












Τὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική.
τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου...
Ἐκεῖ σπάροι καὶ πέρκες
ἀνεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μὲς στὰ γαλάζια
ὅσα εἶδα στὰ σπλάχνα μου ν' ἀνάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
μὲ τὰ πρῶτα λόγια τῶν Σειρήνων
ὄστρακα ρόδινα μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρίγη...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρίγη...
Ἐκεῖ ρόδια, κυδώνια
θεοὶ μελαχροινοί, θεῖοι κ' ἐξάδελφοι
τὸ λάδι ἀδειάζοντας μὲς στὰ πελώρια κιούπια.
Καὶ πνοὲς ἀπὸ τὴ ρεμματιὰ εὐωδιάζοντας
λυγαριὰ καὶ σχῖνο
σπάρτο καὶ πιπερόριζα
μὲ τὰ πρῶτα πιπίσματα τῶν σπίνων
ψαλμῳδίες γλυκὲς μὲ τὰ πρῶτα-πρῶτα Δόξα Σοί...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα-πρῶτα Δόξα Σοί!..
Ἐκεῖ δάφνες καὶ βάγια
θυμιατὸ καὶ λιβάνισμα
τὶς πάλες εὐλογώντας καὶ τὰ καριοφίλια
στὸ χῶμα τὸ στρωμένο μὲ τ' ἀμπελομάντιλα,
κνῖσες, τσουγκρίσματα
καὶ Χριστὸς Ἀνέστη
μὲ τὰ πρῶτα σμπάρα τῶν Ἑλλήνων!
Ἀγάπες μυστικὲς μὲ τὰ πρῶτα λόγια του Ὕμνου...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα λόγια του "Υμνου.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Ἀπὸ τὸ Ἄξιόν Ἐστι:
Τὴ γλῶσσα μου ἔδωσαν ἑλληνική
"Θλίβει ο καπνός το διάστημα γαλάζιον των αέρων…"- διαβάζω
Kάλβο, που τύπωσε στα '26 και τον γνωρίσαμε στα '88·
και που έμεινε αξομολόγητος στα γεροντάματα, σαν ένα "ραγισμένο βάζο",
στα χέρια μιας γριάς Eγγλέζας δασκάλας, σύμβολο ακατάλυτο και φριχτό
για όσους επιμένουν να γράφουν στίχους ή πρόζα που κανείς δεν καταλαβαίνει,
και γυρεύουν να δοξαστούν, οι τυχάρπαστοι, από τους λογάδες και τους σοφούς,
ενώ θα νά 'ταν χίλιες φορές προτιμότερο, και η τέχνη πολύ πιο ευτυχισμένη,
αν πήγαιναν στην Eκάλη να μαζεύουν κούμαρα, ή στη Γλυφάδα να ψαρεύουν ροφούς.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Tράνσβααλ
Mιλούσες για πράγματα που δεν τά 'βλεπαν
κι αυτοί γελούσαν.
Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά·
να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο -
άφησε κι ας γελούν.
Kαι να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
στ' αφανισμένο τούτο παρόν -
άφησέ τους.
O θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής
υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Θερινό Ηλιοστάσι
Δὲ μπορῶ νὰ βρῶ πιά, τί θέλει νὰ πεῖ ποίηση. Μοῦ διαφεύγει. Τὸ ἤξερα, ἀλλὰ τώρα μου διαφεύγει. Ἂν κάποιος μου ρωτήσει αὐτὴ τὴ στιγμή, θὰ ντροπιαστῶ. Γιατί ἐξακολουθῶ νὰ εἶμαι ἐνδόμυχα βέβαιος πὼς ἡ ποίηση εἶναι μιὰ οὐσία, ἀπαράλλαχτα ὅπως καὶ ἡ ζωή. Καὶ κρύβω, κρύβομαι, κάτι κρύβω, ἀπὸ κάποιον κρύβομαι. Σὰ ν' ἀρχίζω νὰ γίνομαι τρελός, καὶ νὰ ντρέπομαι.
Ἀλλὰ ἡ ποίηση; Κάποιος θὰ σταθεῖ ἱκανὸς νὰ πεῖ στοὺς ἄλλους, ὄχι σ' ἐμένα ποὺ ἂν καὶ τὸ ξέρω φεύγω, τί εἶναι ποίηση!
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ
Η ποίηση
Ἀκόμη έβάστουνε ἡ βροντή....
Κι ἡ θάλασσα, ποὺ σκίρτησε σὰν τὸ χοχλὸ ποὺ βράζει,
ἡσύχασε καὶ ἔγινε ὅλο ἡσυχία καὶ πάστρα,
σὰν περιβόλι εὐώδησε κι ἐδέχτηκε ὅλα τ' ἂστρα•
κάτι κρυφὸ μυστήριο ἐστένεψε τὴ φύση
κάθε ὀμορφιὰ νὰ στολιστεῖ καὶ τὸ θυμὸ ν' ἀφήσει.
Δὲν εἶν' πνοὴ στὸν οὐρανό, στὴ θάλασσα, φυσώντας
οὔτε ὅσο κάνει στὸν ἀνθὸ ἡ μέλισσα περνώντας,
ὅμως κοντὰ στὴν κορασιά, ποὺ μ' ἔσφιξε κι ἐχάρη,
ἐσειόνταν τ' ὁλοστρόγγυλο καὶ λαγαρὸ φεγγάρι•
καὶ ξετυλίζει ὀγλήγορα κάτι ποὺ ἐκεῖθε βγαίνει,
κι ὀμπρός μου ἰδοὺ ποὺ βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ἔτρεμε τὸ δροσάτο φῶς στὴ θεϊκιὰ θωριά της,
στὰ μάτια της τὰ ὁλόμαυρα καὶ στὰ χρυσὰ μαλλιά της.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ
Ο ΚρητικόςΙII
Κι ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάμεις τὴν ζωή σου ὅπως τὴν θέλεις,
τοῦτο προσπάθησε τουλάχιστον
ὅσο μπορεῖς: μὴν τὴν ἐξευτελίζεις
μὲς στὴν πολλὴ συνάφεια τοῦ κόσμου,
μὲς στὲς πολλὲς κινήσεις κι ὁμιλίες.
Μὴν τὴν ἐξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνὰ κ' ἐκθέτοντάς την
στῶν σχέσεων καὶ τῶν συναναστροφῶν
τὴν καθημερινὴν ἀνοησία,
ὡς ποὺ νὰ γίνει σὰ μία ξένη φορτική.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ
Ὅσο μπορεῖς
Χτες βράδι οι λογισμοί κόκκινοι κρίνοι,
φωτιά η καρδιά, η στιγμή πανώρια ρούσα,
με αλάφιασμα χαλκιά, μπρος στο καμίνι
σκληρή ηδονή σκληρά σφυροκοπούσα
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
Θὰ πάψω πιὰ γιὰ μακρινὰ ταξίδια νὰ μιλῶ
οἱ φίλοι θὰ νομίζουνε πὼς τὰ 'χω πιὰ ξεχάσει,
κι ἡ μάνα μου, χαρούμενη, θὰ λέει σ' ὅποιον ρωτᾶ:
« Ἦταν μιὰ λόξα νεανική, μὰ τώρα ἔχει περάσει ...»
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
Mal du depart
Στὴν ἀδερφή μου Ζένια.
Γλυκὰ θὰ κοιμηθοῦμε σὰν παιδάκια
γλυκά. Κι ἀπάνωθέ μας θὲ νὰ φεύγουν,
στὸν οὐρανό, τ'ἀστέρια καὶ τὰ ἐγκόσμια.
Θὰ μᾶς χαϊδεύει ὡς ὄνειρο τὸ κύμα.
Καὶ γαλανὸ σὰν κύμα τ'ὄνειρό μας
θὰ μᾶς τραβάει σὲ χῶρες ποὺ δὲν εἶναι.
Ἀγάπες θὰ 'ναι στὰ μαλλιά μας οἱ αὖρες,
ἡ ἀνάσα τῶν φυκιῶν θὰ μᾶς μυρώνει,
καὶ κάτου ἀπ' τὰ μεγάλα βλέφαρά μας,
χωρὶς νὰν τὸ γρικοῦμε, θὰ γελᾶμε.
Τὰ ρόδα θὰ κινήσουν ἀπ' τοὺς φράχτες,
καὶ θὰ 'ρθουν νὰ μᾶς γίνουν προσκεφάλι.
Γιὰ νὰ μᾶς κάνουν ἁρμονία τὸν ὕπνο,
θ' ἀφήσουνε τὸν ὕπνο τοὺς ἀηδόνια.
Κ.Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Ὕπνος
Τὴ νύχτα ἔφτασα στὴ θάλασσα.
Ἦταν βουβὴ καὶ πάνω της τ' ἀστέρια,
τ' ἀμέτρητα κι ὁλόλαμπρα ἐπίθετά της.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ
Τη Νύχτα
Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου
να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις
ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας.
Tο ξέρω είσαι μια φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου
είσαι μια σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων.
Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν' ακούσει την ανάσα σου
μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις
μια μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ' ανέβεις στα λυγερά
κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια
μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι.
Ν ΓΚΑΤΣΟΣ αμοργός
-Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγὰ θὰ συνηθίσεις•
θ' ἀνηφορίσουμε μαζὶ
στὰ γνώριμά σου μονοπάτια
θὰ ξαποστάσουμε μαζὶ
κάτω ἀπ' τὸ θόλο τῶν πλατάνων
σιγά-σιγὰ θὰ 'ρθοῦν κοντά σου
τὸ περιβόλι κι οἱ πλαγιές σου
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Ο γυρισμός του ξενιτεμένου
Ἄφηνε πάντα τὰ δάχτυλά σου ἀνοιχτὰ
νὰ μπαίνει ἡ αἰωνιότητα σὰ γύρη φωτός.
Πάνω στ' ἀλύγιστα χέρια σου, σὰ σὲ βράχια σκληρά,
ἄφηνε νὰ τσιμπᾶνε τὰ χρυσὰ πουλιά της,
ποὺ θέλουνε στ' ἄγνωστο κορμί σου νὰ περπατήσουν.
ὌΛΓΑ ΒΟΤΣΗ
Ἡ αἰωνιότητα
Ἂν δὲ μούδινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θάχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θάταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
Αν δεν μού 'δινες ποίηση Κύριε
Δὲν εἶναι ποὺ δὲν ἔχεις τί νὰ πεῖς
μᾶλλον κάποιο μυστικὸ ἄνθος
ἄρχισε νὰ ὡριμάζει στὴ σιωπή σου.
ΝΙΚΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ
Το μυστικό άνθος
Τὰ λόγια κλείνονται καὶ δὲν κλείνονται
σὲ φάκελα ὑπάρχουν κι ἄλλα,
ξέρεις εἶναι κι ἡ φτερωμένη κίνηση τοῦ χεριοῦ
εἶναι καὶ τὸ ρευστό του βλέμματος.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΝΙΗΛ
Υπάρχουν κι άλλα
Ὅμως ἐμεῖς, ὀρθοὶ στὴν πλώρη, τὴ μεγάλη
θενὰ τηρᾶμε πάλη τῶν κυμάτων γύρω,
ἀπὸ τὸ ἀδρὶ τῆς ἅρμης θὰ μεθᾶμε μύρο
καὶ θὰ σοῦ ἀνιστορῶ τῆς χώρας μου τὰ κάλλη.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΛΗΣ
Όταν θα πάμε στη δική μου χώρα
Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
μιὰν ἀστραπὴ ἀπὸ τοὺς ἀνέμους
καὶ στὴν καρδιά σου μιὰν ἄγρια φλόγα
ποὺ ἔλεγες δὲν ἦταν ποτὲ νὰ σβήσει
καὶ στὰ μάτια σου μέσα μιὰ πράσινη θάλασσα
τὴν ἀγριεμένη θάλασσα τοῦ νησιοῦ μας
νὰ δέχεται καταιγίδες
καὶ στὴν καρδιά σου μιά παράφορη ἄνοιξη τροπικὴ
μ' ἕνα λευκὸ περιστέρι τρομαγμένο
κι ἒν' ἀταξίδευτο χελιδονάκι τοῦ θεοῦ
ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ
Είχες μέσα στα μάτια σου μιαν αστραπή
Ὁ ἥλιος, γέρνοντας στὴ δύση,
μπροστὰ στοῦ ἱεροῦ τὴν πύλη
μπαίνει δειλὰ νὰ προσκυνήση
κι ἀνάφτει ὑπέρλαμπρο καντίλι.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ
Ἑσπερινὸς
Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ μνημεῖο
ἐκεῖ πέρα
θ' ἀνοίξουμε τὴν πόρτα
καὶ θὰ μποῦμε:
ἐκεῖ θὲ νὰ σὲ πάρω ἀγκαλιὰ
κι’ ἀγκαλιασμένοι ἔτσι μιὰ γιὰ πάντα
θὰ χαθοῦμε
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
Κλέλια ἢ μᾶλλον
Το ειδύλλιον της λιμνοθάλασσας
Όλα τα σώματα που άγγιξα,
που είδα, που πήρα, που ονειρεύτηκα
όλα
πυκνωμένα στο σώμα σου.
Ω, σάρκινη εσύ Διοτίμα,
Στο μεγάλο συμπόσιο των Ελλήνων.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Τα ΕρωτικάΣκισμένα τα κορίτσια σα χαρτόνι
με στίγματα από θειάφι μέσα στο κεφάλι
με χόρτο θυμωμένο μεσ’ στο στόμα
να σπάζουν το φλυτζάνι τ’ ουρανού
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ,
Σφραγίδα ή Η Όγδοη Σελήνη
Έλα ρομαντικά ν’ αγαπηθούμε
εγώ ο Μιμίκος νάμαι κι εσύ η Μαίρη
Έλα στης Πλάκας τις ανηφοριές να πλανηθούμε
να περάσουμε κι απ’ το σπίτι του Σεφέρη
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ,
Ο Ποιητής Μανούσος Φάσης
Τα κόκκινα μαλλιά της ανασήκωνε
τα κόκκινα μαλλιά καθώς χυνόντανε πάνω από τη φωτιά
τα χείλη ρόδιζαν με τ’ αντιφέγγισμα της φλόγας.
Μεταίχμιο
Να νομίζουμε. Να νομίζουμε πάση θυσία. Αλλιώς
δεν μας αγάπησε κανείς.
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ,
Η Εφηβεία της Λήθης
«Ο έρωτας! Ο έρωτας κάνει τα πράγματα φωτεινά!»
λέγαμε μες στα γέλια στα γέλια μας η φιλενάδα μου κι εγώ
Στροβιλιζόταν εκείνη μαζί με τις παρτιτούρες της
Κι ανάτειλε το πρόσωπό της σαν φρούτο γυαλιστερό
Ακουμπισμένο σε πρωινό πεζούλι.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ,
Άδεια Φύση
Τα περιπλανώμενα φιλιά μας
μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο
αλλά η αγάπη δε μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις
που μας χωρίζουν αιώνια
τον ένα απ’ τον άλλο.
Το Αλληγορικό Σχολείο
Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι
Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι
Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ,
ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ, ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ
Enya May it be
lord of the rings evenstar
On your Shore
Only time
a day without rain
China Roses
























































