Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Γαλάζιε, γλυκιέ μου υάκινθε, γερμένε απάνω απ' την ψυχή μου! Pablo Neruda









Pablo Neruda

ΕΙΚΟΣΙ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

(1)

Γυναικείο σώμα, λόφοι λευκοί, πόδια κατάλευκα,
μοιάζεις του κόσμου όπως μου δίνεσαι έτσι.
Το αργασμένο κορμί μου άγρια σε σκάβει
και σου αναδύει τον υιό και λόγο από της γαίας τα έγκατα.

Ήμουνα μόνος κι έρημος, σαν το τούνελ καληώρα.
Με βλέπαν τα πουλιά και φεύγανε,
και μέσα μου όρμαγε η νύχτα πανίσχυρη και καταλυτική.
Για να μείνω εγώ ζωντανός, έφτιαξα εσένανε όπλο,
σ' έβαλα βέλος στο τόξο μου, στη σφεντόνα μου πέτρα.

Επέστη όμως της πληρωμής ο καιρός, κι εγώ σ' αγαπάω.
Σώμα από χνούδι κι από μούσκλια
κι από άπληστο γάλα και κραταιό.
Ω, τ' αγγεία του στήθους! Ω!, τα μάτια της απουσίας!
Ω, του εφηβαίου τα ρόδα! Ω, η συρτή και θλιμμένη φωνή σου!

Σώμα της δικιά μου γυναίκας,
υπήκοος θα 'μαι πιστός των θέλγητρών σου.
Δίψα μου, πόθε μου ατελεύτητε, αβέβαιε δρόμε μου!
Σκούρες νεροσυρμές, όπου η δίψα αιώνια ακολουθεί,
και ο κάματος ακολουθεί, και ο καημός ο απέραντος.



(2)

Στη στερνή αναλαμπή του το φως σε τυλίγει.
Χωνεμένη σε άλγη πελιδνά στέκεσαι αντίκρυ εδώ
στους γέρικους έλικες της αμφιλύκης
που σ' εξωθούν με βία σ' ατέρμονες στροβιλισμούς.

Άλαλη, αμίλητη, εσύ φίλη καλή μου,
μονάχη στη μοναξιά αυτής της ώρας των θανάτων
και κατάμεστη από τις ζωές του πυρός,
απ' ευθείας κληρονόμε άπεφθη της αφανιζόμενης μέρας.

Από τ' αμπέλια του ήλιου
πέφτει μια ρώγα στο σκούρο φουστάνι σου.
Της νύχτας οι πελώριες ρίζες
θρασεύουν απότομα και βγαίνουν από την ψυχή σου,
κι έτσι επιστρέφεις στον έξω κόσμο
ότι είχες μέσα σου κρυμμένο,
κι έρχονται σμάρια εκεί, σμάρια γαλαζωπά,
που εσύ εγέννησες κι εσύ τα τρέφεις.

Παμμέγιστη, ω, εριγόνιμη εσύ σκλάβα σαγηνευτική
των ηλιοδρόμων με τις μελανωσιές και τα χρυσάφια τους:
στητή εκεί, ολόρθη, πολεμάς
και φκιάνεις ένα πλάσμα ολοζώντανο
όπου θα μαραθούνε τ' άνθη του,
κι εσύ θα μείνεις εκεί βουτηγμένη μετά μέσα στο πένθος.



(3)

Ω πευκώνα μου, εσύ, απέραντε, φλοίσβε των παρόχθιων κυμάτων,
σιγανό πηγαινέλα των φώτων,
της εκκλησιάς καμπάνα κατάμονη,
στάλα εσπερινή που ραντίζεις τα δικά σου τα μάτια,
παναγιά μου, κουκλί μου πεντάμορφο,
της στεριάς αχιβάδα, μάσα σου εσένα τραγουδάει το χώμα!

Μέσα σου τραγουδάν τα ποτάμια, και η ψυχή μου πλέει μαζί τους
και πάει όπου εσύ θέλεις και όπου εσύ αγαπάς.
Χάραξε μου ένα δρόμο στο τόξο εδώ των προσδοκιών σου,
κι εγώ, μέσα σε παραλήρημα, εξαπολύω των βελών μου τα σμήνη.

Κι εγώ βλέπω εδώ τώρα γύρω μου
να με σφίγγει της ομίχλης σου η ζώνη
και η σιωπή σου να πνίγει τις αλαφιασμένες μου ώρες,
σε ξέρω, είσαι εσύ, με τα πέτρινα χέρια σου, διάφανη
εκεί όπου δένουν οι φελούκες των φιλιών μου
κι όπου φωλιάζουν οι κάθυγροι πόθοι μου.

Ω εκείνη η μυστηριακή φωνή σου
όπου την αβγαταίνει και τη λυγάει στα δυο η αγάπη,
καθώς αντιλαλεί το σούρουπο και σβήνει πέρα!
Έτσι σε μύχιες ώρες έχω ιδεί κι εγώ στον κάμπο τα στάχυα
να λυγάνε απ' το στόμα του ανέμου.



(4)

Είναι θύελλες ζαλωμένο το πρωινό
μες στο κατακαλόκαιρο.
Σαν άσπρα μαντηλάκια αποχαιρετισμών
σαλπάρουν τα σύννεφα,
και, εκεί, τ' αρπάζει ο άνεμος
και τα σηκώνει με τα χέρια του τα ταξιδιάρικα.
Αρίφνητη η καρδιά του ανέμου
που χτυπάει μες στην ερωτοδέσμια σιωπή μας.

Που κοχλάζει ανάμεσα στα δέντρα,
πολυφωνικός και υπερκόσμιος,
γλώσσα κατάφορτη από παιάνες, λες, και θούρια.

Ο άνεμος που λαφυραγωγεί τα φυλλώματα
και βγάνει από τη ρότα τους τα σεινάμενα βέλη των πουλιών.

Ο άνεμος που σε σφεντονίζει εσένα σε πελάγη ακύμαντα,
σε γαίες πανάλαφρες, σε φλόγες γονυκλινείς.

Σπάνε και χύνονται ένα καντάρι φιλιά
συντριμμένα πάνω στις πύλες του καλοκαιριάτικου ανέμου.



(5)

Για ν' ακούς μόνο εμένα
τρυφερεύουν ώρες ώρες
τα λόγια μου
και γίνονται σαν τις πατημασιές των γλάρων
στην άμμο του γιαλού.

Καδενίτσα, έτσι, μικρή ξεκούρντιστη λατέρνα,
στα σαν τρούφες τρυφερά σου χέρια.

Κι έτσι τα λόγια μου τα βλέπω παρασάγγες πέρα.
Μα απείρως πιο μακριά είν' τα δικά σου.
Κι αναρριχούνται σαν τον κισσό απάνω στον παλιό μου πόνο.

Σκαρφαλώνουν εδώ, πάνω στους μουσκεμένους τοίχους.
Και εσύ είσαι η αιτία - να ξέρεις -
της σκληρής και μέχρις αιμάτων αναμέτρησης.

Δραπετεύουν από τα κατασκότεινα,
απ' τα μέσα μου μπουντρούμια.
Γιομίζει ο τόπος με σένα, πληρούνται τα σύμπαντα.

Πριν έρθεις η ίδια, πυκνοκατοικούσαν εκείνα τη μοναξιά μου,
κι είν' πιο δικά μου αυτά, απ' ότι εμένα εσύ,
εδώ στην πίκρα μου.

Κι αυτό που θέλω τώρα να σου λεν εκείνα
είν' εκείνο που θέλω να σου ειπώ εγώ
για να τ' ακούς κι εκείνα
όπως θέλω ν' ακούς μονάχα εμένα.

Ο φόβος τ' αρπάζει και τα σκορπά στους πέντε ανέμους.
Κι έρχοντ' έπειτα τυφώνες και λαίλαπες ονείρων
και μου τα ξανασωριάζουν κάτω εδώ στο χώμα.
Φωνές αλλότριες ξανοίγεις εσύ
μες στη χιλιοβασανισμένη φωνή τη δική μου.
Ολοφυρμούς από παμπάλαια στόματα,
αίμα από αρχαία μαρτύρια.
Να μ' αγαπάς, συντρόφισσα. Να μη μ' αφήνεις μόνο.
Να 'σαι μαζί μου.
Να 'σαι μαζί μου, συντρόφισσα,
σε τούτο 'δω το κύμα του τρόμου.

Και να! που τα λόγια μου έρχεται τώρα
και τα βάφει η αγάπη σου.
Κι είναι δικά σου όλα, όλα δικά σου.

Κι απ' όλα εγώ θέλω να φτιάξω
μια καδενίτσα δίχως τέλος
για τ' άσπρα σου χέρια, τα σαν τρούφες παντρύφερα.



(6)

Θυμάμαι τώρα εδώ πως ήσουν το φθινόπωρο που μας πέρασε.
Ήσουν το γκρίζο μπερεδάκι και η καρδιά η δίχως έννοια.
Ξιφομαχούσανε στα μάτια σου οι φλόγες του δειλινού
και πέφτανε τα φύλλα στα νερά της ψυχής σου.

Τυλιγμένη εσύ σαν αναρριχητικό γύρω απ' τα μπράτσα μου,
και τα φυλλώματα έτσι βάζανε σουρντίνα στη φωνή σου
την αργή και ανέμελη.
Σαστίσματα σωρό, πλήθος ξαφνιάσματα,
όπου πυρακτωνόταν η δίψα μου.
Γαλάζιε, γλυκιέ μου υάκινθε, γερμένε απάνω απ' την ψυχή μου!

Βλέπω τα μάτια σου που ταξιδεύουνε,
το φθινόπωρο πλέον είναι μακριά:
μπερεδάκι μου γκρίζο, κελάηδημά μου,
καρδιά μου πυροστιά εσύ,
όπου, πετώντας, απαγκιάζανε οι μυστικές μου σκέψεις
και τα πασίχαρα φιλιά μου ορμίζονταν σαν κάρβουνα αναμμένα.

Ουρανέ πάνω απ' τ' άρμενο. Όαση μετά απ' τον ερημότοπο.
Η θύμησή σου είναι από φως
κι από καπνό κι από στάσιμη λιμνούλα στην αλάνα.
Πέρα απ' τα μάτια σου πυρακτώνονταν τα λυκόφωτα.
Φύλλα ξερά του φθινοπώρου στροβιλίζονταν στην ψυχή σου.




(7)

Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και αμολάω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
στα ωκεάνια μάτια σου.

Εκεί απλώνεται και εκεί φουντώνει με φλόγες πανύψηλες
η μοναξιά μου, πέρα δώθε στον αέρα
υψώνοντας τα χέρια της σαν ναυαγός.

Ανάβω κόκκινες φρυκτωρίες
πάνω από τα εξόριστα μάτια σου
που σαν τα κύματα έρχονται της θάλασσας
και σκάνε στην ποδιά του φάρου.

Αγναντεύεις μοναχή τα ερέβη,
γυναίκα εσύ η αλαργινή και η πλησίον.
μες απ' το βλέμμα σου
ώρες ώρες αναδύεται ο μακρύς γιαλός του τρόμου.

Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και μαζεύω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
από τη θάλασσα εκείνη
που κλυδωνίζει τα ωκεάνια μάτια σου.

Νυχτερινά πουλιά ραμφίζουνε τα πρώτα αστέρια
που λάμπουν εκεί απάνω
όπως λάμπει η ψυχή μου την ώρα που σ' αγαπάω.

Καλπάζει στη ράχη του μαύρου της κέλητα η νύχτα
και τσαλαπατάει τα στάχια τα γαλαζιανά στον κάμπο.



(8)

Μέλισσα μυριόλευκή μου εσύ που ζουζουνίζεις - μεθυσμένη
απ' τα μέλια - γύρω στην ψυχή μου
και όλο στροβιλίζεσαι
με τις νωχελικές μαζί τουλίπες του καπνού.

Είμαι ο δίχως ελπίδα εκείνος, είμαι.
μια λέξη είμαι χωρίς ήχο,
αυτός που όλα τα 'χει χάσει και που όλα τα κατέχει.

Κι εσύ είσαι ο στερνός μου κάβος,
όπου στενάζει μέσα του ο στερνός μου φόβος.
Στην έρημή μου γη είσαι το ρόδο το στερνό.

Αχ, σιγαλινή μου εσύ!

Έλα! κλείσε τα τρίσβαθά σου μάτια. Πεταρίζει η νύχτα εκεί.
Έλα! ξέντυσε το περίτρομο άγαλμα του κορμιού σου.

Έχεις τρίσβαθα μάτια και πεταρίζει η νύχτα εκεί.
Ολόδροσα έχεις άνθινα χέρια και αγκαλιά από τριαντάφυλλα.

Τα στήθη σου μοιάζουν με κατάλευκα όστρακα.
Ήρθε στην κοιλιά σου κι αποκοιμήθηκε ο ήσκιος
μιας πεταλούδας.

Αχ, σιγαλινή μου εσύ!

Και να η μοναξιά εδώ, που λείπεις εσύ.
Βρέχει. Και ο μπάτης έχει στρώσει στο κυνήγι
τους αδέσποτους γλάρους.

Το νερό πλατσουρίζει ξυπόλυτο στις λάσπες του δρόμου.
Κι εκεινού εκεί του δέντρου βογκούν
σα να 'ν' ανήμπορα, τα φύλλα.

Μέλισσα μυριόλευκή μου εσύ και απόμακρη,
ζουζουνίζεις ακόμα
γύρω στην ψυχή μου. Ζουζουνίζεις.
Ξαναγεννιέσαι με των χρόνων τα γυρίσματα,
περίκομψη και σιγαλινή.

Αχ, σιγαλινή μου εσύ!



(9)

Απ' το ρετσίνι κι από τ' ατέλειωτα φιλιά,
είμαι - κατακαλόκαιρο - και κουμαντέρνω
τη βαρκούλα των ρόδων
και τήνε πάω εκεί όπου το γάρμπος χάνεται της μέρας,
και στη φερέγγυα παραφορά των νερών την ασφαλίζω.

Πελιδνός και δεσμώτης στα λαίμαργα κύματά μου
σκίζω πέρα δώθε τα μπρούσκα χνώτα
του αναπεπταμένου στερεώματος,
φορώντας ακόμα τη φόρμα μου, ντυμένος πικρούς αντίλαλους,
κι έχοντας το κεφάλι τυλιγμένο με κάτι κουρέλια της αφρής.

Πάω, στα πάθη μου μέσα στητός,
καβάλα στη ράχη του μονάκριβου μου κύματος,
φεγγαρίσιος, ηλιοτραφής, πυρίκαυστος και μπουζιασμένος εγώ,
κι αποκοιμιέμαι τον νήδυμο
στο φαράγγι με τα φιλντισένια νησιά
των μακάρων, που είναι γλυκά σα φρέσκα πρωινά καπούλια.

Στη νύχτα μέσα την υγρή
τρεμουλιάζει το ρούχο μου ραμμένο με τα ρίγη
των φιλιών και φορτισμένο ξέφρενα με ηλεκτρικές εκκενώσεις,
με ηρωικά δε εξάμετρα διαμερισμένο σε ενύπνια
και σε μεθυστικά τριαντάφυλλα που ανοίγουν μέσα μου.

Όρτσα στα νερά,
όπου με χτυπούνε κύματα θεόψηλα, πλευρικά,
κι εγώ βαστώ
το παράλληλο σώμα σου στα στιβαρά μου μπράτσα
σαν ψαράκι που όλο το πιάνω και το ξαναπιάνω
στην απόχη της ψυχής μου
(τη μια γοργό την άλλη αργό)
σε τούτον κάτω εδώ τον υποσέληνο κόσμο.



(10)

Το χάσαμε κι αυτό το ηλιοβασίλεμα.
Κανείς δεν μας είδε εμάς χεράκι, χεράκι το βράδυ εκείνο
όπου έπεφτε η γαλάζια η νύχτα και εσκέπαζε τον κόσμο.

Απ' το παράθυρο μου είδα μόνος εγώ
τη φιέστα του ηλιογέρματος ψηλά στ χάη.

Και πότε, πότε σαν πυρακτωμένο κέρμα
κράταγα ένα κομματάκι ήλιο στην παλάμη μου.

Και σε συλλογιζόμουν με τη καρδιά σφιγμένη
από κείνο εκεί το σφίξιμο που ξέρεις πως με κυβερνάει.

Λέγε μου, που ήσουνα?
Με τι κόσμο?
Και τι τους έλεγες?
Και γιατί ακαριαία με κυριεύει ακέριος ο έρωτας εμένα
μόλις νιώσω μοναχός, με σένανε μακριά μου?

Μου 'φυγε το βιβλίο που πάντα ανοίγω το βραδάκι
και σα λαβωμένο κουτάβι γλίστρησε
κι έπεσε στα πόδια μου το παλτό.
Μα όλο φεύγεις εσύ, φεύγεις τα βράδια
με το δειλινό παρέα που πιλαλάει και αφανίζει τ' αγάλματα.



(11)

Οιονεί εκτός στερεώματος, ανάμεσα σε δυο βουνά,
πάει και ρίχνει άγκυρα το μισοφέγγαρο.
Η σβούρα, η γυρίστρω η νύχτα, των ματιών η νεκροθάφτισσα.
Μέτρα μόνο πόσα αστέρια έχουνε γίνει θρύψαλα
μες στα λασπόνερα!

Και μένανε μ' ένα σταυρό
με σημαδεύει η νύχτα στο μεσόφρυδο
κι ανοίγει τα φτερά της και φεύγει.
Κι εκεί έχει φαναρτζίδικο
όπου δουλεύουν τα γαλάζια μέταλλα.
και νύχτες με παλέματα που αποσιωπούνται
και την καρδιά μου
που φέρνει βόλτες ολοένα σαν τσέρκι βουρλισμένο.
Κι ένα κορίτσι που ήρθε από πολύ μακριά,
που το φέρανε από πολύ μακριά,
και που κάθε τόσο φωσφορίζει η ματιά του
κάτω απ' τον τρούλο του ουρανού.
Το σφύριγμα των αέρηδων, η μπόρα, το κακό, οι άνεμοι
Μαίνονται και ξεσπούν στην καρδιά μου ακατάπαυτα.
Ο δε άνεμος, που έρχεται από τα μνήματα,
αναρπάζει, συντρίβει
και διασκορπίζει παντού τη ρίζα σου και τα όνειρά της.
Ξεριζώνει τα μεγάλα δέντρα και τα πετάει στην άλλη άκρη.

Όμως εσύ στέκεσαι εκεί,
κορίτσι μου αίθριο και ασυννέφιαστο,
ατμών σιντριβάνι, στάχυ μοναχό.
Αλώνι όπου εισέβαλε ο άνεμος
και σου 'δινε μετά σχήμα με φυλλώματα αναμμένα.
Πίσω απ' τους δυο λόφους της νύχτας,
άσπρε φλεγόμενε κρίνε μου,
φευ, δεν μπορώ να ειπώ τίποτα! Σ' έχουνε πλάσει
με όλα τα στοιχεία του κόσμου!

Καταδίκη μου εσύ,
που μου σκίζεις με στιλετιές τα στήθη,
ήρθε η ώρα να πάρω δρόμο άλλον
και να πάω εκεί όπου δεν ανθίζουν τα χαμόγελα σου.
Μπόρα μου εσύ δυνατή,
που ήρθες και παράχωσες στη γη τις καμπάνες,
κούφιε ανεμοστρόβιλε των μαρτυρίων μου,
γιατί εγώ να σεκλετίζομαι τώρα,
γιατί εγώ να πικραίνομαι;. . .

Ε, ήρθε η ώρα να πάρω το δρόμο
που σε βγάζει εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα,
εκεί όπου δεν είναι πρόσκομμα
ούτε ο φόβος, ούτε ο θάνατος, ούτε ο χειμώνας,
και να 'χω συνοδεία μου τα μάτια σου
τ' ανοιχτά και άγρυπνα
μες στης πρωινής δροσιάς τα μονοπάτια.



(12)
Για τη καρδιά μου αρκεί το στήθος σου,
για την ελευθερία σου αρκούν τα φτερά μου.
Απ' το δικό σου στόμα φτάνουν ως τον ουρανό
όσα κοιμούνταν στην ψυχή σου μέσα.

Μέσα σου στέκει το ξεγέλασμα της κάθε μέρας
Έρχεσαι σαν τη δροσιά πάνω στα στόματα των λουλουδιών.
Στέλνει στα καταχθόνια τους ορίζοντες η απουσία σου.
Στους αιώνες των αιώνων αλαργεύοντας
σαν της θάλασσας τα κύματα.

Και είπα τότε πως τραγούδαγες στον άνεμο
ωσάν τα πεύκα και ωσάν τα κατάρτια των πλοίων.
Σαν πεύκο είσαι εσύ και σαν κατάρτι πανύψηλη και αμίλητη.
Και ξαφνικά μελαγχολείς, σαν επιβάτης σε μπάρκο.

Φιλόξενη, ανοιχτόκαρδη σα δρόμος παλιός.
Σε κατοικούν φωνές και αντίλαλοι της νοσταλγίας.
Ξυπνάω εγώ, και τότε, κάπου, κάπου, αποδημούνε
τα πουλιά που κοιμούνταν στην ψυχή σου μέσα.



(13)

Με μικρά χι τσεκάριζα πυρπολημένους τόπους
στον γαλατένιο άτλαντα του κορμιού σου επάνω.
Ήταν αράχνη το στόμα μου που έστηνε τον ιστό της χιαστί.
Μέσα σου, επάνω στην πλάτη σου, διψαλέο, περίτρομο.

Σου έλεγα παραμύθια και θρύλους στις όχθες του εσπερινού,
κουκλί μου λυπημένο και γλυκό,
για να σου τήνε πάρω έτσι τη λύπη.
Για 'ναν κύκνο, για 'να δέντρο, για κατιτί αλαργινό κι αλέγρο.
Για την ώρα των σταφυλιών, για τον καιρό της ώριμης οπώρας.

Ζούσα αραγμένος σε λιμάνι ώσπου σ' αγάπησα,
και τη μοναξιά μου την τραβέρσωναν τα όνειρα και η σιωπή.
Δεσμώτης ήμουν ανάμεσα σε θάλασσα και θλίψη.
Βουβός, αλλοπαρμένος,
ανάμεσα σε ασάλευτους βαρκάρηδες του πόρτου.

Από τα χείλια ως τη φωνή κάτι όλο χάνεται.
Κάτι φτεροκοπάει, του τρόμου κάτι και της λησμονιάς.
Έτσι, να, σαν δίχτυα που δεν δύνονται να κρατήσουν το νερό,
μαμούνι μου εσύ, παρά σταγόνες κάποιες μόνο
στους βρόχους τους τρεμουλιαστές.
Κι ωστόσο, πάντα κάτι τραγουδάει
σ' αυτά εδώ τα έπεα πτερόεντα.

Κατιτίς τραγουδάει,
κατιτίς αναθρώσκει ως το άπληστο στόμα μου.
Να ήτανε λέει να σου ψάλλουνε μεγαλυνάρια
μ' όλα τα λόγια της χαράς.
Διθυράμβους ν' ακούσεις, να σ' ανάψουνε και να πετάξεις
σαν καμπαναριό στα χέρια ενός θεότρελου.
Τρυφερή μου εσύ, λυπημένη - τι τρέχει, ξαφνικά? Τι έγινε?
Καλά, καλά δεν πρόλαβα
στην κορφή του ωραίου όρους ν' ανέβω
κι η καρδιά μου έκλεισε σα νυχτολούλουδο.



(14)

Όλο παίζεις, εσύ, κάθε μέρα, εσύ,
με το φως του σύμπαντος κόσμου.
Επισκέπτρια συλφίδα των νερών και των κήπων.
Δεν είσαι δε μόνο εκείνη η χρυσή κεφαλή
όπου σαν ανθοδέσμη σφιχτά την κρατάω εγώ
μες στα δυο μου τα χέρια.

Κανενός αλλουνού δεν μοιάζεις εσύ
από τότε που εγώ σε αγάπησα.
Άσε να σε ξαπλώσω σ' ένα στρώμα
από μάηδες κίτρινους κι αγαπανθούς.
Ποιος είν' εκείνος εκεί που γράφει τ' όνομά σου
με ψηφία καπνού στ' αστέρια του Νότου?
Εγώ είμ' εκείνος εκεί που γράφει τ' όνομά σου
με ψηφία καπνού στ' αστέρια το Νότου!
Άσε με. . . άσε με να σε αναπολήσω όπως ήσουν
προτού ν' ανασπασθείς και βγεις στην ύπαρξη.

Κι ευθύς, δες, αλαλάζει ο άνεμος
και δέρνει τα κλειστά μου παράθυρα.
Ο ουρανός είναι μι' απόχη φίσκα ως απάνου
με ψάρια μαύρα, ανήλιαγα.

Κι εδώ, εδωνά, κοπάζουν όλοι οι άνεμοι, όλοι τους εδωνά.
Και τότε η βροχή εγυμνώθη.
Πουλιά πετάνε πετούμενα.
Οι άνεμοι. Οι άνεμοι.
Μόνος μου εγώ και αναμετριέμαι με των άλλων τη δύναμη.
Ο ανεμοστρόβιλος σέρνει μαζί του
και μουρλαίνει τα μπακιρένια φύλλα
και ξελύνει τ' άραγμένα στ' ουρανού το μώλο.

Εσύ είσαι εδώ. Εσύ δε φεύγεις, δεν πετάς.
Κι εσύ ως το τέλος θα είσαι και θα μου απαντάς
στους βόγγους και τα μουγκρητά μου.
Επάνω μου να 'ρθεις να κουλουριαστείς
σα να σ' έχουνε σκιάξει.
Κάπου κάπου αδέσποτοι ξεπόρτιζαν απ' τα μάτια σου ήσκιοι,
ξένοι, παράδοξοι.

Και τώρα, τωραδά, εδώ,
μανούσια μου φέρνεις και δυοσμαρίνια, μωρό μου,
γι' αυτό κι έτσι ευωδιάζουν τα στήθη σου.
Την ώρα όπου ο άνεμος μελαγχολικός καλπάζει
σφαγιάζοντας πεταλούδες
εγώ σ' αγαπάω,
κι η έξαρση μου δαγκώνει βαθιά
τα δαμάσκηνα του στόματός σου.

Πόσο έχεις στ' αλήθεια πονέσει,
ώσπου να 'βρεις τα χούγια μου,
ώσπου να βρεις την ψυχή μου τη μονάτη κι ανήμερη
και τ' όνομά μου που όλους τους κάνει και τρέμουν . . .
Πόσες και πόσες φορές δεν είδαμε το φως του αυγερινού
να μας φιλάει τα μάτια
και πάνω απ' τα κεφάλια μας το χάραμα κυκλοδίωκτο
ν' ανοίγει ωσάν ριπίδιο.
Τα λόγια μου σε μούσκεψαν θωπεύοντάς σε.
Καιρός πάει πολύς που αγάπησα
το ηλιόλουστο σώμα σου, το μαργαριταρένιο.
Και πιστεύω έτσι πως εγώ είμαι ο κύριος
του σύμπαντος όλου.
Θα σου φέρω απ' τα βουνά λουλούδια εξαίσια,
κλέλιες, ζουμπούλια
και βελανίδια γεράνια, κι ένα κοφίνι φιλιά.

Θέλω να κάνω μαζί σου
αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές.



(15)

Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δε σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.

Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ' τα πράγματα,
ποτισμένη απ' τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ' την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ' αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες στη δική σου σιωπή.

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια η νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα κι απ' αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο - μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.



(16)

Στον βραδιάτικο ουρανό μου επάνω είσαι σαν σύννεφο,
το δε χρώμα σου και το σχήμα είναι
όπως ακριβώς μου αρέσουν.
Είσαι δικιά μου, είσαι δικιά μου,
γυναίκα με τα γλυκά χείλια,
και στη ζωή σου μέσα ζουν τα ασύνορα όνειρά μου.

Ο λύχνος της ψυχής μου σου γλυκοροδίζει τα πόδια,
το στυφό μου κρασί γλυκαίνει στα χείλη σου,
ω η μακελάρισσα εσύ

που πριονίζεις το τραγούδι μου τα βράδια,
ω πόσο σε νιώθουνε δικιά μου τα μοναχικά μου όνειρα!

Είσαι δικιά μου, είσαι δικιά μου,
το φωνάζω στο μπάτη του βραδιού
και τ' αεράκι παίρνει μετά τη φωνή μου
και τη σκορπάει τριγύρω.
Κυνηγέτις εσύ που σαϊτεύεις λαγούς
στα βάθη των ματιών μου,
των ματιών μου που λιμνάζουν σα βρόχινο νερό
μες στο νυχτερινό σου βλέμμα.

Σ' έπιασα αιχμάλωτη στα δίχτυα της μουσικής μου,
αγάπη μου,
και τα δίχτυα αυτά της μουσικής είναι ψηλά, επάνω,
στον ουρανό.
Γεννιέται η ψυχή μου κι ανασταίνεται
στις όχθες των μαύρων ματιών σου
τα δε μαύρα μάτια σου είναι φυλάκιο
στη μεθόριο της χώρας των ονείρων.



(17)

Να συλλογιέμαι εγώ και ήσκιους να καταπίνω
μέσα στην άπατη μοναξιά.
Μα εσύ να είσαι μακριά κάπου,
κι απ' ότι ζωντανό πιο πέρα ακόμα.
Να συλλογιέμαι, να λευτερώνω πουλιά, να εκπορεύω εικόνες,
να καταχωνιάζω φανούς και λαμπάδες στα έγκατα.
Καμπαναριό μου με τη καταχνιά και τις αντάρες,
εκειδά πέρα, εκειδά πέρα, αλάργα!
Να φορτώνω εγώ δίφρους με θρηνωδίες,
ν' αλέθω εδώ ελπίδες σκυθρωπές,
ο αμίλητος εγώ μυλωνάς,
και σένα να σε κουκουλώνει η νύχτα,
έξω μακριά απ' τη πόλη.

Η παρουσία σου είν' απόμακρη, αλλόκοτη για μένα,
σαν και τι!. . .
Αναλογίζομαι πως ήταν η ζωή μου προτού να 'ρθεις εσύ.
Η ζωή μου προ πάσης ελεύσεως, η στυφή η ζωή μου.
Το σκούξιμο εκείνο εκεί καταντικρύ στη θάλασσα,
ανάμεσα στα βράχια,
να πιλαλάει ελεύθερο, λωλό, ίσα με την ούγια της θάλασσας.
Η μάνητα του παράπονου, το σκούξιμο εκείνο εκεί,
η μοναξιά της θάλασσας.
Να ξεμπουκάρουνε ώσπερ βιαίας πνοής
και ν' ανέρχονται στους ουρανούς.
Γυναίκα, εσύ, που ήσουν εδώ,
σαν τις χάσες και σαν τι καλαμόξυλο
να ήσουνα από τούτην εδώ τη πελώρια βεντάλια?
Μακριά ήσουνα και τότε όπως και τούτην εδώ την ώρα.
Στο δάσος πυρκαγιά! Και καίει
με μικρά του σταυρού σχήματα γαλάζια!
Καίει και καίει και κατελεί ανάσβολα δέντρα!
Τα ρίχνει κάτω και τριζοβολάει ο τόπος!
Πυρκαγιά!. . . Πυρκαγιά! . . .
Και η ψυχή μου, καψαλισμένη αυλήτριδα,
πάνω στις σχίζες και στα πελεκούδια τ' αναμμένα χορεύει!
Ποιος σκούζει εδώ? Ποια σιωπή
κατοικημένη από φωνές και αντίλαλους?
Ώρα της νοσταλγίας, ώρα της ευφροσύνης, ώρα της μοναξιάς,
ώρα δικιά μου ανάμεσα σ' όλες τις άλλες ώρες!
Αχιβάδα, απ' όπου μέσα κει διαβαίνει τραγουδώντας ο άνεμος!
Πάθος μέγα της ελεγείας, όλο λυγμούς,
ξεγυμνωμένο στο κορμί μου απάνω!

Εσύ να σείεσαι απ' τις ρίζες σου όλες
και να χιμάω εγώ απ' τις χαίτες των κυμάτων μου όλων!
Τσέρκι πανηγυριώτικο και λυπημένο κι ασταμάτητο
η ψυχή μου και κύλαγε. . .

Nα συλλογιέμαι τώρα εγώ και να καταχωνιάζω
φανούς και λαμπάδες στην άπατη μέσα τη μοναξιά.
Ποια είσαι 'συ? Τις ει?



(18)

Εδώ σε αγαπάω. Στα σκοτεινόχρωμα πεύκα χτενίζει τα μαλλιά του ο άνεμος.
Φωσφορίζει η σελήνη πάνω στ' αλήτικα νερά της θάλασσας.
Περνάνε μέρες, μέρες απαράλλαχτες,
αποπέμποντας η μια την άλλη.

Τα τούλια της ομίχλης σκίζονται
σε φιγούρες λεπτές ορχουμένων.
Ασημόχρυσος γλάρος πετιέται
μες απ' το δίσκο του ήλιου που βασιλεύει.
Εδώ κι εκεί ένα άλμπουρο. Και πάνω, στα ύψη, αστέρια.

Ω εκείνο εκεί το μαύρο σταυρωτό τουρκέτο της βαρκούλας!
Κατάμονο.

Πετιέμαι κάπου - κάπου από το λήθαργο
κι είμαι μούσκεμα ως το μεδούλι.
Βουίζει κι αντιβουίζει το πέλαγος.
Κι εδώ είν' το λιμάνι.
Εδώ σ' αγαπάω.

Εδώ σ' αγαπάω εγώ!
Δεν πα' να σε κρύβει όσο θέλει ο ορίζοντας - ματαιοπονεί!
Εσένα σ' αγαπάω εγώ. επιμένω.
ακόμα και μέσα στην ψύχρα των γύρω πραγμάτων.
Κάθε τόσο φεύγουν τα φιλιά μου
και πάνε μαζί με τα καράβια εκείνα,
τα ποντοπόρα, και φτάνουν πέρ' απ' το τέρμα, στα εκείθε.

Κάθομαι εδώ παρατημένος σαν τις γέρικες άγκυρες.
Μαραζώνουν οι μόλοι βαρύτερα
μόλις έρχεται να δέσει εκεί το βράδυ.
Χαραμίζεται η ζωή μου μέσα στην πείνα
που με τρώει αδίκως.
Αγαπώ αυτό που δεν έχω. Είσαι μακριά εσύ, τόσο μακριά.

Ο καημός μου πιάνεται στα χέρια με τ' ανελέητα δειλινά.
Έρχεται όμως μετά η νύχτα και με καλοπιάνει με τραγούδια.
Και το φεγγάρι βάνει το γαϊτανάκι των ονείρων να γυρνάει.

Με κοιτάν με τα μάτια σου από πάνω
τα πιο μεγάλα αστέρια.
Κι εκεί που, αγάπη μου, σε αγαπώ,
τα πεύκα μες στον άνεμο
λαχταράνε να τραγουδήσουν τ' όνομά σου
με τις πευκοβελόνες τους.



(19)

Κορίτσι μου σαρακηνό και σβέλτο,
ο ήλιος που δένει τους καρπούς,
που σφίγγει το στάρι μες στα στάχια,
που ακονίζει τον αθέρα του σίδερου,
έπλασε και το έκπαγλο κορμί σου και τα πάμφωτα μάτια σου,
έπλασε και το στόμα σου με το νερένιο χαμόγελο.
Σκοτεινός, νυχτερινός ο ήλιος νανουρίζεται στους βοστρύχους
της αράπικης χαίτης σου, όταν ανοίγεις εσύ την αγκάλη σου.
Παίζεις με τον ήλιο σα να είναι ρυάκι που κυλάει
κι εκείνος σου αφήνει στα μάτια σου δυο σκούρους νερόλακκους.

Κορίτσι μου σαρακηνό και σβέλτο,
τίποτα εδώ δεν με οδηγεί κοντά σου.
Τα πάντα σου με διώχνουνε μακριά, σαν σε καταμεσήμερο.
Είσαι η αλλοπαρμένη νιότη της μέλισσας.
η μέθη των κυμάτων, η ρώμη του καρπισμένου σταχιού.

Η έρημη καρδιά μου σ' αναζητάει, χωρίς βαρκούλα και πανί.
το αγαπάω εγώ το έκπαγλο σώμα σου,
τη γλυκιά, την απαλή φωνή σου.
Σαρακηνή μου πεταλούδα εσύ, θωπευτική και άτρεπτη
σαν τα γεννήματα και σαν τον ήλιο, σαν παπαρούνα και σα νερό.



(20)
Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.

Να γράψω, ας πούμε: «έχει μι' αστροφεγγιά απόψε
και τα μενεξεδιά αστεράκια λαμπυρίζουνε στα χάη».

Της νύχτας ο άνεμος διαβαίνει στους ουρανούς και τραγουδάει.

Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.
Την αγαπούσα εγώ, και κάπου κάπου μ' αγάπαγε κι εκείνη.

Χιλιάδες βράδια, όπως και τώρα, την έσφιγγα στην αγκαλιά μου.
Αμέτρητα φιλιά της έδινα κάτω απ' τον άσωτο ουρανό.

Μ' αγάπαγε κι εκείνη, και κάπου κάπου την αγάπαγα κι εγώ.
Πώς να μην τ' αγαπήσεις τα μεγάλα, τα ήμερα μάτια της.

Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.
Θα σκέφτομαι πως δεν την έχω εγώ.
Θα νιώθω ότι την έχω χάσει.

Θ' ακούω την απέραντη νύχτα,
την πέντε φορές απέραντη χωρίς εκείνην.
Και τους στίχους να πέφτουν στην ψυχή μου
όπως πέφτει η δροσιά στο λιβάδι.

Τι έχει να κάνει που η δικιά μου αγάπη
εκείνηνε δεν την αγγίζει. . .
Έχει μι' αστροφεγγιά απόψε, μα εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Αυτά λοιπόν. Πέρα, μακριά, άνθρωποι τραγουδάνε.
Μακριά, πέρα.
Πώς να χαρεί η ψυχή μου, αφού εκείνη χάθηκε. . .

Την αναζητάει η ματιά μου, τη γυρεύει παντού.
Την αναζητάει η καρδιά μου, μα εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Απαράλλαχτη η νύχτα ασημώνει τ' απαράλλαχτα δέντρα.
Μα από τότε όμως εμείς ως τώρα έχουμε αλλάξει.

Τώρα πια δεν την αγαπάω, σίγουρα. . .
Πόσο όμως, Θε μου, την αγάπαγα τότε.
Πολέμαγε η φωνή μου να βρει τη ριπή του ανέμου
που θαν της άγγιζε το αφτί.

Με άλλον. Με κάποιον άλλον θα είναι.
Όπως και πριν τηνε πάρει το φιλί μου.
Η φωνή της, τ' αστραφτερό της σώμα.
Τ' ατέλειωτα μάτια της.

Τώρα πια δεν την αγαπάω, σίγουρα. . .
Μπορεί όμως και να την αγαπάω.
Βιάζεται ο έρωτας να λείψει κι αργεί να φύγει η λησμονιά.

Χιλιάδες βράδια αφού, όπως και τώρα,
την έσφιγγα στην αγκαλιά μου
πώς να χαρεί η ψυχή μου, αφού εκείνη χάθηκε. . .

Μπορεί να 'ναι αυτός ο τελευταίος καημός
που μου ανάβει εκείνη,
κι αυτοί εδώ οι τελευταίοι στίχοι που γράφω για κείνην εγώ.


















Τζιβαέρια μου!
Είμαι στο δρόμο για τη
Ροή
Σας περιμένω..

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Κοιμήσου και πλαγιάσανε τ’ αστέρια στις παντιέρες είν’ το φεγγάρι στη σκοπιά κι ο ΕΛΑΣ στα καραούλια κ’ έχεις κουβέρτα σύγνεφο..Άρης Αλεξάνδρου













Ο Κλωντ Μονέ (Claude Oscar Monet, 14 Νοεμβρίου 1840 - 5 Δεκεμβρίου 1926) ήταν Γάλλος ζωγράφος και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κινήματος του ιμπρεσιονισμού.


Οι αποστάτες της θάλασσας

Είναι τώρα τ' αστέρια που πασχίζουν
να λάμψουνε στα μάτια σου
δυο φώτα βραδινά
που ξεστρατάν απ' το γρι-γρι του γαλαξία.
Χορεύει η νύχτα με τ' αγέρι
χορεύει μια πλεξίδα φεγγαριού
στο στήθος της θάλασσας.
Σε λίγο θα χαράξει ένα χαμόγελο
στο στόμα της γαλήνης
-- έτσι που το σκαλίζαμε στις κρυφές συνεδριάσεις
έτσι που το γράφαμε στους τοίχους
τίτλο του καινούργιου τραγουδιού μας.
Βάλε τώρα ένα τραπέζι στα ρηχά
να δειπνήσεις μαζί με τη νύχτα.
(Πέρα στην πολιτεία
στο λίγο φως της λάμπας που καπνίζει
είναι πολλοί που απεργούν κι άλλοι που θ' απεργήσουν
ζητώντας λίγη αρμύρα θάλασσας φρέσκο ψωμί
και μια εκδρομή στην ξαστεριά.)

Άφησε να γλιστρήσουν στους αλατισμένους ώμους σου
οι ώρες του μεσημεριού
να γίνεις άξιος της νύχτας
σαν τον μικρό ψαρά που κλαίει καταμεσής στην άδεια βάρκα του
μόλις που πιάσανε τα δίχτυα ένα κοπάδι θαλασσινές πυγολαμπίδες.
Ποιος έφερε δω πέρα τούτη τη βραδιά
ετούτη τη χλωμή βραδιά σαν εικοσάχρονη άνοιξη
με μια κόκκινη μαντήλα στα μαλλιά της;
(Τι τάχα να 'γιναν οι εκλογές
πέρα στην πολιτεία;)

Καιρός να γράψεις μιαν ακρογιαλιά
γραμμή στον πέρα ορίζοντα
κ' ένα μικρό μικρό πανί καλοσυνάτης σκούνας
να πέφτει ο ίσκιος στα νερά
σα να 'σμιξε τα φρύδια ο Αποσπερίτης.
(Οι σύντροφοι τις κέρδισαν - το νιώθεις
πέρα στην πολιτεία.)
Αρχίζουν να περνάν
οι βραδινές παρέες αλαμπρατσέτα με τ' αστέρια
ένα κλωνάρι φως στ' αυτί τους
τσαλαβουτάν ξυπόλυτοι σαν ανοιξιάτικα παιδιά
και η θάλασσα ονειρεύεται πως ήρθαν δυο τρυγόνια
να κοιμηθούν μαζί της.
(Στην πολιτεία φορέσανε την πιο σκληρή καρδιά τους
κ' είναι τα σινεμά το περσινό ζουρνάλ με γεγονότα του χειμώνα
και πού να πας και πώς να βγεις
ν' ακούσεις τον απόηχο του δάσους
-- χρώμα ζεστό, χρώμα χρυσό -- χορτάρι κι ανεμώνες;)
Ποιος θα το φέρει∙ η θάλασσα
ποιος θα το πάρει∙ η θάλασσα
χρυσό σκουφί που το φοράς για λίγο καλοκαίρι
σκουφί σαν ήλιος κόκκινος που βάφει την καρδιά σου
και τη ματώνει φλάμπουρο να το καρφώσεις μόνος
στο πιο ψηλό της πολιτείας κοντάρι
στο πιο ψηλό της θάλασσας μπαλκόνι
να το φιλάει η θάλασσα να το δροσίζει η νύχτα
να 'ναι φρουρός στον ύπνο μας ν' αχνογελά η αυγούλα
στα μάτια της καλοκαιριάς στο στόμα της γαλήνης.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)


Νανούρισμα

Κοιμήσου και πλαγιάσανε τ’ αστέρια στις παντιέρες
είν’ το φεγγάρι στη σκοπιά κι ο ΕΛΑΣ στα καραούλια
κ’ έχεις κουβέρτα σύγνεφο και κούνια σου την πέτρα.

Κοιμήσου μέρα κόκκινη της άνοιξης αχείλι
πόχεις τον ήλιο στην καρδιά τη λευτεριά στα μάτια
και σε παινάει το δειλινό και σε ζουλεύει η αυγούλα.

Κοιμήσου κ’ έπιασε δουλειά των μπουμπουκιών η βάρδια
τα δέντρα ανασκουμπώθηκαν έβαλε μπρος ο γήλιος
να βγάλει το πεντάχρονο τα κόκκινα κεράσια.

Κοιμήσου και το Πάσχα μας προκήρυξη θα βγάλει
το γέλιο σου το σύνθημα καλοκαιριάς ελπίδα
να το μοιράσει η θάλασσα στων λιμανιών τις πόρτες.

Κοιμήσου και παράγγειλα στην ΕΣΣΔ ένα τραγούδι
να σου το λένε οι όμορφες να σου το λέει ο Μάης
να το χορεύει η ξεγνοιασιά ν’ ακούει ο κόσμος όλος.

Ποίημα της συλλογής «Ακόμα τούτη η άνοιξη» (1946)
που μετά δημοσιεύτηκε στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.

Σήμερα

Είναι κιόλας δυο μέρες που δεν πρόσθεσες λέξη στο ημερολόγιο της συγνεφιάς
είναι δυο μέρες που φύσηξε ζεστός ένας κατακόκκινος άνεμος απ' τη μεριά της θάλασσας
φύσηξε κ' έφερε μαζί του τις φωνές των μακρινών συντρόφων
φύσηξε και βάφτηκε απ' το γέλιο των αδελφών μας
φύσηξε πάνω απ' τις χώρες της λευτεριάς.
Έλα ν' ανοίξουμε διάπλατα τα ρουθούνια μας και να ρουφήξουμε την καλοσύνη του σαν ένα ποτήρι φως.
Στ' αυτιά μας μας φτάνει η μουσική του καλοκαιριού και το ποδοβολητό της καβαλάρισσας πρωτοχρονιάς.
Ένα μικρό τζιτζίκι μπλέχτηκε στα μαλλιά μας κ' έχουμε τις τσέπες μας γεμάτες τριαντάφυλλα στο σχήμα του πεντάγωνου άστρου.
Μένεις πίσω εαυτέ μας στο λαχανιασμένο τούτο ανέβασμα.
Πώς να προφτάσεις;
Πού να καταλάβεις;
Και μεις σε βγάζουμε σαν ένα βρεγμένο πανωφόρι και σε κρεμάμε ν' αχνίζεις στον κρύο διάδρομο της λησμονιάς μας.
Κ' έτσι αλαφροί
με τη βουή του καλόκαρδου άνεμου στα στήθια
με το βλέμμα να ταξιδεύει πάνω από θάλασσες και σύνορα
προχωρούμε μ' ολόρθη την καρδιά μας
εμείς οι σκληροί κι ατσαλένιοι
και λέμε και πάλι
πως δεν μπορεί
δε γίνεται --
η νίκη θα 'ναι δική μας.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)


Προχτές

-- Ποιος θα βρεθεί λοιπόν να κλάψει;
-- Ποιος θ' απλώσει τα χέρια
ζητώντας ένα τόσο δα μικρό αστέρι
όσο χαμογελάει το χείλι σου αντικρίζοντας μια χαραμάδα στο συγνεφιασμένο πρωινό;
Όπου κι αν ψάξεις στη μελλοντική σου μνήμη
δεν είναι στήριγμα ν' ακουμπήσεις το βλέμμα.
Θυμάσαι;
Σαν και τότε που καθόμασταν στο πρόδωμα της θλίψης
-- ένα μακρινό άρωμα θάλασσας και τα λόγια να ψιθυρίζουν τη σκιά του δειλινού.
Πόσα καΐκια φύγανε φορτωμένα σταφύλια και φως.
Πόσα καΐκια φύγανε
και μας αφήσαν ν' αγναντεύουμε στο μουράγιο.
Τώρα θα κάτσουμε και πάλι στο καφενεδάκι του λιμανιού
ίσως κιόλας να παίξουμε ένα τάβλι με τον κουτσό μαγαζάτορα
και τα πούλια θα χτυπάν σαν τους χτύπους της καρδιάς μας.
Το βράδυ, δίπλα στη λάμπα που ρίχνει την πίκρα της σ' ένα βιβλίο με ιστορίες χαμένων ταξιδιών,
όταν ο δρόμος θα σέρνεται έρημος κάτω απ' τα κλειστά παράθυρα
--αλήθεια τι πολλά ενοικιαστήρια στη γειτονιά μας--
τότε
μια τελευταία αχτίδα
μια μοναδική σκουριασμένη πεντάρα στην άσφαλτο
το ταξίδι στον εαυτό του.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)


Σχέδιο για διήγημα

Ένας κήπος βραδινός
δίπλα στην ερημική της έπαυλη
η θάλασσα που ανασαίνει άνοιξη
η φωνή τού ραδιοφώνου
λίγα βήματα σιωπής στην αλέα.
Ύστερα θα 'ρθούνε τα παιδικά τους πρόσωπα
ο χιονοπόλεμος
ένας λοφάκος που κατηφορίζει τα μικρά του έλκηθρα
κ' ένα ξανθό αγόρι, με πέτσινα γάντια.
- Νατάλια Αντώνοβνα, θα πει ο υπηρέτης,
το τσάι είναι έτοιμο και ίσως να κρυώσει
γιατί το τσάι πάντα έτσι κάνει.
Κι όμως τότε δεν κρύωνε το τσάι
ίσως γιατί φόραγε τα γάντια του τ' αγόρι.
Τότε.
Μέσα στο χιόνι.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)



Ολόκληρη νύχτα

Όπου νάναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα
Γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα σου.

Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
Σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα συρματόσκοινα.

Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.

Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
Μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνία της χαραυγής.
Απίθωνα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια μου και είταν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.

(1947)

Ποίημα από τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952).


9

Μας παίρνουν τον Κωστή για το στρατοδικείο.

Τα δάχτυλά του
μπερδεύονται και δένονται στους κόμπους.

Δε λέει ακόμα να αποχωριστεί τις δυο κουβέρτες
δεν το αποφάσισε ακόμα
να μας αφήσει τα άχερα.

«Συνηθισμένα πράματα. Μια μεταγωγή.
Όχι, μια δεύτερη ξαδέρφη μου.
Πέστε της πως θυμάμαι. Πάντα θα θυμάμαι».

Ένιωσα τη βέρα στο μεσιανό του δάχτυλο.
Πρώτη φορά μού παίρνανε
τόσο χρυσάφι μέσα από τα χέρια.

Το ένατο ποίημα της ενότητας ‘Ανεπίδοτα γράμματα’ (Μούδρος, 1948) από τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952).


Η στενογραφία της νεκρής ζώνης

5

Είπες πως δε θέλεις μήτε να νικήσεις

Είπες πως δε σε νοιάζει
τούτος ο ήλιος τρεις οργιές πιο πάνω απ’ το Λαύριο
μήτε το χρώμα της σημαίας
κ’ η προσοχή
κ’ η υποστολή
κ’ οι φαντάροι που προσμένουν να αποδώσουν τις τιμές
πυροβολώντας σε την πλάτη.

Λοιπόν,λίγο κουράγιο ακόμα

Όποιος βρεθεί με άλογο
του μένει να τραβήξει για την ήττα
καβαλάρης.

Άη - Στράτης 1951
Το πέμπτο ποίημα της ενότητας ‘Η στενογραφία της νεκρής ζώνης’ (Άη-Στράτης, 1951) από τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952).


Ποιητική

1

Αξίζει δεν αξίζει
στέλνω τις εκθέσεις μου σε χώρες που δε γ΄θνανε ακόμα
προδίνω τις κινήσεις ενός ήλιου
που πέφτει την αυγή δίπλα στις μάντρες
επικυρώνοντας με φως
τις εκτελέσεις

2

Η κάθε μου λέξη
αν την αγγίξεις με τη γλώσσα
θυμίζει πικραμύγδαλο.
Απ’ την κάθε μου λέξη
λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί
και το φως που έσταζε απ’ το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.


3

Η μόνη ξιφολόγχη μου
είταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα.

Ίσως γι’ αυτό δεν έγραψα ποτέ
στίχους τελεσίδικους σαν άντερα χυμένα
ίσως γι’ αυτό εγκαταλείπουν ένας-ένας τα χαρτιά μου
και τους ακούω στις κουβέντες όσων δε μ’ έχουνε διαβάσει.

Άη-Στράτης 1951
Aπό τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952).


ΕΙΣΗΓΗΣΗ

a la maniere de Jdanov

και κατά συνέπεια η ποίηση είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.

Πιστεύει σε λέξεις και ιδεογράμματα
και δε βλέπει λόγου χάρη
πως άλλο ένα δέντρο να ξαπλωθείς στον ίσκιο του
κι άλλο το ίδιο δέντρο να πάρεις την ξυλεία του.
Το πράγμα είναι σοβαρό:

Κάτω από τα σχήματα (δήθεν ποιητικά)
κρύβεται το μαχαίρι που μας χτυπάει πισώπλατα.

Εξομοιώνοντας τα πάντα
παραβλέποντας συνθήκες χρόνο τόπο
οι στιχοπλόκοι καταντούν να υποστηρίζουν
πως τα κόκκαλα κ’ οι φλέβες
βαραίνουνε το ίδιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου
επιμένουν να πιστεύουν πως μια πληγή κακοφορμίζει
με την ίδιαν ακριβώς αιτιοκρατία
κι όταν την άνοιξαν οι σφαίρες
των αγροτών του Κόκκινου Στρατού
που χτύπησαν τους εργάτες διαδηλωτές του Βερολίνου
κι όταν την άνοιξαν τα βόλια
των εργατών της Deutsche Wehrmacht
τότε που τα δέχτηκαν στους δρόμους της Aθήνας οι γεωπόνοι
σπουδαστές.

Ο ποιητής, ξεκομμένος απ’ τους πόθους του λαού
καταντάει τελικά να μην πασχίζει γι’ άλλο
παρά μονάχα πώς θα πει την προσωπική του αλήθεια
καταντάει να λέει τις σφαίρες σφαίρες
και τους πληγωμένους πληγωμένους
κι όλο το πρόβλημά του στενεύει μες στα όρια
μιας αναζήτησης σωστού λεξιλογίου
έτσι που με κάθε θυσία
αδιάφορος για όλα
ακόμα και την πάλη των τάξεων
να φτάσει τελικά να καυχηθεί
πως ναι, αυτό πάσχιζα να πω
όπως βλέπει ένα σώμα στερεό και σκέφτεται

“Τούτο δω ίσως νάναι κείνο που γυρεύω”
το παίρνει στο χέρι το ζυγιάζει και σκέφτεται

“Με τούτο δω, ίσως μπορέσω να καρφώσω μια πρόκα πίσω
απ’ την πόρτα μου”
στεριώνει την πρόκα κρεμάει το σακάκι του και λέει

“Ναί, αυτό είταν που γύρευα.
Από δω και μπρος
τ ονομάζω
σφυρί”.
Η ποίηση λοιπόν είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.

Το πρώτο ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959), που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.

Στη συγκεντρωτική έκδοση υπάρχει στο τέλος η εξής σημείωση του ποιητή για το ποίημα αυτό: «Είναι γνωστή η κατ’ εισήγησιν του Ζντάνοβ απόφαση της Κ.Ε. του Κ.Κ.Σ.Ε. (μπ.), που είχε σαν συνέπεια, μεταξύ των άλλων, να καταδικαστεί σε πολύχρονη σιωπή η Άννα Αχμάτοβα».


Προαγωγή

Όλα είταν έξοχα χτες βράδι
τόσο που κρυσταλλώθηκε η θάλασσα στους βράχους
κ’ έγινε αλάτι
τόσο που κρυσταλλώθηκαν τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό
κ’ έγιναν αστέρια
τόσο που κρυσταλλώθηκε δω κάτω η σιωπή μας
κ’ έγινε φιλί.

Όλα είταν έξοχα χτες βράδι
μόνο που ήρθαν ίσως με κάποια καθυστέρηση
όπως φτάνει στον πεσόντα
η διαταγή προαγωγής του σε υποδεκανέα.

Ποίημα από τη συλλογή «Ευθύτης οδών» (1959).


Φρόντισε

Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε νάναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάχτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.

Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο
πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα δω σ' αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.

Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


ΓΥΜΝΑΣΜΑ

Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.
Κοίτα που κ' η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς
ουρανό και φύκια
πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.


Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


Δάμων ο εθνικός

Γυρίζοντας ο Δάμων στην πόλη της Κορίνθου
βρήκε τους πρώην οπαδούς του Παραβάτη μουδιασμένους.
Η Μάρθα η γυναίκα του τη νύχτα
σηκώνοντας τα πόδια ευλαβικά
(μην τύχει και ο ίσκιος τους πέσει στις άγιες εικόνες)
είπε πνιχτά, σαν να ξομολογιόταν.
«Πρέπει να πας στον εφημέριό μας και να υποσχεθείς
πως η καρδιά σου του λοιπού
θα είναι ταπεινή –ως δρόσος επί χλόης.
Δέχεται μου είπε να γίνω εγώ ο κομιστής της θεαρέστου αγγελίας».
Όσο περνούν οι μέρες, υποπτεύεται ο Δάμων
πως ο θυμός κ’ η πορφυρή παραφορά του
δεν έπεισαν τη Μάρθα.
Όσο περνούν οι μήνες, όλο και βεβαιώνεται
πως πήγε –στα κρυφά– σε κείνον τον τραγόπαπα.
Σαν εθνικός θα πρέπει να ρωτήσει να εξακριβώσει να διαψεύσει.
Θυμάται όμως νοιώθει την υγρασία του νησιού βαθιά στα κόκκαλά του.
Κ’ εδώ οι πρώην οπαδοί του Παραβάτη
αναθαρρήσαν ξεμουδιάζουν εμπορεύονται.
Ωχ αδερφέ! Για υποψίες θα χολοσκάμε τώρα;
Κ’ εξάλλου, στο κάτω-κάτω της γραφής
μήπως υποσχέθηκε ο ίδιος;

Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974


ΘΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ

Όσο ψηλά κι αν ανεβείς εδώ θα παραμένεις.
Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα
χαράζοντας γραμμές
εδώ θα επιμένεις δίχως βία
χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση
ποτέ στην περιφρόνηση
κι ας έχουν σήμερα τη δύναμη εκείνοι που οικοδομούνε ερημώσεις
κι ας βλέπεις φάλαγγες ανθρώπων να τραβάν συντεταγμένοι
για το ξυλουργείο
να δέχονται περήφανοι
την εκτόρνευσή τους
και να τοποθετούνται στα αυστηρά τετράγωνα
σαν πιόνια.
Εσύ θα επιμένεις σαν να μετράς το χρόνο με τις σειρές
των πετρωμάτων
σάμπως νάσουν σίγουρος πως θαρθεί μια μέρα
όπου οι χωροφύλακες κ' οι επαγρυπνητές θα βγάλουν τις στολές
τους.
Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας
θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις
υπολογίζοντας την κλίση που θάχουν τα επίπεδα
θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου
θέλεις δε θέλεις πρέπει ν' αποχτήσεις έναν δικό σου χώρο.

Δημοσιεύτηκε στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ

Φίλε ή αντίπαλε μην τ' αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος.

Το προτελευταίο ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.





Ανατολή ηλίου

στον Γιάννη Pίτσο

Είταν η ώρα που επρόκειτο να ανάψουνε οι φανοστάτες. Δεν είχε καμιά αμφιβολία, τόξερε πως όπου νάναι θα ανάβανε, όπως και κάθε βράδυ άλλωστε. Πήγε και στάθηκε στη διασταύρωση, για την ακρίβεια στη νησίδα ασφαλείας, για να δει τούς φανοστάτες να ανάβουν ταυτόχρονα, τόσο στον κάθετο, όσο και στον οριζόντιο δρόμο.

Με το κεφάλι ασάλευτο, έστριψε το δεξί του μάτι δεξιά, το αριστερό του αριστερά. Περίμενε, μα οι φανοστάτες δεν ανάβανε. Τα μάτια του κουράστηκαν, άρχισαν να πονάνε, σ’ εκείνη την άβολη στάση. Σε λίγο δεν άντεξε και έφυγε.

Ωστόσο, το επόμενο σούρουπο, πιστός στο καθήκον, πήγε και ξαναστάθηκε στη νησίδα του. Οι φανοστάτες και πάλι δεν ανάψανε, ούτε εκείνο το βράδι, ούτε τις άλλες νύχτες, μα τα μάτια του συνήθιζαν λίγο λίγο, δεν κουράζονταν πια, δεν πονούσαν.

Και κάποτε, εκεί που στεκόταν και περίμενε, χάραξε εντελώς ξαφνικά. Εντελώς ξαφνικά, είδε τον ήλιο να ανατέλλει, ταυτόχρονα, απ’ τον κάθετο δρόμο κι απ’ τον άλλον, τον οριζόντιο.

Παρίσι 1971

Το πρώτο ποίημα της ενότητας «Παρισινά ποιήματα» στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


Αντί στόματος

Ο Ααρών τους είπε κι ήρθαν ένας-ένας συνωμοτικά
κι εκεί στο λίγο φως των αστεριών
τους εξηγεί τους λόγους της εξόδου.
Μαντεύει τους πρεσβύτερους να τον ακούν στοχαστικοί
κι ας λέει γνωστά τους πράγματα
κι ας διηγείται τη ζωή εδώ μέσα στη λάσπη
ολημερίς να φτιάχνουν πλίνθους
και τώρα να συνάγωσιν μονάχοι τους και τ’ άχυρο
κι οι εργοδιώκτες του λαού να επιβάλουν
το ποσόν το πρότερον των πλίνθων
βιάζοντες αυτούς και μαστιγούντες.

Μέσα στο λίγο φως της χαραυγής
σωπαίνουν οι πρεσβύτεροι σκυφτοί
και καταρρέουσιν πικρά τα δάκρυα τους
επί τας σιαγόνας.

Ο Ααρών βαδίζει μόνος
και νιώθει σαν φυτό που έριξε τους σπόρους.
Είναι λαφρύς κι αυτάρκης γιατί δεν υποπτεύεται
πως θέλει πάντοτε λαλεί αντί του Μωυσέως
πως θέλει είσθε εις αυτόν αντί φωνής.


Μην τους εγκαταλείψεις

Σαν κατεβεί ο Μωυσής μην τους εγκαταλείψεις
μην πεις πως τάχα αυτοί σου ζήτησαν να ποιήσεις
τους θεούς τους προπορευομένους.
Ο Μωυσής θα ξαπολύσει τους φανατικούς
και κείνοι θα διέλθουν όλο το στρατόπεδο
από τη μια στην άλλη πύλη θανατούντες
τον αδελφό τον φίλο τον πλησίον.
Μην αφήσεις να σφαγούν σ’ αυτήν την εκκαθάριση
περίπου τρεις χιλιάδες άνδρες.
Σαράντα τόσα χρόνια μες στα συρματοπλέγματα
τους μιλούσες με τα μάτια.
Μην τους εγκαταλείψεις τώρα που ανταποκρίθηκαν
τώρα που ρίξαν στη φωτιά τη στανική τους αγιοσύνη
κι αρχίζουν να προφέρουνε τις σκέψεις τους ενάρθρως.


Τη τρίτη μέρα

Και προ παντός μη στέρξεις να περιτμηθείς
κι αν είναι να κερδίσεις για γυναίκα σου τη Δείνα
και συμμαχίες και οπαδούς και δάφνες.
Μην στέρξεις να περικοπεί
έστω και μια καμπύλη
απ’ τα δακτυλικά
αποτυπώματα σου.
Αν υποκύψεις
την τρίτη μέρα θα βρεθείς δίχως στήριγμα δικό σου.
Ματωμένος
εν τω πόνω
ανήμπορος την ώρα που ο Λευί κι ο Συμεών
θα ‘ρθουν να θρυμματίσουν
το πρόσωπο που σκάλισες
(με τι υπομονή και τι θυσίες!)
στα κόκκαλα στη σάρκα και στον λογισμό σου.





«Ο παππούς μου, Αρης Αλεξάνδρου»
«Υψιλον»

Η πρώτη εικόνα της πεντάχρονης, τότε, Κατερίνας είναι «το καλοσυνάτο, το διαπεραστικό βλέμμα του και, σαν απόκοσμη μουσική, η ήρεμή του φωνή και ο συναρπαστικός γοητευτικός λόγος του». Μια αποτίμηση που κάνει η Κατερίνα Καμπάνη σήμερα, με τη βοήθεια της γιαγιάς της, Καίτης Δρόσου. Η γιαγιά είναι που βάζει σε τάξη τις σκόρπιες εικόνες της εγγονής, που λύνει απορίες, που ξαναζωντανεύει πρόσωπα, τοπία, φωτογραφίες, στιγμές. Η σύντροφος της ζωής του Αρη Αλεξάνδρου, η Καίτη Δρόσου, είναι η ζωντανή μνήμη σ’ αυτό το ταξίδι αναμνήσεων. Η εγγονή, η Κατερίνα Καμπάνη, κρατάει απλώς τη γεύση: «Ο παππούς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ το σκάκι –που το ξέχασα– να τρώγω με τα ξυλάκια τα ασιατικά φαγητά –που δεν το ξέχασα– να μαγεύομαι με ιστορίες –αληθινές και φανταστικές– που μου διηγιόταν· ούτε αυτές τις ξέχασα».

Το μεγάλο παιχνίδι

«Είχα ό,τι ήθελα. Ολοι μου κάναν τα χατίρια. Ομως, δεν είχε γούστο. Το ήξερα απ’ τα πριν. Εκτός, εκτός από τον Αρη· κι ας ήταν τα χατίρια τα πιο απίθανα, όπως, ας πούμε, να χορεύω πάνω στην κοιλιά του. Μας περίμενε. Ολους. Αλλά κυρίως εμένα, με ύφος τάχα αδιάφορο. Ετσι άρχιζε το παιχνίδι – της επίθεσης, της σαγήνης, της υποταγής. Επρεπε να θέλει να μου κάνει το χατίρι, χωρίς παρακάλια απ’ τη μεριά μου. Πλενόμουνα προσεχτικά στον νιπτήρα, με τις ώρες, του τραγουδούσα, του χόρευα. Μια μέρα, θυμάμαι, έπαιζε μ’ ένα φακό, τον αναβόσβηνε. Μου κίνησε έτσι το ενδιαφέρον και, φυσικά, την επιθυμία να κάνω το ίδιο. Παράτηρα τον φακό, γιατί δεν τα κατάφερνα, και το είπα. Είπα: “Δεν μπορώ...” Ξέρω πως κείνη τη μέρα ο παππούς με αγάπησε πολύ. Το είπε στην Καίτη. Γιατί; Γιατί είχα πει “όχι”, γιατί είπα “δεν μπορώ”, εξηγώντας την αδυναμία μου, γιατί την παραδέχτηκα.

Ξεδιπλώναμε κάθε βράδυ τις αφίσες – και ήταν πολλές. Δεν ήταν μάθημα γεωγραφίας, αλλά ζωγραφικής. Τελικά, κολλήσαμε στον τοίχο την αφίσα της Πορτογαλίας. Ηταν, βλέπεις, η εποχή της “Επανάστασης των Γαφυφάλλων”. Το παιχνίδι - μάθημα συνεχίστηκε με τη μουσική. Για πολλά απογεύματα, ακούγαμε μαζί έναν μεγάλο δίσκο. “Τον έφερα για σένα”, μου είχε πει. Επρεπε, λοιπόν, στο τέλος πολλών ακροάσεων, να είμαι σε θέση να μαντέψω τι αντιπροσωπεύει κάθε όργανο. Ποιος μουσικός φθόγγος είναι η γάτα, το καναρίνι ή το αγόρι, ο κεντρικός ήρωας. Ηταν “Ο Πέτρος και ο λύκος” του Σεργκέι Προκόφιεφ, με αφηγητή τον Ζεράρ Φιλίπ. Κάθε επιτυχημένη απάντηση είχε την ανταμοιβή της. Τις καραμέλες δεν τις αγαπούσα. Προτιμούσα ένα φιλί. Αυτός ήταν ο παππούς μου – για μένα».



Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου

Θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου τον σημαντικότερο έλληνα πεζογράφο μεταπολεμικά, κι ας έγραψε ένα και μοναδικό (και με τις δύο σημασίες της λέξης) μυθιστόρημα: «Το κιβώτιο». Θεωρώ, επίσης, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους πολύ σημαντικούς μεταπολεμικούς μας ποιητές κι ας έγραψε μοναχά τρεις ποιητικές συλλογές. Θεωρώ, τέλος, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους καλύτερους μεταφραστές που πέρασαν από αυτή τη χώρα, χάρη στον οποίο όλοι εμείς που δεν γνωρίζουμε ρωσικά είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε τον Ντοστογιέφσκι και όχι μόνο.

Στο δικό μου σύστημα αξιών, θα αρκούσε ένα μόνο από τα τρία παραπάνω για να θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου «δικό» μου· μέρος του κόσμου μου· πανταχού παρόντα συνομιλητή· έναν από τους φωτεινούς οδοδείκτες, δίχως την ύπαρξη των οποίων η ζωή μας δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.

Όμως και τίποτα από όλα αυτά να μην είχε κάνει, πάλι θα ίσχυαν στο ακέραιο τα όσα έγραψα προηγουμένως για πολλούς άλλους λόγους. Θα ίσχυαν, επειδή στα μάτια μου αντιπροσωπεύει την απόλυτη προσωπική αξιοπρέπεια («Και προ παντός μη στέρξεις να περικοπεί έστω και μια καμπύλη απ’ τα δακτυλικά σου αποτυπώματα»)· επειδή αντιπροσωπεύει την απόλυτη πνευματική ανεξαρτησία («Δεσμώτης τίδε ίσταμαι τις ένδον ρήμασι πειθόμενος»)· επειδή δεν υποτάχτηκε ποτέ στον δολοφονικό παραλογισμό καμιάς ιδεολογίας, κανενός Κόμματος, κανενός κοπαδιού «πιστών» και αυτή του την άρνηση την πλήρωσε με απομόνωση και συκοφαντίες («Για την ομάδα ήμουν ύποπτος πάντα σαν την αλήθεια»)· επειδή είχε πάρει την ατσάλινη απόφαση να μην λάβει μέρος στον ανθρωποκτόνο παραλογισμό, όποιες κι αν ήταν οι συνέπειες («Ό,τι και να γίνει δεν θα ρίξω»)· επειδή υπήρξε απολύτως μόνος («Είμαι προδότης για τη Σπάρτη και για τους είλωτες σπαρτιάτης»)· επειδή ήτανε τα 3Α («Άπατρις, Άθεος και Αναρχικός»)· επειδή δεν υπήρξε ποτέ αχθοφόρος βεβαιοτήτων («Ωχ αδερφέ! Για υποψίες θα χωλοσκάμε τώρα;»)· επειδή μέσα στην κόλαση της εποχής και της ζωής του παρέμεινε ανθρώπινος και τρυφερός («Όλο μιλάω για γραμμές, επίπεδα και πέτρες/για να μην τύχει και προσέξεις πόσο διστάζω να σε αγγίξω»)· επειδή… επειδή… επειδή…

Αν μου ζητούσε κάποιος να συνοψίσω με δυο λόγια όλα αυτά που σημαίνει για μένα ο Άρης Αλεξάνδρου, χωρίς να τον κουράσω με παραπομπές σε βιβλία και στίχους, θα διάλεγα το εξής περιστατικό (παρμένο απ’ το εξαιρετικό βιβλίο του Δ. Ραυτόπουλου «Άρης Αλεξάνδρου ο εξόριστος», εκδ. Σοκόλη): Όταν βρισκόταν ο Αλεξάνδρου στο Παρίσι, ανάμεσα στις πολλές δουλειές του ποδαριού που έκανε για να επιβιώσει, δούλευε για κάποιο διάστημα και ως χαμάλης σε ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα. Όταν ο διευθυντής του καταστήματος έμαθε ποιος είναι ο Αλεξάνδρου, του πρότεινε να πάει σε άλλη, ευκολότερη, θέση, με καλύτερο μισθό. Του πρότεινε να γίνει κάτι σαν επιστάτης, γιατί δεν ήταν σωστό ένας πνευματικός άνθρωπος να δουλεύει ως χαμάλης. Ο Αλεξάνδρου αρνήθηκε ευγενικά, γιατί η προτεινόμενη θέση απαιτούσε από αυτόν να φορά στολή… Ετούτη η άρνηση να φορέσει κανείς στολή -οποιαδήποτε στολή- είναι ένα απ’ τα λίγα πράγματα που στα δικά μου μάτια αξίζει να διεκδικήσει κανείς για τον εαυτό του, και αναμφίβολα το πιο σημαντικό.

Καλό είναι, λοιπόν, που και που, μέσα στις υπνωτικές αναθυμιάσεις της τηλεοπτικής μας ζούγκλας, να θυμόμαστε ότι εκτός από τους «κοπανατζήδες», τους «λουφαδόρους», τους «μπούληδες», τα «βουτυρόπαιδα του μπαμπά», τα «κακομαθημένα πλουσιόπαιδα» και τους κάθε είδους «προνομιούχους» (όλοι οι χαρακτηρισμοί απ’ το θαυμαστό λεξιλόγιο των ΜΜΕ) υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι που αρνούνται να φορέσουν στολή για λόγους παραπλήσιους με αυτούς του Άρη Αλεξάνδρου.

Και συχνά το πληρώνουν ακριβά.

Κώστας Δεσποινιάδης

Κείμενο στην εφημερίδα «Παρασκήνιο» στις 19 Γενάρη 2007





Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Έλληνα από την Τραπεζούντα και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκεμσον, Ρωσίδας εσθονικής καταγωγής, ο Αριστείδης Βασιλειάδης, που αργότερα αυτοονομάστηκε Άρης Αλεξάνδρου, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ, ήρθε με τους γονείς του το 1928 και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα. Με μητρική κυριολεκτικά και μεταφορικά, γλώσσα τα ρωσικά, δυσκολεύτηκε τον πρώτο καιρό να προσγειωθεί στην ελληνική γλωσσική πραγματικότητα, αλλά, με την πραγματική ιδιοφυία που επέδειξε στην εκμάθηση των ξένων γλωσσών, γρήγορα προσαρμόστηκε και έφτασε σ' εκείνη την αίσθηση της γλώσσας που διαπιστώνεται στο σύνολο του έργου του, προσωπικού και μεταφραστικού.

Τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο το 1940 και έδωσε εξετάσεις για το Πολυτεχνείο κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά με πολλούς δικούς του ενδοιασμούς γι αυτό και, επειδή δεν είχε προετοιμαστεί ικανοποιητικά, απέτυχε. Τελικά πέρασε στην ΑΣΟΕΕ, αλλά το 1942 την εγκατέλειψε αποφασίζοντας να στραφεί στη μετάφραση. Συγχρόνως από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, μαζί με άλλους φίλους και γνωστούς (Ανδρέα Φραγκιά, Γεράσιμο Σταύρου κ.α) δημιούργησαν μια αντιστασιακή ομάδα (τυπογραφείο). Αργότερα τα μέλη της μικρής και αυθόρμητης αυτής ομάδας, προσχώρησαν στην αναγεννημένη οργάνωση της κομμουνιστικής νεολαίας.

Ωστόσο αυτός ο από χαρακτήρα και νοοτροπία φιλελεύθερος στοχαστής δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στους πειθαρχικούς κανόνες ενός "οργανωμένου", σε περίοδο μάλιστα παρανομίας. Γι αυτό και σε λίγους μήνες, με την πρώτη εμφανή κρίση, αποχώρησε.
Ηταν η πρώτη και τελευταία οργανωμένη του συμμετοχή στην Αριστερά, από την οποία ουδέποτε απομακρύνθηκε.

Η απομάκρυνσή του από την ενεργό κομματική δράση και η μη συμμετοχή του στις δραστηριότητες της Αριστεράς και εδώ ειδικά στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944, δεν εμπόδισαν τις αγγλικές στρατιωτικές αρχές, που είχαν έρθει στην Ελλάδα, να τον συλλάβουν και να τον στείλουν στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα, όπου έμεινε έως τον Απρίλιο του '45. Επίσης, παρόλο που δεν έχει ανάμειξη στον εμφύλιο πόλεμο συλλαμβάνεται το 1948 και, επειδή αρνείται να αποκηρύξει τις ιδέες του, στέλνεται και παραμένει διαδοχικά στα στρατόπεδα Μούδρου, Μακρονήσου και Άγιου Ευστράτιου, από τον Ιούλιο του 1948 έως τον Οκτώβριο του 1951.

Μετά ένα χρόνο, το Νοέμβριο του 1952, και ενώ είχε μείνει ελεύθερος δικάζεται από το Στρατοδικείο Αθηνών ως ανυπότακτος (κατά την εποχή που ήταν εξόριστος). Καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε 10 χρόνια ειρκτή και έμεινε διαδοχικά στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου. Στην αναθεώρηση της δίκης η ποινή του περιορίστηκε στα 7 χρόνια και απολύθηκε τον Αύγουστο του 1958 με τη χάρη του ενός τρίτου.

Μετά την αποφυλάκισή του παντρεύεται την Καίτη Δρόσου και εγκαθίσταται στο σπίτι της, στην οδό Σπετσών 45.
Το 1966 αρχίζει να γράφει το «Κιβώτιο», το οποίο ολοκληρώνεται το 1972 στο Παρίσι.





Με τη δικτατορία φεύγουν και οι δύο για το Παρίσι, από τον φόβο μιας νέας σύλληψης.
Ο άνθρωπος που είχε γνωρίσει, όπως γράφει και η Λίζυ Τσιριμώκου, «την αμείλικτη καταδίωξη από το κράτος της Δεξιάς, το ανάθεμα και την κατασυκοφάντηση από την επίσημη Αριστερά», ζει στο Παρίσι μέσα στην πιο απόλυτη μοναξιά.

Μα το Παρίσι ήταν τότε γεμάτο Ελληνες πολιτικούς εξόριστους. «Δεν θυμάμαι να ήρθε κανείς να μας βρει. Ετσι όπως ζούσαμε με τον Αρη έπρεπε ο άλλος να 'ρθει. Μας είχε μείνει από τα χρόνια του διωγμού, που ήταν, άλλωστε, όλη μας η ζωή. Εάν είχες κάνει εξορία και έβλεπες ανθρώπους στο δρόμο, έπρεπε αυτοί να σου μιλήσουν πρώτοι. Γιατί δεν ήξερες αν σε ακολουθεί χαφιές. Επειτα, όλοι οι Ελληνες του Παρισιού έκαναν πολιτική. Επρεπε να δώσουμε γην και ύδωρ στον Κολιγιάννη. Δεν θέλαμε, είχαμε πάρει αποστάσεις από το κόμμα. Να κάνουμε τι; Να κατεβαίνουμε τα μπουλβάρ με τις ελληνικές σημαίες; Τον Γάλλο, άλλωστε, δεν τον εκπλήσσεις με τίποτα».

-Δεν τον πόναγε τον Αρη Αλεξάνδρου η χούντα;

«Αφάνταστα. Μα με τι άλλο πέρα από την πολιτική ασχολήθηκε ο Αρης σε όλη του τη ζωή; Ολο του το έργο είναι πολιτικό. Αλλά από ένα σημείο και ύστερα δεν ξαναδιάβασε ούτε εφημερίδα. Ούτε στη Γαλλία. Εγώ έπαιρνα τη "Μοντ". Ούτε που την κοίταγε. "Εγώ αυτό που θέλω θα το δω ξαφνικά μπροστά μου πρωτοσέλιδο. ΕΠΕΣΕ Η ΧΟΥΝΤΑ", μου έλεγε. Στην Ελλάδα ούτε για καλοκαίρι δεν ξανάρθαμε. Οταν έπεσε η χούντα ήρθαμε το 1976 και κάναμε διακοπές με τον Ρίτσο στη Σάμο και μετά ξαναφύγαμε».

Εκεί αναγκάστηκε να κάνει (και ο ίδιος και η Καίτη Δρόσου) πολλές χειρωνακτικές δουλειές. «Παιδί για θελήματα σε μεγάλο κατάστημα. Καθαριστής πεζοδρομίων. Συσκευαστής (έκανε πακέτα). Νυχτοφύλακας. Χαρτονοκόπτης, χειριστής καρτελών ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τροφοδότης σε μηχάνημα όφσετ. Κουβαλητής βιβλίων στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών. Συντάκτης του λεξικού Robert. Στο Ταμείο Ανεργίας. Αναγνώστης ρωσικών χειρογράφων, επιφορτισμένος με σχετική έκθεση για τον εκδοτικό οίκο Albin Mixchel», όπως έγραφε ο Κώστας Σταματίου το 1978. Πέθανε στη γαλλική πρωτεύουσα στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή και μόλις πρόφτασε να δει τη μετάφραση του «Κιβώτιου» στα γαλλικά από τις εκδόσεις Gallimard.




"Το κιβώτιο" απόσπασμα

Ο Ταγματάρχης σήκωσε από χάμω μια λάμπα θυέλλης και διάβασε πρώτος το όρκο απ’ το χαρτί, που κρατούσε στο δεξί του χέρι:
«Τέκνο του εργαζόμενου λαού, πολίτης της Λαϊκής Δημοκρατίας, δέχομαι να πάρω μέρος στην αποστολή και ορκίζομαι: Κάθε μου σκέψη και κάθε μου πράξη θα αποβλέπει στην επιτυχία της αποστολής. Είμαι έτοιμος να θυσιάσω ακόμα και τη ζωή μου για την επιτυχία της, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην παγκόσμια επικράτηση του σοσιαλισμού και της αδελφοσύνης των λαών. Και θα είμαι άξιος της γενικής περιφρόνησης και άξιος βαριάς τιμωρίας, αν παραβώ τον όρκο μου».
Πρόσεξα ότι ο Ταγματάρχης τόνισε ιδιαίτερα τις λέξεις, διαβάζοντας την τελευταία φράση. Το ίδιο κάνανε και οι επόμενοι και όταν έφτασε η σειρά μου, τις τόνισα κι εγώ, σχεδόν άθελα μου, γιατί η τελευταία φράση ήταν γραμμένη με κεφαλαία..

Με το Κιβώτιο βρισκόμαστε στο κλίμα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου-ακριβέστερα, στο τέλος του (καλοκαίρι του 1949). Μια 40μελής ομάδα "εθελοντών" και επίλεκτων κομμουνιστών αναλαμβάνει την ύψιστη αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Κανείς δεν έχει ιδέα για το περιεχόμενο του κιβωτίου ούτε για τον τελικό στόχο των κινήσεών τους : το αρχηγείο αρκείται να τους υποδεικνύει κάθε μέρα το δρομολόγιο της επομένης. Ωστόσο έχει γνωστοποιηθεί σε όλους ότι η "επιχείρηση - κιβώτιο" είναι τόσο σημαντική ώστε ενδεχομένως να κρίνεται από αυτήν η έκβαση του πολέμου. Εξ ου και οι αυστηρές προδιαγραφές της πορείας: καμιά καθυστέρηση δεν θα γίνεται ανεκτή και κάθε τραυματίας ή απλώς βραδυπορών θα «κυανίζεται». Αυτή η επιχείρηση - εκατόμβη θα διαρκέσει δύο μήνες (μέσα Ιουλίου - μέσα Σεπτεμβρίου του 1949). Ο μοναδικός επιζών - και αφηγητής - ολοκληρώνει την πορεία, παραδίδει το κιβώτιο στους αρμοδίους, εκείνοι το ανοίγουν και διαπιστώνεται πως είναι άδειο! Ο αφηγητής συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Επιχειρεί με συνεχείς καταθέσεις του προς τις ανακριτικές αρχές να εξηγήσει - και να ερμηνεύσει - το νόημα της παράδοξης αποστολής τους.

Αυτός είναι πολύ συνοπτικά ο μύθος, η ιστορία του αντιμυθιστορήματος που τιτλοφορείται Το Κιβώτιο. Πρόκειται για αντιμυθιστόρημα γιατί ακυρώνει εμφατικά όλους τους κώδικες του μυθιστορηματικού είδους, κρατώντας χαλαρά τον κώδικα του επιστολικού (μονοφωνικού) μυθιστορήματος ή του προσωπικού ημερολογίου με τα οποία συγγενεύει περισσότερο.

Ενα γράμμα του Ρίτσου με ημερομηνία αποστολής 19 Οκτωβρίου 1972, Σάμος, κλείνει την καινούργια γαλλική έκδοση του «Κιβωτίου».

Μεταφράζω από τα γαλλικά.

«(...) Σχετικά τώρα με το "Κιβώτιο", α, αγαπητέ μου Αρη, τι εξαιρετικό μυθιστόρημα. Οσο πιο πολύ προχωράει τόσο περισσότερο απελευθερώνεται από "ορισμένες δυστυχείς ιστορικές εμπειρίες" και εισέρχεται στο παγκόσμιο πεδίο του καθολικού ανικανοποίητου όλων για όλα, σ' αυτό το βαθύ και για πάντα ανεξερεύνητο πεδίο της "αποτυχίας ζωής και δημιουργίας"...».

«Η πρώτη γαλλική κριτική δημοσιεύτηκε τη μέρα της κηδείας του. Ο Αρης έφυγε χωρίς να καταλάβει τίποτα από την απήχηση που θα είχε το "Κιβώτιο"




Μια ενότητα από τη δεύτερη συλλογή του Αλεξάνδρου, τα "Ανεπίδοτα γράμματα", έχει μελοποιηθεί (μαζί με άλλα ποιήματα του Α.Α.) από τον Μιχάλη Γρηγορίου σε καντάτα για φωνή και πιάνο, με την Αφροδίτη Μάνου και τον Σάκη Μπουλά.


Ανεπίδοτα γράμματα

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Επιταγές και δέματα
Τα κανονίζεις όπως όπως
Τριάντα τα εκατό πενήντα τα εκατό
Μα ποιος θα πάρει την μισή μου ξενιτειά;
Ποιος θα δεχτεί να πάρει
Τριάντα τα εκατό απ’ τη μισή μου ξενιτειά

Πλάι στη θάλασσα μαζί σου
Είχα μπορέσει να πετάξω
Δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού
Και μας πιτσίλισαν λιακάδα

Δεν ξέρω αν διαβάζεις ανάμεσα στις δέκα μου αράδες
Πόσο πολύ μου λείπει το βορινό παράθυρο κλειστό
Μην τύχει και κρυώσει
Ένα φλιτζάνι τσάι που αχνίζει
Τα περιστέρια των χεριών σου

Λέω να κλείσω τα παντζούρια
Μήπως και μείνει τίποτα απ’ το σούρσιμο της χτένας
Στα μαλλιά σου
Λέω ν’ ανεβάσω το φιτίλι
Μη μου χαθεί η φωνή σου

Επιταγές και δέματα
Τα κανονίζεις όπως όπως
Τριάντα τα εκατό πενήντα τα εκατό
Μα ποιος θα πάρει την μισή μου ξενιτειά;
Ποιος θα δεχτεί να πάρει
Τριάντα τα εκατό απ’ τη μισή μου ξενιτειά

Πλάι στη θάλασσα μαζί σου
Είχα μπορέσει να πετάξω
Δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού
Και μας πιτσίλισαν λιακάδα

Δεν ξέρω αν διαβάζεις ανάμεσα στις δέκα μου αράδες
Πόσο πολύ μου λείπει το βορινό παράθυρο κλειστό
Μην τύχει και κρυώσει
Ένα φλιτζάνι τσάι που αχνίζει
Τα περιστέρια των χεριών σου

Λέω να κλείσω τα παντζούρια
Μήπως και μείνει τίποτα απ’ το σούρσιμο της χτένας
Στα μαλλιά σου
Λέω ν’ ανεβάσω το φιτίλι
Μη μου χαθεί η φωνή σου



Άννα

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες
Για να μην τύχει και προσέξεις
Πόσο διστάζω να σε αγγίξω
Σαν τον κατάδικο που στέκει μες στη νύχτα
Διστάζοντας να βάλει το απολυτήριο στη τσέπη
Γιατί το ξέρει
Πως τόσο φως δεν θα το αντέξει

Είχα πάντα έτοιμο
Ένα μικρό μπουκάλι πού’ριχνα στη θάλασσα
Βόρειο πλάτος – αλλάζει κάθε μέρα
Μεσημβρινός – αλλάξει κάθε νύχτα
Στίγμα – οι χειροπέδες μου
Δεν το’ριξα ποτέ
Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχε
Όσο υπάρχεις
Ταξιδεύω
Θα σε βρω
Όπου πατάς
Πέφτουν πράσινα φύλλα

Ίσως και να’ναι πρόφαση
Όπως προφασίζουμε τα φύλλα
Κι έχω κατά νου μου το νερό
Όπως μιλάω για γεράνια
Και βλέπω εκεί που αγγίξανε
Τα χείλη σου το φως

Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά
Μια υπόγεια σήραγγα
Μ΄ένα σουγιά μ΄ένα πιρούνι με τα νύχια
Σκάβαμε τις πέτρες
Ξέροντας πως θα φτάσουμε το πολύ ως τη θάλασσα
Κι όμως μας ήταν ανάγκη
να βλέπουμε τα χέρια μας να ζούνε
μου ήτανε ανάγκη
να βλέπω πως κοντεύω πόντο – πόντο




Επιστροφή

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Έτσι που γυρίσαμε
Γυαλίζουνε οι ράγες στο σκοτάδι
Απ’ την πολλή σιωπή
Έτσι που γυρίσαμε
Βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
Και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
Θα μας περισσεύει
Και τα τέσσερα χρόνια
Γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
Θα μας λείπουν
Έτσι που γυρίσαμε κι οι δρόμοι προχωράνε
Τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
Σε πένθιμους φακέλους
Κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! Ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
Κι ας μου ζητούσε
Την ταυτότητά μου.



Ήθελε να ζήσει

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Μας παίρνουν τον Κωστή για το στρατοδικείο
Τα δάχτυλά του
Μπερδεύονται και δένονται στους κόμπους
Δε λέει ακόμα να αποχωριστεί τις δύο κουβέρτες
Δεν το αποφάσισε ακόμα
Να μας αφήσει τα άχερα
Ένιωσα τη βέρα στο μεσιανό του δάχτυλο
Πρώτη φορά μου παίρνανε
Τόσο χρυσάφι μέσα από τα χέρια

Ήθελε να ζήσει
Όσο θέλουμε κι εμείς
Κι όμως τον σκοτώσαμε
Είχε ένα χαμόγελο
Σαν τη στιγμή που στρίβω τη γωνιά
Και βλέπω φως
Στο παράθυρό σου
Κι όμως τον σκοτώσανε
Μπόρεσε και δέχτηκε πως θα τον ξεχάσουμε
Όπως ξεχνάς μια πέτρα που κρατάει το σπίτι σου
Κι όμως τον σκοτώσανε

Κοίτα να πας στην ξαδέρφη του Κωστή
Μόνο πρόσεξε μην κλάψεις
Όπως βουρκώνουνε τα μάτια των ποιητών
Που έχουν έτοιμο το δάκρυ
Σαν τους σοφέρ το κλάξον μες στη πολυκοσμία

Να κάτσεις να τα πείτε
Όπως μιλάνε οι ζωντανοί
Να θυμηθείτε τα μάτια που σκοπεύουν
Μια ντροπή πιο κάτω από τον ώμο
Τα μάτια που κοιτάνε
Μια τελευταία φορά πιο πάνω από τις στέγες
Μα πριν απ’ όλα μην ξεχάσεις
Πως απ’ τους δέκα που τον ρίξαν
Οι εφτά
Ήταν άλλοτε δικοί μας
Απ’ τους εφτά
Οι τρεις
Εσείς οι δυο που δεν πιστέψατε ακόμα
Πως ένα μπλε σακάκι
Ξεμαθαίνει να αγκαλιάζει
Μόλις κλείνει κρεμασμένο στο ντουλάπι δυο λεφτά
Κι εγώ
Που τάχα θα προστάξω
Τα χάρτινα στήθη των στίχων
Να σώσω τον Κωστή
Απ’ την ανωνυμία



Με τι μάτια τώρα πια

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου

Εσύ το ξέρεις πως δεν έφυγα φαντάρος
Εγώ το ξέρω πως ποτέ δεν θα γυρίσω
Το έμαθα προχτές
Οι πεθαμένες μάνες
Δεν έχουνε παιδιά

Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις
Δεν λέω – είχες αρρωστήσει από φασισμό
Κι ήταν λίγο το ψωμί, έλειπα κι εγώ στην εξορία
Ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
Μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις
Τα εξηντατέσσερα
Μπορούσες να’σφιγγες τα δόντια
Έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
Μπορούσες να αρπαζόσουνα από ένα φύλλο πράσινο
Απ’ τα γυμνά κλαδιά
Απ’ τον κορμό
Μα ναι το ξέρω
Γλιστράν τα χέρια και ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
Να πιαστείς
Όμως εσύ να τα’μπηγες τα νύχια
Και να τραβούσες έτσι πεντεξι – δέκα χρόνια
Σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
Κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
Να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
Στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένον στα λουλούδια
Να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
Ακούγοντας τον πόλεμο
Σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
Να’χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
Να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
Κι από τη μέσα κάμαρα
Όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
Και τώρα με τι χέρια να’ρθείς και να μ’αγγίξεις
Μες από τη σήτα
Με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που’χω
Τριγύρω μου τις πέτρες
Σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
Με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
Όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
Τσαλαπατημένη
Κι από το δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
Σαν υγρασία σάπιου χόρτου



Παραλλαγή

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Σάκης Μπουλάς & Αφροδίτη Μάνου ( Ντουέτο )

Σου δίνουμε τον όρκο μας
Να σε θυμόμαστε τις νύχτες που νυχτώνει
Σου δίνουμε τον λόγο μας
Να σηκώνουμε τα πέτα του παλτού
Κάθε που θα λέμε συνωμοτικά
Σα να’χει ψύχρα απόψε

Ήξερες πως θα’ρθουνε
Κι ήρθαν
Το στήθος σου μένει σπασμένο
Σαν μπαρουτοβάρελο
Άδειο
Δίχως στεφάνια

Η βρεγμένη στάχτη
Χύνεται απ’ το στόμα
Στ’αξούριστα πηγούνια μας

Τον πήρανε νύχτα
Πολύ νύχτα
Κάτω στα μαγειρεία
Τ’αναμμένα στουπιά κι ο καπνός
Γυαλίσανε τα μάτια του
Μ’ ακάθαρτο πετρέλαιο
«μηδέν και δεκαπέντε»
ποτέ δε θα προφτάσουμε
ο κάθε λόγος εξοστρακίζεται
ματώνοντας τα μούτρα των παιδιών
σαν μια χιονόμπαλα που κρύβει
κοφτερά χαλίκια

Τον ρίξαν απ’ τη βάρκα
Το κύμα καταλάγιασε
Όσοι δεν αφήσατε να σπάσουν
Τ’ακουστικά σας τύμπανα
Στις επινίκιες παρελάσεις
Αφουγκραστείτε
Τα κουπιά σοβαντίζουν
Όλες τις χαραμάδες
Μυστρίζοντάς τες
Μ’ άρμη και βροχή



Σύντροφε κοιμάσαι;

Στίχοι: Άρης Αλεξάνδρου
Μουσική: Μιχάλης Γρηγορίου
Αφροδίτη Μάνου & Σάκης Μπουλάς ( Ντουέτο )

Σύντροφε κοιμάσαι;
Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού
Που να βουλιάζουνε οι λέξεις στο χαρτί
Σαν τη σιωπή μου
Στις κόρες των ματιών της;
Ο Πέτρος που κοιμάται στο τσιμέντο
Δίχως φόδρα στο σακάκι
Κάθε πρωί μου έκανε τράκα μια καλημέρα στα κλεφτά
Γιατί τον είχαν για προδότη

Βάλαμε τις στάμνες
Εκεί που έστρωνε την τρύπα κουρελού
Μιλάμε για την δήλωση
Τις ώρες που έμενε σκυφτός
Διαβάζοντας μια περσινή εφημερίδα

Τότε θα’πρεπε να’ταν που μας έπιασε βροχή
Ανάβοντας τσιγάρο είδα το πρόσωπό σου
Στο τζάμι της βιτρίνας
Κάτι ψιχάλες πέσανε στα μαλλιά σου και το σβήσανε

Δίπλα στις στάμνες που κρυώνουν το νερό
Βλέπω πως αν ήταν να διαλέξω
Θα γύριζα κοντά σου
Αν τα κατάφερνα να βρω το σπίτι μου
Θα σε έπαιρνα μαζί μου

Στο θάλαμο κρυώνουν
Με τα πόδια στις κουβέρτες
Με το παλτό στην πλάτη
Θέλω να σου γράψω
Μα τι σε νοιάζει εσένα η σιωπή του
Κάτω από τη βροχή;



vagelis4





«συγγραφέας του ενός βιβλίου, αλλά τι βιβλίου!», όπως γράφει και ο Ορτλίμπ.

«Θυμάμαι ότι έγραφε και τα χέρια του ήταν ματωμένα. Εγραφε τα βράδια μετά τη δουλειά. Στο τελευταίο κεφάλαιο είχε πυρετό»

Η Καίτη Δρόσου γυρνάει πίσω στα δύσκολα χρόνια του Παρισιού, τότε που ολοκληρώθηκε το «Κιβώτιο». Μιλάει με ψυχραιμία και ειλικρίνεια, που με φέρνει σε αμηχανία. Η ίδια έκανε την καθαρίστρια και ο Αλεξάνδρου το «garcon». Ενα είδος ανθρώπου για όλες τις βαριές δουλειές. Παραπονέθηκε ποτέ; «Ποτέ. Αυτό είναι σλάβικο. Οι Ρώσοι πεθαίνουν χωρίς να βγάλουν λέξη. Μιλιά»







Εργογραφία του Άρη Αλεξάνδρου

Ποιητικές συλλογές

Ακόμα τούτη η άνοιξη (Γκοβόστης 1946)

Άγονος γραμμή (ιδιωτική έκδοση 1952)

Ευθύτης οδών (ιδιωτική έκδοση 1959)

Ποιήματα 1941-1971 (Κείμενα 1972)

Συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του:
Ποιήματα 1941-1974, 2η έκδοση Καστανιώτης 1981.


Άλλα

Το κιβώτιο, μυθιστόρημα, Κέδρος 1975

Η εξέγερση της Κροστάνδης, χρονικό, Φυτράκης 1975

Ta Ksilopodara, παραμύθι, Βέργος 1976

Ο λόφος με το συντριβάνι,
σενάριο βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό του Γ. Ρίτσου, Βέργος 1977


Έξω απ’ τα δόντια (1937-1975), δοκίμια, Βέργος 1977

«Κ»
www.translatum.gr
www.serrelib.gr
www.sarantakos.com
archive.enet.gr




Το μαχαίρι

Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο
μαχαίρι
έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.





Νεκρή Ζώνη

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός, όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο.
Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.
Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια
κι όσο μπορείς μη σκύβεις για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα.
Βάδιζε πάντα σταθερά σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του.
Να εκμεταλλεύεσαι κάθε λάμψη απ’ τις ρυπές των πολυβόλων για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων.
Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου.
Προς το παρόν, νά ‘σαι πολύ προσεκτικός όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο.






«Για την ομάδα ήμουν ύποπτος πάντα σαν την αλήθεια»
«Είμαι προδότης για τη Σπάρτη και για τους είλωτες σπαρτιάτης»
«Όλο μιλάω για γραμμές, επίπεδα και πέτρες
για να μην τύχει και προσέξεις πόσο διστάζω να σε αγγίξω»