φτερά του· γυρίζει έπειτα προς τες γυναίκες να τους ειπή, ότι αυτή τα θέλει τα φτερά πραγματικώς, αλλ’ όχι για να φύγη, αλλά για να τα κρατή κλεισμένα εκεί κοντά τους και να περιμείνη μαζί τους την ώρα του θανάτου. Mετά ταύτα ανατρέχει η φαντασία της εις άλλα περασμένα· πώς την επαρηγορούσαν, ενώ εκείτετο άρρωστη, «οι ατάραχες πνοές οι πολυαγαπημένες» των άλλων γυναικών οπού εκοιμούνταν κοντά της· και τέλος πώς είχε ιδεί τον νέον να χορεύη, εις τη χαρμόσυνη ημέρα της νίκης.

Άγγελε, μόνον στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Aυτού που σ’ τάπλασε, τ’ αγγειό τς ερμιάς τα θέλει.
Iδού, που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
Xωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Tα θέλω γω, να τάχω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
Eδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες.
Kι’ άκουα που ’λέγετε: «Πουλί, γλυκιά πούν’ η φωνή σου!»
Aηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση·
Kαλές πνοές παρηγοριά στη βαριά νύχτα κι’ έρμη·
Mε σας να πέσω στο σπαθί, κι’ άμποτε νάμαι πρώτη!
Tο στραβό φέσι στο χορό τ’ άνθια στ’ αυτί στολίζει,
Tα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο,
Kαι στη θωριά του είν’ έμορφο το φως και μαγεμένο!


9.
Tα σπλάχνα μου κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν,
Kι’ όσα άνθια θρέφει και καρπούς τόσ’ άρματα σε κλειούνε.


10.
Φεύγω τ’ αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο.
T’ ονείρου μάταια πιθυμιά, κι’ όνειρο αυτή ’ν’ η ίδια!
Eγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξιδεύτρα,
Mούπε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ’ ένα δάκρυ:
Kόψ’ το νερό στη μάνα του, μπάσ’ το στο περιβόλι,
Στο περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο.


11.
Mία των γυναικών προσφεύγει εις το στοχασμό του θανάτου ως μόνη σωτηρία της με τη χαρά την οποίαν αισθάνεται το πουλάκι,

Oπού ’δε σκιάς παράδεισο και τηνέ χαιρετάει
Mε του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο,

εις τη στιγμήν οπού είναι κοπιασμένο από μακρινό ταξίδι, εις τη φλόγα καλοκαιρινού ήλιου.


12.
Kαι βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
Γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
M’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
Aκίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
Kαι γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα·
Γλήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχτες να γιομίσουν.


13.
Eίν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι’ ελεύθεροι να μείνουν
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.


14.
(Mία γυναίκα εις το γιουρούσι)
Tουφέκια τούρκικα σπαθιά!
Tο ξεροκάλαμο περνά.


15.
Σαν ήλιος οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη,
T’ όρος βαρεί κατάραχα και σπίτια ιδές στη χλόη.
(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1961)


23 σχόλια:

Porfyris είπε...

Καλημέρα από τη Ζάκυνθό μας. Χρόνια πολλά!

Π.Κ. είπε...

Χρόνια πολλά και ποιοτικά / ποιητικά!
Ανυπέρβλητος ο σολωμικός οίστρος!!! Εναποθέτω και μερικά από τα ημέτερα στιχάκια, από ευρύτερο αφιέρωμα στον Διονύσιό μας:

Εσπέρα Μαγιού

«Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ’ έρμο»
Δ. Σολωμός

α΄
Έναστρος κάμπος
ασημένια λιόφυτα
λάμψη αλλότρια.

Ποιος ανατέμνει
τη μαραμένη φλόγα
του Μαρτελάου;

Πυρσός ο λόγος
στ’ αλωνάκι του Στράνη
φυσάει λεβάντες.

γ΄
Νια Παρασκευή
κι ο Σολωμός θεάται
στο Κοιμητήρι.

Φαρμακωμένες
ψυχούλες τρεμάμενες
ψίχαλα του Ύμνου.

Εσπέρα του Μαγιού
βολτάρει στο Ψήλωμα
αλύπιος δήθεν.

Δέσποινα είπε...

Πολλές ευχές για την σημερινή διπλή γιορτή!
Γιορτάζουμε όμορφα κι εμείς οι ξενιτεμένοι!

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

Ύπέροχη επιλογή, για τις μέρες τούτες της συλλογικής μνήμης, ο Σολωμικός στίχος. Ο Σολωμός έίναι μια από τις ελάχιστες εξαιρέσεις, που παραμένει πάντα ποιητής θαλερός,νέος, μεγάλος, όσο κι αν αλλάζουν τα κριτήρια για το τι είναι μεγάλος! Χρόνια πολλά σε όλους! Με την ευκαιρία αυτή σας προσκαλώ να δια βάσετε στο Blog μου ένα επίκαιρο κείμενο με τίτλο: "25η Μαρτίου.-Ο πατριωτισμός του τότε και του τώρα"
κι αν θέλετε ν' αφήσετε και το σχόλιό σας.

Διονύσης Μάνεσης είπε...

"Ελεύθεροι πολιορκημένοι". Και μόνο αυτό: τόση ομορφιά σε ένα τίτλο...
Ευχαριστούμε, Mareld.

π.κ,
ειδικά τα δύο πρώτα τρίστιχα τα βρίσκω υπέροχα.

Διονύσης Μάνεσης είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
mareld είπε...

Αγαπητέ Πορφύρη!

Μου έδωσες μεγάλη χαρά που με τη φλόγα σου ήρθες με χαιρετισμό από τη πατρίδα.
Έξω χιόνιζε και από πολλά χρόνια πριν αποφάσισα ότι δεν ωφελεί να σε επηρεάζει ο καιρός να σου χαλάει τη διάθεση και να σου αφαιρεί ζωή. Παρ' όλα αυτά κατά βάθος στενοχωριέμαι αλλά είμαι σε ισορροπία Στις αρχές του Νοεμβρίου που μπαίνουμε στο σκοτάδι σχεδόν μισό εκατομμύριο Σουηδοι μπαίνουν σε κατάθλιψη και... οι αρκούδες στις σπηλιές τους. Οι έρευνες όμως δείχνουν ότι τα περισσότερα ψυχοφάρμακα τα μασάνε οι Γάλλοι ..εκεί στο φως..αλλά η γνώμη μου είναι ότι οι Έλληνες με την φοβερή τους απληστία και όχι μόνο δεν πάνε πίσω..Το κενό των αξιών, ο άκρατος εγωισμός, έλλειψη νοήματος, μας οδηγούν σε τέτοια φαινόμενα..
Να είσαι πάντα καλά!
ΣΕ ευχαριστώ!

mareld είπε...

Αγαπητέ Παναγιώτη!

«Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ’ έρμο»

μου πάει. ότι πεις
ζω μέσα στο σκοτάδι από το Νοέμβριο μέχρι το Μάη και η σιωπή είναι θανατερή..
Μερικές φορές έχω την αίσθηση ότι αν χτυπήσει η πόρτα μου θα είναι κάποια αρκούδα που μισοξυπνημένη είδε φως..
Εδώ ουσιαστικά με έστειλε ο Σολωμός.Είναι ένα μερος του είναι μου. Αυτόν ενστερνίστηκα και τα έβαλα με όλες τις χροιές του μαύρου.
Δεν πειράζει, όταν συναντάω φίλους που ζουν στη Μεσόγειο γενικά δεν είναι τόσο χαρούμενοι και μου ζητάνε να τους πω το μυστικό της αισιοδοξίας μου αλλά και της πίστης μου στον άνθρωπο γενικά και στις δυνατότητες του κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

"ασημένια λιόφυτα"
αχ! πόσο μου λείπουν και αυτά..

Σε Ευχαριστώ!

mareld είπε...

Δέσποινα!

Σε ευχαριστώ κορίτσι μου, για τις ευχές σου,
την ευγένειά σου και την ομορφιά που μας χαρίζεις.

Πάντα χαρούμενη!

mareld είπε...

Αγαπητέ Φαίδωνα!

Πάντα έχεις ένα γλυκό λόγο να πεις!
Το σημαντικό είναι οι αποχρώσεις που παίρνει ο λόγος σου στην ψυχή του άλλου..
Ο Σολωμός είναι ένα φως που σιγοκαίει εδώ στο δάσος με τις σκιές του..
και διώχνει κάθε λογιών φαντάσματα.
Μπήκε στη ζωή μου από πολύ νωρίς αλλά σε μια ζυγαριά από τη μια Άγιος Διονύσιος και από την άλλη ο Σολωμός Διονύσιος.
Σύμφωνα με την παράδοση της ευρύτερης κοινωνίας όπως την καταλάβαινα παιδί θα έπρεπε να αντέχω όλες τις κακουχίες που είχαν αφετηρία την ανθρώπινη αναλγησία και θα περίμενα σε μια άλλη ζωή να ζήσω αν ήμουν αγνή. Λοιπόν στο προσκύνημα του Αγίου έσκυβες να ασπασθείς ένα βελούδινο ύφασμα πάνω από ..τα πόδια του. Είχα την αίσθηση ότι είναι τόσο θυμωμένος μαζί μου που θα μου έδινε μια κλωτσιά και θα έπεφτα ανάσκελα Αυτό γιατί μας είχαν πείσει ότι και να ανασαίνεις και να μην ρωτάς τον Άγιο είναι αμαρτία. Ο Σολωμός μου μιλούσε στο είναι μου, άμεσα, στο εδώ και τώρα και παρ' ότι βιβλία δεν υπήρχαν ένιωθα ότι η επανάσταση είναι η μόνη οδός προς την αλήθεια. Είναι και θα παραμείνει ένα χάδι πρωτόγνωρο.

Σε ευχαριστω για την πρόσκληση..με τιμά..
Να είσαι πάντα καλά.

mareld είπε...

Διονύση!!

"Ελεύθεροι πολιορκημένοι"
ένα διπλό μπουμπούκι..που πριν ακόμη ανθίσει βγάζει άρωμα..
Το άτομο και το σύμπαν..
"Αυτός ο Κόσμος ο Μικρός ο Μέγας!"
Άπλωσα μια θάλασσα από Σολωμό στο νοσταλγία από αγάπη αλλά και από νοσταλγία..
Πέρασα τη μέρα μου διαβάζοντας τα λόγια του με ιταλική μουσική υπόκρουση και θέα το χιονισμένο δάσος{για να μην ξεχνάμε}.

Σε ευχαριστώ!

oneiromageiremata είπε...

Τι μυρωδάτο και ποιητικό ποστ!
Φιλιά!

mareld είπε...

Κική μου!

Εδώ απλώσαμε το Σολωμό "θάλασσα"
μπας και μας πνίξει
και γλιτώσουμε, από τα ξένα..

φιλιά!

ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ είπε...

"Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα..."
H TEΛΕΙΑ μέχρι τώρα, επετειακή ανάρτηση.
ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ!!!

Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιες

dromaki είπε...

Στα ώριμα χρόνια του,τα βράδια,μόνος στο σπίτι,πίνει αψέντι ή κρασί,την περίφημη "βερδέα" που του στέλνει ο αδερφός του από την Ζάκυνθο.
Στο φως των κεριών(όχι λάμπας,όπως αβασάνιστα λέγεται)γράφει σε μεγάλα τετράδια ή σε λυτά φύλλα,κάποτε και σε χαρτιά με λογαριασμούς από ψώνια.
Γράφει στα ελληνικά μεμονωμένους στίχους ή ομάδες στίχων και σχετικές σημειώσεις στα ιταλικά.Γράφει συνεπαρμένος,κατεχόμενος ολ'οκληρος από την βαθύτατη βίωση των γεγονότων που τον απασχολούν.Γράφει και ξαναγράφει τα ίδια,αυτούσια ή παραλλαγμένα.
Ζητεί την τέλεια έκφραση.Οταν θέλει να προσθέσει κάτι,η προσθήκη γίνεται οπουδήποτε,συχνά ανάμικτη με στίχους άλλων έργων,Στο τετράδιο γράφει από την αρχή προς το τέλος και αντίστροφα από το τέλος προς την αρχή.Δεν ορθογραφεί ούτε καν χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο απλό ορθογραφικό σύστημα...


Η θάλασσα που απλώσατε με συνεπήρε...
Καλό σας βράδυ

Faraona είπε...

Τι ομορφο λευκο σεντονι απλωσες μες στο Ιονιο σου ,για τον ποιητη μας...!
Και τι ασπρα λουλουδια της τιμης και της ελληνιδας ψυχης σου του απλωσες...
Σε ενα παραθυρο ολο φως καθεται και σ αγναντευει ...ποτε θαρθεις?

Σου γνεφει.




φιλια πολλα Μαρινεττα μου.

mareld είπε...

Αγαπημένη μου, Γλαρένια!

"Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα..."
Ξύπνησα χαράματα..και πάντα ξυπνάω με την ελπίδα ότι θα με περιμένει ο Ήλιος..
Άνοιξα το νοσταλγία και τι έκρηξη φωτός ήταν αυτή..ανατρίχιασα μέχρι το μεδούλι..έσπασε αρκετός από το πάγο του δάσους αλλά έσπασε και η γκρίζα σιωπή του..
Ήρθαν μπροστά μου θάλασσες με θαλασσοπούλια..κάμποι με μαργαρίτες, παπαρούνες, πλαγιές κίτρινες από ανθισμένους ασφαλαχτούς και σπάρτα, μιμόζες και ανθισμένες πασχαλιές.
Πλησιάζει ο Απρίλης ο Μήνας μου..και αργολιώνω..

Φιλιά και αγκαλίτσες από το Λαγανά!!!

mareld είπε...

Γλυκό μου, Δρομάκι!

Είναι 5,55 το πρωί, απόλυτη σιωπή και πάγος..
κοιτάζω στο δάσος που βλέπει το γραφείο μου, διαβάζω:"Στα ώριμα χρόνια του,τα βράδια,μόνος στο σπίτι,πίνει αψέντι ή κρασί,την περίφημη "βερδέα" που του στέλνει ο αδερφός του από την Ζάκυνθο".
¨ΟΟΟΧΙΙΙ!!!! δεν είναι δυνατόν..ποια μοίρα; ποιος πονετικός Θεός σε έστειλε;..λίγο πριν ψιθύριζα λόγια τρυφερά στο πουθενά..και τώρα έχω μπροστά μου το Σολωμό..
Θέλω να τον αγκαλιάσω..να τον κοιτάξω βαθιά στα μάτια..να μείνω μαζί του ώρες ατέλειωτες..να τον φιλήσω στο μέτωπο..
Δρομάκι μου, βρήκες τη δίοδο που οδηγεί κατ΄ευθείαν στη πόρτα της ψυχής μου και γι΄αυτό ευχαριστώ Ουρανό και Γη μαζί..

Φιλιά και αγκαλίτσες!

mareld είπε...

Φαραονάκι μου, γλυκό!

Όταν έφτασα στα λόγια σου..ήταν 5,58.
Σηκώθηκα, ντύθηκα γερά{-4ο}, ελαφρά παπούτσια και δρόμο για το δάσος. Συνάντησα αρκετούς Σουηδούς που είχαν βγάλει βόλτα τα σκυλάκια τους πριν πάνε για δουλειά.Ποτέ δεν χαιρετιζόμαστε γιατί συνήθως όταν πλησιάζεις κοιτάνε αλλού. Και μεταξύ τους βέβαια το ίδιο γίνεται..αρχίζουν τα γλυκόλογα στα σκυλάκια και οι ίδιοι καρφώνουν το βλέμμα σε κάποιο δέντρο....Είχα στο μυαλό και στη καρδιά τα λόγια σου και βρέθηκα στο βουνό Δάφνη, που προς την άλλη μεριά του, υπάρχει το πάρκο της καρέτα-καρέτα. Το βουνό ανήκει στα ξαδέλφια μου αν και θα έπρεπε να έχουμε και εμείς .. Τα καλοκαίρια ξύπναγα και ανηφόριζα για τη γιαγιά πριν σκάσει η ανατολή .Όταν ανέβαινα αρκετά ψηλά στο λόφο υπήρχαν πεύκα και στη ρίζα ενός καθόμουν και περίμενα να βγει ο ήλιος, μέσα από την αγκαλιά της θάλασσας.. Εκεί πάντα ξαναγυρίζω..εκεί πήγα να δω και το Σολωμό να μου "γνέφει"..και για αυτό ευχαριστώ τη ζωή που σε συνάντησα και πριν ακόμη σας γνωρίσω σας αγαπώ..

Φιλιά!

ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ είπε...

Χ ρυσές
Ρ όδινες
Ο νειρεμένες
Ν οσταλγικές
Ι δανικές
Α ληθινές

Π ολύτιμες
Ο μορφες
Λ ευκές
Λ αμπερές
Α πίθανες

ΕΥΧΟΥΛΕΣ!!!!!

ΝΑ ΤΑ 100ΣΕΙΣ!!!!!

Από την ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΕ ΠΟΛΛΗ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΑΜΕΤΡΗΤΑ ΦΙΛΙΑ

Αααα!!!! και ΜΕΓΑΛΗ Γλαρένια αγκαλιά

dromaki είπε...

Σιωπή και πάγος...
Τόσο ψυχρά και τα δύο...
Θα ήθελα να σου σηκώσω τα μαλλιά και να σου δώσω ένα τρυφερό φιλί πίσω στο σβέρκο,όπως φιλώ τα παιδιά μου.
Καλή σου μέρα κορίτσι μου:))

mareld είπε...

Αγαπημένη μου Γλαρένια!

Με τόσα σέπαλα, τόση αγάπη, τόσα γλαρένια φιλιά..τόσες ευχές..σίγουρα θα φτάσω στον Ιούνιο που εδώ ανθίζουν οι πασχαλιές και έχω λευκές καιμωβ στο κήπο μου.
Να θυμάσαι..όταν δεις στο νοσταλγία πασχαλιές..θα είναι για Σένα!

Φιλιά και όλη μου την αγάπη με ένα
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!

mareld είπε...

Γλυκό μου, Δρομάκι!

Σήκωσα τα μαλλιά μου μόνη μου..και άγγιξα το σβέρκο μου με το χέρι της καρδιάς..

Όλες οι χαρές του κόσμου σε Σένα!!!