Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου Ελύτης
















Kirkh70






ΜΗΤΣΟΣ ΚΑΣΟΛΑΣ(ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ ΚΑΙ ΧΑΜΟΜΗΛΙΑ)

Μεταμορφώσεις

Φιλώ το δέντρο
γινομαι δέντρο.
Φιλώ το χώμα
γίνομαι γη.
Φιλώ τα χείλη σου
γίνομαι βρύση.
Σκύψε και πιες με.

Κυκλάμινα και χαμομήλια

Αν γινότανε τα εκατομμύρια
των κυττάρων μου να διαχώριζα,
σ' όλη τη γη θα τά'σπερνα
κυκλάμινα και χαμομήλια.
Πάνω σ' αυτά να περπατάς
κι όταν θα μ' αγαπάς
κι όταν θα μ' έχεις ξαγαπήσει.

Μήτσος Κασόλας (Δελτίο Καιρού)






ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ
(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Πού τήν είδα; Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ’ αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους
δίχως χέρια!

Δίχως χέρια . . . Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ’ έβλεπε – μ’ εθώρει κι ήταν τ’ όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο –
καί τό δόντι.

Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ’ σέ όνειρο – και τ’ όμμα
ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.

Τ’ ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –
απ’ τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; . . .

Αχ πώς τρέμω! ο νούς μου πάει σ’ ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια – ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο, ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ’ έχουν στήσει γυναικείων
φορεμάτων. . .





ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ(ΠΑΘΟΣ)


Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ' αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.

Μες στα χέρια -τα χέρια σου-
τα γερά τ' ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σα πουλιά λαβωμένα!

Και το σώμα, το σώμα σου,
νευρικό κι αντρειωμένο,
πως το λιώνει το σώμα μου
το βαριά κουρασμένο.





ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣ(ΟΛΑ Τ'ΑΠΡΙΛΗ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ)





Μονόγραμμα (Οδυσσέα Ελύτη)

ΙΙΙ
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.





ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ(ΕΛΑ ΜΑΖΙ ΜΟΥ)


Έλα μαζί μου, αφού ήθελες ν’ αναίβης
σε τούτη την απόκοσμη κορφή.
Μονάχα μη θελήσεις να κατέβης,
δεν είνε πουθενά μια επιστροφή.

Την πλάνα ανησυχία σου θα πληρώσης
όχι, σαν άλλοτε, με χαλασμό.
Τώρα πρώτη φορά θα παραδώσης
και το στερνό σου ακόμα στοχασμό.

Και τότε πια, τα μάγια θα λυθούνε.
Θα μείνουμε μονάχοι στην ερμιά.
Τα γύρω σ’ ένα γύρο θα χαθούνε
και θάμαστε σαν κρεμαστά κορμιά.

Τα χέρια μας μονάχα τα μαλλιά μας
θ’ αγγίζουνε στο φοβερό κενό.
Σαν άνεμος θα πέρνη τη μιλιά μας
και θάναι τάχα εμπόδιο κοινό,

ενώ μέσα στα λόγια μας θα πνέη
της ίδιας της ψυχής μας ο χαμός.
(Και μ’ όλα αυτά να μοιάζουμε σα νέοι
κι’ ούτε κι’ αυτός να λείπη ο στολισμός!)





Γιώργος Σαραντάρης, Μιλώ

Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν

Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κι εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει

(1939)










Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

Γι’ αυτό κι οι πιο λαμπροί μου στίχοι είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα γιατί έλειπες απ’ την καρδιά μου, αγάπη. Ρίτσος
















Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, αγάπη.



Αυτός που διέκρινε το σκοτάδι πρωτοείδε τον ήλιο Πρωτομαγιά του 1909, στη Μονεμβασιά της Λακωνίας. Ήταν ο Βενιαμίν μιας τετραμελούς οικογένειας, ενώ πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια. Ο μεγαλοκτηματίας πατέρας του Ελευθέριος Ρίτσος, με έντονο το πάθος της χαρτοπαιξίας, κατέρρευσε οικονομικά. Ο μεγαλύτερος αδελφός του πέθανε το 1921 από φυματίωση στην Αθήνα και μετά τρεις μήνες η μητέρα του από την ίδια αρρώστια. Το 1932 ο πατέρας του κλείστηκε στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Δαφνιού.

«Στο κατώφλι πρόβαινε σα χάρος, σα λοιμός, ψηλός, ωραίος κι αλαζών ο δύστροπος πατέρας τις μέρες του στα καπηλειά, τα βράδια στο χαρτί, βρωμούσε πάντοτε κρασί και ξέρναγε βλαστήμιες, τη ξένη σάρκα αγόραζε κι ανάδινε γιορτή κι ό,τι το χέρι του άγγιζε ξεφύλλιζε συντρίμμια…»

Στη Μονεμβασιά πήγε δημοτικό σχολείο και Σχολαρχείο. Το 1925 αποφοίτησε από το εξατάξιο Γυμνάσιο Γυθείου. Έφτασε στην Αθήνα. Βρήκε δουλειά ως δακτυλογράφος στην Εθνική Τράπεζα και ύστερα αντιγραφέας σε συμβολαιογραφείο. Το χειμώνα του 1926 προσβλήθηκε από την οικογενειακή αρρώστια. Επέστρεψε στη Μονεμβασιά. Άρχισε να γράφει ποίηση, να ζωγραφίζει και να μαθαίνει μουσική.

Το 1927 υποτροπίασε και νοσηλεύτηκε στην Αθήνα στην κλινική Παπαδημητρίου στα Μελίσσια και στο νοσοκομείο Σωτηρία, όπου έμεινε τρία χρόνια. Μέσα στο νοσοκομείο, ζώντας στο περίπτερο των φτωχών, γνωρίστηκε με νοσηλευόμενους μαρξιστές που τον μύησαν στην κομμουνιστική θεωρία. Στο λογοτεχνικό περιοδικό της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας» άρχισε να δημοσιεύει ομοιοκατάληκτα ποιήματα νοσταλγίας με το ψευδώνυμο «ΡΙΤ…ΣΟΣ»…

«Η μέρα αργά βασίλεψε!.. Ψηλά βαθύ ένα φως στου έρημου κάστρου τους γκρεμούς σιγοσβηνόταν, σαν κάποιες δόξες μακρινές…καιρούς παλιούς…να ονειρευόταν…(…) Κι’ οι γλάροι απ’ τη χαρά τρελοί κι ακράτητοι…στο φως πετούσαν, γέρναν, φτερουγίζαν, χαμήλωναν και χάιδευαν τη θάλασσα, και τη λευκή τους χάρη καθρεφτίζαν. Ψυχή πικρή…και συ, ως οι γλάροι χάρηκες έτσι αλαφριά, κι έτσι τρελή, ως εκείνοι, δίχως μια σκέψη ανήσυχη, αξεδιάλυτη, το φως…την ξαστεριά…και τη γαλήνη»

Η αρρώστια δεν έλεγε να τον εγκαταλείψει. Πήγε στο άσυλο φυματικών Καψαλώνας Κρήτης, όπου οι νοσηλευόμενοι ζούσαν σε απαράδεκτες συνθήκες. Διαμαρτυρήθηκε με επιστολή του σε εφημερίδα των Χανίων και οι ασθενείς μεταφέρθηκαν σε άλλο σανατόριο του νομού. Τον Οκτώβριο του 1931 επέστρεψε στην Αθήνα καθώς η κατάσταση της υγείας του είχε βελτιωθεί. Ζούσε δύσκολα. Τον ενίσχυε οικονομικά η αδελφή του Λούλα που είχε παντρευτεί στην Αμερική.

Εργάσθηκε ως χορευτής και ως ηθοποιός δεύτερων ρόλων στο «Θέατρο Κυψέλης». Διηύθυνε τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις «Εργατικής Εστίας» που λειτουργούσε με τη στήριξη της αριστερής οργάνωσης «Πρωτοπόροι». Το 1934 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Τρακτέρ» από τις εκδόσεις Γκοβόστη. Εκεί δούλευε ως διορθωτής κειμένων. Στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» άρχισε να δημοσιεύει με το ψευδώνυμο «Ι. Σοστίρ» (αντιστροφή του ονόματός του) ποιήματα που τα εξέδωσε το 1932 με τον τίτλο «Πυραμίδες».

Μια απεργία-διαδήλωση των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη το Μάιο του 1936, που χτυπήθηκε από τη αστυνομία με αποτέλεσμα να υπάρξουν δεκάδες νεκροί, του ενέπνευσε τον «Επιτάφιο». Μια μάνα γονατισμένη στο δρόμο μπροστά στο σκοτωμένο γιο της μοιρολογάει. Αυτή η φωτογραφία στις εφημερίδες τον συγκλόνισε…

«Γιε μου σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου, πουλάκι της χρυσής αυγής, ανθέ της ερημιάς μου, που πέταξε τ’ αγόρι μου, που πάει που μ ’αφήνει…»

Το έργο κυκλοφόρησε σε 10.00 αντίτυπα. Η δικτατορία του Μεταξά βρήκε 250 αντίτυπα στο «Λαϊκό Βιβλιοπωλείο» και τα έκαψε στις στήλες του Ολυμπίου Διός μαζί με απαγορευμένα βιβλία του Μαρξ. Δεν έφθανε ο πολιτικός διωγμός ήρθε και ο καημός από τον νευρικό κλονισμό που υπέστη η αγαπημένη του αδελφή Λούλα, η οποία κλείστηκε στο Δημόσιο Ψυχιατρείο. Το 1937 κυκλοφόρησε σε ελεύθερο στίχο «Το τραγούδι της αδελφής μου»…

«Το λιγνό σου σώμα περιτυλίγεται, τον τεφρό μανδύα της αλλοφροσύνης(…) Αδελφή μου πως μ’ εγκατέλειψες τα μεσάνυχτανα ψάχνω δίχως λύχνο, ν’ ανακαλύψω τα ίχνη των απωλεσμένων βημάτων σου;»

Τον ξαναχτύπησε η αρρώστια και έμεινε έξι μήνες στο σανατόριο της Πάρνηθας. Απάλυνε τον πόνο του με την ποίηση. Στο κρεβάτι του νοσοκομείου έγραψε την «Εαρινή συμφωνία». Ένα ερωτικό υμνολόγιο…

«Θ’ αφήσω τη λευκή χιονισμένη κορυφή που ζέσταινε μ’ ένα χαμόγελο την απέραντη μόνωσή μου. Θα τινάξω απ’ τους ώμους μου τη χρυσή τέφρα των άστρων(…) Θα περάσω κάτω απ’ τις ανθισμένες ακακίες των χαδιών σου(…) τυλιγμένος εγώ το κορμί σου γυμνός, δίχως άνθος φωνή και τραγούδι. Κανένα φως άλλο να μην ισκιώνει το φως που ανατέλλει απ’ τη σάρκα σου(…) Αγάπη, αγάπη, δεν μου’ χες φέρει εμένα μητ’ ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω. Ζητώντας το Θεό ζητούσα εσένα»

Βελτιώθηκε η υγεία του και το 1938 συνέχισε τη δουλειά του ηθοποιού στο Εθνικό Θέατρο και στη Λυρική Σκηνή. Εκείνη τη χρονιά ο πατέρας του πέθανε στο Δαφνί. Στην Κατοχή φιλοξενήθηκε στο σπίτι ενός ζευγαριού χορευτών που γνώρισε στη Λυρική. Πέρασε δύσκολα. Εκτός από την πείνα, αντιμετώπιζε και τον υποτροπιασμό της φυματίωσης.

Είχε γραφτεί στη Νομική αλλά δεν τον γοήτευαν τα νομικά. Ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «Ακρόπολις» Αλέκος Λιδωρίκης δημοσιοποίησε το πρόβλημα του Ρίτσου και συγκέντρωσε ένα χρηματικό ποσό για τη σωτηρία του. Αρνήθηκε ευγενικά. Ζήτησε να μοιρασθεί σε όλους τους καλλιτέχνες που είχαν ανάγκη.

Στη δεκαετία του 40 έγραφε συνεχώς: «Δοκιμασία», «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής». «Τελευταία προ Ανθρώπου εκατονταετία», «Πανηγύρι του ήλιου» «Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα», «Στους πρόποδες της σιωπής».

Η εμφύλια σύγκρουση το Δεκέμβρη του 1944 τον οδήγησε στην Κοζάνη όπου με άλλους διωκόμενους κομμουνιστές καλλιτέχνες εντάθηκε στο «Λαϊκό Θέατρο Μακεδονίας» και ανέβασε το έργο που έγραψε με τίτλο «Η Αθήνα στ’ άρματα». Μετά την συμφωνία της Βάρκιζας, τον Φεβρουάριο του 1945, επέστρεψε στην Αθήνα. Η ταλαιπωρία του συνεχίσθηκε γιατί διώχθηκε από το Εθνικό Θέατρο.

Άρχισε να γράφει τη «Ρωμιοσύνη» και τη «Κυρά των αμπελιών», ενώ συνεργάσθηκε με το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» δημοσιεύοντας ποιήματα, μεταφράσεις, πεζά, χρονογραφήματα και κριτική χορού. Τον Ιούλιο του 1948 συνελήφθη και εξορίστηκε στο στρατόπεδο της Λήμνου, όπου έγραψε τα δύο «Ημερολόγια εξορίας» και το «Καπνισμένο τσουκάλι».Πίκρα για τα βάσανα, αλλά και χαρά για το όραμα ενός δίκαιου κόσμου…

«Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ, πολύ μακρύς, αδελφέ μου. Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας πέρασε η ώρα εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα, σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχους των φυλακών σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων»

Τον Μάιο του 1949, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος έβαινε προς το τέλος με νίκη του κυβερνητικού στρατού, μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο της Μακρονήσου. Μέσα σε κακουχίες έγραψε τον «Πέτρινο χρόνο» και το «Τρίτο ημερολόγιο». Τον Ιούλιο του 1950 επιδεινώθηκε η υγεία και απολύθηκε. Όταν σε ένα μήνα έγινε καλά συνελήφθη και… ξανά στη Μακρόνησο και από κει στον Άη Στράτη. Εκεί έγραψε το «Οι γειτονιές του κόσμου», «Το γράμμα στο Ζολιό Κιουρί», «Το ποτάμι κι εμείς», «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο».

Το όνομα του Ρίτσου είχε αρχίσει να γίνεται γνωστό στο διεθνές αριστερό κίνημα. Διανοούμενοι της αριστεράς, όπως ο Αραγκόν, ο Νερούντα, ο Πικάσο, ύψωσαν τη φωνή τους για να απελευθερωθεί ο ποιητής. Τον Αύγουστο του 1952 αφέθηκε ελεύθερος και έγινε μέλος της διοικούσας επιτροπής της ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) αφού, εν τω μεταξύ, το ΚΚΕ είχε τεθεί στην παρανομία. Το 1954 παντρεύτηκε τη γιατρό Φαλίτσα (Γαρυφαλιά) Γεωργιάδη, από το Καρλόβασι της Σάμου, που την είχε γνωρίσει από την Κατοχή. Απέκτησαν μια κόρη, την Έρη, (από το Ελευθερία) που τόσο υπεραγάπησε…

«Κοριτσάκι μου, μες το βουβό πηγάδι του φεγγαριού σου’ πεσε απόψε το πρώτο δαχτυλίδι σου. Δεν πειράζει. Αργότερα θα φτιάξεις άλλο να παντρευτείς τον κόσμο μες στον ήλιο(…) Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω τα φαναράκια των κρίνων να σου φέγγουν τον ύπνο σου. Κοιμήσου κοριτσάκι μου… Είναι μακρύς δρόμος»

Ατέλειωτο το χρονολόγιο της ζωής και του έργου του. Μερικές βασικές πινελιές:

1956

Ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση. Τριάντα τρεις συνέχειες στην εφημερίδα «Αυγή». «Η σονάτα του σεληνόφωτος», Ά Κρατικό Βραβείο Ποίησης.

1957-1958

«Υδρία», «Πέτρινος χρόνος», «Οι γειτονιές του κόσμου», «Όταν έρχεται ο χρόνος».

1958-1959

Επίσκεψη στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία για την επιμέλεια ρουμανικής ανθολογίας ποίησης.

1960

Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί τον «Επιτάφιο». Κυκλοφορούν τα «Ποιήματα 1930-1940».

1962

Ταξίδι στην Ανατολική Γερμανία. Ταξίδι στη Ρουμανία. Συνάντηση με τον Τούρκο ποιητή Ναζίμ Χικμέτ. Ταξίδι στην Τσεχοσλοβακία για την επιμέλεια ανθολογίας ποίησης. Νοσηλεία στο τσεχοσλοβάκικο νοσοκομείο της Οστράβας.

1963

«Μαρτυρίες Α΄», «Θρήνος του Μάη».

1964

Υποψήφιος βουλευτής της ΕΔΑ στην Α΄ Περιφέρεια Αθηνών. «Ποιήματα του Μαγιακόφσκι» (Μετάφραση).

1966

Ταξίδι στην Κούβα. «Ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ» (Μετάφραση), «Μαρτυρίες Β΄», «Ρωμιοσύνη».

1967

Συλλογή «Οστράβα».Σύλληψη τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου από τους δικτάτορες, μεταφορά του στον Ιππόδρομο Φαλήρου με άλλους αριστερούς, εξορία στη Γυάρο και μετά στο Παρθένι της Λέρου. Απαγόρευση των βιβλίων του.

1968

Επιδείνωση της υγείας του. Μεταφορά υπό φρούρηση στο νοσοκομείο «Άγιος Σάββας» και μετά από ολιγοήμερη επιστροφή στη Λέρο απομόνωση στο σπίτι της γυναίκας του στο Καρλόβασι Σάμου. Πρόταση 75 Γάλλων, ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών, για το βραβείο Νόμπελ.

1970

Άρση του περιορισμού. Στην Αθήνα για εγχείρηση. Ανακήρυξή του σε μέλος της Ακαδημίας Λογοτεχνίας του Μέϊνζ Δυτικής Γερμανίας.

1971

Περιορισμός της λογοκρισίας. Έργα του στα «Νέα κείμενα», «Ο αφανισμός της Μήλος».

1972

Απονομή του Μεγάλου Βραβείου Ποίησης της Μπιενάλλε του Κνοκ Λε Ζου.

1974

Πτώση της δικτατορίας. Συνεχείς επανεκδόσεις των έργων. Βραβεύσεις και τιμές από πολλές χώρες του κόσμου. «Τα λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας»-μελοποίηση από το Μίκη Θεοδωράκη. Βραβείο Δημητρώφ.

1975

Νέα πρόταση από Έλληνες λογοτέχνες αλλά και βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας για να του απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ. Επίτιμος διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

1976

Διεθνές βραβείο Αίτνα-Ταορμίνα.

1977

Βραβείο Λένιν. Mέχρι το θάνατό του ο Ρίτσος συνέχιζε να γράφει στίχους, θεατρικά και πεζόμορφα ποιήματα, που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ. Υπολογίζεται ότι εκτός από εκτός από 127 τόμους και συλλογές που έχουν εκδοθεί από το 1934 έως το 1990 ο ποιητής άφησε πάνω από 40 ανέκδοτες συλλογές, επιλεγμένες από τον ίδιο, για δημοσίευση.

Βέβαια για την υπερβολική έκταση του έργου του είχε επικριθεί από τους κριτικούς, ακόμη και από τα πρώτα χρόνια της ποιητικής του παρουσίας. Γι αυτόν τον ποιητικό κυκεώνα στο «Τερατώδες αριστούργημα», το 1977, απάντησε ποιητικά: «…και μ’ ακονίζανε οι νωθροί τις κατηγορίες του κομπογιαννίτη και του πολυγράφου κι από κοντά τους σεγκοντάριζαν γαβγίζοντας τα σκαλιά της Ασφάλειας όμως εγώ χαμογελούσα κι έκρυβα κάτω απ’ το κρεββάτι μου τις εννιά μου χιλιάδες περιστέρια (…) γονάτιζα στο χώμα κ’ έπλενα στοργικά τα πόδια των εκτελεσμένων και τους έβγαζα βόλτα με το φεγγαράκι για να ακούσουν τα τριζόνια και τις σημαίες…»

Από την άλλη πλευρά πάντως, μέσα στο ωκεανό των στίχων του, δεν παρέλειψε να σχολιάσει, στο παραπάνω πεζόμορφο ποίημα, κάποιους ψιθύρους κομματικών για έργα του που… λοξοδρόμησαν από την γραμμή…

«…και εκείνη η δαχτυλογραφημένη απόφαση της παράνομης κομματικής συνεδρίασης όπου με αδελφική φροντίδα διατύπωναν το παράπονο οι σύντροφοι ότι τα νέα ποιήματά μου διανθιζόταν από κάποιες τάσεις μεταφυσικής κι εγώ απαντούσα με πολύ μεταφυσικότερα ποιήματα ενός βαθύτερου ρεαλισμού σαν εκείνα του Ζντάνωφ αλλά μαζί και με τις καταδικασμένες γάτες της Αχμάτοβα…»

Στο «Εικονοστάσιο ανωνύμων Αγίων», σε μια ενότητα από εννέα πεζογραφήματα και ιδιαίτερα στο «Ίσως να είναι κι έτσι», που κυκλοφόρησε το 1985, ο ποιητής, διαισθανόμενος ότι διανύει τα τελευταία χρόνια του, αφήνεται σε μια σειρά εξομολογητικές αποκαλύψεις των εφηβικών χρόνων μιλώντας παράλληλα για την αθανασία…

«…κι αυτό το άγνωστο που σε περιβάλλει και που περιέχεις, σπίθες, σιωπηλές εκρήξεις, αστραπιαίες λάμψεις, πλαταίνει τα όριά σου ως την έσχατη κι άτρωτη απάθεια κι ευαισθησία, ως την ευδαιμονία του όλα και του τίποτα, κάτι σαν πρόγευση η και κατάκτηση αθανασίας, μια ταυτόχρονη σμίκρυνση και μεγέθυνση, ο τροχός του παλιού ποδηλάτου, οι καμένοι γλόμποι, οι ατμοί του τσαγιού, το σαμιαμίδι στον τοίχο της θείας Ουρανίας, το πουκάμισο που κλαίει…»

Ο Γιάννης Ρίτσος, αυτός ο υμνητής της κομμουνιστικής ορθοδοξίας έγινε, μέσω του λυρισμού του, καθολικός ποιητής της Ελλάδας. Καθώς μετά την Μεταπολίτευση τα ιδεολογικά πάθη κόπασαν, η μορφή του καταύγαζε. Στις επετειακές εκδηλώσεις (του ΚΚΕ και πολιτιστικών φορέων) έδινε πάντα το παρόν.

Αξέχαστη θα μας μείνει η «ιερατική» του μορφή: Εκείνο το ευθυτενές παρουσιαστικό του, εκείνο το ενορατικό βλέμμα με το κεφάλι υψωμένο, η γενειάδα, τα καστανά του μαλλιά που θύμιζαν Χριστό, το αψεγάδιαστο κοστούμι του, οι μεγαλόπρεπες και μαζί σεμνές κινήσεις του, η αδρή άρθρωση στην απαγγελία της «Ρωμιοσύνης» …

«Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα, αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο αυτές οι καρδιές δεν βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο»

Ο θάνατος τον βρήκε στις 11 Νοεμβρίου του 1990. Ζούσε χρόνια σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Κάτω Πατήσια (οδός Κόρακα). Ένα σαλονάκι ζωσμένο με ζωγραφισμένες απ’ τον ίδιο πέτρες, κόκαλα και ξύλα- έργα από τις εξορίες- και βιβλία τακτοποιημένα. Και στα συρτάρια του χιλιάδες κείμενα σε πείσμα των επικριτών… Τάφηκε στη Μονεμβασιά, σύμφωνα με την επιθυμία του. Στη Μονεμβασιά των παιδικών του χρόνων. Εκεί όπου στέκεται ακόμη το πατρικό σπίτι. Με την προτομή του να αγναντεύει το πέλαγος. Μνημείο της αθάνατης ποίησής του.

Μιας ποίησης στολισμένης όχι μόνο με «πρωτοζωγράφιστες εικόνες», αλλά και διαποτισμένη με την αύρα μιας οραματικής ενατένισης. Μιας ποίησης με στοχασμό, στωικότητα, πόνο, σύμβολα, πέτρες, αίμα, σημαίες, αγώνες, εργάτες, σώματα, καθρέφτες, άλογα, τρακτέρ…θάνατο και ζωή. Με λόγο άλλοτε κουβεντιαστό και άλλοτε επικό. Με δόξα και ματαιότητα. Με επαναστατικό ρεαλισμό και μεταφυσική αγωνία. Με αρχοντιά και λαϊκότητα. Με μύθο και ιστορία. Με πίστη και πλάνη…

Μπορεί να του προσάπτουν την κατηγορία της υπερογκώδους εργογραφίας, μπορεί να θυσίασε την ποιητική γραφή προς χάριν της κομματικής επικαιρικότητας (υμνολογία για τον Στάλιν), μπορεί…, μπορεί… Όμως ο Γιάννης Ρίτσος, και μόνο με τη «Σονάτα του σεληνόφωτος» και τη «Ρωμιοσύνη», ποιητής της χαρμολύπης και του ονείρου μιας αταξικής κοινωνίας, τραγικός και τρυφερός συνάμα, στέκεται ως ένας από τους μεγάλους Έλληνες ποιητές. Και ίσως ο μεγαλύτερος, από τους σύγχρονούς του στον κόσμο, κατά δήλωση του Γάλλου ομοτέχνου του Λουίς Αραγκόν. «Είσαι- του έγραψε σε επιστολή- ο μεγαλύτερος ποιητής απ’ όλους μας τους εν ζωή ποιητές!».

Πηγή:Α.Π.Ε.














Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες νά ‘ρθεις, αγάπη.






Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

Ποτέ δεν σε ελησμόνησα Ποτέ. Και η τύχη μ’ έρριψε Μακρά από σε με είδε Το πέμπτον του αιώνος Εις ξένα έθνη. Κάλβος









Ωδή πρώτη

Ο ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ


Α
Ω φιλτάτη πατρίς,
Ω θαυμάσια νήσος,
Ζάκυνθε συ μου έδωκας
Την πνοήν και του Απόλλωνος
Τα χρυσά δώρα!

Β
Κι συ τον ύμνο δέξου
Εχθαίρουσιν οι Αθάνατοι
Την ψυχήν, και βροντάουσιν
Επί τας κεφαλάς
Των αχαρίστων.

Γ
Ποτέ δεν σε ελησμόνησα
Ποτέ.
Και η τύχη μ’ έρριψε
Μακρά από σε με είδε
Το πέμπτον του αιώνος
Εις ξένα έθνη.

Δ
Αλλά ευτυχής ή δύστηνος,
Όταν το φως επλούτει
Τα βουνά και τα κύματα,
Σε εμπρός των οφθαλμών μου
Πάντοτε είχον.

Ε
Συ, όταν τα ουράνια
‘Ρόδα με το αμαυρότατον
Πέπλον σκεπάζη η νύκτα,
Συ είσαι των ονείρων μου
Η χαρά μόνη.

Η
Άγρια μεγάλα τρέχουσι
Τα νερά της θαλάσσης,
Και ρίπτονται, και σχίζονται
Βίαια επί του βράχους
Αλβιονείους.

ΣΤ
Τα βήματα μου εφώτισε
Ποτέ εις την Αυσονίαν,
-Γη μακαρία-, ο ήλιος
Κει καθαρός ο αέρας
Πάντα γελάει.

Θ
Αδειάζει επί τας όχθας
Του κλεινού Ταμησσού,
Και δύναμιν, και δόξαν,
Και πλούτον αναρίθμητον
Το αμαλθείον.

Ζ
Εκεί ο λαός ηυτύχησεν
Εκεί η Παρνάσσιαι κόραι
Χορεύουν, και το λύσιον
Φύλλον αυτών την λύραν
Κει στεφανώνει.

Ι
Εκεί το αιόλιον φύσημα
Μ’ έφερεν, η ακτίνες
Μ’ έθρεψαν, μ’ εθεράπευσαν
Της υπεργλυκυτάτης
Ελευθερίας.

ΙΑ
Και τους ναούς σου εθαύμασα
Των Κελτών ιερά
Πόλις, του λόγου ποία,
Ποία εις εσέ του πνεύματος
Λείπει Αφροδίτη;

ΙΒ
Χαίρε Αυσονία, χαίρε
Και συ Αλβιών, χαιρέτωσαν
Τα ένδοξα Παρίσια
Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος
Με κυριεύει.

ΙΓ
Της Ζακύνθου τα δάση,
Και τα βουνά σκιώδη.
Ήκουον ποτέ σημαίνοντα
Τα θεία της Αρτέμιδος
Αργυρά τόξα.

ΙΔ
Και σήμερον τα δένδρα,
Και τας πηγάς σεβάζονται
Δροσεράς οι ποιμένες,
Αυτού πλανώνται ακόμα
Οι Νηρηίδες.

ΙΕ
Το κύμα Ιόνιον πρώτον
Εφίλησε το σώμα.
Πρώτοι οι Ιόνιοι Ζέφυροι
Εχάιδευσαν το στήθος
Της Κυθερείας.

ΙΣΤ
Κι’ όταν το εσπέριον άστρον
Ο ουρανός ανάπτη,
Και πλέωσι γέμοντα έρωτος
Και φωνών μουσικών
Θαλάσσια ξύλα.

ΙΖ
Φιλεί το ίδιον κύμα,
Οι αυτοί χαϊδεύουν Ζέφυροι,
Το σώμα και το στήθος
Των λαμπρών Ζακυνθίων
Άνθος παρθένων.

ΙΗ
Μοσχοβολάει το κλίμα σου,
Ως φιλτάτη πατρίς μου,
Και πλουτίζει το πέλαγος
Από την μυρωδίαν
Των χρυσών κήτρων.

ΙΘ
Σταφυλοφόρους ‘ρίζας
Ελαφρά, καθαρά,
Διαφανή τα σύννεφα
Ο βασιλεύς σού εχάρισε
Των Αθανάτων.

Κ
Η λαμπάς η αιώνιος
Σου βρέχει την ημέραν
Τους καρπούς, και τα δάκρυα
Γίνονται της νυκτός
Εις εσέ κρίνοι,

ΚΑ
Δεν έμεινεν έαν έπεσε
Ποτέ εις το πρόσωπόν σου
Η χιών, δεν εμάρανε
Ποτέ ο θερμός Κύων
Τα σμάραγδά σου.

ΚΒ
Είσαι ευτυχής, και πλέον
Σε λέγω ευτυχεστέραν,
Ότι σε δεν εγνώρισας
Ποτέ την σκληράν μάστιγα
Εχθρών, τυράννων.

ΚΓ
Ας μη μου δώση η μοίρα μου
Εις ξένην γην τον τάφον,
Είνε γλυκύς ο θάνατος
Μόνον όταν κοιμώμεθα
Εις την πατρίδα.












Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

Ω φωνή, ω μητέρα, ω των πρώτων μου χρόνων σταθερά παρηγόρησις· όμματ' οπού μ' εβρέχατε με γλυκά δάκρυα! ΚΑΛΒΟΣ





ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

Ωδή Τρίτη. Eις Θάνατον


Εις τούτον τον ναόν,
των πρώτων Χριστιανών
παλαιότατον κτίριον,
πώς ήλθον; πώς ευρίσκομαι
γονατισμένος;

Όλην την Οικουμένην
σκεπάζουν σκοτεινά,
ήσυχα, παγωμένα,
τα μεγάλα πτερά
της βαθείας νύκτας.

Εδώ σίγα· κοιμώνται
των αγίων τα λείψανα·
σιγά εδώ, μη ταράξης
την ιεράν ανάπαυσιν
των τεθνημένων.

Ακούω του λυσσώντος
ανέμου την ορμήν·
κτυπά με βίαν· ανοίγονται
του ναού τα παράθυρα
κατασχισμένα.

Από τον ουρανόν,
όπου τα μελανόπτερα
σύννεφα αρμενίζουν,
το ψυχρόν της αργύριον
ρίπτει η σελήνη.

Και ένα κρύον φωτίζει
λευκόν, σιγαλόν μάρμαρον·
σβησθέν λιβανιστήριον,
κερία σβηστά και κόλυβα
έχει το μνήμα.

Ω παντοδυναμότατε!
τι είναι; τι παθαίνω;
ορθαί εις την κεφαλήν μου
στέκονται η τρίχες!... λείπει
η αναπνοή μου!

Ιδού, η πλάκα σείεται...
ιδού από τα χαράγματα
του μνήματος εκβαίνει
λεπτή αναθυμίασις
κ' εμπρός μου μένει.

Επυκνώθη· λαμβάνει
μορφήν ανθρωπικήν.
- Τι είσαι; ειπέ μου, πλάσμα,
φάντασμα του νοός μου
τεταραγμένου;

Ή ζωντανός είσ' άνθρωπος,
και κατοικείς τους τάφους;
Χαμογελάεις;... αν άφηκας
τον άδην... ή ο παράδεισος
ειπέ μου αν σ' έχη.

-Μη μ' ερωτάς· το ανέκφραστον
μυστήριον του θανάτου
μην ερευνάς· τα στήθη,
τα στήθη 'που σ' εβύζασαν
εμπρός σου βλέπεις.

Ω τέκνον μου, ω τέκνον μου,
αγαπητόν μου σπλάγχνον,
ανόμοιος είναι η μοίρα μας,
και προσπαθείς ματαίως
'να με αγκαλιάσης.

Παύσε τα δάκρυα. Ησύχασε
το πάθος της καρδιάς σου.
Αν η χαρά η ανέλπιστος,
ότι με είδες, βρέχη
τους οφθαλμούς σου·

Μειδίασον, χαίρου, φίλε μου,
μάλλον· αλλ' αν η πίκρα,
ότι τον ήλιον άφηκα,
τώρα σε κυριεύη,
παρηγορήσου.

Τι κλαίεις; την κατάστασιν
αγνοείς της ψυχής μου·
και εις τούτο το μνήμα
το σώμα μου αναπαύεται
από τους κόπους.

Ναι, κόπος ανυπόφερτος
είναι η ζωή· η ελπίδες,
οι φόβοι, και του κόσμου
η χαραί και το μέλι
σας βασανίζουν.

Εδώ ημείς οι νεκροί
παντοτινήν ειρήνην
απολαύσαμεν, άφοβοι,
άλυποι, δίχως όνειρα
έχομεν ύπνον.

Σεις οι δειλοί αχνύζετε,
όταν τις ψιθυρίση
τ' όνομα του θανάτου·
αλλ' άφευκτος ο θάνατος,
άφευκτος είναι.

Μία και μόνη είναι
η οδός, και εις τον τάφον
φέρνει· εις αυτήν η ανάγκη
αμάχητον με' χείρα
ωθεί τους ζώντας.

Υιέ μου, πνέουσαν μ' είδες·
ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη, μ' εδίπλωνε
και με φως και με θάνατον
ακαταπαύστως.

Το πνεύμα οπού μ' εμψύχωνε
του Θεού ήταν φύσημα,
και εις τον Θεόν ανέβη·
γη το κορμί μου, κ' έπεσεν
εδώ εις τον λάκκον.

Αλλά το φέγγος χάνεται
της σελήνης· σε αφίνω·
πάλιν θέλω σε ιδείν,
ότε η ζωή σου λείψη,
και τότε μόνον.

Με την ευχήν μου ύπαγε·
άλλο δεν λέγω· θέλω
εις την συνείδησίν σου
τα λοιπά φανερώσειν
ύστερον... χαίρε...

Τέκνον μου, χαίρε... - Πρόσμενε
τον υιόν λυπημένον
μη παραιτήσεις. Έπεσε.
Και μένουν οι οφθαλμοί μου
εις βαθύ σκότος.

Ω φωνή, ω μητέρα,
ω των πρώτων μου χρόνων
σταθερά παρηγόρησις·
όμματ' οπού μ' εβρέχατε
με γλυκά δάκρυα!

Και συ στόμα οπού εφίλησα
τόσαις φοραίς, με τόσην
θερμοτάτην αγάπην,
πόση άπειρος άβυσσος
μας ξεχωρίζει!

Αι, και άπειρος, ας είναι
κ' έτι φοβερωτέρα·
εκεί μέσα ατάρακτος
θέλω εγώ συντριφθείν
γυρεύοντάς σας.

Τώρα, τώρα τα χείλη μου
δύνανται 'να φιλήσουν
του θανάτου τα γόνατα·
'να στέψω το κρανίον του
δύναμαι τώρα.

Πού είναι τα ρόδα; φέρετε
στεφάνους αμαράντους·
την λύραν δότε· υμνήσατε·
ο φοβερός εχθρός
έγινε φίλος·

Κείνος οπού το μέτωπον
τρυφερών γυναικών
αγκάλιασε, πώς δύναται
εις ανδρικήν καρδίαν
'να ρίψη φόβον;

Ποίος άνθρωπος εις κίνδυνον
είναι; τώρα οπού βλέπω
τον θάνατον με θάρρος,
εγώ κρατώ την άγκυραν
της σωτηρίας.

Εγώ τώρα εξαπλώνω
ισχυράν δεξιάν
και την άτιμον σφίγγω
πλεξίδα των τυράννων
δολιοφρόνων.

Εγώ τα σκήπτρα στάζοντα
αίματος και δακρύων
καταπατώ· και καίω
της δεισιδαιμονίας
το βαρύ βάκτρον.

Επάνω εις τον βωμόν
της αληθείας, τα σφάγια
τώρα εγώ ρίπτω· μ' άφθονα
τον λίβανον σωρεύω,
μ' άφθονα χέρια.

Ως απ' ένα βουνόν
ο αετός εις άλλο
πετάει, καιγώ τα δύσκολα
κρημνά της αρετής
ούτω επιβαίνω.






Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Κ' είταν Παρασκευή Μεγάλη, 14 του Απρίλη, και κει που η γης ανάβρυζε κρινάκια, παπαρούνες χαμομήλια για το Πάσχα..












ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ ΔΙΧΩΣ ΠΑΤΕΡΑ


Στο σπίτι ήτανε μόνες τους οι δυο γυναίκες. Κι ήτανε νύχτα, η κατάμαυρη νύχτα της σκλαβιάς, ο χειμώνας.

Με κρυφή λαχτάρα φευγατίζανε τις ημέρες. Τις μετρούσανε κάθε βράδυ, μια μια. Χαιρόντουσαν που πέρασε πια κι αυτή. Αύριο θα ’ρχόταν η άλλη, θα περνούσε κι εκείνη και θα ’φευγε γρήγορα. Ώσπου θα ’φτανε, δε μπορεί, θα ’φτανε κάποτε κι η μεγάλη ημέρα: Θα ξαστέρωνε ο ουρανός· και στον κάμπο θα λουλούδιζε η άνοιξη. Θα ξανάβλεπαν τους δικούς των, θα χορταίναν ψωμί.

Μα η άνοιξη δεν έλεγε να φτάσει. Μάταια την επρόσμεναν οι τυραννισμένες τούτες ζωές. Και τα βάσανά τους, να τα. Ξετυλίγονταν ταπεινά κι ήρεμα, ξεδιπλώνονταν εκεί, κολλητά στους ατάραχους τοίχους του διπλανού σπιτιού, όμως, ναι, ποιος θα καθότανε τώρα να νοιαστεί για τα ξένα τα βάσανα; Μήτε ρωτούσε μήτε τα νοιάζονταν κανείς… Σε τούτην εδωπέρα τη γειτονιά, ο καθένας τους ήταν σφιχταμπαρωμένος στο δικό τους το δράμα, κι ούτε μπορούσε, μήτε κι ήθελε να ξέρει του διπλανού του.

Μόνο καμιά βραδιά, καθώς σουρούπωνε κι οι σκιές κυκλοφορούσανε με προφύλαξη στους δρόμους, κάποια κοπέλα ανέβαινε βιαστικά στην ξύλινη σκάλα, χτυπούσε διακριτικά την πόρτα, καλησπέριζε σιγανά, απίθωνε στο τραπεζάκι κάποιο πρόχειρο δέμα. Κι έφευγε βιαστικά πάλι μουρμουρίζοντας:

- Θάρρος, κυρά Μαρία. Θάρρος, Σοφία… Ο κάμπος γέμισε παπαρούνες. Κι οι παπαρούνες, το ξέρετε δα, προμηνάνε την άνοιξη.

Και γελούσε. Τους γελούσε καλόκαρδα. Ύστερα, έκλεινε με προφύλαξη την πόρτα, κατρακυλούσε τα σκαλιά, χανόταν στο σκοτάδι.

Ήταν η κόρη του Πρεκατέ, του γείτονα. Τη γνώριζαν από πολύ μικρή· τήνε συνήθισαν τώρα.

Τους ερχότανε κάθε Σαββατόβραδο, την ίδια σχεδόν ώρα. Σαν αργούσε λίγο να φανεί, ανησυχούσανε. Όχι βέβαια γι’ αυτές, μα για κείνην.

- Τι να’ γινε τάχα κι άργησε; Αναρωτιόντουσαν. Μήπως…

Θεέ μου! Έδιωχναν την ιδέα. Και παρακαλούσαν το Θεό, τον ικέτευαν θερμά, να μην της στείλει κανένα κακό. Ήτανε τόσο μικρή, τόσο αγνή και σιωπηλή – κι είχε τόσο καλή καρδούλα, που δεν της άξιζε, θεέ μου, δεν της άξιζε κανένα κακό…

Ώσπου φαινότανε κάποτε η μικρή.

- Να με συμπαθάτε, μουρμούριζε. Άργησα λίγο απόψε. Μα κει, στο δρόμο, αντάμωσα κάποιον. Και δεν ήθελα να με ιδεί…

Ύστερα, απίθωνε βιαστική το δέμα στο τραπεζάκι, μουρμούριζε κάτι για παπαρούνες, χαμογελούσε, καληνύχτιζε – κι έφευγε…

Για τις δυο γυναίκες ήταν ο παραστάτης άγγελος, το τρυφερό χέρι που τις εστήριζε στη ζωή. Και του χαμογελούσανε παραξενεμένες, το καληνύχτιζαν από καρδιάς, το ευχαριστούσανε. Και το σταύρωναν καθώς έφευγε, να το φυλάει το στοργικό βλέμμα του Θεού.

Σαν έφευγε το κορίτσι, οι δυο γυναίκες έπιαναν με κατάνυξη και ξετύλιγαν το δέμα: ένας μικρός σωρός από πράματα ξεφύτρωνε τότε: ψωμί, λίγη φέτα τυρί, κάποιο φρούτο, ξερή, μαύρη σταφίδα… Κι ανάμεσά τους, χωμένο εκεί στην ακρούλα, ένα τυπωμένο χαρτί, τόσο δα… Οι γυναίκες, τ’ άρπαζαν με λαχτάρα, διπλάρωναν αμέσως το λυχναράκι και το διάβαζαν, το κολλούσαν μες στα μάτια κοντά – και το διάβαζαν, το ροφούσαν. Μια γλυκιά, τρυφερή παρηγοριά ξεχυνόταν τότε σα μπάλσαμο μες στην καρδιά τους, την ξαλάφρωνε. Κι η ελπίδα φυσούσε σα δροσερό αγεράκι. Ανάδευε τα ξεραμένα φύλλα της, τ’ ανασήκωνε μαλακά και τα χάιδευε, σαν πνοή θεϊκή.

- Μα γιατί; Πώς; Αναρωτιότανε η γριά. Πώς τα καταφέρνει ο Πρεκατές και τα στέλνει αυτά; Πού τα βρίσκει;

- Μήπως…


Μα τον ήξερε, τον ήξεραν όλοι καλά. Ήτανε βέβαια φτωχός, πιο φτωχός απ’ αυτούς. Μα τον ξέρανε τίμιο, νοικοκύρη. Κι ήσυχο, Θεέ μου, τι ήσυχον… Ποτέ του δεν είχε ακουστεί στη γειτονιά. Ο κακός του ο λόγος τους ήτανε άγνωστος.

Μα ναι. Δε φαινόταν, μήτε ακουγόταν ποτέ. Κι ήτανε, λένε, τόσο γλυκομίλητος! – τόσο καλός! Πού τα ’βρισκε λοιπόν και τους τα ’στελνε :

- Έ, τι λες και συ, Σοφία; ρωτούσε η μάνα.

- Χμ, τι να λέω; απαντούσε αυτή σιγανά.

Κι ανασήκωνε τους ώμους.

- Εγώ λέω να τη ρωτήσουμε, είπε τότε η γριά.

- Όχι, όχι μητέρα, φώναξε τότε η Σοφία. Δε θα ’ταν σωστό.

Μα κείνη δε βάσταξε.

Και κάποιο Σαββατόβραδο, σαν ήρθε το κορίτσι κι έφερε το δέμα, η γριά τη ρώτησε με την ψιλή, ραγισμένη φωνή της:

- Δε μου λες, Ρηνούλα μου – και να με συμπαθάς κιόλας, παιδί μου, γιατί ο πατέρας σου, γιατί μάτια μου να κόβει απ’ τη μπουκιά, που λέει ο λόγος, της φαμελιάς του και να μας τα στέλνει εμάς; Δεν είναι κρίμα, παιδί μου ; Ε, τι λες και σύ; Και να με συμπαθάς κιόλας… Σάμπως περισσεύουνε σήμερα κανενός;

Η μικρή την άκουγε γελαστή. Πήγε να σταθεί λίγο, μα βιαζόταν.

- Μην ανησυχείς, κυρά Μαρία, της είπε τότε, ζυγώνοντας προς την πόρτα, καληνυχτίζοντας. Δεν είναι μόνο ο μπαμπάς. Είναι κι άλλοι, είναι πολλοί… Είπαν όλοι, τους άκουσα εγώ, είπαν όλοι, πως δε θα ’ταν σωστό να πεθάνουμε… Έτσι είπαν. Άλλοι πολεμάνε αλλιώς – και αλλού… Και μεις τότε, θα τους πολεμήσουμε δω, έτσι είπανε, τους άκουσα εγώ… Καληνύχτα τώρα. Και – τσιμουδιά.

Τους έκανε νόημα, φέρνοντας στο στόμα το δάχτυλο. Ύστερα έφυγε γρήγορα- έκλεισε βιαστική την πόρτα, κατρακύλησε τα σκαλιά.


Κι η νύχτα ξεχείλιζε, είχε μαζευτεί πολλή- πολλή. Το πηχτό της σκοτάδι τύλιξε την πολιτεία σα σάβανο, μπούκωσε σφιχτά τους δρόμους, τη λίμνη πέρα, το βουνό.

Οι γυναίκες είχανε γείρει να κοιμηθούν· κι ήτανε χορτασμένες – κι ευλογούσαν τον ουρανό. Μα, Θεέ μου – τι ήταν εκείνο το ξαφνικό; Πώς ήρθεν έτσι, πώς έγινε;

Δε είχε γλυκοχαράξει ακόμα κι έμοιαζε σα ν’ ανοίξανε διάπλατα οι ουρανοί και σα να ’σταζαν δάκρυα, που πέφταν πηχτά, σαν καφτό, αναλυτό σίδερο προς την κουρασμένη γης…

Κι έξω στους δρόμους, μυριάδες σάλπιγγες σα να προμηνούσανε τη Δεύτερη Παρουσία.

- «Σηκωθείτε, σηκωθείτε, νεκροί…», φώναζαν οι άγγελοι.

Κι ανέμιζαν τις ρομφαίες.

Μα κείνοι δεν έλεγαν να υπακούσουν. Σφιχταγκάλιαζαν τα μνημούρια τους, στέκαν ακούνητοι, πεισματικά, κι απαντούσαν με τα σκελετωμένα τους στόματα.

- «Η σειρά των ζωντανών, απαντούσαν. Ας σηκωθούνε πρώτα οι ζωντανοί».

Κι οι άγγελοι θύμωναν, αγριεύαν. Κι ήταν σα να ’σκιζαν τη νύχτα οι αστραπές, σα να τη γέμιζαν ρομφαίες…

- Θεέ μου, όνειρο θα ’ναι πετάχτηκε η Σοφία και φώναξε. Μάνα, μάνα, δε βλέπεις; Δεν ακούς τι γίνεται έξω;

Και σκουντούσε ξέφρενη τη γριά.

Εκείνη σαν κάτι να ’νιωθε, σαν κάτι ν’ άκουγε μέσ’ απ’ τον ύπνο της. Μα ήτανε, Θεέ μου τόσο κουρασμένη, κι ήτανε τόσο βαριά η καρδιά της…

…Δε μπορούσε να κουνηθεί, να ξυπνήσει. Δεν καταλάβαινε…

- Μάνα, σήκω. Σήκω απάνου, δεν ακούς; Χαλασμός κόσμου έξω, ξαναφώναξε η Σοφία.

Η γριά ανασηκώθηκε λίγο, τέντωσε τ’ αφτί.

Κι οι δυο γυναίκες τότε μόνο ακούσανε αυτό που γινότανε έξω, το ’βλεπαν και το ζούσανε κρυμμένες πίσω από το σκοτεινό παράθυρο.

Στην αρχή ήταν οι τουφεκιές. Έπεφταν αραιές απ’ τις τέσσερεις άκρες της πολιτείας, έσπαζαν την ησυχία της νύχτας, τήνε κομμάτιαζαν… Ύστερα, ξυπνούσε ανήσυχη τρομαγμένη η φτωχογειτονιά, αναμετριότανε θαρρείς με το Χάρο. Μέσα στο σύθαμπο της αυγής, είχαν ορμήσει με βία οι ξένες κουβέντες, το βάρβαρο μήνυμα:

«Μπλόκο. Μπλόκο…», ακουγότανε από δω.

«Μπλόκο. Μπλόκο…», αντιβούιζε από κει.

Κι έπαιρνε τη λέξη ο νυχτερινός άνεμος, τη σκόρπαε με χιλιάδες στόματα πέρα, στα μισοσκόταδα, και μέσα στις φοβισμένες καρδιές, που έτρεμαν. Κ’ η ταραχή τις επάγωνε. Ο τρόμος αλλοιθώριζε τα μάτια, έφτανε σα φριχτός αντίλαλος στο σκοτεινό απάνου παράθυρο, τρυπούσε σα βέλος τ’ αφτί. Κι ήτανε δίπλα κάποιο παιδάκι· κι έκλαιγε γοερά κι ασταμάτητα. Η μάνα ήταν κοντά. Οι κατάρες μισοάνοιγαν το στόμα της· το γέμιζαν χοχλακιστό μίσος κι ανάμεσα – ανασηκώνονταν ίσαμε τον πρωινόν ουρανό…

Οι δρόμοι και τα στενά, οι αυλές των σπιτιών κι η πλατεία πλημμύριζαν πράσινες κάμπιες και όπλα. Είχανε θαρρείς μαντρωθεί από ροδαλά κτήνη, που τα ξέρασαν τα σκοτάδια.

Κι οι άντρες, μουδιασμένες κι αναριγούσες σκιές, έστεκαν βουβοί στα πρώτα φέγγη της μοιραίας αυγής, πρόσμεναν μ’ αγωνία να φτάσει ο πρωινός θάνατος.

Οι δυο γυναίκες αγκαλιάζοντας το περβάζι, κοίταζαν, κοίταζαν- και δεν έβγαζαν τσιμουδιά. Στ’ αγριοβόρι κάτου πλανιόταν ο Χάρος κ’ η Τυραννία. Έμοιαζαν λαγωνικά, που οσμίστηκαν αγρίμια κ’ είχανε σκαρφαλώσει απάνου στο θαμπό κοντινό λόφο, κι ούρλιαζαν, αλυχτούσαν.

- Πρό-οσοχή… Πρό-οσοχή!... Όποιος κρυφτεί τον περιμένει ο θάνατος, με το σκυλίσιο ετούτο στόμα που μιλεί…

Κι η φτωχογειτονιά, κι οι δουλευτάδες κι οι φαμίλιες, που είχανε λαχταρίσει τον ήρεμο και χορτασμένον ύπνο, σηκώνονταν σα φαντάσματα αγουροξύπνητα, και μαζεύονταν εκεί, στην πλατεία. Πλούτιζαν τη φάλαγγα των μελλοθάνατων…


Στου Πρεκατέ την κάμαρα ανάδευε τις νυσταγμένες του φλόγες κάποιο μισοαναμμένο φως. Όλο τ’ ασκέρι βρίσκονταν σ’ αναστάτωση. Η μισόκοπη μάνα, τα κουτσούβελα, η Ρηνούλα. Έτρεχαν δώθε και κείθε μεσ’ τη φτωχική κάμαρα - και κοιτάζονταν αναμαλλιασμένες, αμίλητες. Η απόμακρη, σατανική φωνή είχε καλέσει όλους τους άντρες. Ό λ ο υ ς… Το λοιπόν, έπρεπε να πάει κι αυτός. Όποιος κρυφτεί τον περιμένει ο θάνατος. Δεν το ‘χε πει καθαρά, ντόμπρα και τίμια το χωνί;

Ο Πρεκατές στεκόταν ακόμα δίβουλος στην άκρη της μισοσκότεινης κάμαρας, την είχε μισοανοίξει κ’ έστεκε εκεί, τρέμοντας. Κοίταζε με απλανή, ξεθωριασμένα βλέμματα προς την πλατεία. Στ’ αφτιά του έφτανε κάτι σαν υπόκωφος στεναγμός. Μα δεν έλεγε, μήτε να ξεκινήσει μήτε να μείνει.

Ύστερα, γύριζε κ’ έβλεπε τα παιδιά, τη γυναίκα του. Κι η φωνή ξανακαλούσε, τραχιά, βάρβαρη. Νά τηνε! Ξέσκιζε τη θαμπωμένην ακόμη πρωινήν ατμόσφαιρα κ’ έφτανε ίσια στ’ αφτιά του, περούνιαζε την καρδιά, την κομμάτιαζε…

- «Αθώος εσύ, κι αγνός… Γιατί να πας; Μουρμούριζε μέσα του κάποια φωνή – την άκουγε κιόλας, που χάιδευε τώρα τ’ αφτιά του, τα ζύγωνε και του τα πλημμύριζε με ήχους. Και παραξενευότανε, ποιός, μα ποιος να ‘ταν αυτός που του τά’λεγε; (Αν πας εκεί – βρωμάει ψοφίμι κι αίμα στάζει… Κ’ είναι τα δάκρυα του μπλόκου, για ιδές, νεκρομάντηλα είναι, στον ατέλειωτο κι ανήλιαγο δρόμο των κατέργων… Εκεί συνάχτηκαν δάσος οι νεκρικοί σταυροί. Ξεφύτρωσαν μυριάδες τ’ αλουλούδιαστα τα μνημούρια… Δε βλέπεις… Δε βλέπεις)».

- Πού θα πας, χριστιανέ μου; Πού θέλεις να πας; του μουρμούριζε η γυναίκα του, καθώς είχε ξεπροβάλει λίγο πιο έξω στην πόρτα, για να κοιτάξει καλύτερα. Τι δουλειά έχεις εσύ μ’ αυτουνούς;

Γύρισε και την είδε μ’ ένα μάτι βαθύ, σκοτεινό.

- Σάμπως οι άλλοι; Τι έχουν οι άλλοι; Ψιθύρισε.

Και το μάτι του έσταζε δάκρυ…

- Εγώ λέω, να κάτσεις εδώ… είπε αυταρχικά η γυναίκα. Να μην πας πουθενά! Και ν’ αφήσεις τις κουβέντες. Νά, κοίτα! Γαντζώσου κάπου εκεί – και κρύψου!...

Και του ’δειχνε με κομμένη φωνή τη ντουλάπα, το κρεββάτι από κάτου – ψηλά, το ταβάνι…

- Ποιος θα σε ιδεί; Ποιος θα ’ρθει; Εσένα θα κοιτάζουνε τώρα;

- Κι αν έρθουν; τη ρώτησε απότομα αυτός. Θα ’θελες να μου τη φυτέψουν εδώ, μπροστά στα παιδιά; Τι φταίνε αυτά, τι χρωστάνε για μια τέτοια σκηνή; Δε θα ’ταν καλύτερο να … Σάμπως όλοι που θα πάνε, θα…

- Καλύτερο θα ’ταν… Καλύτερο θα ’ταν το άλλο – να λείπαν αυτά, ξανά ’πε εκείνη, σαστισμένη. Δεν ξέρω, δεν ξέρω!... είπε ύστερα. Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις. Ό,τι σε φωτίσει ο Θεός!

Και μπήκε μέσα, μάζεψε τα παιδιά.

Ο Πρεκατές έστεκε ακόμη στην πόρτα. Τριβέλιζαν το μυαλό του οι σκέψεις: Θεέ μου, μουρμούριζε, γιατί να μπαίνω σε μια τέτοια δοκιμασία; Εγώ δεν έχω πειράξει ποτέ άνθρωπο. Κανέναν άνθρωπο. Ξέρεις εσύ· μήτε το φίλο, μήτε τον οχτρό μου. Καλό να μπορούσα, τους έκανα. Κακό, σε κανέναν, ποτέ… Έφυγα ποτέ απ’ το δρόμο Σου, πες μου, έ φ υ γ α; Κι αν τα χέρια μου είναι ροζιασμένα, κι αν συνήθισαν να δουλεύουνε, χρόνια τώρα, μόνο το σκαρπέλο, έτσι που να μη μπορούνε σήμερα ν’ αδράξουνε το όπλο, αν τα στέρνα μου είναι κρύα και στέκουν στενά, φοβισμένα, μήτε και μπορούνε να χωρέσουν τον φλογερό, τον πανανθρώπινο παλμό των σκλάβων, δε φταίω εγώ… Δεν το μπορώ, Θεέ μου, δεν το μπορώ, κι ας το θέλω!... Σε τούτη τη μεγάλη αντάρτισσα, τη Γης, πολύ που πιάνω τόσον τόπο, τόσον τόπο!...

Η φωνή ξανακούστηκε τελευταία φορά. Ύστερα έσβησε. Ο σκοτεινός της αντίλαλος τρύπωσε στ’ αφτιά του Πρεκατέ, βούιζε. Στριφογύριζε και μέσα του, σαν ηχώ δαιμονισμένη – δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Τον έκανε κι ανατρίχιαζε…

Μπήκε μέσα στην κάμαρα, άρπαξε το παμπάλαιο λεκιασμένο παλτό του, το ’ριξε απάνω του βιαστικά. Του ’ρχότανε λίγο κοντό. Τα μανίκια κρεμούσαν, μα δεν πρόσεχε, δεν έβλεπε τίποτα.

Και ξεκίνησε, κάνοντας το σταυρό του.

Η γυναίκα τον έβλεπε να φεύγει σαν ίσκιος, να χάνεται μέσ’ στο θαμπόφωτο της αυγής. Μιαν αστραπή πέρασε μέσα της, ένα ρίγος που την κλόνισε σύγκορμα: Μη, μη!... έμπηξε μια φωνή. Σύρθηκε ξωπίσω του. Τον αγκάλιασε, τον ικέτευε. Κι έστεκε μπροστά του, του ’φραζε το δρόμο…

Τα παιδιά έτρεξαν κοντά. Δεν ένιωθαν αυτά, δεν καταλάβαιναν. Μα βλέποντας τη μάνα τους τόσο ταραγμένη, έμπηξαν τα κλάματα, μπερδεύονταν, περδικλώνονταν στα πόδια του πατέρα και φώναζαν, όλο φώναζαν κι αυτά:

- «Μη, μπαμπά, μη…».

Ήταν σα να τον ξεπροβόδαγαν για μακρινό, φουρτουνιασμένο ταξίδι απ’ όπου μπορεί και να μη γυρνούσε ποτέ…

- Έχ, βρε γυναίκα, τι μου κάνεις! μουρμούρισε αυτός με σπασμένη φωνή.

Δε μ’ άφηνες, χριστιανή μου, να πάω στο καλό του Θεού; Προτιμάς να ’ρθουνε να με μακελέψουν εδώ, μπροστά στα παιδιά;

Η γυναίκα τον άφησε τότε.

Και κείνος τράβηξε να ’βρει τη μοίρα του εκεί. Εκεί όπου είχανε συναχτεί πια οι δραπέτες της Κόλασης, οι μαύροι οι μασκοφόροι – και ξεδιαλέγαν τα σφαχτά. Ανάμεσά τους αλώνιζε και ο Κοσμετάτος, ο κακός πάντα γείτονας, με την ολοκαίνουργια πέτσινη στολή του – και τ’ αλλοίθωρο μάτι του. Οι γυναίκες τον κοίταζαν από το παράθυρο – κι αναριγούσαν.

Όλο κρύβονταν να μη λάχει και τις πιάσει η ματιά του…

- Στο καλό. Και με τη βοήθεια του Θεού! μουρμούριζε τώρα η γυναίκα του Πρεκατέ.

Και τον σταύρωνε από πίσω, καθώς χάνονταν στο μισοσκόταδο.

Η Ρηνούλα μάζεψε τα παιδιά. Μπήκαν όλοι μέσα. Μα πού να ξαναξαπλώσει κανείς στο κρεββάτι; Έστεκαν όλοι στο πόδι, προσμένοντας, προσμένοντας με λαχτάρα, καρτερώντας με σφιγμένη καρδιά.

Κι ο Πρεκατές βρέθηκε σε λίγο ανάμεσα στο τσούρμο των σκλάβων. Οι ευχές της γυναίκας, οι σταυροί της, έφεγγαν μέσ’ στην ψυχή του σα φάρος, που φώτιζε τη σκοτεινή, θαλασσοδαρμένη, πορεία του.

- Θεούλη μου, έλεγε, Θεούλη μου, παρακαλούσε, καθώς τρέμοντας τριγυρνούσε στην αναταραγμένη πλατεία, ανάμεσα σε γνωστούς και άγνωστους. Μικρό σκουλήκι καθώς είμαι, ταπεινό και φρόνιμο, ένα απ’ τα εκατομμύρια τα σερπετά σου, που ασήμαντα περπατάνε και αναστενάζουν πάνου στη γης, βόηθα οι μπότες των εχτρών να μη με στίψουν…

Και τριγυρνούσε αμήχανος, φοβισμένος. Έπιασε μιαν απόμερη γωνιά. Και κει, Θεέ μου! Τι παράξενη, τι ξαφνική ιδέα ήταν αυτή; Είχε ζυγώσει τον κορμό ενός δέντρου. Το φύλλωμά του, σα να τον σκέπαζε προστατευτικά. « - Αν ανέβαινε απάνου;» πέρασε απ’ το μυαλό του η ξαφνική ιδέα, τον φώτισε σαν αστραπή; « - Ποιος θα μ’ έβλεπε, ποιος; Μπορεί και να γλύτωνα…» ξανά ’πε μέσα του. Και ψευτογέλασε θλιβερά.

Χωρίς να χάνει καιρό, σκαρφαλώνει σαν αίλουρος στο δεντρί, θωρεί από πάνου απ’ τα κλωνάρια του το συρφετό, που αναδεύει από κάτου, που αναστενάζει πιο πέρα, που ετοιμάζεται για τα κάτεργα, για το θάνατο… Νιώθει μια σιγουριά μέσα του. Η ελπίδα της σωτηρίας του χαμογελά.

- Θεούλη μου, ξαναλέει. Δώσε ως το τέλος, δώσε να σωθώ… Για τη γυναίκα μου, Θεέ μου, για τα παιδιά…

Μα δεν προλαβαίνει να χαρεί άλλο την ευτυχία του. Νάτος! Ζυγώνει ο ροδαλός κανίβαλος, η πράσινη κάμπια.

- Nieder, du! Schell nieder, του φωνάζει καθώς απλώνει τη μούρη του προς τα πάνου και τον θωρεί παραξενεμένος, αγριωπός.

- Ρε πατριώτη, πετιέται ο Πρεκατές από πάνου από το δέντρο – και τρέμει, χάνει τα λόγια του. Άσε με μένα. Πού να πάω; Έχω παιδιά…

Δεν ξέρει τι λέει, δεν ξέρει πια τι να κάμει. Και παρακαλεί, γαντζώνει γερά στο κλαδί, δε λέει να κατεβεί – το αγκάλιασε σαν τραγικός παλιάτσος. Φτωχοκούρελα και κλαδί γενήκαν ένα. Σα να σφιχτάδραξε ο φουκαράς ο Πρεκατές το κλαδί της Ζωής – και να μη τού ’κανε καρδιά να ξεκολλήσει…

Ο άλλος δεν καταλαβαίνει: gesagt, ούρλιαζε. Ich sagte trette aus!

Και τεντώνει απάνω του την κάννη του όπλλου.

- Μη μη!... κάνει ο Πρεκατές. Έχω παιδιά… Αν είσαι Χριστιανός, άσε με, καλά είμαι εδώ… Ποιος μπορεί να με ιδεί; Άσε με, να χαρείς, άσε με…

Και παζαρεύει, ζητιανεύει τη ζωή του.

- Nieder, Maül! Ξελαρυγγιάζεται ο άλλος.

Ο Πρεκατές, τίποτα! Σα να μην ακούει πια, σα να μην καταλαβαίνει τίποτα. Μυξοκλαίει μόνο, παρακαλεί πάντα.

Κι η ντουφεκιά – πώς την είδε ν’ αστράφτει μπροστά στα μάτια του ο Πρεκατές, πώς τέντωσε το χέρι την ύστατη στιγμή, σα να ’θελε να την προλάβει. Κι η ντουφεκιά τού σταμάτησε τα παρακάλια και τα μυξοκλάματα. Θαρρετή, πέρασε απάνω του, τίναξε λίγα φύλλα, τα σκόρπισε πέρα και ξεγάντζωσε το κορμί του Πρεκατέ. Το ’φερε χάμου βαρύ, μολυβένινο. Κι ύστερα υψώθηκε γρήγορα προς τον ουρανό, τον ζύγωσε κατάσαρκα και τον καταξέσκισε. Κι έλαβε την τιμή ν’ αναφέρει πως ο νόμος είχε τηρηθεί κατά γράμμα – το καθήκον είχε εκτελεσθεί.

- Dura lex, sed lex, ακούστηκε να μουρμουρίζει αυτός, με το γκριζογάλανο στόμα του.


Είχε αρχίσει πια να ξημερώνει. Ο κατακόκκινος φλογάτος ήλιος ξεμύτιζε δω ψηλά, στο βουνό, κι ήταν αμέριμνος, μαχμουρλής. Παιχνίδιζε κιόλας απάνου στις στέγες της πολιτείας και στις δενδροστοιχίες.

Μέσα στην αναταραχή, οι άλλοι της πολιτείας πού να προσέξουν πού να γυρίσουν να ιδούν το πληγωμένο πουλί, που ξεψυχούσε κει κάτου, στα χώματα, χωρίς καν να προλάβει ν’ αναστενάξει…

Μόνο η Σοφία το είδε πάνου απ’ το παράθυρο, το πρόσεχε από ώρα.

Έτρεξε και κατέβηκε τα σκαλιά, αψηφώντας τον Κοσμετάτο, ξεχνώντας τον ολότελα, ζύγωσε στην πλατεία.

Εκεί στην ακρούλα έστεκε η Ρηνούλα. Και, τι παράξενο, Θεέ μου, αυτό το κορίτσι, τι σιωπηλό. Δεν έκλαιγε. Δε φαινόταν καθόλου να κλαίει. Μόνο έσφιγγε γερά τις γροθιές του…

Και στεκόταν εκεί, κοκκαλωμένο κι απόμερο, κοίταζε απέναντι, στον αντικρινόν ορίζοντα, πού ήτανε τώρα βαμμένος στο αίμα του ήλιου.

Ο κάμπος γέμισε παπαρούνες και αίμα, σκεφτόταν. Κ’ οι παπαρούνες καλά το λένε, προμηνάνε την άνοιξη.

Μια άνοιξη δίχως πατέρα.





ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Για τους πεσόντες στην κατοχή Αγρινιώτες

Και

Για όλους τους Ρωμιούς – θύματα του ναζισμού

Του Γιάννη Ρίτσου

Τόπος ιερός, εδώ που οι αντίχριστοι ξανασταύρωσαν το Χριστό και την Ελλάδα,

κ' είταν Παρασκευή Μεγάλη, 14 του Απρίλη,

και κει που η γης ανάβρυζε κρινάκια, παπαρούνες χαμομήλια για το Πάσχα

σκάφτηκαν τάφοι και στους τάφους δε χωρούσαν οι λεβέντες,

και μες στα σπλάχνα δε χωρούσε τόσος πόνος.

Κι' είταν το Αγρίνι ολάκερο ένας Επιτάφιος μ' όλα του τα κεριά σβησμένα

Κι αντίς καμπάνες απ' τον όρθρο ως το σπερνό, ντουφεκιές ακούγονταν,

κ' οι κρεμασμένοι σάλευαν σαν καβαλάρηδες του ανέμου κ' έφευγαν πάνω απ' το χρόνο

και μες στο απόβροχο, τη νύχτα της Ανάστασης, τ' άστρα που βγήκανε, λάμψη δεν είχαν

κ' είτανε τ' άστρα σα βρασμένο στάρι για τα κόλλυβα των σκοτωμένων,

στάρι πιτσιλισμένο μαύρη ζάχαρη, μαύρη σταφίδα, μαύρο ρόϊδι,

και στις αυλές, την άλλη μέρα, αντίς αρνιά να ψήνονται, τραγούδια ν΄αντηχούνε,

κ' ήλιοι τα πορτοκάλια, μες απ' τα πλυμένα φύλλα, να φωτίζουν του χορού τις δίπλες,

μουγκός ο θρήνος και μουγκή η κατάρα πνίγονταν μες στης σκλαβιάς το μαύρο φόβο,

'Αϊ, μανάδες Αγρινιώτισσες, τι μαύρο πουν' το μαύρο χρώμα,

η μαύρη νύχτα και το μαύρο σας σταυροδετό τσεμπέρι,

το κυπαρίσσι της σιωπής στο μαύρο κορφοβούνι

ως και της λεμονίτσας τ' άσπρα λουλουδάκια μαύρισαν κ' εκείνα

ως και το κόκκινο αίμα των παιδιών σας μαυρολογούσε πάνω στα λιθάρια.

'Αϊ, μανάδες Αγρινιώτισσες, μαύρος καημός που βόσκησε τα φύλλα της καρδιάς σας,

όμως το γαίμα των παιδιώνε σας βγαίνει πάνω απ' το μαύρο

κόκκινο της θυσίας, της αγρύπνιας κόκκινο,

κόκκινο της αυγής και της ελπίδας,

το κόκκινο της λευτεριάς, κόκκινο κατακόκκινο.

Βάφει τ' αυγά της νέας Λαμπρής και του μπαξέ σας τα τριανταφυλλάκια,

βάφει και τα πουκαμισάκια τους τα τρυπημένα από τα βόλια

και τα πουκαμισάκια τους πλατειές σημαίες αγερολάμνουν

κ' οι νιοι λεβέντες τα κρατούν και παν μπροστά στην ιστορία.

Και νάτοι ολόμπροστα, να ο Χρήστος, κι ο Αβραάμ, νάτος κι ο Πάνος,

Νάτος κι ο κάπταν Λίας, να κι ο Πάσχος, 19 χρονώ παλληκαράκι,

νάτοι οι 120 Αγρινιώτες μπρος στην μάντρα της Αγιά Τριάδας,

να κ' οι 55 εκεί στο σταυροδρόμι που περνάει το τραίνο Αγρίνι-Μεσολόγγι, φορτωμένο μήλα,

να κ' οι 200 της Πρωτομαγιάς στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής με τις αγριομολόχες,

να το προσφυγολόι της Κοκκινιάς με τα μεγάλα δαφνοκλάδια της Δημοκρατίας

να και το Δίστομο, το Κούρνοβο, και τα Καλάβρυτα με τα κομμένα σπίτια,

νάτος κι ο Γοργοπόταμος- με το γιοφύρι του σαν κόκκινο άλογο ορθωμένο,

να κ' οι αγωνιστές του21

και οι άλλοι πριν, κ' οι άλλοι μετά,

παιδιά μας, τα παιδιά μας με σημαίες μεγάλες.

Μπροστά, μπροστά, κατάμπροστα,

μέσα στο φως που πρόβαλε μεγάλο απ' τις πληγές τους,

μπροστά, μπροστά, φωνάζοντας:

εκεί που η Λευτεριά ανατέλλει απ' το αίμα μας, θάνατος δεν υπάρχει.

Λοιπόν μην κλαίτε μάνες Αγρινιώτισσες, θάνατος δεν υπάρχει

μόνο τα χέρια δώστε, αδέλφια μου, να βασιλέψει ειρήνη,

ν' ανθίσει γέλιο στις ματιές, να λάμψει ο κόσμος όλος,

κι όλος ο κόσμος μια φωνή να τραγουδήσει: Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη.

Αθήνα, 4 V 80

Γιάννης Ρίτσος











Δημήτρης Γιάκος

Πεζογράφος και κριτικός. Γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1914. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, 1942, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε και μαθήματα ελληνικής και γαλλικής φιλολογίας. Εργάστηκε από το 1936 έως το 1960 στην Κεντρική Υπηρεσία τού Υπουργείου Παιδείας, και από το 1960 έως το 1968 στην Αρχαιολογική Υπηρεσία τής Προεδρίας τής Κυβερνήσεως, απ' όπου θα απολυθεί από το τότε καθεστώς, για ν' αποκατασταθεί το 1974. Η πνευματική του δράση υπήρξε πολυσχιδής, τόσο από πλευράς διδασκαλικής όσο και συγγραφικής. Οι εφημερίδες τού Αγρινίου «Φως», «Νέα Εποχή» κ.ά. θα φιλοξενήσουν τις πρώτες του πεζογραφικές προσπάθειες, ενισχύοντας την αυτοπεποίθηση τού νεαρού τότε μαθητή. Μετά την εγκατάστασή του στην Αθήνα θα εξακολουθήσει να αναζητά την λογοτεχνική του ταυτότητα συμμετέχοντας σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, και δημοσιεύοντας έργα του σε εβδομαδιαία περιοδικά, όπως «Εβδομάς», «Ξεκίνημα», «Έσπερος» κ.ά. Η επίσημη είσοδός του στην ελληνική λογοτεχνία γίνεται με τη συλλογή διηγημάτων «Στην καινούρια μας γειτονιά» (1944). Ακολουθεί μια πληθώρα έργων που περιλαμβάνουν από διηγήματα και μυθιστορήματα, μέχρι εμβριθή μελετήματα και κριτικά δοκίμια. Καίρια στάθηκε η συμβολή του, ως επιμελητής ύλης και συντάκτης, στην ολοκλήρωση τής Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας τού Χάρη Πάτση. Δίδαξε, ακόμη, Ιστορία τής Λογοτεχνίας και του θεάτρου σε Καλλιτεχνικές και Δημοσιογραφικές Σχολές, και χρημάτισε Διευθυντής Σύνταξης της έγχρωμης Εγκυκλοπαίδειας «Για σας παιδιά».Έλαβε πολλές και σημαντικές διακρίσεις, όπως λογοτεχνικά βραβεία και τιμητικούς επαίνους. Αξίζει να αναφέρουμε τα ακόλουθα: μετάλλιο Πνευματικού Κέντρου Δήμου Αγρινίου 20 Μαΐου 1984 . Αναμνηστικό μετάλλιο Εθνικής Αντίστασης 1941-1945, 20 Οκτωβρίου 1987. Μετάλλιο Λαογραφικού Μουσείου Αιτωλίας, 1991. Από την πληθωρική του εργογραφία μνημονεύουμε τα διηγήματα «Ο δρόμος τής Χαραυγής» 1953, «Καλή σου νύχτα, Ιβάν» κρατικό βραβείο, 1987.το μυθιστόρημα «Κάτω από το βλέμμα τού θεού» βραβευμένο από το περιοδικό «Μορφές» τής θεσ/νίκης, 1950. τα μελετήματα « Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, ο ποιητής, ο πεζογράφος, ο κριτικός» 1951, «Λυρικοί της Ρούμελης» 1952, «Συμπληρώματα στην Παγκόσμια Ιστορία της Λογοτεχνίας του Έρβιν Λάατς και στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Ηλία Βουτιερίδη» 1966 και 1976. τα παιδικά «Τα σήμαντρα της Αγια-Σοφιάς», «Δέκα άνθρωποι» 1956, «Ανθολογία Ελληνικού Παιδικού Διηγήματος» με τη συνεργασία τού 'Αλκη Τροπαιάτη, 7 τόμοι, 1956-1979.















ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Στίχοι: Κώστας Βάρναλης
Μουσική: Λουκάς Θάνου
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Άλλες ερμηνείες: Γιάννης Χαρούλης


Πού να σε κρύψω γιόκα μου
να μη σε φτάνουν οι κακοί
σε ποιο νησί του ωκεανού
σε πια κορφή ερημική.

Δε θα σε μάθω να μιλάς
και τ' άδικο φωνάξεις
ξέρω πως θα χεις την καρδιά
τόσο καλή τόσο γλυκή
που μες τα βρόχια της οργής
ταχειά, ταχειά θε να σπαράξεις.

Συ θα'χεις μάτια γαλανά
θα 'χεις κορμάκι τρυφερό
θα σε φυλάω από ματιά κακή
και από κακό καιρό

Από το πρώτο ξάφνιασμα
της ξυπνημένης νιότης
δεν είσαι συ για μάχητες
δεν είσαι συ για το σταυρό
εσύ νοικοκερόπουλο
όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης

Κι αν κάποτε τα φρένα σου
το δίκιο φως της αστραπής
κι αν η αλήθεια σου ζητήσουνε
παιδάκι μου να μην τα πεις

Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν
το φως να το σηκώσουν
δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή
απ' την αλήθεια της σιωπής
χίλιες φορές να γεννηθείς
τόσες, τόσες θα σε σταυρώσουν










...κόκκινο της θυσίας, της αγρύπνιας κόκκινο,

κόκκινο της αυγής και της ελπίδας,

το κόκκινο της λευτεριάς, κόκκινο κατακόκκινο.

Βάφει τ' αυγά της νέας Λαμπρής και του μπαξέ σας τα τριανταφυλλάκια...