Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

"Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου"...



















Τὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική.
τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου...
Ἐκεῖ σπάροι καὶ πέρκες
ἀνεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μὲς στὰ γαλάζια
ὅσα εἶδα στὰ σπλάχνα μου ν' ἀνάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
μὲ τὰ πρῶτα λόγια τῶν Σειρήνων
ὄστρακα ρόδινα μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρίγη...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρίγη...
Ἐκεῖ ρόδια, κυδώνια
θεοὶ μελαχροινοί, θεῖοι κ' ἐξάδελφοι
τὸ λάδι ἀδειάζοντας μὲς στὰ πελώρια κιούπια.
Καὶ πνοὲς ἀπὸ τὴ ρεμματιὰ εὐωδιάζοντας
λυγαριὰ καὶ σχῖνο
σπάρτο καὶ πιπερόριζα
μὲ τὰ πρῶτα πιπίσματα τῶν σπίνων
ψαλμῳδίες γλυκὲς μὲ τὰ πρῶτα-πρῶτα Δόξα Σοί...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα-πρῶτα Δόξα Σοί!..
Ἐκεῖ δάφνες καὶ βάγια
θυμιατὸ καὶ λιβάνισμα
τὶς πάλες εὐλογώντας καὶ τὰ καριοφίλια
στὸ χῶμα τὸ στρωμένο μὲ τ' ἀμπελομάντιλα,
κνῖσες, τσουγκρίσματα
καὶ Χριστὸς Ἀνέστη
μὲ τὰ πρῶτα σμπάρα τῶν Ἑλλήνων!
Ἀγάπες μυστικὲς μὲ τὰ πρῶτα λόγια του Ὕμνου...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα λόγια του "Υμνου.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Ἀπὸ τὸ Ἄξιόν Ἐστι:
Τὴ γλῶσσα μου ἔδωσαν ἑλληνική


"Θλίβει ο καπνός το διάστημα γαλάζιον των αέρων…"- διαβάζω
Kάλβο, που τύπωσε στα '26 και τον γνωρίσαμε στα '88·
και που έμεινε αξομολόγητος στα γεροντάματα, σαν ένα "ραγισμένο βάζο",
στα χέρια μιας γριάς Eγγλέζας δασκάλας, σύμβολο ακατάλυτο και φριχτό

για όσους επιμένουν να γράφουν στίχους ή πρόζα που κανείς δεν καταλαβαίνει,
και γυρεύουν να δοξαστούν, οι τυχάρπαστοι, από τους λογάδες και τους σοφούς,
ενώ θα νά 'ταν χίλιες φορές προτιμότερο, και η τέχνη πολύ πιο ευτυχισμένη,
αν πήγαιναν στην Eκάλη να μαζεύουν κούμαρα, ή στη Γλυφάδα να ψαρεύουν ροφούς.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Tράνσβααλ


Mιλούσες για πράγματα που δεν τά 'βλεπαν
κι αυτοί γελούσαν.
Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά·
να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο -
άφησε κι ας γελούν.
Kαι να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
στ' αφανισμένο τούτο παρόν -
άφησέ τους.

O θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής
υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Θερινό Ηλιοστάσι



Δὲ μπορῶ νὰ βρῶ πιά, τί θέλει νὰ πεῖ ποίηση. Μοῦ διαφεύγει. Τὸ ἤξερα, ἀλλὰ τώρα μου διαφεύγει. Ἂν κάποιος μου ρωτήσει αὐτὴ τὴ στιγμή, θὰ ντροπιαστῶ. Γιατί ἐξακολουθῶ νὰ εἶμαι ἐνδόμυχα βέβαιος πὼς ἡ ποίηση εἶναι μιὰ οὐσία, ἀπαράλλαχτα ὅπως καὶ ἡ ζωή. Καὶ κρύβω, κρύβομαι, κάτι κρύβω, ἀπὸ κάποιον κρύβομαι. Σὰ ν' ἀρχίζω νὰ γίνομαι τρελός, καὶ νὰ ντρέπομαι.

Ἀλλὰ ἡ ποίηση; Κάποιος θὰ σταθεῖ ἱκανὸς νὰ πεῖ στοὺς ἄλλους, ὄχι σ' ἐμένα ποὺ ἂν καὶ τὸ ξέρω φεύγω, τί εἶναι ποίηση!
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ
Η ποίηση



Ἀκόμη έβάστουνε ἡ βροντή....
Κι ἡ θάλασσα, ποὺ σκίρτησε σὰν τὸ χοχλὸ ποὺ βράζει,
ἡσύχασε καὶ ἔγινε ὅλο ἡσυχία καὶ πάστρα,
σὰν περιβόλι εὐώδησε κι ἐδέχτηκε ὅλα τ' ἂστρα•
κάτι κρυφὸ μυστήριο ἐστένεψε τὴ φύση
κάθε ὀμορφιὰ νὰ στολιστεῖ καὶ τὸ θυμὸ ν' ἀφήσει.
Δὲν εἶν' πνοὴ στὸν οὐρανό, στὴ θάλασσα, φυσώντας
οὔτε ὅσο κάνει στὸν ἀνθὸ ἡ μέλισσα περνώντας,
ὅμως κοντὰ στὴν κορασιά, ποὺ μ' ἔσφιξε κι ἐχάρη,
ἐσειόνταν τ' ὁλοστρόγγυλο καὶ λαγαρὸ φεγγάρι•
καὶ ξετυλίζει ὀγλήγορα κάτι ποὺ ἐκεῖθε βγαίνει,
κι ὀμπρός μου ἰδοὺ ποὺ βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ἔτρεμε τὸ δροσάτο φῶς στὴ θεϊκιὰ θωριά της,
στὰ μάτια της τὰ ὁλόμαυρα καὶ στὰ χρυσὰ μαλλιά της.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ
Ο Κρητικός
ΙII



Κι ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάμεις τὴν ζωή σου ὅπως τὴν θέλεις,
τοῦτο προσπάθησε τουλάχιστον
ὅσο μπορεῖς: μὴν τὴν ἐξευτελίζεις
μὲς στὴν πολλὴ συνάφεια τοῦ κόσμου,
μὲς στὲς πολλὲς κινήσεις κι ὁμιλίες.
Μὴν τὴν ἐξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνὰ κ' ἐκθέτοντάς την
στῶν σχέσεων καὶ τῶν συναναστροφῶν
τὴν καθημερινὴν ἀνοησία,
ὡς ποὺ νὰ γίνει σὰ μία ξένη φορτική.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ
Ὅσο μπορεῖς

Χτες βράδι οι λογισμοί κόκκινοι κρίνοι,

φωτιά η καρδιά, η στιγμή πανώρια ρούσα,

με αλάφιασμα χαλκιά, μπρος στο καμίνι

σκληρή ηδονή σκληρά σφυροκοπούσα
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ


Θὰ πάψω πιὰ γιὰ μακρινὰ ταξίδια νὰ μιλῶ
οἱ φίλοι θὰ νομίζουνε πὼς τὰ 'χω πιὰ ξεχάσει,
κι ἡ μάνα μου, χαρούμενη, θὰ λέει σ' ὅποιον ρωτᾶ:
« Ἦταν μιὰ λόξα νεανική, μὰ τώρα ἔχει περάσει ...»
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
Mal du depart
Στὴν ἀδερφή μου Ζένια.


Γλυκὰ θὰ κοιμηθοῦμε σὰν παιδάκια
γλυκά. Κι ἀπάνωθέ μας θὲ νὰ φεύγουν,
στὸν οὐρανό, τ'ἀστέρια καὶ τὰ ἐγκόσμια.
Θὰ μᾶς χαϊδεύει ὡς ὄνειρο τὸ κύμα.
Καὶ γαλανὸ σὰν κύμα τ'ὄνειρό μας
θὰ μᾶς τραβάει σὲ χῶρες ποὺ δὲν εἶναι.
Ἀγάπες θὰ 'ναι στὰ μαλλιά μας οἱ αὖρες,
ἡ ἀνάσα τῶν φυκιῶν θὰ μᾶς μυρώνει,
καὶ κάτου ἀπ' τὰ μεγάλα βλέφαρά μας,
χωρὶς νὰν τὸ γρικοῦμε, θὰ γελᾶμε.
Τὰ ρόδα θὰ κινήσουν ἀπ' τοὺς φράχτες,
καὶ θὰ 'ρθουν νὰ μᾶς γίνουν προσκεφάλι.
Γιὰ νὰ μᾶς κάνουν ἁρμονία τὸν ὕπνο,
θ' ἀφήσουνε τὸν ὕπνο τοὺς ἀηδόνια.
Κ.Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Ὕπνος



Τὴ νύχτα ἔφτασα στὴ θάλασσα.
Ἦταν βουβὴ καὶ πάνω της τ' ἀστέρια,
τ' ἀμέτρητα κι ὁλόλαμπρα ἐπίθετά της.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ
Τη Νύχτα


Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου
να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις
ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας.
Tο ξέρω είσαι μια φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου
είσαι μια σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων.
Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν' ακούσει την ανάσα σου
μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις
μια μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ' ανέβεις στα λυγερά
κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια
μιας αγαπητικιάς
σαν εφηβικό φεγγάρι.
Ν ΓΚΑΤΣΟΣ αμοργός



-Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγὰ θὰ συνηθίσεις•
θ' ἀνηφορίσουμε μαζὶ
στὰ γνώριμά σου μονοπάτια
θὰ ξαποστάσουμε μαζὶ
κάτω ἀπ' τὸ θόλο τῶν πλατάνων
σιγά-σιγὰ θὰ 'ρθοῦν κοντά σου
τὸ περιβόλι κι οἱ πλαγιές σου
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Ο γυρισμός του ξενιτεμένου


Ἄφηνε πάντα τὰ δάχτυλά σου ἀνοιχτὰ
νὰ μπαίνει ἡ αἰωνιότητα σὰ γύρη φωτός.
Πάνω στ' ἀλύγιστα χέρια σου, σὰ σὲ βράχια σκληρά,
ἄφηνε νὰ τσιμπᾶνε τὰ χρυσὰ πουλιά της,
ποὺ θέλουνε στ' ἄγνωστο κορμί σου νὰ περπατήσουν.
ὌΛΓΑ ΒΟΤΣΗ
Ἡ αἰωνιότητα



Ἂν δὲ μούδινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θάχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θάταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
Αν δεν μού 'δινες ποίηση Κύριε



Δὲν εἶναι ποὺ δὲν ἔχεις τί νὰ πεῖς
μᾶλλον κάποιο μυστικὸ ἄνθος
ἄρχισε νὰ ὡριμάζει στὴ σιωπή σου.
ΝΙΚΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ
Το μυστικό άνθος


Τὰ λόγια κλείνονται καὶ δὲν κλείνονται
σὲ φάκελα ὑπάρχουν κι ἄλλα,
ξέρεις εἶναι κι ἡ φτερωμένη κίνηση τοῦ χεριοῦ
εἶναι καὶ τὸ ρευστό του βλέμματος.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΝΙΗΛ
Υπάρχουν κι άλλα



Ὅμως ἐμεῖς, ὀρθοὶ στὴν πλώρη, τὴ μεγάλη
θενὰ τηρᾶμε πάλη τῶν κυμάτων γύρω,
ἀπὸ τὸ ἀδρὶ τῆς ἅρμης θὰ μεθᾶμε μύρο
καὶ θὰ σοῦ ἀνιστορῶ τῆς χώρας μου τὰ κάλλη.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΛΗΣ
Όταν θα πάμε στη δική μου χώρα


Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
μιὰν ἀστραπὴ ἀπὸ τοὺς ἀνέμους
καὶ στὴν καρδιά σου μιὰν ἄγρια φλόγα
ποὺ ἔλεγες δὲν ἦταν ποτὲ νὰ σβήσει
καὶ στὰ μάτια σου μέσα μιὰ πράσινη θάλασσα
τὴν ἀγριεμένη θάλασσα τοῦ νησιοῦ μας
νὰ δέχεται καταιγίδες
καὶ στὴν καρδιά σου μιά παράφορη ἄνοιξη τροπικὴ
μ' ἕνα λευκὸ περιστέρι τρομαγμένο
κι ἒν' ἀτ
αξίδευτο χελιδονάκι τοῦ θεοῦ
ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ
Είχες μέσα στα μάτια σου μιαν αστραπή


Ὁ ἥλιος, γέρνοντας στὴ δύση,
μπροστὰ στοῦ ἱεροῦ τὴν πύλη
μπαίνει δειλὰ νὰ προσκυνήση
κι ἀνάφτει ὑπέρλαμπρο καντίλι.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ
Ἑσπερινὸς



Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ μνημεῖο
ἐκεῖ πέρα
θ' ἀνοίξουμε τὴν πόρτα
καὶ θὰ μποῦμε:
ἐκεῖ θὲ νὰ σὲ πάρω ἀγκαλιὰ
κι’ ἀγκαλιασμένοι ἔτσι μιὰ γιὰ πάντα
θὰ χαθοῦμε

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κλέλια ἢ μᾶλλον
Το ειδύλλιον της λιμνοθάλασσας


Όλα τα σώματα που άγγιξα,

που είδα, που πήρα, που ονειρεύτηκα

όλα

πυκνωμένα στο σώμα σου.

Ω, σάρκινη εσύ Διοτίμα,

Στο μεγάλο συμπόσιο των Ελλήνων.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Τα Ερωτικά


Σκισμένα τα κορίτσια σα χαρτόνι

με στίγματα από θειάφι μέσα στο κεφάλι

με χόρτο θυμωμένο μεσ’ στο στόμα

να σπάζουν το φλυτζάνι τ’ ουρανού

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ,
Σφραγίδα ή Η Όγδοη Σελήνη


Έλα ρομαντικά ν’ αγαπηθούμε

εγώ ο Μιμίκος νάμαι κι εσύ η Μαίρη

Έλα στης Πλάκας τις ανηφοριές να πλανηθούμε

να περάσουμε κι απ’ το σπίτι του Σεφέρη
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ,
Ο Ποιητής Μανούσος Φάσης


Τα κόκκινα μαλλιά της ανασήκωνε

τα κόκκινα μαλλιά καθώς χυνόντανε πάνω από τη φωτιά

τα χείλη ρόδιζαν με τ’ αντιφέγγισμα της φλόγας.

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ,
Μεταίχμιο


Να νομίζουμε. Να νομίζουμε πάση θυσία. Αλλιώς

δεν μας αγάπησε κανείς.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ,
Η Εφηβεία της Λήθης


«Ο έρωτας! Ο έρωτας κάνει τα πράγματα φωτεινά!»

λέγαμε μες στα γέλια στα γέλια μας η φιλενάδα μου κι εγώ

Στροβιλιζόταν εκείνη μαζί με τις παρτιτούρες της

Κι ανάτειλε το πρόσωπό της σαν φρούτο γυαλιστερό

Ακουμπισμένο σε πρωινό πεζούλι.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ,
Άδεια Φύση


Τα περιπλανώμενα φιλιά μας

μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο

αλλά η αγάπη δε μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις

που μας χωρίζουν αιώνια

τον ένα απ’ τον άλλο.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ,
Το Αλληγορικό Σχολείο


Ο έρωτας

Το αρχιπέλαγος

Κι η πρώρα των αφρών του

Κι οι γλάροι των ονείρων του

Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει

Ένα τραγούδι

Ο έρωτας

Το τραγούδι του

Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του

Κι η ηχώ της νοσταλγίας του

Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει

Ένα καράβι

Ο έρωτας

Το καράβι του

Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του

Κι ο φλόκος της ελπίδας του

Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει

Τον ερχομό.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ,

ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ, ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ



Enya


May it be

May it be

lord of the rings evenstar

On your Shore

Only time

a day without rain

China Roses

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2008

Γιατί λάμπουν τα άστρα

P S Kroyer Sommeraften Skagens strand
Monet
Monet








Γιατί λάμπουν τα άστρα

Τα χαοτικά φαινόμενα στο σύμπαν και στη ζωή μας


Γιατί δεν είναι ασφαλής μια πρόβλεψη του καιρού για πάνω από τρεις ημέρες; Γιατί τα ξένα χρηματιστήρια επηρεάζουν άμεσα τη δική μας Σοφοκλέους; Τι σχέση έχουμε εμείς στην Αθήνα με τον κόσμο στο Αφγανιστάν;

Κάποτε λέγαμε ότι ερευνητής είναι αυτός που διαβάζει μερικά επιστημονικά άρθρα (papers) που δεν έχει διαβάσει κανένας για να γράψει ένα επιστημονικό άρθρο που δεν θα διαβάσει κανένας. Ευτυχώς για εμάς, αλλά και για τους ερευνητές, τα πράγματα σήμερα έχουν αλλάξει. Με τη διάδοση της εκλαϊκευμένης επιστήμης οι επιστημονικές ανακαλύψεις εξηγούν τα πράγματα και στο ευρύ κοινό. Ο Στίβεν Χόκινγκ στον πρόλογο του βιβλίου του «Το χρονικό του Χρόνου» γράφει ότι έχει πουλήσει περισσότερα βιβλία για τη φυσική απ' όσα η Μαντόνα για το σεξ. Ο βιετναμέζος καθηγητής Τουάν του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια, με το βιβλίο του «Χάος και αρμονία», μας εκπλήσσει ευχάριστα γιατί δείχνει τη διάθεση να μοιραστεί μαζί μας τα μυστικά του Σύμπαντος μέσα από μια καινούργια οπτική: τη Θεωρία του Χάους.

Ο Τουάν υποστηρίζει ότι με την έλευση του 21ου αιώνα έχει αλλάξει πλέον ριζικά ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Το κατακερματισμένο, μηχανιστικό και ντετερμινιστικό Σύμπαν του Νεύτωνα - αφού κυριάρχησε στη δυτική σκέψη επί 300 χρόνια - έδωσε τη θέση του σ' έναν κόσμο που ξεχειλίζει από δημιουργικότητα. Με τον ερχομό της κβαντομηχανικής θεωρίας, η τύχη και η φαντασία βρήκαν τη θέση τους στον Κόσμο. H απόλυτη τάξη είναι στείρα - εξάλλου το «ησυχία, τάξη και ασφάλεια» μας θυμίζει δικτατορία -, ενώ η ελεγχόμενη αταξία είναι δημιουργική, ρέουσα, αρμονική.

Το χάος των αστρικών τροχιών

Ποιο είναι όμως το κύριο χαρακτηριστικό ενός χαοτικού μοντέλου; Ας θυμηθούμε την ιστορία του σοφού ανθρώπου που επινόησε το παιχνίδι του σκακιού. Ως αμοιβή, ζήτησε από τον βασιλιά να βάλει έναν κόκκο ρυζιού στο πρώτο τετραγωνάκι της σκακιέρας και να τον διπλασιάζει σε κάθε τετραγωνάκι. Ο βασιλιάς βλέποντας μπροστά του μόνο 64 τετραγωνάκια σκέφθηκε ότι θα τη βγάλει καθαρή με μια χούφτα ρύζι και χαμογέλασε με την ανοησία του σοφού εφευρέτη. Ο ένας κόκκος ρυζιού έγινε δύο στο δεύτερο τετραγωνάκι, τέσσερις στο τρίτο, οκτώ στο τέταρτο, 16 στο πέμπτο, 512 στο δέκατο, 524.288 στο εικοστό, οπότε ο βασιλιάς κατάλαβε ότι στο 64ο τετραγωνάκι θα χρειαζόταν τόσο ρύζι που ούτε αυτός ούτε κανένας άλλος βασιλιάς στον κόσμο θα μπορούσε να προσφέρει (9.223.372.036.854.775.808 κόκκοι ρυζιού). Σήμερα το Internet παρουσιάζει εξίσου χαοτική συμπεριφορά. Δεν έχει ρυθμιστική αρχή, δεν ανήκει σε κανέναν, δεν ελέγχεται από κανέναν και παρουσιάζει ευαίσθητη εξάρτηση από τις αρχικές συνθήκες, π.χ. όταν καθόμαστε μπροστά στον υπολογιστή μας και ψάχνουμε για ένα θέμα: η μία ιστοσελίδα μάς συνδέει σε τρεις-τέσσερις άλλες, η καθεμία από τις οποίες σε άλλες τρεις ή περισσότερες σε διαφορετικά μέρη του κόσμου κ.ο.κ. Αυτή όμως δεν είναι η γοητεία και η μαγεία του Διαδικτύου;

Το χάος και η αρμονία δεν είναι δύο αντικρουόμενες έννοιες, με την ίδια λογική που εμείς και το Σύμπαν δεν είμαστε δύο διαφορετικά πράγματα. Πίσω από την αρμονία κρύβεται το χάος και μέρος του Σύμπαντος είναι ο πλανήτης μας, η χώρα μας και ο εαυτός μας. Στην καθημερινή ζωή ερχόμαστε αντιμέτωποι καθημερινά με χαοτικά συστήματα, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Μια μικρή διακύμανση των επιτοκίων στις ΗΠΑ επηρεάζει τα χρηματιστήρια της Ευρώπης, πόσο μάλλον την υπερευαίσθητη σε κλυδωνισμούς Σοφοκλέους. Ισως ο πλανητάρχης θα ήταν ο πρώτος που θα έπρεπε να εντρυφήσει στη Θεωρία του Χάους προτού πάρει τις αποφάσεις του για το Ιράκ. Είναι ενδεικτικό ότι το χάος εκφράζεται συχνά με το περίφημο «φαινόμενο της πεταλούδας»: το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στο δάσος του Αμαζονίου μπορεί να προκαλέσει βροχή στο Παρίσι.

Ποιος ήταν ο προφήτης του χάους; Ο Ανρί Πουανκαρέ, μας λέει ο Τουάν, ήταν ο πρώτος που μας προειδοποίησε στο έργο του «Επιστήμη και μέθοδος» που δημοσιεύτηκε το 1908 ότι πίσω από την αρμονία των νόμων του Νεύτωνα υπάρχουν μικρά αίτια που μας διαφεύγουν και μπορεί να έχουν ανεξήγητα αποτελέσματα που μας εκπλήσσουν και τα ονομάζουμε τύχη. Ο Τουάν κάνει ειδική μνεία στον θεμελιωτή της σύγχρονης θεώρησης του σύμπαντος, τον Αϊνστάιν, και στη θεωρία της σχετικότητας του χρόνου με την ταχύτητα και τον χώρο. Σύμφωνα με τη Θεωρία της Σχετικότητας, αν μπορούσαμε να κινηθούμε με τη μισή από την ταχύτητα του φωτός, κάθε 1,18 λεπτά θα γερνούσαμε μόλις ένα δευτερόλεπτο. Δηλ. η διάρκεια της ζωής μας θα μεγάλωνε κατά 70 φορές!

Ας δούμε ένα ακόμη επιστημονικό αίνιγμα που διαλεύκανε η θεωρία του Αϊνστάιν: κάθεστε στην παραλία ένα ζεστό αυγουστιάτικο βράδυ και παρατηρείτε με θαυμασμό τον έναστρο ουρανό. Ως τις αρχές του 20ού αιώνα κανείς δεν ήξερε γιατί λάμπουν τα άστρα. Ο Νεύτωνας πίστευε ότι η ενέργεια ενός αντικειμένου βρίσκεται στην κίνησή του και ότι ένα ακίνητο αντικείμενο έχει μηδενική ενέργεια. Ο Αϊνστάιν αναίρεσε αυτό το συμπέρασμα: απέδειξε ότι ένα ακίνητο αντικείμενο διαθέτει ενέργεια ίση με τη μάζα του επί το τετράγωνο της ταχύτητας του φωτός. Επειδή η ταχύτητα του φωτός είναι τεράστια (300.000 χλμ. /δευτερόλεπτο), αυτή η ενέργεια μάζας φτάνει στα όρια του φανταστικού. H μετατροπή της μάζας σε ενέργεια δεν είναι κάτι απλό, παρ' όλα αυτά έγινε για την κατασκευή της ατομικής βόμβας στον B´ Παγκόσμιο Πόλεμο - χωρίς την έγκριση ή τη συμμετοχή του Αϊνστάιν. Ο Τουάν γράφει ότι μόλις το 0,7% από τη μάζα του υδρογόνου του Ηλιου μετατρέπεται σε ακτινοβολία. Και όμως αρκεί για να ζεστάνει τον πλανήτη μας, που αλλιώς θα βρισκόταν σε πολικό ψύχος. Αυτή η μετατροπή ενός μικρού μέρους της μάζας τους σε ενέργεια κάνει τα αστέρια να λάμπουν. Είναι ίσως η ίδια ικανότητα που διαθέτουν οι αστέρες του Χόλιγουντ: να μετατρέπουν ένα μέρος της μάζας τους σε ενέργεια, ακτινοβολία και γοητεία.


MAIPH ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Τριν Ξουάν Τουάν Χάος και αρμονία Εκδ. Τραυλός
Το ΒΗΜΑ, 05/09/2004


Άστρα μη με μαλώνετε

Καλλιτέχνης: Μανώλης Λιδάκης

Συνθέτης: Λ Καμπούρικης

Στιχουργός: Λ Καμπουράκη


Άστρα μη με μαλώνετε
που τραγουδώ τη νύχτα

Ω, γιατί 'χα πόνο στην καρδιά
γιατί 'χα πόνο στην καρδιά
ψηλό μελαχρινάκι μου
γιατί 'χα πόνο στην καρδιά
και βγήκα και τον είπα

Άστρα μη με μαλώνετε
που τραγουδώ τη νύχτα

Στα άστρα θα πω τον πόνο μου
που δεν τον μαρτυρούνε

Ω, που έχουνε κι υπομονή
που έχουνε κι υπομονή
αχ πως με κατάντησες
που έχουνε κι υπομονή
ώρες και με ακούνε

Στα άστρα θα πω τον πόνο μου
που δεν τον μαρτυρούνε

Ρώτησε τ' άστρα τ' ουρανού
κι εκείνα θα σου πούνε

Ω, πώς κλαίνε τα ματάκια μου
πώς κλαίνε τα ματάκια μου
κοίτα πώς με κατάντησες
πώς κλαίνε τα ματάκια μου
όταν σε θυμηθούνε

Ρώτησε τ' άστρα τ' ουρανού
κι εκείνα θα σου πούνε

Μουσικές ευωδιές

Άστρα μη με μαλώνετε

Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Für Elise

Moonlight Sonata guitar

MOONLIGHT SONATA

"Δεν μπορεί να υπάρξει μεταμόρφωση
από το σκοτάδι στο φως
και από την απάθεια στη δράση
χωρίς συναίσθημα"
Καρλ Γιούνγκ



Σάββατο 1 Μαρτίου 2008

Καλώς μας ήρθες Άνοιξη ¨Μάγεμα η φύσις".. Σολωμός


ζω πο νασταίνεται μ λες της τς χαρές, ναβρύζοντας λοθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη ες λα τ ντα· ζω κέραιη, π᾿ λα της φύσης τ μέρη, θέλει ν καταβάλ τν νθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γ, ορανός, συγχωνευμένα, πιφάνεια κα βάθος συγχωνευμένα, τ ποα πάλι πολιορκον τν νθρώπινη φύση στν πιφάνεια κα ες τ βάθος της






γνώριστη

Ποι εναι τούτη
Πο κατεβαίνει
σπροντυμένη
χ τ βουνό;

Τώρα πο τούτη
κόρη φαίνεται,
Τ χόρτο, γένεται
νθι παλό·

Κ᾿ εθς νοίγει
Τ ραα του κάλλα,
Κα τ κεφάλι
Συχνοκουνε·

Κ᾿ ρωτεμένο,
Ν μ τ φήσ,
Ν τ πατήσ,
Παρακαλε.

Κόκκινα κι᾿ μορφα
χει τ χελα,
σν τ φύλλα
Τς οδαρις,

ταν χαράζ,
Κα αγολα
Λεπτ βροχολα
Στέρνει δροσις.



Το αηδόνι και το γεράκι

«κουσε, γεράκι, είπε τ καημένο τ᾿ ηδόνι. ζωή μου εναι στν ξουσία σου, πως κα τ πέταγμά μας ατ μέσα στ σύννεφα, που δν εχα φτάσει ποτέ. λλ κουσέ με: π τς μυστικς πηγς τς φύσης ρχόταν μι πια πνο κα συναντοσε μιν λλη, ξίσου πια, μέσα στ στθος μου. Ατ πνο γινόταν τραγούδι, πως κα τ φύλλωμα το δέντρου πο μ φιλοξενοσε, πως τ στρα πο λαμπαν ψηλά. μορφι τν πραγμάτων πο ταν γύρω μου μ συγκινοσε κα μεταβαλλόταν σ μουσική. Εδα κι σένα ν ρχεσαι καταπάνω μου, κα φόβος μου νικήθηκε π τ θαμα τς γρήγορης κα μεγαλόπρεπης πτήσης σου, πο τ θαύμαζα σν δρο τν θεν. λλ τ στιγμ κείνη, π προσμέτρητο βάθος, τοιμάζονταν ν᾿ ναβρύσουν π μένα τραγούδια θλίψης γι να ρόδο πο τ μάδησε έρας. Τ ρχιζα, τ τραγούδια ατά, γ πού, ταν ξεσποσε κεραυνός, νιωθα ν μο τρέμει τ στθος, καθς μουν μαζεμένο μέσα στ νέο φύλλωμα. φησέ με ν ζήσω μι στιγμ μόνο, σο γι ν βγάλω στν αθέρα κα γι τ ατί σου τ θησαυρ πο ασθάνομαι μέσα μου. Μ σκοτώσεις ατ πο πρέπει ν γεννηθε!».



νθούλα

γάπησέ με, νθούλα μου, γλυκει χρυσή μου λπίδα
Καθς κ γ σ γάπησα τν ρα πο σ εδα
Εχες τ μάτια σου γυρτ ς τ πράσινα χορτάρια,
Κ λύπη σου τ στόλιζε μ δυ μαργαριτάρια.
Τ μάνα σου θυμούμενη δάκρυζες, νθούλα,
Γιατί ς τν κόσμο σ φησε μονάχη κι ρφανούλα

, ναί, φυλάξου, γάπη μου, το κόσμου π τν πλάνη,
που μ λόγια δολερ τόσα κοράσια χάνει.
Πο πς μονάχη κι ρημη, θώα περιστερούλα;
Βρόχια πολλά σου σταίνουνε λα μαζί μου, νθούλα.







ψυχούλα

σν γλυκόπνοο,
δροσάτο
εράκι
μέσα σ
νθότοπο,
κει
τ παιδάκι









φούσκωνε τ’ έρι
λευκότατα πανιά,
σν τ περιστέρι
πο
πλώνει τ φτερά.

Ξανθούλα{απόσπασμα}


Κι θάλασσα, πο σκίρτησε σν τ χοχλ πο βράζει,

σύχασε κα γινε λο συχία κα πάστρα,
σν περιβόλι εώδησε κι δέχτηκε λα τ᾿ στρα·
κάτι κρυφ μυστήριο στένεψε τ φύση
κάθε μορφι ν στολιστε κα τ θυμ ν᾿ φήσει.
Δν εν᾿ πνο στν ορανό, στ θάλασσα, φυσώντας
οτε σο κάνει στν νθ μέλισσα περνώντας,
μως κοντ στν κορασιά, πο μ᾿ σφιξε κι χάρη,
σειόνταν τ᾿ λοστρόγγυλο κα λαγαρ φεγγάρι·
κα ξετυλίζει γλήγορα κάτι πο κεθε βγαίνει,
κι μπρός μου δο πο βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
τρεμε τ δροσάτο φς στ θεϊκι θωριά της,
στ μάτια της τ λόμαυρα κα στ χρυσ μαλλιά της.

κοίταξε τ᾿ στέρια, κι κενα ναγαλλιάσαν,
κα τν χτινοβόλησαν κα δν τν σκεπάσαν·
κι π τ πέλαο, πο πατε χωρς ν τ σουφρώνει,
κυπαρισσένιο νάερα τ᾿ νάστημα σηκώνει,
κι νε τσ᾿ γκάλες μ᾿ ρωτα κα μ ταπεινοσύνη,
κι δειξε πάσαν μορφι κα πάσαν καλοσύνη.
Τότε π φς μεσημερν νύχτα πλημμυρίζει,
κι χτίσις γινε νας πο λοθε λαμπυρίζει.
Τέλος σ᾿ μ πο βρίσκομουν μπρός της μς στ ρεθρα,
καταπς στέκει στ Βορι πετροκαλαμήθρα,
χι στν κόρη, λλ σ᾿ μ τν κεφαλ της κλίνει·
τν κοίταζα βαριόμοιρος, μ᾿ κοίταζε κι κείνη.
λεγα πς τν εχα δε πολν καιρν πίσω,
κν σ να ζωγραφιστ μ θαυμασμ περίσσο,
κάνε τν εχε ρωτικ ποιήσει λογισμός μου,
κν τ᾿ νειρο, ταν μ᾿ θρεφε τ γάλα τς μητρός μου·
τανε μνήμη παλαιή, γλυκει κι στοχισμένη,
πο μπρός μου τώρα μ᾿ λη της τ δύναμη προβαίνει.
Σν τ νερ πο τ θωρε τ μάτι ν᾿ ναβρύζει
ξάφνου χ τ βάθη το βουνο, κι λιος τ στολίζει.

Ο κρητικός {απόσπασμα}



Πές μου, θυμσαι, γάπη μου, κείνη τν παιδούλα,
ποχε στ ξανθ μαλλι νεοθέριστη μυρτούλα;
ποχε σν παρθενικ τραντάφυλλο τ στόμα,
Ποχε τ μάτια γαλαν σν τ᾿ ορανο τ χρμα;
Πο πρς τ βράδυ πάντοτε μονάχη περπατοσε,
Κι᾿ εχε κοντ της ν᾿ ρν πο τν κολουθοσε;
Πο καθισμένη βρίσκαμε στ ρμο περιγιάλι,
Κα λυπηρ τραγούδαε τς νοιξης τ κάλλη;












Ες Φραγκίσκα Φράϊζερ
Μικρς προφήτης ρριξε σ κορασι τ μάτια
κα στος κρυφούς του λογισμος χαρ γιομάτους επε:
«Κι
ν γι τ μάτια σου Καλή, κι ν γι τν κεφαλή σου,
κρίνους
λίθος βγανε, χρυσ στεφάνι λιος,
δ
ρο δν χουνε γι Σ κα γι τ μέσα πλοτος.
μορφος κόσμος, θικός, γγελικ πλασμένος









«Τ
χάραμα πρα
Το
λιου τ δρόμο,
Κρεμώντας τ
λύρα
Τ
δίκαιη ς τν μο,
Κι
᾿ π᾿ που χαράζει
ς που βυθ,

Τ μάτια μου δν εδαν τόπον νδοξότερον π τοτο τ λωνάκι.»













Μάγεμα φύσις κι᾿ νειρο στν μορφι κα χάρη











κε μέσα κατοικοσες

πικραμένη, ντροπαλή,
κι
να στόμα καρτεροσες,
«
λα πάλι», ν σο π.













ργειε νά λθη κείνη μέρα

κι ταν λα σιωπηλά,
γιατ τά σκιαζε φοβέρα
κα τ πλάκωνε σκλαβιά.













Μόλις εδε τν ρμή σου
ορανός, πο γι τ᾿ς χθρος
ες τ γ τ μητρική σου
τρεφ᾿ νθια κα καρπούς,













κα πηδον λες ο κόρες
μ τς γκάλες νοικτές,
τραγουδώντας, νθοφόρες,
μ τ τύμπανα κι κειές.










Φαίνετ᾿ πειτα γαλήνη
κα τ λάμψιμο το λιο,
κα τ χρώματα ναδίνει

το γλαυκότατου ορανο