Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

Αλλά η θάλασσα επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και παρηγορεί..Κώστας Καρυωτάκης








ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ

Κώστας Καρυωτάκης

Ι

Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ' όνομά της είναι ένα θαυμαστικό.

Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρισμά της. Χωρίς άλλο θα κατέβαινα από μια κορφή, φέρνοντας αγκαλιές λουλούδια. Παιδί ακόμα, εσκεπτόμουν το ρυθμό του φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στην αμμουδιά, εταξίδευα με τα καράβια που περνούσαν. Ένας κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οι αύρες μού άγγιζαν τα μαλλιά. Άστραφτε η μέρα στο πρόσωπό μου και στα χαλίκια. Όλα μου ήταν ευπρόσδεκτα: ο ήλιος, τα λευκά σύννεφα, η μακρινή βοή της.

Αλλά η θάλασσα επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και παρηγορεί.

Είδα πολλά λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες επήγαιναν δώθε κείθε σαν εύθυμοι μικροί μαθητές. Κουρασμένα πλοία, με ονόματα περίεργα, εξωτικά, ύψωναν κάθε πρωί τη σκιά τους. Άνθρωποι σκεφτικοί, ώριμοι από την άλμη, ανέβαιναν σταθερά τις απότομες, κρεμαστές σκάλες. Άγρια περιστέρια ζυγίζονταν στις κεραίες.

Ύστερα ενύχτωσε. Μια κόκκινη γραμμή στον ορίζοντα, μόλις έβρισκε απάντηση στις ράχες των μεγάλων, αργών κυμάτων. Εσάλευαν σαν από κάποια μυστική, εσωτερική αιτία, και άπλωναν πλησιάζοντας, για να σπάσουν απαλά, βουβά. Όλα τ' άλλα -- ο ουρανός, τα βουνά αντίκρυ, το ανοιχτό πέλαγος -- ένα τεράστιο μαύρο παραπέτασμα.

ΙΙ

Έζησε κανείς θλιβερά πράγματα. (Σπίτια μαύρα, κλειστά. Αναιμικά, εξόριστα δέντρα του δρόμου. Η «μαντάμα» μετράει απογοητευμένη τις μάρκες της. Στην πλατεία οι λούστροι, κουρασμένοι να κάθονται, σηκώνονται και παίζουν μεταξύ τους. Ο νέος νομάρχης, με μονόκλ, επροσφώνησε τους υπαλλήλους. Δίπλα εξύπνησαν για να πάρουν το τρένο. Ποτά ανδρών 10 δρ., ποτά γυναικών 32,50 δρ.) Στον άνεμο ανοίγει ένα παράθυρο, κ' έρχεται μπροστά μας. Όλα ξεχνιούνται. Είναι εκεί, άσπιλη, απέραντη, αιώνια. Με το πλατύ της γέλιο σκεπάζει την ασχήμια της. Με τη βαθύτητά της μυκτηρίζει. Η ψυχή του εμπόρου πεθαμένη και περπατεί. Η ψυχή της κοσμικής κυρίας φορεί τα πατίνια της, η ψυχή του ανθρώπου λούζεται στην αγνότητα της θαλάσσης. Βρίσκει η νοσταλγία μας διέξοδο και ο πόνος μας την έκφρασή του.





ΘΑΛΑΣΣΑ

Μουσική - Στίχοι: Κώστας Μουντάκης
Ερμηνεία: Μελίνα Κανά

Μεσοπέλαγα αρμενίζω κι έχω πλώρα τον καημό
κι έχω την αγάπη πρύμα κι άλμπουρο τον χωρισμό

Θάλασσα, μη με διώχνεις μακριά
Χωρισμέ, μου ματώνεις την καρδιά

Την κορφή του Ψηλορείτη με παράπονο θωρώ
και με δάκρυα απ' την Κρήτη φεύγω κι αποχαιρετώ

Θάλασσα, μη με διώχνεις μακριά
Χωρισμέ, μου 'χεις κάψει την καρδιά

Μαύρη μοίρα το 'χει γράψει, να μακραίνω, να χαθώ
και να ζω μακριά απ' την Κρήτη κι από κείνη π' αγαπώ

Θάλασσα, μη με διώχνεις μακριά
Χωρισμέ, μου 'χεις κάψει την καρδιά


Θάλασσα (Μελίνα Κανά)





ΑΡΜΕΝΑΚΙ

Μουσική - Στίχοι: Παραδοσιακό
Ερμηνεία: Μελίνα Κανά

Αρμενάκι είμαι, κυρά μου, πάρε με,
πάρε με, έλα πάρε με...

Στείλε βάρκα να με πάρεις, πάρε με,
πάρε με, έλα πάρε με...

Άνοιξε την αγκαλιά σου, βάλε με,
βάλε με, έλα βάλε με...

Αρμενάκι (Μελίνα Κανά)




Θάλασσα

Στίχοι: Ελεάνα Βραχάλη
Μουσική: Μιχάλης Χατζηγιάννης
Πρώτη εκτέλεση: Μιχάλης Χατζηγιάννης

Αγκαλιά να με πάρεις θάλασσά μου εσύ
τη μπορώ την αρμύρα και ας είναι πληγή.
Γίνε δρόμος και μοίρα θάλασσά μου και πες
τι σημαίνουν οι λέξεις αλλά κι οι σιωπές.

Αν με ζητήσει κανείς
δεν υπάρχω εγώ γίναμε ένα να πεις.
Μέσα σου χάθηκα πια
απ το λίγο που ζω ας πνιγώ στα βαθιά.
Αν με ζητήσει κανείς
θάλασσα σώσε με κάτι να βρεις να τους πεις.

Μέσα στα κύματά σου να με κρύβεις εδώ
από ψέμα κι ανθρώπους πλημμυρίζει ο καημός.

Αν με ζητήσει κανείς
δεν υπάρχω εγώ γίναμε ένα να πεις.
Μέσα σου χάθηκα πια
απ το λίγο που ζω ας πνιγώ στα βαθιά.
Αν με ζητήσει κανείς
θάλασσα σώσε με κάτι να βρεις να τους πεις.


Θάλασσα - Μιχάλης Χατζηγιάννης




Θάλασσα πλατιά

Θάλασσα πλατιά
σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις
θάλασσα βαθιά
μια στιγμή δεν ησυχάζεις
λες κι έχεις καρδιά
τη δικιά μου την μικρούλα την καρδιά

Όνειρα τρελά
που πετούν στο κύμα πάνω
φτάνουν στην καρδιά
και τα νιάτα μας ξυπνάνε
όνειρα τρελά
και οι πόθοι φτερουγίζουν σαν πουλιά

Έχω έναν καημό
που με τρώει γλυκά και με λιώνει
έχω ένα καημό θα 'ρθω να στον πω
αδερφή μου εσύ θάλασσα που σ' αγαπώ

Κύματα πουλιά
στα ταξίδια σας που πάτε
τα αλαργινά
την κρυφή μου λύπη πάρτε
κι απο 'κει μακριά
να μου φέρετε κι εμένα τη χαρά





mar extenso

oh mar extenso
te amo porque te pareces a mi
oh mar profundo
no te calmas ni por un solo momento
y como tienes un corazón
mi propio corazoncito (mi propio pequeño corazon)

sueños locos
que vuelan en una ola
que alcanzan el corazon
i despiertan tu juventud
sueños locos
y pasiones revolotean como pájaros

tengo un deseo
que me molesta y toma mi tiempo
tengo un deseo
vendré para decírtelo
oh hermana mia, tu mar, que yo quiero

pájaros agitados
en los dias tu vas
en los dias distantes
tomas mis desgracias
y te las llevas lejos de aqui
y me traes gozo tambien


Μάνος Χατζιδάκης-Θάλασσα Πλατειά






Όταν σωπαίνει η θάλασσα

Στίχοι: Μη διαθέσιμο
Μουσική: Μη διαθέσιμο
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Σκουλάς

Όταν σωπαίνει η θάλασσα
και ο ουρανός κοιμάται
πιάνω ρωτά τ΄αστέρια του
να δω ποιος με θυμάται

Όμως κανένα δε μιλά
σαν να μη με γνωρίζει
μένουν όλα σιωπηλά
και ούτε ένα δε δακρύζει

Όταν τ' αστέρια σβήνουνε
και ο ουρανός ξυπνάει
πιάνω ρωτώ τα σύννεφα
να δω ποιος με ξεχνάει

Όμως κανένα δε μιλά
σαν να μη με γνωρίζει
μένουν όλα σιωπηλά
και ούτε ένα δε δακρύζει

Όταν σωπαίνει η θάλασσα
και ο ουρανός κοιμάται
μένει η ψυχή μου ξάγρυπνη
και όπου ποθεί θυμάται


ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΚΟΥΛΑΣ- Όταν Σωπαίνει η Θάλασσα




Θάλασσα του πρωϊού

Στίχοι: Κωνσταντίνος Καβάφης
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης

Εδώ ας σταθώ.Κι ας δω κ΄εγώ τη φύσι λίγο.
Θάλασσα του πρωϊού και ενέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά και κίτρινη όχθη όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Εδώ ας σταθώ.Κι ας γελασθώ που βλέπω αυτά
(τα ΄δα αλήθεια μια στιγμή σα πρωτοστάθηκα)
και όχι κ΄ εδώ τες φαντασιές μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής



Morning Sea

Let me stop here. Let me, too, look at nature awhile.
The brilliant blue of the morning sea, of the cloudless sky,
the shore yellow; all lovely,
all bathed in light

Let me stand here. And let me pretend I see all this
(I actually did see it for a minute when I first stopped)
and not my usual day-dreams here too,
my memories, those sensual images.


Θάλασσα του Πρωιού - K. Kαβάφης




Μια θάλασσα μικρή

Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Διονύσης Σαββόπουλος
Άλλες ερμηνείες: Διονύσης Σαββόπουλος
& Αλέκα Κανελλίδου,Γιώργος Νταλάρας

Μια θάλασσα μικρή,
μια θάλασσα μικρή
είναι το καλοκαίρι μου,
ο έρωτάς μου, ο πόνος μου

Μια θάλασσα μικρή
στα δυο σου μάτια φέγγει
κάθε πρωί

Μια θάλασσα μικρή
στο δάκρυ στο τραγούδι,
στο κάθε σου φιλί
Μια θάλασσα μικρή

Μια θάλασσα μικρή,
μια θάλασσα μικρή
και στη γωνιά η στάμνα μου
για ένα καλοκαίρι
ήσουνα εσύ

Σε τραγουδούσα εγώ
σαν τις χορδές του ανέμου
στα μαύρα σου μαλλιά

Σ' ακολουθούσα εγώ
σαν το ψηλό χορτάρι
τον άνεμο
Σε τραγουδούσα εγώ

Μια θάλασσα μικρή,
μια θάλασσα μικρή
πικρά σ' αποχαιρέτησε,
σε περιμένει
Μια θάλασσα μικρή


Dionysis Savvopoulos - Mia thalassa mikri




ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Στίχοι: Ερρίκος Θαλασσινός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού
Άλλες ερμηνείες: Δήμητρα Γαλάνη
Χαρούλα Αλεξίου & Μαρινέλλα

Τον ήλιο είχες αγκαλιά
βασιλικό στο χέρι
και προς το μέρος της καρδιάς
κάτασπρο περιστέρι.

Πέρα από τη θάλασσα, πέρα από τα δάση
βρήκα την αγάπη μου που την είχα χάσει.
Πέρασαν τα όνειρα, πέρασαν τα πάθη
έλαμψε σαν άνοιξη η δική σου αγάπη.

Το Μάη είχες στα μαλλιά
γαρίφαλο στα χείλη
στα μάτια και στο μέτωπο
την ομορφιά τ' Απρίλη.


Beyond the reaches of the sea

The sun you had him in your arms
basil at your fingers
and on the side of your heart
a pure white pigeon.

Beyond the reaches of the sea beyond the side of forests
I found my love whom I had lost.
Long ago gone are the dreams, long gone is the pathos
and your love shone brightly like the spring.

You held May on your hair
carnation on your lips
on your eyes and forehead
the loveliness of April.

Από το άλμπουμ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΟΣΟ Σ ΑΓΑΠΩ
Α' εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού στην ταινία
του Ντίνου Δημόπουλου «ΚΑΤΗΓΟΡΩ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ», το 1965.

Both the song and the singer are great,
but a whole minute is missing thanks to the film's director.
Composer: Giannis Markopoulos
Lyrics: Errikos Thalassinos.
(From the film "Katigoro tous anthropous".)


Vicky Mosholiou - Pera apo ti thalassa (1966)




Eleni Tsaligopoulou - Thalassografia


Eleni Tsaligopoulou and her own mystical version
of "Thalassografia", a song originally by Dionisis Savvopoulos




O Mare e Tu, The Sea and You - Andrea Bocelli & Dulce Pontes




Os regalo un poco de mar





El mar de tu sentir - Vicente Amigo, Jose Parra






Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη
Γιατί έχει την όψη του ιδανικού
Και τ' όνομά της είναι ένα θαυμαστικό


Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

Σαν το χαμόγελό σου Σαν το ψωμί στα χέρια που αγκάλιασαν ευαίσθητα βρέφη Σαν τους ισόβια μοναχικούς του πνεύματος.. Γιώργος Δουατζής








Ελπίδα

Ελπίδα, σε είδα να ορθώνεις το κορμί, μόνο χορεύοντας με τα χέρια υψωμένα. Τότε που η γλώσσα του σώματος έκλεινε το στόμα. Κι έτσι δεν μπόρεσες να πείς ξανά: Ως κι οι ποιητές πεθαίνουν...

Της Στροφής, ο ένας
των Τυφλών με το λύχνο, ο ένας
των Προσανατολισμών, ο ένας
της Ενδοχώρας, ο ένας
της Ελένης, ο άλλος

Ολοι αυτοί και τόσοι άλλοι, έπρεπε να ασπρίσουν για να σκύψουν στους ουρανούς και να τους ανακαλύψουν βαθύτερα ως τεθνεώτες; Κι αφού οι γέροντες βάζουν πάντα το παρελθόν σε τάξη, αυτοί γιατί ποτέ δεν προλαβαίνουν;

Κι εγώ, έτσι υπάρχω και πορεύομαι κι υπομονεύω, γιατί χάθηκαν τόσοι και χρόνια πολλά σε αναπάντητα γιατί. Κι όλα τα γιατί δεν έχουν απάντηση, απλά γιατί αλλιώς δεν θα υπήρχαν

Είναι καιρός που σεβάστηκα όλα τα εφηβικά, χωρίς απάντηση, γιατί . Κι έτσι μιά αίσθηση ελευθερίας, άνοιξε τα δυό μου χέρια σε αγκαλιά για τον κόσμο ολόκληρο. Απαλλαγμένος από μίση, γεμάτος πάθη, άδειος από σιγουριά, όμως χωρίς ανασφάλεια - αφού το αύριο θα έρθει έτσι κι αλλιώς, με ή χωρίς εμένα - γατζώθηκα στο αιώνιο, χωρίς αιτιολόγηση, παιχνίδι της συνέχειας κοιτάζοντας τον ουρανό κι όχι το χάος, για να καταφέρω να αφήσω χάρτινους απογόνους. Ομως στο παιχνίδι της συνέχειας, έλειψαν κάποια χρωμοσώματα...

Σε βλέπω αχνά Ελπίδα και σκέφτομαι πως υπάρχουν ταίρια, που το μισό εξαφανίζει το άλλο, οδηγώντας στην εξαφάνιση αυτό το ίδιο το ταίρι. Κι έτσι, πάντα μετά τα μεσάνυχτα, σε αγναντεύω αγαπημένη. Δεν έχεις χρώματα, ούτε περίγραμμα πιά.
Κι όμως υπάρχεις.

Σαν τα εφηβικά όνειρα που τρέφουν ώριμες ηλικίες
Σαν το χνούδι στο εφηβαίο της ομορφιάς
Σαν την Ανοιξη που δεν λέει να ρθει
Σαν τα απλωμένα ασπρόρουχα της γειτονιάς
Σαν το χαμόγελό σου
Σαν τη σκιά κείνων που δεν πέρασαν ακόμα
Σαν τα σοκάκια αυτών που κοιτούν τον ουρανό και βαδίζουν με σιγουριά
Σαν το ψωμί στα χέρια που αγκάλιασαν ευαίσθητα βρέφη
Σαν το χρώμα της ανθοφορούσας γής
Σαν το βλέμμα του αποχαιρετισμού
Σαν τα μαντήλια στα λιμάνια και τους σταθμούς
Σαν τα μολύβια που μεταγγίζουν το βάρος της καρδιάς σε λευκά χαρτιά
Σαν την κίνηση του κορμιού σου υποταγμένου σε μουσικές
Σαν το άγνωστο που θάρθει νύχτα αργινή κι ευαίσθητη
Σαν την παραπαίουσα απόφαση της στιγμής
Σαν το παιχνίδι μες στις λάσπες
Σαν το γιορτινό δέντρο της ανάστασης
Σαν το χρώμα κυκλαδίτικων βράχων το σούρουπο
Σαν εσένα που λείπεις ωσεί παρούσα
Σαν το ποτό που κυλάει αργά στις φλέβες
Σαν το γέλιο σου που γεμίζει αδειανά κελάρια
Σαν το ποτάμι που χάνεται στον ωκεανό
Σαν τα άκρως σιωπηλά τραγούδια μου τις νύχτες
Σαν τις φλύαρες σιωπές των ματιών σου
Σαν τις αναίτιες ενοχές
Σαν τους μοναχικούς έφηβους τις άγριες νύχτες του χειμώνα
Σαν τα χωρίς αποδέκτη τραγούδια μας
Σαν τον ποιητή που χωράει σε ένα κουτσό αλφάβητο τις νύχτες
Σαν την ποίηση που τρέφει την τυφλή μεγαλωσύνη μας
Σαν τους ισόβια μοναχικούς του πνεύματος

Σαν την ποίηση, τον ποιητή, εσένα, το τραγούδι, τον μαύρο ουρανό, τον ήλιο, τη θάλασσα, τα κυκλαδίτικα βράχια, τον άνεμο, τον ήχο, το σούρουπο, τα χρώματα της οικουμένης, τη μεταρσίωση εκείνου, του μόνου και μοναδικού.

Μακριά σου η έλλειψη μελαγχολία, η αφή σου πολυτιμότερη, η μυρωδιά σου βασανιστική στέρηση, το κοντσέρτο για βιολί πιό ευαίσθητο, το δωμάτιο άδειο. Θα κοιμάσαι τώρα όπως πάντα ως άγγελος. Θέλω τη φωνή σου να λέει σ΄ αγαπώ. Την αφή σου σε επίκληση. Τη μυρωδιά σου να με αγκαλιάζει. Τα μάτια σου να διώχνω τη μελαγχολία τους. Το κορμί σου να νιώθω ότι υπάρχω. Το χέρι σου για περπάτημα σε όμορφους δρόμους Τα μάτια σου να μοιράζομαι τις ομορφιές. Και δεν ντρέπομαι, ούτε θα ντραπώ. Και όχι βέβαια γιατί οι δρόμοι είναι πάντα έρημοι, με τόσο συνωστισμό.

Είναι τόσο αργά Ελπίδα, τόσο...
Καληνύχτα.




Juan Diego Florez "La speranza piu soave"




Hope - What Am I To Say, Lyrics by sharas...




Δουατζής Γιώργος




Θέλω τη φωνή σου να λέει σ΄ αγαπώ



Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009

Θα διαβάζω απευθείας τις οδηγίες του ήλιου Πώς φτάνουνε στα κτήματα της θάλασσας Άλλον μεσάζοντα εγώ δε βάζω στην αγάπη Σωκράτης Ξένος
















Σωκράτη τρυφερέ μας φίλε, αγαπημένε μας ποιητή!
Καλώς ήρθες στη νοσταλγία!


« Γωνία θάλασσα»

Θα μας πάρει ανοίγοντας
η νύχτα τα ζεστά δωμάτια των βράχων
θα ζήσουμε παρόντες στη βάφτισή μας
κλαίοντας από ευτυχία
με το λυχνάρι δίπλα σπασμένο στα χίλια του άστρου
και οι ηττημένοι στρατοί των ματιών
η θάλασσα
να αγρυπνά η θάλασσα σκόπελα σώματα
η θάλασσα το προικώο της χράμι δωρίζοντας στα δυο του ενός
με τον εξάψαλμο φύκιων αρωμάτων

όλα μου κι όλα μου κι όλα
το κορίτσι με τα κλειστά τα δέλτα μάτια
ροή ερωδιοί που τρέμουν το αμήν
το υπ` αρχήν που τρέμουν
την πολύχρωμην εξουσία του απτού

φύλα με νύχτα άσχημον μη με δει
από όνειρο του ξάφνου προερχόμενον
παρακαλώντας να οξειδωθούν τα νερά
να μας κλειδώσουν αγάλματα στο αίνιγμα της πέτρας
εξέχοντας τη Μεγάλη Λέξη





Tεύχη ευτυχίας

« Θα διαβάζω απευθείας τις οδηγίες του ήλιου
Πώς φτάνουνε στα κτήματα της θάλασσας
Άλλον μεσάζοντα εγώ δε βάζω στην αγάπη

Στροφές του μόνου οι ναοί ουρανοί
Των ξηρών νησιών η κανέλα της άμμου
Στη φιάλη με το κλήμα των στίχων
Κι ύστερα στην αγορά των βράχων ζαλισμένος κανείς
Μετά το άγιο βήμα μετά ο ιορδάνης βυθός

Κόμπε του πρώτου άστρου ψυχή μου
Κουβαράκι σχοινί δικό μου
Στην πιο αιχμή της μοίρας δένεις
Λύσου
Εκεί που άναβε το φως ατλάζι
Τώρα οι αποδόσεις της ερημιάς

Ποιος μάς διστάζει όνομα όνειρο
Στα κάγκελα των αφρών ακουμπισμένος ξένος
Αγνώριστος της τρέμουσας γραφής
Κι άλλη πιο ανισορροπία από του ανεκπλήρωτου να μην υπάρχει
Άκου
Βογκάει η θάλασσα ξέστρατα άλογα και κρατητήριο
Χτυπώντας τοίχοι ακρογιαλιές
Μου προσάπτουν παράφωνον αντίλαλο
Που όλα τα άδεια κοχύλια
Εγώ η σπασμένη ανάσα θαρρώ τα φύσηξα





"
Λόρκα"

Άκου τι λεν τα δάση
στήσε αυτί λιώσε χιόνι
τις τελευταίες νύχτες το φθινόπωρο
δακρύζουν ήλεκτρο τα πεύκα
δε φταίω εγώ
κάπου ανεβάσανε Γκαρθία κι ένα ασημένιο ποτάμι
κάπου τη ρεματιά με τις πληγές
δε φταίω εγώ που τρέμει τόξο το γεφύρι
που λούζεται νάρδους ο Γουαδαλκιβίρ
πέφτουν τα πουλιά στου φλάουτου το φύσημα
περνάει τ` ασημένιο ποτάμι
το αρχαίο νερό η φωτιά
το σείσιμο του θάμνου τρέχει να πνιγεί
και πουθενά το πρώτο βήμα

για ένα παρακάτω είπαν
τον χρέωσαν ολόκληρον τα τελωνεία των φθορών
ψεύματα
κι έδειξε χαρτιά σφραγίδες φύλλα
καταθέσεις αστρονομικά ποσά ελευθερία
κι ύστερα τις διπλές βροχές και την αδιαθεσία των άστρων
πίσω τα αγάλματα τα πετρωμένα δάκρυα
σε μέγεθος μερόνυχτου

άστρο μου άστρο μου
για δε μ` αγγίζεις πια
χέρια μου
φράξτε τη μεσολάβηση του σύννεφου
και σεις βουνά με τον κομμένο ορίζοντα
με ένα βλέμμα σάς ρίχνω καταγής
ό,τι και ώρα να `ναι κραυγή
ό,τι ζωή ακορντεόν
τα τιμαλφή συλλέγω των υφάλων να `χει η αγάπη μου
να τραγουδά τα θαύματα σε όστρακο ανοιχτό





«
Aπογευματινό»

Αχ μόλις άτονη χορδή και μόλις
πιάστηκα και με τούτον τον τρελό θεό στα χέρια
μονομαχία ανάμεσα νεκρού και ζώντος
δεν πετυχαίνω το άστρο του μάτι
ακούω και τις λαβιές κρυμμένες
σε μιαν τριβή καλοκαιριού
τους κήπους να πεθαίνουν τη βροχή
μα τσιμουδιά καθώς
απόγεμα κρότος τρομακτικός στο τζάμι
πουλάκι σκόνταψε απάνω στο βοριά
δεν πρόλαβα με γιατρικά και πάει
και πάει ώρα τώρα που θεραπεύω τουλάχιστον
τη ματωμένη θέα





"Χώρια μαζί"

Όσο να πω το τίποτα
αστράφτεις στα μάτια μου εξατμιζόμενα νομίσματα

κι όταν άν κοιμάμαι
τεινόμενα χέρια στους πέντε καπνούς
καμιά ανάσα να μη χωράει ούριο όνειρο
παρά ψηλά με την κραυγή
«ξεσταύρωσον ξεσταύρωσον εαυτόν»

μας κλέψανε νυχτιάτικα τον κήπο
μοσχομυρίζουμε ακόμα φρέσκια κοπή

ξεκλειδώνω
το κίτρινο φύλλο

πέρνα καρδιά μου
να δικαιολογηθώ μες στην αιωνιότητα

χώρια μαζί πώς ζουν οι άνθρωποι





"Quelle III"

Μην τρέμεις
είναι νωρίς ακόμα
δεν είπαμε για τις τριανταφυλλιές και τα πουλιά
για τα ζεστά αρώματα εφόδια των κήπων
ακούς τα σώματα
τίποτα δεν ήπιαμε για να ξεχάσουμε

ανήλικα τα αγκάθια στα χώματά μας
με το όνειρο της γύμνιας των πελμάτων
κι ο στίχος με το έναντι να φωνασκεί
ορθοστασία εκποίησηση

αίθουσες αναμονής
κλίνονται ρήματα οφθαλμών σε χρόνο λύπης
μα εσύ λύσε ακόμα έναν ύφαλο
σπάσε υλικά κατάληξη κοχύλια
ως τα πέρατα των μαργαριταριών
κι ύστερα ντυμένη ολοστρόγγυλα χαμόγελα
πέρνα αυτοκίνητο
με τα παράθυρα ανοιχτά της μουσικής
πρόσκρουση στις μέρες μας

εντέλει πού σπάζουν οι άνθρωποι
σε ποιας απόκρημνης είδησης ακτή




"
Επί τάπητος"

Κι είπε εντός
έλα κι εσύ ο άλλος
θα στρατοπεδεύσουμε εδώ
στην προκυμαία των τρελών που γράφει προς λαύριο

και έστησε την πληγή ανοιχτά στον άνεμο
να πεταρίζει αίματα
και με φωνές που διώχνουν τα φαντάσματα
λουζόταν στην ομίχλη των προσώπων

ώσπου ένα μικρό περαστικό καλόπουλο
στην ηλικία του αηδονιού όχι παραπάνω
του έδειξε τα ράμφη των πεύκων στον αιθέρα
και της μυρτιάς το τηλεγράφημα

πήρε τότε την κλίση του χαμόγελου
και γύρισε το λόγο προς το κέντρο των λυμαινόντων
το τέλειο να γράψει βλέμμα
πως όλα έρχονται στην άνοιξη
αν με ένα επί τάπητος το απαιτήσεις

μα είναι νοέμβρια τα κάγκελα κι ακόμη
η είσοδος κατάδυτη
κι η έξοδος ολόκληρη στο άφαντο
κι ο κάτω ύπνος δείπνος του χαμένου

και πέρα απ` την ακτή
τα πέλματα των παιδικών νησιών απάνω στην καρδιά του




Ζ Β Α

Με πρόγραμμα δωρεάν παροχών
ανέκαθεν στην αγορά η ζωή
διαθέτει άψογα οργανωμένο δίχτυ εξυπηρέτησης
παντός καιρού
κατ` άτομο κι εντός κι εκτός τόπου
κι αστραπιαίο τηλέφωνο επιθυμίας
όλο το εικοσιτετράωρο
καμιά υποψία χρέωσης

ασφυκτικές ουρές
σπρωξίματα διαπληκτισμοί ελάτε την επομένη
υπογράψτε μιαν εγγυητική αποστολή
τίποτα απ` όλα αυτά

με μιαν απλή απαίτηση σε πρώτη φάση
άμεσος παραλαβή ονείρου
μέχρι να πεις λίμπιτο τον καπάρωσες τον αέρα
μπορείς ν` αρχίσεις το χτίσιμο όσο σε πάρει από κάτω

κι από παραστατικά στοιχεία άδειες και λοιπά
καταθέτουμε λέει αναδρομικά
τις δικαιολογίες τα παράβολα
ενώπιος ενωπίω στο γκισέ του αληθούς
και πάντως εντός της προθεσμίας που ορίζει το προδομένο
που κυμαίνεται συνήθως απ` το τάχιστα ως το ολότελα μόνοι
οπότε και τρέχουν οι αποδόσεις του κλαίγοντας

από τότε μπόλικο άδειο στήθος
σ` αντίθεση με το πλήρες αίσθημα
-πού κατοικοεδρεύει κι αυτό τ` αυτεξούσιο, ο τύραννος -
που επείγει χρονοδιάγραμμα επαφής εδώ και μπόρα

είναι γνωστό
αντέχει πολύ στο ίδιο το βιολί αυτό το θύμα το αίσθημα
κι ιδίως αν παίζει μονόχορδα

Στο κάτω κάτω της γραφής
να υπήρχε τουλάχιστον και μια επιλογή
Ζωή Βήτα Ανταγωνιστική
Όχι σαν και σένα
που ταυτίστηκες με τούτη τη λαϊκή εμπόρισσα
που τ` αρπάζει νομίμως και λέμε κι ευχαριστώ
δόξα σοι ο Λιμός και μη χειρότερα




"
Οι άλλοι εμείς"

Σκάβουμε σμύριδα ουρανό με στριπωμένη αξίνα
για να πετύχει η αστραπή
Οι αφελείς των κεφαλαίων ονείρων

Παραλλαγμένες εποχές
χλόη φωνή ανάμεσα σε δέντρα αειθαλή
και στύλους κατακούραστων δρυών
με των νικών δήθεν τα ψιθυρίσματα
μα δεν περνάνε πια άνεμοι ομιλητικοί από τούτο το τώρα


Ό,τι εξέχει απ` το ωραίο μειδίαμα των υλικών
μοιρολόι του λόγου
και συ που σ` έμαθαν να ζεις βεγγαλικά ξένων στιγμών
σηκώνεις το φουστάνι σου ως τους μηρούς των υποσχέσεων
βουτάς στην καθαρότητα της απλότητας ώσπου
με το άγριο φύλλο της μυρτιάς
κι ένα ποτήρι οξυγόνο να σε βαφτίσω αυτούσια
προσφέροντας ασπρόρουχο στο τέλι της μέρας


Χαμηλά κοιτάς
στη μυρωδιά των μικροφώνων λέξεων
και το σοφό της γης το συλημένο σώμα
που με εξυψώνει άπατρι στα φαινόμενα του οδυνηρού
άλλοθι δίχως αύριο


με της υπομονής το σπασμένο άκρο σου δείχνω
πώς παν για τη φωτιά
αυτοί που ρίχνουν πέτρες στα νερά
οι παρολίγον άλλοι




"
Καταφυγή"

Μη με ρωτάς με πρωτοσέλιδα
κι ανατρήσεις προσμονές
εγώ ποτέ μου δε σχολίασα υπόγειο χαμόγελο
και τελευταία
αποφεύγω να διαβάζω φωναχτά το υλικό των ημερών

μετέφερα το σώμα μου στα κρεβάτια των κισσών
κι οι σπουργίτες ανέλαβαν των αηδονιών τη συναυλία

ψύχρανε εντός βροχή μου
κι οι στέγες κλαίνε κατηφόρα

ρίξε κάτι πάνω σου
μην κρυώσεις
που σ` έχω και σένα στο νου μου




"
Του Αγίου Απολύτου"

Κι εκεί που έλεγα θα λύσω τα άλογά μου
από έναν κόμπο ξεκινώντας απογέύματος
δε θυμούμαι καν το χρώμα του λεωφορείου
ήμουνα θέση ακίνητος ή η ταχύτητα των επερχομένων;

πάντως του Aγίου Απολύτου τέρμα
βγήκα ψιλά από την τσέπη μου
να πληρώσω το ωραίο φως του ταξιδίου
κι ήταν που τρώνε φωσφορούχο τα μάτια
αεικίνητα γρυλίζοντάς με λεία

αποδόθηκα λοιπόν σε έξοδο λυτρωτική
έναντι βωμών διαθέσιμος

στο άπλετο της νύχτας
συλλέγομαι τώρα σχήματα ναυλωμένων άστρων
κλίση κεφαλής αριστερά
χέρια στο στήθος
νυστάζω κατάλευκος
έτσι πλωραία που όλα συνέβησαν σε λίμνη ανθρώπων
κι οι κύκνοι δένοντας λαιμούς έλυναν αγάπη



"
Προκυμαία"

Τα μάρμαρα του στήθους σου
σπάζουν ακόμα εδώ αιώνες που επιζήσαμε
γεμάτοι θάλασσες έτη ενθυμούμαι

ίχνη δικά μου πλωραία
και παλεύω τα υλικά του ναυαγού
με το ξύλο τιμόνι να επιπλέει
οργιές μακριά από τη δυνατότητα του χεριού

φυτρώνει αιτίες δήθεν χλόη φωνή
και επείγεται τετραπλή φωτιά
μα γκρεμισμένα τα δωμάτια της νύχτας
περιφέρομαι
έννοια του περιπατητή στην προκυμαία
άκρη άκρη στον παφλασμό της σκέψης σου
στ` αυθεντικά στολίδια σου χοχλάζω
σεντέφι ανθεκτικό

ποιος ετιθάσευσε ζώο των ελιγμών υδάτων
δαγκώνοντας τρώγει ανάμνηση
σκύβει από μεθυσμένο λιμάνι πίνει
κι αργά τρεκλίζοντας στην απομάκρυνση
πλάτη και σηκωμένος γιακάς

ασιδέρωτο σεντόνι μου
κοιμάσαι το καημένο
μιαν άνοιξη άρωμα πλυντηρίου




(
Άσκηση άλφα)

Ελάτε πίσω λέξεις
μήλα μου απόκρημνα
ρίζες στιγμές ελάτε που ωρίμαζα
που ήμουν δέντρο του νοήματος
ελάτε πίσω στους χορούς
με τα οπωροφόρα βήματα
και τους ρυθμούς στίχων οργάνων

στις εσχατιές υπαίθριου δωματίου
δίχως
ενός μονοπατιού το ένδυμα
το πρώτο βελόνι μ` αγγίζει
η έναρξη αλίβανων κέδρων




«
Αχόπως»

Nα κάμεις κριτική σε μια αγκαλιά πώς
δε δύναμαι γιατί από το δίνω δεν
από το πάρε είναι που λείπει των ανθρώπων
κι έλεγα μέρες τώρα ξένε κάτσε γράψε μιαν ακρογιαλιά
να `χει γλυκύν ξενιτεμό και πέραν

μονόξυλος κανέλα και πέλαο Θράκη
πόνου ντοκτορά περιπολώντας πλήκτρα
έτσι πρόσφυγας τα τσίνορα βρεχόμουν
με ωραίες σφυριές να με διαλαλεί η φλέβα
όσο να αναδυθεί η κραυγούλα που ήθελα
άκσε
στο τσάκισμα τις δρέπουμε εμείς αυτές τις μουσικές
κι από γεννησιμιού το ούτι δεν επείγεται ανάλυση
μόνο να τις εκπέμψω απόψε απόπου εξέχω φως
αυτό τ` ανείπωτο το ηδύποτο που ρέει
με κάμνει που θα `λεγε κι η νόνα μου η Αραλιώ
με κάμνει και γράφομαι ελέησον και σώσον με

αχόπως ατρύγητες συστάδες λουλουδιών
τι αμέλισσο το κάδρο της ζωής μας
διαδρομές ανάρτηση κούρασα τοίχους
ώσπου κρεμάστηκα στο καθιστικό σου
τις νύχτες κατεβαίνω και από τις τέσσερις γωνιές
σου στολίζω τα όνειρα




"Χλόη Φωνή"

Συλλέγω ποταμούς ονόματα να δέσω

στα δάχτυλά σου κόμπους

νερένια δαχτυλίδια και προβόλους ενδοτικούς

και ρεύματα και μήκη και πηγές

και μια μικρή δροσόφυλλη

σταγόνα να ψάχνει απεγνωσμένα

του ήλιου το στενό ανάμεσα στα χείλη

να ξοδευτεί σ' ένα ράγισμα χαμόγελο



χλόη φωνή ήχος συρτός

ένα τοσοδά φλάουτο να τρέμει στόμα

κι αφές ματόκλαδα

στις συχνότητες του ρίγους


σου γράφω απάνω σε απειλή γυαλιού

πυκνή-πυκνή αγάπη


και μόλις κουραστούν τ' ασήκωτα παιχνίδια

των Θεών

θα σκύψω απ' το παράθυρο βαθιά

στο γιαλό του απογέματος

θ' αρπάξω μια χούφτα πλάγιο φως

περίληψη φθινόπωρο και θα 'ρθω



πες μου πού ξημερώνει

τ' αγκαλιασμένο μαξιλάρι του νοτιά

ν' αποθέσω όνειρο γινωμένο


είναι ολόγυμνες οι ώρες

που ολισθαίνουμε στη ρέμβη των παθών

με πλώρες ωραίων οιδημάτων





"Μακό"

"...ό,τι αγάπησες

γυμνό σε άλλες γαίες δωμάτια

το μακό της θύμησης

του κρεβατιού το πόδι

κι ό,τι ξενύχτι

πρωινό αναπόφευκτο

ως απαιτεί η μέρα

η ανάσα

η θάλασσα

οι πληγές

τα ελαφρά πατήματα

στου σεντονιού τα μέρη..."

ώρα αιχμής

και λύνει ο ίδρως τα σχοινιά

γι' αυτό γράφε ποιητή

γράφε

μ' ένα χελιδονιού σπαθί

με μια σπασμένη γλάστρα

γράφε

με τη ξερολιθιά

και τους μαιάνδρους της οχιάς

την αστραπή του θέρους

βουτάει χέρι νηστικό

μες στο νερό

μα το κοχύλι ζωντανό

σε λάθος θέση






«΄Ωρα ακτής»

Είδες
φύκι νερό στα δυο να κόβει
όχι πουλί
μα η φωλιά πουλί να χτίζει
όλα `ναι εδώ

Φράζω το δρόμο του μυρμηγκιού
να με διδάξει υπομονή και φορτίο
μ` αυτά τα κύματα τα λάμδα που υπολείπονται
ετοιμάζω την έναστρη νύχτα
ώρα ακτής
σβήνω της γης τα φώτα
απογειώνω νηστικό μελίσσι
στ` ακριβά κτερίσματα των αυτιών σου
Να `χεις τα τσίνορα ανοιχτά
από το Άλφα ως το Ωμέγα
μ` έναν Σείριο να ξεκινούν τα λόγια τα μαλλιά σου
της άμπωτης βότσαλο χρόνια δίχως αιώνα
να με στιλβώνεις λίγο λίγο
μ` ένα διαθέσιμο άστρο
Γιατί αν στ` άσκοπο κοιμάσαι πάλι απόψε
και σ` άλλο νου
δε ξέρω τι κόσμους
θα διαγράφει χιαστί η χαρά
και η εξόριστη από μέσα μου αντίρρηση




«Νυν οφθαλμοί Βαγδάτης»

Με κοιτάς μ` αυτά τα κομμάτια
τα μάτια της Βαγδάτης
Κοντά και πίσω απ` τον αυχένα
ακούω άδεια σκαλιά σύρματα ανέμους

Ω! Γυμνό ροδάκινο Στόχε υψηλέ
Με τόσα πρόθυμα κλαδιά
πόσο το μέτωπό σου ζήλεψε χώματα
Πού είν` οι αστραπές τα ποτάμια
οι γειώσεις του ήλιου
Ραγδαίες βροχές και διψάς
μα κανένα θολό νερό
δε θα σου πει την αλήθεια

Έλα να σου δείξω και της άμμου τα δώματα
τάφρους της μνήμης
σε στιγμή κόκκινου πανικού
Αρκετά `ναι να σκούξει η καρδιά της πρώτης ηλικίας

Έτσι βλέπω
Με σαράντα οφθαλμούς
στριφογυρνώ σ` ένα σεντόνι
ως μη ελεγχόμενο επεισόδιο
και πάλι
–περίεργο-
ετοιμάζομαι
αφού ακόμα κρατά κάτι απίκραντο
το βλέμμα του αγγέλου
με την αγάπη τ` αδιέξοδο να λειτουργήσω
Δε βρίσκω άλλο εξέχον κερί.




« Χωρίς »

Πηγές μην ψάχνεις
Δεν έχει αθάνατο νερό
Να πλύνεις τον καιρό
Γωνιές
Ιστούς
Κι άδεια πηγάδια

Μα εσύ
Χωρίς το φόβο των διχτυών
Κοιμήσου
Κόκκινο χρώμα έσταξα
Και λίγο όνειρο
Στην όχθη των ματιών
Να `χεις
Στης νύχτας τα περάσματα μαζί σου

Σωκράτης Ξένος , από τη Συλλογή : ΣΗΜΥΔΕΣ






Ένας ποιητής κι ένας συνθέτης συναντήθηκαν στους ιστοτόπους του διαδικτύου. Το αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν η σύνθεση του έργου και η κυκλοφορία του δίσκου «Σημύδες, σουίτα για κιθάρα» βασισμένη στην ποίηση του Σωκράτη Ξένου. Η μουσική του Μπραβάκη, μέσα σε μια κινηματογραφική ατμόσφαιρα, με το μινιμαλιστικό της χαρακτήρα στοχεύει στην υποβολή των ιδεών του ποιητή χωρίς να επιβάλλεται. Στο ένθετο του δίσκου περιλαμβάνονται δώδεκα ποιήματα από τη συλλογή «Σημύδες» του Σωκράτη Ξένου και ένα σημείωμα του συνθέτη σχετικά με το χρονικό της δημιουργίας του δίσκου.


«Σ' έχει απορροφήσει τόσο η ποίηση...

μερικές φορές αναρωτιέμαι αν είσαι άνθρωπος,

ελαιογραφία ή κομποσκοίνι..


ήταν το σχόλιο που άφησα στο ιστολόγιο τού πιο αγαπημένου ίσως ποιητή της ιστόσφαιρας. Εκείνος, χιλιόμετρα μακριά, έμοιαζε βυθισμένος στο ποιητικό του σύννεφο, μα πάντα έστεκε δίπλα. Από τότε κρατώ πάντα ένα στίχο του: «με την αγάπη λειτουργώ τ' αδιέξοδο».

Τότε ήταν που ήρθε στ' αυτιά μου η πρώτη μελωδία. Μελωδία, είπα. Κάτι που καθίζει ένα σύγχρονο συνθέτη στο εδώλιο του νεορομαντισμού. Έτσι ξεκίνησαν να γράφονται οι «Σημύδες», σουίτα για κιθάρα σε δέκα μέρη, μέσα σε μια ατμόσφαιρα άκρατου λυρισμού και εσωτερικής διέγερσης.

Στο δρόμο ανακάλυψα πως δεν έγραφα άλλο από... τραγούδια χωρίς λόγια, μα εμπνευσμένα από το εσωτερικό τοπίο του ποιητή. Αυτό άλλωστε μαρτυρούσε και η φόρμα του κάθε μέρους. Κι ήταν αυτό το πενιχρό μου αντίδωρο στο μεγάλο δώρο της ποίησης που απλόχερα μου πρόσφερε.

καλώς ορίσατε στον κόσμο του ποιητή
Σωκράτη Ξένου
Κώστας Μπραβάκης


ΣΗΜΥΔΕΣ

(http://sokzi.blogspot.com)





"Μικρό Ροδάκινο"

Μικρό ροδάκινο στόχε υψηλέ
με τόσα πρόθυμα κλαδιά
πόσο το μέτωπό σου ζήλεψε χώματα
Πού είναι οι αστραπές τα ποτάμια οι γειώσεις του ήλιου
ραγδαίες βροχές και διψάς
μα κανένα θολό νερό δε θα σου πει την αλήθεια
Έλα
θα σου δείξω και στων δρόμων τα σώματα
τάφρους της μνήμης σε στιγμή κόκκινου πανικού
αρκετά είναι να σκούξει η καρδιά της πρώτης ηλικίας
μόνο μην πεις πως παιδεύτηκα στην άγνοια λύση
με σαράντα οφθαλμούς στριφογυρνώ σ' ένα σεντόνι
ως μη ελεγχόμενο επεισόδιο
κι αφού κράτάει κάτι απίκραντο του αγγέλου το βλέμμα
με την αγάπη λειτουργώ το αδιέξοδο
δε βρίσκω άλλο εξέχον κερί







Σωκράτης Ξένος-ποίηση, Κώστας Μπραβάκης-μουσική

Κλικ

Σημύδες, σουίτα για κιθάρα


ο Σωκράτης Ξένος -- > ο Κώστας Μπραβάκης --> ο Αντώνης Μομπαϊτζής
στιγμές της απαγγελίας του ποιήματος"Μικρό Ροδάκινο"


Classical Guitar Suite - Simides part II by Costas Bravakis




“[...]Ο δίσκος « Σημύδες- σουίτα για κιθάρα» κουβαλάει μια μικρή και, γιατί όχι, παραμυθένια ιστορία. Ένα βράδυ αρχές του Απριλίου 2007 περιδιαβαίνοντας τα λογοτεχνικά ιστολόγια - τα κατά κόσμον μπλογκς - βρέθηκα σε ένα τόπο που έφερε τον τίτλο «Σημύδες». Ένας ποιητής διαφορετικός από όσους είχα δει μέχρι τότε στους ιστότοπους, μια μεγάλη δεξαμενή της ελληνικής γλώσσας, μια αστείρευτη πηγή νεολογισμών και γλωσσικών εφευρημάτων. Ο Σωκράτης Ξένος έγραφε στίχους με την ίδια ευχέρεια που ο Μότσαρτ έγραφε νότες, απαντούσε στα ανοιχτά σχόλια των αναγνωστών με ευγένεια, με υπομονή, χωρίς να φαίνεται πως εντυπωσιάζεται από τις εκδηλώσεις αρκετές φορές λατρείας των φίλων του για την ποίησή του. Ψάχνοντας έμαθα ότι είναι εκπαιδευτικός και ότι ζούσε στο εξωτερικό”.[...]

(από το poiein.gr του
Σωτήρη Παστάκα και Σπύρου Αραβανή)




Ο Σωκράτης Ξένος γεννήθηκε στο Σουφλί της Θράκης. Έχει σπουδάσει παιδαγωγικά και τα τελευταία χρόνια υπηρέτησε σε σχολεία του απόδημου Ελληνισμού στη Γερμανία παρακολουθώντας παράλληλα μεταπτυχιακά μαθήματα.
Τον Μάιο του 2007 ο συνθέτης
Κώστας Μπραβάκης εμπνευσμένος από την ποίηση του Σωκράτη Ξένου γράφει του μουσικό έργο «Σημύδες-σουίτα για κιθάρα» που κυκλοφορεί και ως ομώνυμος δίσκος το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.
Τον
Σεπτέμβριο του 2008 εκδίδεται από τις εκδόσεις ΕΝΔΥΜΙΩΝ η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «ΣΗΜΥΔΕΣ» τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν κατά το διάστημα που ο συγγραφέας υπηρετούσε στη Γερμανία.