Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

Αντισταθείτε..Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία.Μιχάλης Κατσαρός







Στην Ιππολύτη μου από τη nostalgia..



Sarah Chang, Massenet - Meditation from Thais




Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ

Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.

Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός .

Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πoλυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί- εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χαιρετάει απ' την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες τις παρελάσεις
σ' αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ' όλους αυτούς που λέγονται
μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ' όλα τ' ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι

σ' όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα

στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό
αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ' αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ' όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας

ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.




Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ- MY TESTAMENT-ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ



ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ

Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπαλλήλων
μάντεις και αστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)
περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.

Κραυγές απ' τον προνάρθηκα του Ναού.
Απ' τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές:
Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό.
Διδάσκετε την επανάστασιν Κατά του πρίγκιπος
Οι Χριστιανοί νάχουνε δούλους Χριστιανούς.

Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει.
Εγώ απέναντί σας ένας μάρτυρας
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους ύπατοuς εγώ ανάδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά η πανοπλία-
εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου ­
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους άλλους απ την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει
η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ' άλογά τους απ' τον κάμπο μου.
δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους ύπατους δεν άφηναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα
τη θέλησή μου την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.

Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκιπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στεφάνους
οι πονηροί ρωμαίοι uπάλληλοι του
*του αυτοκράτορος

τοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την
υπόκλισή τους.

Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούρια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.


Θα σας περιμένω

Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.

Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.


Η Θαλασσινή

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος
Άλλες ερμηνείες: Βίκυ Μοσχολιού

Στις καλύβες μια φορά ζούσε η Θαλασσινιά.
Ζούσε κάτω στο γιαλό και λουζόταν στο νερό.
Και μια νύχτα που φυσούσε και ζητούσε και ζητούσε
παλικάρι και παιδί που έφυγε μες τη βροχή.

Πούθε πήγε το παιδί Θαλασσινή, πού 'χει πάει το πουλί;
Ο αϊτός, το χελιδόνι και μας λιώνανε οι πόνοι.
Στις καλύβες καίει-καίει το γιαλό καίει την άμμο, καίει το νερό.
Παλικάρι πια δεν βρίσκει τ' όνειρό της να μεθύσει.

Στις καλύβες μια φορά ζούσε η Θαλασσινιά.
Ζούσε κάτω στο γιαλό και λουζόταν στο νερό.


Μη φύγεις

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος

Μην κλαις π' ακόμα
δε μας έφυγες απ' τον αέρα
το δρόμο σου 'τοιμάζουνε
από πέρα.

Μην κλαις στον ουρανό θα πας
και μας εδώ μας παρατάς.

Πάρε μαζί σου απ' τη γη μας
το περιστέρι που 'ναι ψυχή μας.

Πάρε ελιά φιλιά, πάρε τα κάλλη
από τη γη μας τη μεγάλη.

Μην κλαις, μη φύγεις, μη μας παρατάς
είμαστε γιοι σου και μας αγαπάς.

Στον ουρανό βαρύθυμος πλανάς
τα βήματά σου
είμαστε μεις παιδιά σου,

Μη φύγεις μη, μη μας παρατάς
είμαστε γιοι σου και μας αγαπάς.


Να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Χαράλαμπος Γαργανουράκης

Κάτω βαθιά στη ρίζα μου
κάτω βαθιά στην καρδιά μου.

Να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή,
να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή.

Υψώνω το λάβαρο
το δρόμο υψώνω.

Να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή,
να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή.

Κατεβαίνω απ' τα όρη, τους βράχους
έτσι φωτεινός, ωραίος αγνός σαν αέρας.

Να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή,
να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή.

Υψώνω το λάβαρο
το δρόμο υψώνω.

Να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή,
να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή.

Ανεβαίνω απ' το βάθος της θάλασσας
έτσι φωτεινός, ωραίος αγνός σαν αέρας.

Να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή,
να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή.

Χαϊδεύω τη χλόη,
στους δρόμους ακούω τα πουλιά,
τη σιωπή, χαϊδεύω τα άνθη,
τους αγρούς, τη βροχή.

Βλέπω το πρόσωπό μου
στο δικό σας ποτάμι.

Να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή,
να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή.

Υψώνω το λάβαρο
το δρόμο υψώνω.

Να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή,
να 'μαι Ιησού Κρίσνα Μωυσή.


Ο Λάκης

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος

Στο γιοφύρι το παλιό
μια φορά κι ένα καιρό
πιτσιρίκος με μυαλό
έπαιζες κουτσό.

Τώρα μου μεγάλωσες και κάνεις
πείσματα να μας πεθάνεις,
τώρα κάνεις πια το σοβαρό
δεν μας φέρνεις το νερό.

Λάκη Λάκη Λάκη
όπου έπαιζες στ' αυλάκι
κι έπαιζες μες στην αυλή
Λάκη Λάκης το παιδί.

Λάκη Λάκη Λάκη
πού 'ναι το καινούργιο αυλάκι
πού 'ναι η καινούργια αυλή
Λάκη Λάκης το παιδί.


Στη γη σου

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος

Τα πουλιά σου έφυγαν
σε κάποια γη και σε καλούνε,
στεριά γυρεύουν οι αητοί
και καρτερούνε.

Στη γη στη γη σου
σε προσκαλούν οι γιοί σου.

Τα πουλιά διαβήκαν το γιαλό
και φέρανε ελιά
στη γη στη γη σου την παλιά
σε καρτεράν οι γιοι σου.


Στα λιθάρια

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος

Στο παλιό το λιοτριβείο
μια φορά κι ένα καιρό
στα λιθάρια που γυρίζαν
κι ελιώναν τον καρπό
πέταξαν ένα παιδί, πέταξαν ένα παιδί
για να λιώσει να χαθεί.

Στα λιθάρια, στα λιθάρια
οι ανθρώποι οι κακοί
με την στρίγκλα τη μαγίστρα
το λουλούδι το σεμνό
λιώσαν το παιδί με βία
και δεν είναι αυτό ιστορία.

Τώρα ο ίσκιος του ο φρικτός
ξέσπασε σαν κεραυνός
στων ανθρώπων την κακία
και δεν είναι αυτό ιστορία.


Σπίτι

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Ξανθίππη Καραθανάση

Σπίτι με τα κεραμίδια σου
σπίτι σπίτι αληθινό
περιστέρια τα στολίδια σου
σπίτι με τον ουρανό.

Πού να είσαι
πού να στέκεις
πού να είσαι αληθινό
σπίτι με τα κεραμίδια
σπίτι με τον ουρανό.

Ποιος να φέρνει να γιομίζει
κάθε ράφι σου παλιό
σπίτι των ονείρων σπίτι
που καρτέραγες το γιο.

Αν γυρίσει καλοκαίρι
αν γυρίσει χειμωνιά
σπίτι κάποιος θα σου φέρει
ανθισμένη λεμονιά.


Δεν ήρθα σαν ξένος

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Παύλος Σιδηρόπουλος

Και τώρα πάνω σ' αυτό το οροπέδιο σας καλώ
Τώρα που θα βυθίσω το μαχαίρι στο στήθος μου
να σας δώσω το αίμα μου
Θα 'χει τεράστιες πόρτες
Ουρανοί - ουρανοί, τρέμουν - τρέμουν κυλάνε

Μπροστά στα πόδια σας, στα όνειρά σας, στο ψωμί
κρότοι καταστροφής
και νέα αυγή κατεβαίνει
Ο άνεμός μου κάθε νύχτα με παγώνει
μα νέα αυγή κατεβαίνει

Και νέα αυγή κατεβαίνει

Μη με κοιτάτε παράξενα κανένας δε με γνωρίζει
Μη με κοιτάτε παράξενα κανείς σας δε με γνωρίζει
Δεν ήρθα να ξαφνιάσω τις μέρες σας
δεν κρατώ τη ρομφαία
Κυκλοφορούσα αιώνες μέσα στο πλήθος σας
στους δρόμους, στις αρτηρίες

Δεν ήρθα να καταργήσω το νόμο
δεν κρατώ τη ρομφαία
Κυκλοφορούσα αιώνες μέσα στους ήχους σας
Δεν ήρθα σαν ξένος, δεν ήρθα


Αυτούς που βλέπεις

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναΐδείς
θα τους γνωρίσεις πάλι
άλλον θα λένε Κωνσταντή κι άλλον Μιχάλη

Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναΐδείς
θα τους γνωρίσεις πάλι
σ'αυτόν τον κόσμο θα γυρνούν
με περηφάνια πιο μεγάλη

Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναΐδείς
θα τους μισήσεις πάλι
έναν μονάχα δε θα βρεις
τον πιο μικρό, τον πιο πικρό, τον πιο αγαπημένο
τον μοναχό, τον δυνατό και τον αντρειωμένο

Αυτόν δε θα τον ξανεΐδείς να τονε βασανίσεις
και την μεγάλη του καρδιά να τηνε σκίσεις
αυτόν δε θα τον ξαναβρείς τι τον φυλάνε τ'άστρα
τι τον φυλάει ο ήλιος του, τονε φυλάει το φεγγάρι

Αυτόν που 'χει τη χάρη τον πιο μικρό
τον πιο πικρό και τον αγαπημένο
αυτόν μονάχα εγώ, μονάχα εγώ, εγώ προσμένω




ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ-ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Μιχάλης Κατσαρός
1919-1998

Πολύ μεγάλη προσωπικότητα ήταν ο κυρ- Μιχάλης Κατσαρός ,όχι μόνο σαν ποιητής, αλλά και σαν μεγάλος σε αξία άνθρωπος. Γνώρισα τον ποιητή του «Αντισταθείτε» το 1992 ύστερα από ένα παιχνίδι της μοίρας.

Ο κυρ- Μιχάλης τότε «έβγαζε» μία εφημερίδα, όπου διατύπωνε τις απόψεις του για ζητήματα της καθημερινότητας και παρουσίαζε τα ποιήματά του. Στην εφημερίδα, την οποία βρήκα τυχαία στο Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης και σε αυτή είχε δημοσιεύσει ο ίδιος και τη διεύθυνσή του.

Σαν νέος λογοτέχνης του έστειλα την πρώτη μου ποιητική συλλογή με την παράκληση για να μου γράψει, εφόσον μπορεί, τη γνώμη του. Πέρασαν δύο μήνες , όποτε ένα βράδυ «χτύπησε» το τηλέφωνο στο πατρικό μου σπίτι. Σήκωσα το ακουστικό κι άκουσα μία γέρικη φωνή να με ζητάει.

«Εγώ είμαι», απάντησα και από την άλλη μεριά της τηλεφωνικής γραμμής η γέρικη φωνή αποκρίθηκε: « Είμαι ο Μιχάλης Κατσαρός. Διάβασα το βιβλίο σας και πρέπει να σας δω οπωσδήποτε». Ύστερα ο Κυρ- Μιχάλης απάγγειλε μερικούς από τους στίχους μου.

Την επόμενη ημέρα βρισκόμουν στην Αθήνα και βρεθήκαμε με τον μεγάλο ποιητή στο ιστορικό καφέ «Ζόναρς». Από τότε και μέχρι τον θάνατο του κυρ- Μιχάλη βρισκόμασταν τακτικά οι δύο μας στην Αθήνα.

Ο δημιουργός του «Αντισταθείτε» μου έμαθε πάρα πολλά πράγματα για την ζωή, τη φιλοσοφία, το νόημα της ποίησης και για τα βήματα, που πρέπει να ακολουθήσει ένας πνευματικός άνθρωπος στη ζωή του.

Πάντοτε ο ίδιος μιλούσε σημειολογικά στις συζητήσεις μας και γι’ αυτό το λόγο ήταν πραγματική «απόλαυση» κάθε κουβέντα μαζί του. «Κάποτε θα ανακαλύψεις τον μικρό θεό που έχεις μέσα σου», μου έλεγε.

Τότε δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε, αλλά τώρα 13 χρόνια μετά αρχίζω πλέον να συνειδητοποιώ τι ήθελε να μου πει. Συνέχεια στις συζητήσεις παρουσίαζε παραδείγματα για το πώς σκεφτόταν ο ίδιος για τη ζωή.

«Παρουσίασαν ένα έργο μου στο Μέγαρο Μουσικής και μου χρωστούν χρήματα. Δεν πειράζει. Θα πάω κάποτε να τα πάρω» ανέφερε σε μία από τις κουβέντες μας. Τον ρώτησα γιατί δεν πήγαινε, να πάρει τα χρήματα. Δεν μου απάντησε.

Αργότερα κατάλαβα πως με τα συγκεκριμένα λόγια ήθελε να μου δείξει ότι τα χρήματα στη τέχνη μπορεί να μην έρθουν ποτέ, αλλά πάντοτε ο κάθε σκεπτόμενος δημιουργός πρέπει να δημιουργεί και να παρουσιάζει την δουλειά του, όπως κρίνει αυτός σκόπιμο.

Το γεγονός, που ίσως δεν ξέρουν πολλοί είναι πως ο Μιχάλης Κατσαρός είχε καταπιαστεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του με το μεγάλο πάθος της μουσικής. Ήθελε να συνθέσει μουσική και γι’ αυτό το λόγο είχε «αγοράσει» κι ένα αρμόνιο.

Ξέρω πως κάτι μεγάλο ονειρευόταν να δημιουργήσει και σε αυτό τον τομέα, αλλά δεν πρόλαβε. Το δυστύχημα είναι πως μετά τον θάνατο του κυρ- Μιχάλη η Ελληνική πολιτεία φαίνεται να έχει ξεχάσει το έργο του.

Ίσως, σε κάποιους γραφειοκράτες και πολιτικούς τα ποιητικά έργα «Κατά Σαδδουκαίων» και «Γραμμή Μαζινό» να μην αρέσουν γιατί τους θυμίζουν πως θα πρέπει να φτιάξουν ένα Οίκο ακόμα πιο λευκό από το Λευκό Οίκο, όπως κάποτε ο ίδιος είχε προτρέψει με επιστολή του τον Πρόεδρο των ΗΠΑ να κάνει.

Η αίσθηση μου λέει πως ο κυρ- Μιχάλης ήξερε πάρα πολλά πράγματα. Γνώριζε βαθιές και ουσιαστικές αλήθειες της ζωής και της ύπαρξής μας, από τις οποίες πρόλαβε να μου μεταδώσει όσα «πρόφτασε» ο ίδιος. Από τότε, κατάλαβα πως το νόημα της δημιουργίας περιλαμβάνει μηνύματα, τα οποία μόνο λίγοι άνθρωποι μπορούν να συνειδητοποιήσουν.

Αυτό το δρόμο ακολουθώ και σήμερα γιατί ο Μιχάλης Κατσαρός μου έδειξε πως τα όνειρα μπορούν να «βγούν» αληθινά.

Τη προσωπογραφία αυτή έγραψε ο Νίκος Μόσχοβος το Σάββατο 2 Ιουλίου 2005 για τον «Τυπολόγο».



Αντισταθείτε-Χρήστος Θηβαίος



Στην αποθέωση του σταλινισμού, εγκρέμισε τον Στάλιν από το βάθρο του. Ιδεολόγος κομμουνιστής, ζούσε κάθε μέρα την επανάσταση σε γη και ουρανό, οραματιζόταν έναν κόσμο, όπου η δικαισύνη των ανθρώπων δεν θα 'ναι σακάτικη, πίστευε ότι έφερε μέσα όλες τις αρχαίες μνήμες, από κτίσεως κόσμου. Σαφής και ξεκάθαρος με τους φίλους του, παραληρηματικός και ιδιόρρυθμος στις συνεντεύξεις του.

Μπορούσες να του δώσεις χίλιους δυο χαρακτηρισμούς, όπως εκκεντρικός, αιρετικός, «φευγάτος». Αλλά τι μ' αυτό: ψυχή τε και σώματι ήταν ποιητής. Ζούσε την ποίηση σωματικά, καιγόταν μέσα στις φλόγες της, και μέσα εκεί αναβαπτιζόταν καθαρός. Ο Μιχάλης Κατσαρός του Ευσταθίου εκ Κυπαρισσίας Τριφυλίας (όπως αυτοπαρουσιαζόταν στην τελευταία ποιητική του συλλογή «Κορέκτ / Φόβος ποιητή», «Μανδραγόρας») δεν ήταν μόνο τα ποιήματά του. Ηταν και η εν γένει καθημερινή εμφάνισή του: πουκάμικο λερό, γραβάτα, ένα δερμάτινο από επάνω, μαύρα γυαλιά, κασκέτο. Τον έβλεπες να περπατά στους δρόμους πέριξ της πλατείας Συντάγματος, με ανεμίζοντα την γκρίζα κόμη του.

Μ' ένα τσιγάρο μόνιμα σφηνωμένο ανάμεσα στα χείλη του. Εάν κοντοστεκόσουν και του μιλούσες, διαπίστωνες ότι ο δάκτυλος και ο παράμεσος είχαν κιτρινίσει από τη χρόνια χρήση της νικοτίνης. Στέκια και παρέες Στέκια του, η πρώην καφετέρια «Εβριντέι», το «Ζόναρς», το «Νέον» της Ομονοίας και του Συντάγματος, ο «Μεγαλέξανδρος» της Ομονοίας.

Εκεί έδινε τα άτυπα ραντεβού του με τους φίλους του, εκεί συναντούσε τους νεότερούς του ποιητές. Και μιλούσε και μιλούσε με τις ώρες. Μετέφερε την πραγματικότητα των ονείρων του στην καθημερινότητα, επινοούσε φανταστικές δημοκρατίες, καλλιεργούσε παραδείσους των λέξεων, επικοινωνούσε με τους μικρούς και μεγάλους θεούς, ανατίναζε τη σύνταξη των προτάσεων, έβαζε φωτιά στην ετυμολογία των λέξεων. Και την ίδια στιγμή, όταν τον «προσγείωναν», μπορούσε, με σαφήνεια, να αναφερθεί στην χαμένη Επανάσταση, στους παλιούς συντρόφους, στα μεράκια της ποίησης, στο αιώνιο του εφήμερου των εφημερίδων, στο εφιαλτικό παρόν ενός κόσμου εν πτώσει.

Ο Μιχάλης Κατσαρός είχε δυο προσωπικότητες; Οχι. Ηταν μία, ενιαία, συμπαγής και μοναδική. Δραπέτευε με το ένα προσωπείο από την πραγματικότητα και με το έτερο επέστρεφε σ' αυτήν. Είχε πάρει το βάφτισμα στα Γράμματα, με τη δημοσίευση του ποιήματος «Μπαρμπερίνικο καράβι», στα «Ελληνικά Γράμματα» του Δημήτρη Φωτιάδη (1946). Στο ίδιο περιοδικό και στη στήλη «Νέοι Ποιητές» τυπώθηκε η «Βγενιώ»: «Λάλατο Βιολιτζή μου, λάλατο / σ' ούλα τα περιβόλια / ρίξε και πέντε μπαταριές / ρίξε και πέντε βόλια...». Τα χρόνια της νεότητάς του τα πέρασε μέσα στην κάμινο της ΕΠΟΝ και της Εθνικής Αντίστασης, εκδίδοντας, μάλιστα, και το βραχύβιο περιοδικό «Στόχος» και υστερότερα το «Θεμέλιο» και το «Σύστημα».

Σύντροφοί του, οι Μίκης Θεοδωράκης, Νίκος Κούνδουρος, οι Κύρκοι, Mιχάλης και Λεωνίδας, ο αείμνηστος Μίμης Δεσποτίδης. Συνελήφθη από τα Ες-Ες, βασανίστηκε και φυλακίστηκε πολλούς μήνες στις φυλακές Χατζηκώστα.

H Ορθια Διανόηση «Μετά την απελευθέρωση», όπως αφηγείται ο ίδιος, «ήμουν στο Ταμείο της Αεροπορίας. Μετά πήγα στο Ραδιοφωνικό Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων και δούλεψα εκεί. Παντρεύτηκα και πήρα γυναίκα από την Καραγεώργη Σερβίας. Είχε κει ένα μέγαρο, ένα αυτοκρατορικό, που ήταν η οικογένειά της. Η ιστορία είναι ότι έζησα στο Σύνταγμα γιατί είχα σπίτι και καθόμουνα στο Στάδιο. Γι' αυτό γνωρίζω όλους τους ραφτάδες. Εδώ όμως η ιστορία είναι ότι η Ορθια Διανόηση ήταν στη Βουκουρεστίου, όπου σύχναζε κάθε πολιτικός και λόγιος.

Η Ορθια Διανόηση ήταν όρθιοι έντεκα με δώδεκα στου ΛουμίδηΣ». Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με μαρτυρία του Γιώργου Χρονά, ήταν ένστολος δημοσιογράφος της Πολεμικής Αεροπορίας και εκφωνητής του στρατιωτικού ραδιοφώνου.

Μάλιστα, κάποτε, εκφωνώντας ένα δελτίο ειδήσεων, αντί να πει «Αρχισε η περιοδεία της βασιλίσσης Φρειδερίκης», είπε «Αρχισε η περίοδος της βασιλίσσης Φρειδερίκης»! Ωσπου φτάνουμε στα 1953. Εχει σημάνει το έτος έκδοσης του βιβλίου-σταθμού, του «Κατά Σαδδουκαίων», με εξώφυλλο του Νίκου Κούνδουρου. Ακολούθησαν πολλαπλές επανεκδόσεις: η δεύτερη το 1971 και η τρίτη το 1973 από τα «Κείμενα», η τέταρτη από τον «Κέδρο», το 1977, η πέμπτη και η έκτη από το «Θεμέλιο», το 1982 και το 1983, και οι τελευταίες, από τις εκδόσεις «Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος». Συγκάτοικος με τον Mίκη Ο Μίκης Θεοδωράκης εμπνεύστηκε από τη σύνθεση και έγραψε την καντάτα «Κατά Σαδδουκαίων Πάθη», που πρωτοπαρουσιάστηκε στο πρώην Ανατολικό Βερολίνο και αφιερώθηκε στον Δημήτρη Δεσποτίδη: «Τον είχα συναντήσει (σ.σ. τον Μίκη Θεοδωράκη) μια φορά καθισμένο σ' ένα σκαλί στη Σόλωνος. Του λέω τι κάνεις εδώ.

Μου λέει κάθομαι, δεν έχω ούτε σπίτι ούτε καλύβι. Εγώ καθόμουνα σ' ένα σπίτι στο Χαλάνδρι και τον πήρα και μείναμε πολύ καιρό μαζί. Τότε έγραψα τους ΣαδδουκαίουςΣ, τότε εμφανίστηκε κι αυτός σαν μουσικός και έγραψε μετά την καντάτα (...) », έλεγε ο ποιητής σε συνέντευξή του. Κι αλλού: «Ο Μίκης είχε βρει μια γιατρό, τη Μυρτώ, κι εγώ μια ζωγράφο, την Κούλα Μαραγκοπούλου. Αρραβωνιαστήκαμε την ίδια μέρα, χωρίσαμε με τον Θεοδωράκη. Πήγε κάπου αλλού κι έμενε. Μετά παντρευτήκαμε. Παντρεύτηκε ο Θεοδωράκης τη Μυρτώ κι εγώ την Κούλα. Βάφτισε και το παιδί μου, τον Στάθη, κι εγώ έγραψα τη Μαργαρίτα- ΜαγιοπούλαΣ».

Να θυμίσουμε ότι το ποίημα κυκλοφόρησε και σε δίσκο, με μουσική και απαγγελία από τον ίδιο τον ποιητή, το 1977. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, προδημοσιεύεται η «Διαθήκη», λογοκριμένη, στο «Δημοκρατικό Τύπο» (8-10-1950).

Η εφημερίδα παραλείπει τους στίχους: «στην κρατική εκπαίδευση/ στο φόρο», «σ' αυτόν που χαιρετάει απ' την εξέδρα ώρες ατελείωτες τις παρελάσεις/στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε», «Αντισταθείτε στις υπηρεσίες αλλοδαπών και διαβατηρίων/στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία/στα εργοστάσια πολεμικών υλών/στα θούρια». Σαράντα τέσσερα χρόνια αργότερα, ενθυμούμενος τη λογοκρισία, σχολίασε σε συνέντευξή του: «Πάντα είχα την απορία γιατί έγινε αυτό. Κι εγώ δεν ξέρω γιατί.

Και γι' αυτό διαμαρτυρήθηκα και έγραψα το ΥστερόγραφοΣ. Φαίνεται ότι τους έθιξε. Η Αριστερά είχε καταφέρει τότε να βγάλει εφημερίδες, να έχει γραφεία, να ξαναμπεί στη νομιμότητα. Δεν ήταν όπως πριν, με την Ακροναυπλία. Σου λέει, πάλι θα μας ρίξει στην παρανομία ο Κατσαρός...». Eξόριστος στη χώρα του Ηταν από τους πρώτους από τους ανήκοντες στην Αριστερά ποιητές, ο οποίος έριξε τα βέλη σε ξένους και δικούς. Και ευρέθη ανάμεσά τους. Εξόριστος μέσα στην ίδια του τη χώρα. Η ποιητική συλλογή «Μεσολόγγι», η οποία είχε προηγηθεί (1949), προοιωνιζόταν τον καυστικό και ειρωνικό λόγο.

Στα ίδια χνάρια και το «Οροπέδιο» (1950), που ο ποιητής είχε διαλέξει να το κυκλοφορήσει το 1950 σε τριακόσιους φακέλους - βιβλίο, με ιδιόγραφο εξώφυλλο (ακολούθησε δεύτερη έκδοση από το βιβλιοπωλείο «Παν», το 1965 και σε τρίτη, από τις εκδόσεις «Κείμενα», το 1972, και τελευταία από τις εκδόσεις «Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος»).

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος το μελοποίησε και κυκλοφόρησε σε δίσκο, με τη φωνή της Βασιλικής Λαβίνα. Με την «Μπαλλάντα στους ποιητές που πέθαναν νέοι» (περιοδικό «Αθηναϊκά Γράμματα», Φεβρουάριος 1958) απέτισε φόρο τιμής στους ποιητές της γενιάς του. Μεσολάβησε ένα διάστημα εκδοτικής σιωπής. Μέσα στη δικτατορία εξέδωσε τη φιλοσοφική μπροσούρα, όπως τη χαρακτήριζε, με τον τίτλο «Πας Λακίς Μισελέ» (1973) και το «Χρονικόν Μωρέως μετά Τσοτερπίου χωρίου Λιβεριανού» (1973). Οι συνταγματάρχες θυμήθηκαν τις EΠΟNίτικες και κομμουνιστικές του καταθέσεις και τον απέλυσαν. Το 1981, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, πήρε τους βαθμούς που έχασε, καθώς εφάπαξ και σύνταξη ως αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας. Με την αποκάτασταση της δημοκρατίας, εκδοτικά γίνεται παραγωγικότερος: «Οι Συλλέκται της Μονόχρα» (1974), «Πρόβα και ωδές» (επίμετρο Μάνου Ελευθερίου, «Αντί», 1975), «Σύγγραμμα» («Κέδρος», 1977), «Σύγχρονες Μπροσούρες» («Καρανάσης», 1977), «Κράτος εργοδότης» και «10 άρθρα ελευθέρων Κομμουναρίων» (1978), «Ενδύματα» («Ανδρομέδα», 1977), «Αλφαβητάριον» («Μνήμη», 1978), «3Μ3Μ=6Μ» («Νεφέλη», 1981), «4 Μαζινό» («Θεμέλιο», 1982), «Μείον ωά» («Δωδώνη», 1984), «Ο πατέρας του ποιητή» («Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος», 1987), «Αυτοκρατορική πραγματικότητα» («Ιδμων», 1995).

Ποιητής και ζωγράφος Πριν από τέσσερα χρόνια (1992), ο ποιητής σχεδίαζε και τύπωνε μια «έκτακτη έκδοση εφημερίδας βιβλίων», με τον τίτλο «Μία Εκτη» (Ιανουάριος - Δεκέμβριος, φύλλα 1-4), όπου κυκλοφόρησαν τα παλιά και νέα έργα του «Κατά Σαδδουκαίων», «Τα πριν τον άνθρωπο και Οκτώ νέα ποιήματα», «Κράτος εργοδότης», «Κορέκτ», «Φόβος ποιητή».

Μιά έκδοση που καταπώς έλεγε ήταν συλλεκτική, καθώς κυκλοφορούσε περιορισμένα αντιτύπα. Κοστολογούσε μάλιστα την αξία κάθε εξαντλημένου αντίτυπου έναντι του ενός εκατομμυρίου! Δεν του αρκούσε η γραφή. Ωρες ολόκληρες ζωγράφιζε εικόνες. Εικόνες, τρόπος του λέγειν. Είχαν τη σφραγίδα της ιδιόρρυθμης θέασης του ποιητή στον κόσμο. Δεν ζωγράφιζε με το πάθος του Ορθόδοξου Χριστιανού, όπως έγραφε η αστυνομική του ταυτότητα. Αλλά τότε, με ποιο πάθος; Ηταν μια ποιητική μελέτη των θρησκευτικών ιδεών.

Να πώς περιέγραφε το εγχείρημά του: «Εγώ είμαι μελετητής περισσότερο των θρησκευτικών ιδεών -του χριστιανισμού, του Κρισναμούρτι, των ανατολικών...- και πιστεύω πως όλες έχουν μιαν αλήθεια, αρκεί να ξέρεις να την αλιεύεις». Από το τρίπτυχο της αρχαίας βίβλου του ποιητή, που περιλαμβάνει λόγο -μουσική- όρχηση, ο Μιχάλης Κατσαρός μόνο στο χορό βρέθηκε λειψός. Δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι και τη μουσική εθεράπευσε

. Στο δίσκο «3Μ3Μ=6Μ», αυτοσχεδιάζει ποιήματα και παίζει ο ίδιος ινδική φόρμιγγα, με τη συνοδεία και άλλων μουσικών: «Αυτοσχεδίασα σ' αυτό το δίσκο την ποίησή μου, η οποία είναι πανκ... Πολλές φορές οι πανκ στις συγκεντρώσεις τους βάζουνε αυτά τα περίεργα τραγούδια». www.hri.org

Απολαύστε εδώ..


The Prince and the Sugarplum Fairy