Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

..Περπατῶ καὶ νυχτώνει. Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει. Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη..Κικὴ Δημουλᾶ






Στο φίλο μου Π.Κ από το nostalgia




Κικὴ Δημουλᾶ - Ἡ ἐφηβεία τῆς λήθης

Ποιητικὴ Συλλογή, Γ´ ἔκδ. Στιγμή, 1994


PASSÉ-PARTOUT

Ἀνοίγω τὰ παράθυρα τῆς φωτογραφίας
ν᾿ ἀεριστεῖ. Ἔμεινε καιρὸ κλεισμένη
ὅπως πολλὰ ἐξοχικὰ παρελθόντα.

Εἶσαι στὸ μπαλκόνι. Μὲ τὴν καλὴ παλιά σου
στάση· ὄρθιος· φορᾷς τὴν ἔγχρωμη ἐπίγεια
ἐφαρμοστὴ στολὴ τῶν ἐπιπέδων: μιὰ κεραμιδένια
στέγη τὸ φουσκωτὸ μπουφὰν τοῦ πεύκου,
μπαλωμένο μ᾿ ἐνδιάμεση θάλασσα
στὰ μέρη ποὺ σκίστηκαν τὰ κλαδιὰ
παίζοντας μὲ δυνατοὺς ἀνέμους.
Εἶναι σὲ παλίρροια τὰ περιβόλια
Ἔχουν ἀνέβει ὡς τὰ τηλεγραφόξυλα
καὶ κρέμονται λεμόνια στὰ καλῴδια
ἄγουρα ἑορταστικὰ γλομπάκια.

Κάνεις ὑποστολὴ ἡλίου.
Ἀνεβάζεις τὴν τέντα συνθλίβοντας
πάνινα λουλούδια. Ἀνυπόμονος περιστρέφεις
τὴν κίνηση σὰ νά ῾ναι ὁ ἴσκιος τὸ δυσεύρετο.

Ὡς ἐδῶ λογικὰ συμπεριφέρεται ἡ φωτογραφία.
Ὥσπου ἐμφανίζομαι ἐγώ, παρανοϊκὰ νεόφερτη
στὴν εἰκόνα σὰν μὲ πλαστικὴν ἀφαίρεση.

Ἐνῷ ἤμουν μαζί σου ἐξ ἀρχῆς
κοινοκτήμων τῆς παλίρροιας καὶ τῶν περιβολιῶν
λίγο πιὸ πίσω ἀπὸ σένα καθισμένη
σ᾿ ἕνα πολὺ ἀναπαυτικὸ pliant μειδίαμά μου
μοιάζει τώρα
σὰν μόλις νὰ προστέθηκα στὴ φωτογραφία.
Μὲ σημερινὸ τὸ πρόσωπό μου, μαῦρο βλέμμα
μακρὺ σέρνεται ἡ οὐρά του χάμω στὸ μπαλκόνι
λὲς πῶς κάλεσε ἐμένα τὸ ἐπίσημο σκοτάδι.
Τείνομαι ἄπνους σὰ νὰ θέλω
νὰ σὲ ἀπομακρύνω ἀπὸ τὴν τέντα
μὴ σοῦ πέσει κι ἄλλο
νταμάρι ἴσκιου ἀπάνω σου.
Ἀρκετὰ ἀνήλιος ἔγινες.

Πῶς ἐνημερώθηκε ἡ φωτογραφία.
Χρόνος ἀληθινός σε χρόνο χάρτινο πῶς μπῆκε.
Μὲ ποιὰν οἰκειότητα ἡ ὀδύνη
μίλησε στὴν ἀπάθεια τῶν ἀψύχων.
Ἄραγε τί βαθύτερο νὰ εἶναι αὐτὰ τὰ ἄψυχα.
Μήπως τίποτα ζωὲς προηγούμενες ἐμψύχων
ποὺ μὲ τὴν πρώτη ἐπώδυνη εὐκαιρία
ὑποτροπιάζουν;





ΑΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ


Θεέ μου τί δὲν μᾶς περιμένει ἀκόμα.

Κάθομαι ἐδῶ καὶ βρέχομαι.
Βρέχει χωρὶς νὰ βρέχει
ὅπως ὅταν σκιὰ
μᾶς ἐπιστρέφει σῶμα.

Κάθομαι ἐδῶ καὶ κάθομαι.
Ἐγὼ ἐδῶ, ἀπέναντι ἡ καρδιά μου
καὶ πιὸ μακριὰ
ἡ κουρασμένη σχέση μου μαζί της.
Ἔτσι γιὰ νὰ φαινόμαστε πολλοὶ
κάθε ποὺ μᾶς μετράει τὸ ἄδειο.

Φυσάει ἄδειο δωμάτιο.
Πιάνομαι γερὰ ἀπὸ τὸν τρόπο μου
ποὺ ἔχω νὰ σαρώνομαι.

Νέα σου δὲν ἔχω.
Ἡ φωτογραφία σου στάσιμη.
Κοιτάζεις σὰν ἐρχόμενος
χαμογελᾷς σὰν ὄχι.
Ἄνθη ἀποξηραμένα στὸ πλάι
σοῦ ἐπαναλαμβάνουν ἀσταμάτητα
τὸ ἀκράτητο ὄνομα τοὺς semprevives

semprevives - αἰώνιες, αἰώνιες
μὴν τύχεις καὶ ξεχάσεις τί δὲν εἶσαι.

Μὲ ρωτάει ὁ καιρὸς
Ἀπὸ ποὺ θέλω νὰ περάσει
ποῦ ἀκριβῶς τονίζομαι
στὸ γέρνω ἢ στὸ γερνώ.
Ἀστειότητες.
Κανένα τέλος δὲν γνωρίζει ὀρθογραφία.

Νέα σου δὲν ἔχω.
Ἡ φωτογραφία σου στάσιμη.
Ὅπως βρέχει χωρὶς νὰ βρέχει.

Ὅπως σκιά μου ἐπιστρέφει σῶμα.
Κι ὅπως θὰ συναντηθοῦμε μία μέρα
ἐκεῖ πάνω.
Σὲ κάποιαν ἀραιότητα κατάφυτη
μὲ σκιερὲς ἀπροσδοκίες
καὶ ἀειθαλεῖς περιστροφές.
Τὸν διερμηνέα τῆς σφοδρῆς
σιωπῆς ποὺ θὰ αἰσθανθοῦμε
—μορφὴ ἐξελιγμένη τῆς σφοδρῆς
μέθης ποὺ προκαλεῖ μία συνάντηση
ἐδῶ κάτω— θά ῾ρθει νὰ κάνει ἕνα κενό.
Καὶ θὰ μᾶς συνεπάρει τότε
μιὰ ἀγνωρισιὰ παράφορη
—μορφὴ ἐξελιγμένη τοῦ ἀγκαλιάσματος
ποῦ ἐφαρμόζει ἡ συνάντηση ἐδῶ κάτω.

Ναὶ θὰ συναντηθοῦμε. Εὐανάπνευστα, κρυφὰ
ἀπὸ τὴν ἕλξη. Κάτω ἀπὸ δυνατὴ βροχὴ
ραγδαίας ἔλλειψης βαρύτητας. Σὲ κάποιαν
ἴσως ἐκδρομὴ τοῦ ἀπείρου στὸ ἐπ᾿ ἄπειρον·
στὴν τελετὴ ἀπονομῆς ἀπωλειῶν στὸ γνωστό,
γιὰ τὴ μεγάλη προσφορά του στὸ ἄγνωστο·
καλεσμένοι σὲ ἀστροφεγγιὰ προορισμοῦ,
σὲ διασκεδάσεις παύσεων γιὰ φιλευδιάλυτους
σκοποὺς καὶ ἀποχαιρετιστήριες οὐρανῶν
πρώην μεγάλες σημασίες.

Μόνο ποὺ ἐτούτη ἡ συντροφιὰ τῶν ἀποστάσεων
θὰ εἶναι κάπως ἄκεφη, ἀνεύθυμη
κι ἂς εὐθυμεῖ ἐκ τοῦ μηδενὸς ἡ ἀνυπαρξία.
Ἴσως γιατὶ θὰ λείπει ἡ ψυχὴ τῆς παρέας.

Ἡ σάρκα. Φωνάζω τὴ στάχτη νὰ μὲ ξαρματώσει.
Καλῶ τὴ στάχτη μὲ τὸ συνθηματικό της ὄνομα: Ὅλα.
Θὰ συναντιέστε ὑποθέτω τακτικὰ ἐσὺ
κι ὁ θάνατος ἐκείνου τοῦ ὀνείρου.
Τὸ στερνοπαίδι ὄνειρο.

Ἀπ᾿ ὅσα εἶχα τὸ πιὸ φρόνιμο.
Ξεθολωμένο, πρᾶο, συνεννοητικό.
Ὄχι καὶ τόσο βέβαια ὀνειροπόλο
Ἀλλὰ οὔτε καὶ φτηνὰ χαμηλωμένο,
Ὄχι σουδάριο κάθε γῆς.

Πολὺ οἰκονόμο ὄνειρο,
σὲ ἔνταση καὶ λάθη.
Ἀπὸ τὰ ὄνειρα ποὺ ἀνάθρεψα
τὸ πιὸ πονετικό μου: νὰ μὴ
γερνάω μόνη.

Θὰ συναντιέστε ὑποθέτω τακτικὰ
ἐσὺ κι ὁ θάνατός του.
Δίνε του χαιρετίσματα, πές του νὰ ῾ρθεῖ
κι αὐτὸ μαζὶ ἐξάπαντος ὅταν συναντηθοῦμε
ἐκεῖ, στὴν τελετὴ ἀπονομῆς ἀπωλειῶν.

Ὅσο δὲ ζεῖς νὰ μ᾿ ἀγαπᾶς.
Ναὶ ναὶ μοῦ φτάνει τὸ ἀδύνατον.
Κι ἄλλοτε ἀγαπήθηκα ἀπ᾿ αὐτό.
Ὅσο δὲ ζεῖς νὰ μ᾿ ἀγαπᾶς.
Διότι νέα σου δὲν ἔχω.
Καὶ ἀλίμονο ἂν δὲ δώσει
σημεῖα ζωῆς τὸ παράλογο.





ΜΟΝΟΚΛΙΝΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ


Ἀποροῦν κάθε φορὰ οἱ ξενοδόχοι
ποὺ ζητῶ μονόκλινο δωμάτιο στὴν πρόσοψη.
Μὲ κοιτάζουν σὰν ν᾿ ἀπαιτῶ θάνατο μὲ θέα.

Ἔβαλα ἐνέχυρο τὴ θάλασσα
κι εἶπα νὰ κάνω φέτος διακοπὲς σὲ βουνὸ
μὴ καὶ ξορκίσουν τὰ θροΐσματα τοῦ δάσους
ἐκεῖνο τὸ δαιμονισμένο σύνδρομο ἐπιστροφῆς
ποὺ κυριεύει αὐτοστιγμεὶ κάθε διαφυγή μου.
Ἂν μ᾿ ἀγκαλιάσει σκέφτηκα ἑνὸς δέντρου
ὁ σάτυρος κορμὸς μπορεῖ καὶ νὰ ριζώσω.

Καὶ στὸ βουνὸ τὰ ἴδια.
Σὰν νά ῾ταν σιδερένιο τὸ δωμάτιο
κι ὁ καθαρὸς ἀνάλαφρος ἀέρας ἀπέπνεε κλειδαριά.
Νὰ ξεκλειδώσω πάλευα μὲ τὰ ἠρεμιστικά μου
ἀλλὰ ἐκεῖνα ἤτανε πιὸ ἄρρωστα ἀπὸ μένα.
Τὰ ἴδια ποὺ ἔγιναν στὴν Πύλο
ἡ ἴδια ἄτακτος φυγὴ πρόπερσι ἀπὸ τὴ Σύρο
στὴν Καλαμάτα πέρσι τρισχειρότερα
γεμάτο τὸ τραῖνο καὶ θέλανε τὰ κλάματα
νὰ πᾶμε πίσω στὴν Ἀθήνα μὲ τὰ πόδια.
Τέτοια μανία καταδιώξεως μοῦ κυριεύει τοὺς τόπους.

Νὰ μοῦ λείπει ἡ ἀπουσία σου;
Δὲν ἔρχεται μαζί μου τὴν ἀφήνω σπίτι.
Ὅρος ρητός της ἀλλαγῆς νὰ μὴν ἀκολουθήσει.

Ἄπληστο ποὺ εἶσαι Ἀνεξήγητο.
Τόση διαφάνεια καταπάτησες γιὰ τὴ διασφάλισή σου
κι ἔκανες θέρετρό σου τώρα
αὐτὸ τὸ ἀνεξήγητο σύμπτωμα ἐχθρικό μου.
Νὰ ἐπιστρέφω ἀμέσως. Μὲ λεωφορεῖο ταξὶ
ἂν πετύχω κανένα φεγγάρι ποὺ ἐπιστρέφει κι ἐκεῖνο
στὴν πιάτσα του ἀδειανό.

Ὀλέθρια συνήθεια. Ὄχι τίποτ᾿ ἄλλο
μὰ ἂν δὲν μ᾿ ἀρέσει νὰ δοῦμε πῶς θὰ ἐπιστρέψω
ἀπὸ τὸν κάτω κόσμο σου Ἀνεξήγητο.





ΣΑΝ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΣ


Παρασκευὴ εἶναι σήμερα θὰ πάω στὴ λαϊκὴ
νὰ κάνω ἕναν περίπατο στ᾿ ἀποκεφαλισμένα περιβόλια
νὰ δῶ τὴν εὐωδιὰ τῆς ρίγανης
σκλάβα σὲ ματσάκια.

Πάω μεσημεράκι ποὺ πέφτουν οἱ τιμὲς τῶν ἀξιώσεων
βρίσκεις τὸ πράσινο εὔκολο
σὲ φασολάκια κολοκύθια μολόχες καὶ κρινάκια.
Ἀκούω ἐκεῖ τί θαρρετὰ ἐκφράζονται τὰ δέντρα
μὲ τὴν κομμένη γλῶσσα τῶν καρπῶν
ρήτορες σωροὶ τὰ πορτοκάλια καὶ τὰ μῆλα
καὶ παίρνει νὰ ροδίζει λίγη ἀνάρρωση
στὶς κιτρινιάρικες παρειὲς
μιᾶς μέσα βουβαμάρας.

Σπάνια νὰ ψωνίσω. Γιατὶ ἐκεῖ σοῦ λένε διάλεξε.
Εἶναι εὐκολία αὐτὴ ἢ πρόβλημα; Διαλέγεις καὶ μετὰ
πῶς τὸ σηκώνεις τὸ βάρος τὸ ἀσήκωτο
ποὺ ἔχει ἡ ἐκλογή σου.
Ἐνῷ ἐκεῖνο τὸ ἔτυχε τί πούπουλο. Στὴν ἀρχή.
Γιατὶ μετὰ σὲ γονατίζουν οἱ συνέπειες.
Ἀσήκωτες κι αὐτές. Κατὰ βάθος εἶναι σὰν νὰ διάλεξες.

Τὸ πολὺ ν᾿ ἀγοράσω λίγο χῶμα. Ὄχι γιὰ λουλούδια.
Γιὰ ἐξοικείωση.
Ἐκεῖ δὲν ἔχει διάλεξε. Ἐκεῖ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια.





ΤΟ ΣΠΑΝΙΟ ΔΩΡΟ


Καινούργιες θεωρίες.
Τὰ μωρὰ δὲν πρέπει νὰ τ᾿ ἀφήνετε νὰ κλαῖνε.
Ἀμέσως νὰ τὰ παίρνετε ἀγκαλιά. Ἀλλιῶς
ὑπόκειται σὲ πρόωρη ἀνάπτυξη
τὸ αἴσθημα ἐγκατάλειψης ἐνηλικιώνεται
ἀφύσικα τὸ παιδικό τους τραῦμα
βγάζει δόντια μαλλιὰ νύχια γαμψὰ μαχαίρια.

Γιὰ τοὺς μεγάλους, οὕτως εἰπεῖν τοὺς γέροντες
«ὅ,τι δὲν εἶναι ἄνοιξη εἶναι γερόντιο πιά»
ἰσχύουν πάντα οἱ παμπάλαιες ἀπόψεις.
Ποτὲ ἀγκαλιά. Ἀφῆστε τους νὰ σκάσουνε στὸ κλάμα
μέχρι νὰ τοὺς κοπεῖ ἡ ἀνάσα
δυναμώνουν ἔτσι τὰ ἀποσιωπητικά τους.
Ἂς κλαῖνε οἱ μεγάλοι. Δὲν ἔχει ἀγκαλιά.
Γεμίστε μοναχὰ τὸ μπιμπερό τους
μὲ ἄγλυκην ὑπόσχεση «δὲν κάνει νὰ παχαίνουν
οἱ στερήσεις» πὼς θά ῾ρθει μία καὶ καλὴ
νὰ τοὺς ἐπικοιμήσει λιπόσαρκα
ἡ ἀγκαλιὰ τῆς μάνας τους.
Βάλτε κοντά τους τὸ μηχάνημα ἐκεῖνο
ποὺ καταγράφει τοὺς θορύβους τοῦ μωροῦ
ὥστε ν᾿ ἀκοῦτε ἀπὸ μακριὰ
ἂν εἶναι ρυθμικὰ μοναχικὴ ἡ ἀναπνοή τους.
Ποτὲ μὴ γελαστεῖτε νὰ τοὺς πάρετε ἀγκαλιά.
Τυλίγονται ἄγρια
γύρω ἀπ᾿ τὸν σπάνιο λαιμὸ αὐτοῦ τοῦ δώρου,
θὰ σᾶς πνίξουν.

Τίποτα. Ὅταν σᾶς ζητᾶνε ἀγκαλιὰ
μολὼν λαβὲ μωρό μου, μολὼν λαβὲ νὰ ἀπαντᾶτε.





Η ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ


Περιμένω λίγο
νὰ σκουρήνουν οἱ διαφορὲς καί τ᾿ ἀδιάφορα
κι ἀνοίγω τὰ παράθυρα. Δἐν ἐπείγει
ἀλλὰ τὸ κάνω ἔτσι γιὰ νὰ μὴ σκεβρώσει ἡ κίνηση,
Δανείζομαι τὸ κεφάλι τῆς πρώην περιέργειάς μου
καί τὸ περιστρἐφω. ῎Οχι ἀκριβῶς περιστρέφω.
Καλησπερίζω δουλικὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς κόλακες
τῶν φόβων, τὰ ἀστέρια.῎Οχι ἀκριβῶς καλησπερίζω.
Στερεώνω μὲ βλεμμάτινη κλωστὴ
τ᾿ ἀσημένια κουμπάκια τῆς ἀπόστασης
κάποια ποὺ ἔχουν ξηλωθεῖ τρέμουνε καὶ θὰ πέσουν.
Δὲν ἐπείγει. Τὸ κάνω μόνο γιὰ νὰ δείξω στὴν ἀπόσταση
πόσο εὐγνωμονῶ τὴν προσφορά της.

Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ ἀπόσταση
θὰ μαραζώνανε τὰ μακρινὰ ταξίδια
μὲ μηχανάκι θὰ μᾶς ἔφερναν στὰ σπίτια
σὰν πίτσες τὴν ὑφήλιο ποὺ ὀρέχτηκε ἡ φυγή μας.
Θὰ ἤτανε σὰν βδέλλες κολλημένα
πάνω στὰ νιάτα τὰ γεράματα
καί θὰ μὲ φώναζαν γιαγιὰ ἀπ᾽ τὰ χαράματά μου
ἐγγόνια μου καὶ ἔρως ἀδιακρίτως.
Καί τί θὰ ἦταν τ᾿ ἄστρα
δίχως τὴν ὑποστήριξη ποὺ τοὺς παρέχει ἡ ἀπόσταση,
Ἐπίγεια ἀσημικά, τίποτα κηροπήγια τασάκια
νὰ ρίχνει ἐκεῖ τίς στάχτες του ὁ ἀρειμάνιος πλοῦτος
νὰ ἐπενδύει ὁ θαυμασμὸς τὴν ὑπερτίμησή του.

Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ ἀπόσταση
στὸν ἑνικὸ θὰ μᾶς μιλοῦσε ἡ νοσταλγία.
Οἱ σπάνιες τώρα ντροπαλές της συναντήσεις
μὲ τὴν πληθυντικὴ ἀνάγκη μας
μοιραῖα τότε θ᾿ ἀφομοίωναν
τὴν ἀλανιάρα γλώσσα τῆς συχνότητας.

Βέβαια, ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ ἀπόσταση
δὲν θά ῾τανε σὰν ἄστρο μακρινὸ ἐκεῖνος ὁ πλησίον
θὰ ῾ρχόταν στὴν πρωτεύουσα προσέγγιση
μόνο δυὸ βήματα θ᾿ ἀπέχανε τὰ ὄνειρα
ἀπὸ τὴ σκιαγράφησή του,
῞Οπως κοντά μας θὰ παρέμενε
ἡ ὕστατη φευγάλα τῆς ψυχῆς,
Πρὸς τί ἡ τόση περιπλάνηση. Χῶρος
κενὸς ὑπάρχει. Ἐμεῖς θὰ κατεβαίναμε
νὰ ζήσουμε στὸ ὑπόγειο κορμί μας
κι ἐκείνη μὲ τὸν μύθο της καὶ τὰ συμπράγκαλά του
θὰ μετεμψυχωνότανε σὶ σῶμα.

Ἂν δἐν ὑπῆρχες ἐσὺ ἀπόσταση
θὰ πέρναγε πολὺ εὐκολότερα
πιὸ γρήγορα ἑν μιᾷ νυκτὶ ἡ λήθη
τὴ δυσκολη παρατεταμενη ἐφηβεία της
αὐτὸ ποὺ χάριν εὐφωνίας ὀνομάζουμε μνήμη.

Ὄχι ἀκριβῶς μνήμη. Στερεώνω
μὲ βλεμμάτινη κλωστὴ ὁμοιώσεις
ἔχουν ξηλωθεῖ τρέμουνε καὶ θὰ πέσουν.
Ὄχι ἀκριβῶς στερεώνω. Δουλικὰ περιστρέφομαι
γύρω ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς κόλακες τοῦ χρόνου ποὺ
χάριν συντομίας τοὺς όνόμασα μνήμη.
῎Οχι ἀκριβῶς μνήμη. Ἀνεφοδιάζω διάττοντες
μὲ παρατεταμένη ἐκμηδένιση. ᾽Επείγει.






ΚΟΙΝῌ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΙ


Δὲν εἶχα τίποτα γιὰ φαγητὸ ἀπόψε
κι εἶπα νὰ τσιμπήσω πρόχειρα
μιὰ σφραγισμένη λύση ποὺ ὑπῆρχε.
Μὲ ἡμερομηνία παραγωγῆς,
τῆς λήξης δυσανάγνωστη.
Κάτι γράμματα ποὺ βρέθηκαν.
Δός μου νὰ σ᾿ τὰ διαβάσω ἐγὼ
προθυμοποιήθηκε ἡ ἀπάθεια.

Κι ἔτσι εὐχαρίστως ποὺ τὸ δέχτηκα
κι ἔτσι ἀπαίσια ποὺ τὰ διάβαζε ἐκείνη
μὲ τὴ θηλυπρεπὴ φωνή της
σὰν νά ᾽χε ἀλλάξει φύλο καὶ ἡ σημασία τους
καὶ ὁ ἀποστολέας
κατάλαβα πὼς εἴχανε χαλάσει
ἔληξε ἡ ἰσχύς τους.

Μὴν τὰ πετᾶς μὲ πρόλαβε ἡ διορατικότης
θὰ τύχει νὰ περάσει ἀπὸ δῶ
καμιὰ φτωχὴ ὀνειροπόληση, τὰ δίνεις,
Τοὺς ἀρέσουνε τὰ χαλασμένα
πράγματα ποὺ ἔχουνε λήξει.






ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΕ ΜΙΑΝ ΑΓΝΩΣΤΗ


Τί θὰ φορᾷς συνεννόηση
νὰ σὲ γνωρίσω
ὥστε νὰ μὴ χαθοῦμε πάλι
μὲς στοὺς πολυπληθεῖς σῳσίες σου;

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ

Φυσικὰ καὶ ὀνειρεύομαι.
Ζεῖ κανεὶς μόνο μ᾿ ἕνα ξερὸ μισθό;

Πόσο συχνά;
Κάθε ποὺ ἐγκαταλείπουν συχνότατα ὄλοι.

Ἐπηρεάζουν τοὺς ἀπόντες τὰ ὄνειρά σας;
Βέβαια. Τὸ ξανασκέφτονται καλὰ
καὶ μᾶλλον μετανιώνουν ὁριστικά τους ὅλοι.

Εἶναι ἐλευθέρα ἡ εἴσοδος;
Ὄχι ἐντελῶς. Ζητάω τὴν ἄδεια τοῦ ὀνείρου
πρὶν ἐλπίσω. Μοῦ τὴν δίνει ἐν γένει
μαζὶ μὲ κάποιες ὁδηγίες αὐστηρές.
Νὰ πιστέψω δίχως ν᾿ ἀγγίξω
νὰ μὴ μιλήσω διόλου στὸν καπνὸ
γιατὶ εἶναι ὑπνοβάτης καὶ θὰ πέσει
μόνο διὰ τοῦ βλέμματος ν᾿ ἀφήσω
τὸ αἴτημά μου στὴν κρεμάστρα
ὅ,τι μοῦ δοθεῖ νὰ τὸ δεχτῶ
κι ἂς μὴν ἔχει καμιὰ ὁμοιότητα
μ᾿ αὐτὸ ποὺ ζωγραφίζει ἡ ἔκκλησή μου -
θὰ τὴν ἐπανέβρει μόλις ξαναχαθεῖ.

῞Ενα μόνο δὲ μοῦ δίνει τὸ ὄνειρο.
Τὸ ὅριο. Ὣς ποῦ νὰ κινδυψέψω.
Γιατὶ τότε πιὰ δὲν θὰ ἦταν ὄνειρο,
Θά ῾ταν γεράματα.






ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ


ΙΙ

Ἔχω νὰ δῶ τὴν ἁρπαγὴ τοῦ Δία
ἀπὸ τὴν ἅρπαγα ὀμορφιὰ τοῦ Γανυμήδη
πρὸ ἀμνημονεύτων ἀναμνήσεων
πολὺ πρὸ τῆς νίκης ποὺ ἔδρεπαν δολίως
τὰ χρόνια φιλεύοντάς μας μέρες.

Περίεργο. Σὰν νὰ μοῦ φαίνεται ἡ ἁρπαγὴ
λίγο συρρικνωμένη. Δὲν τὴν κρατάει σφιχτὰ
μὲ τὴν παλιά της περιπάθεια ἡ αἴσθησή μου.
Εἷναι ποὺ τὸ ἐπιβάλλει ἡ τέχνη καὶ παραμένει
ἡ εὐδαιμονία στὴν ἔκφραση τοῦ ζεύγους
ἀλλιῶς θὰ εἶχε φύγει.

Μὴ γίνεσαι τυραννικὸς στὶς ἀναμνήσεις.
Δὲν ζητᾶς μόνο τὴν περίμετρο
τῶν αἰσθημάτων ποὺ τοὺς ἔδωσες πρὸς φύλαξιν.
Ἐπακριβὴ τὴ διάμετρο τῆς ἔντασής τους ἀπαιτεῖς.

Τρομάζουν. Εἷναι σὰν νὰ τὶς βάζεις νὰ γδυθοῦν
μπροστὰ σὲ ξένο. Ξένος τοὺς εἷσαι ὅπως ἄλλαξες
ξένος ὁ χῶρος κι ἂς γεννήθηκαν ἐδῶ.
Ὅμως μεγάλωσαν ἀλλοῦ στὰ ξένα χέρια
τῆς ἐπισκίασής τους
ἀπ᾿ τίς νεότερες γενιὲς λησμονητέων.
Ἀπόμειναν
ἡμίεργον ἥττας ἰσχυρῶς διαρεβρωμένον.
Μόνο θελήματα τοῦ ποδαριοῦ ἀναλαμβάνουν
νὰ μεταφέρουν χαιρετίσματα καὶ χρόνια πολλὰ
ποὺ στέλνει κάποιο τέλος σὲ συμπολεμιστή του.

Ξέχασέ τες. Διαβαίνουν τὴ Στοὰ τῆς Ἠχοῦς
κι ἀπορροφῶνται ἀναστενάζοντας.
Ἀναστενάζοντας. Εἷναι τὸ μόνο ποὺ θυμοῦνται.













ΤΟ ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟΝ Η


Μ'εκλεισε μεσα η βροχη
και μενω τωρα να εξαρτιεμαι απο σταγονες

Ομως που ξερω αν αυτο ειναι βροχη
ή δακρυα απο τον μεσα ουρανο μιας μνημης?
Μεγαλωσα πολυ για να ονομαζω
τα φαινομενα χωρις επιφυλαξη,
αυτο βροχη, αυτο δακρυα.

Στεγνη στεκομαι αναμεσα
στα δυο ενδεχομενα: βροχη ή δακρυα
και αναμεσα σε τοσα διφορουμενα:
βροχη ή δακρυα,
ερωτας ή τροπος να μεγαλωνουμε,
εσυ ή μικρη αποχαιρετιστηρια αιωρηση σκιας
του τελευταιου φυλλου.
Το καθε τελευταιο,
τελευταιο τ' ονομαζω χωρις επιφυλαξη.

Και μεγαλωσα πολυ
για να ειναι αυτο αφορμη δακρυων.
Δακρυα ή βροχη, που να ξερω?
Και μενω να εξαρτιεμαι απο σταγονες.
Και μεγαλωσα πολυ
για να περιμενω αλλο μετρο οταν βρεχει
και οταν δε βρεχει αλλο.
Σταγονες για ολα.
Σταγονες βροχης ή δακρυα.
Απο τα ματια καποιας μνημης ή τα δικα μου.
Εγω ή η μνημη, που να ξερω?
Μεγαλωσα πολυ για να χωριζω τους χρονους.
Βροχη ή δακρυα.
Εσυ ή μικρη αποχαιρετιστηρια αιωρηση σκιας
του τελευταιου φυλλου.
(Το λιγο του κοσμου, 1971)







Η λιποταξία της Χιονάτης

Άφησα να μην ξέρω

Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.
(από Tο λίγο του κόσμου, Στιγμή 1994)



Το λίγο του κόσμου 1971





ΒΑΘΕΙΑ ΑΥΛΑΞ


Καληνύχτα...
Με κούρασε πολύ η Κυριακή.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Με κούρασε κι αυτός ο γάμος "στις οκτώ",
ο λόγος ο αμετάφραστος έσονται εις σάρκα μίαν-
κορίτσι πάλι η σκέψη, και ταξίδευε
μ' άσπρα ανοιχτά σεντόνια.

Κι ύστερα όλ' αυτά τα Κολωνάκια που κατέληξα
μεγάλωσαν την κούραση.
Μπορεί να έφταιγε ο καιρός,
κάτι σαν φθινοπωρινός
και λίγο σαν χαμένος.
Μπορεί να φταίξανε
οι νέες και οι έφηβοι.
Ως σημαιούλες υπερχρόνου εορτάζοντος
περνούσαν, όπως περνούσα κάποτε,
και με κούρασαν.
Αλλά κι αυτά των κυριών τ' άρρωστα μάτια-
τα μάτια αρρωσταίνουνε βαριά
όταν θέλουν να δούν τί είναι πίσω από άλλα μάτια.
Είδα να 'χουν πιαστεί σε κάποιο δίχτυ νοσταλγίας
που το τραβούσαν σκοτεινοί στην πρόθεση ψαράδες
-καιροί αλιείς.
Αδιέξοδες κυρίες...
Είδα, όπου πηγαίνει η ώρα τους, να βρέχει.

Εκείνο το εις σάρκα μίαν
ακόμα δεν μου επέστρεψε τη σκέψη-
κορίτσι ακόμα η σκεψη, ταξιδεύει
μ' άσπρα ανοιχτά σεντόνια.
Αλλού εγώ κι αλλού η σκέψη,
μεγάλη πάντα κούραση.
Με κούρασε πολύ αυτό το "πάντα".

Κάποιος μιλάει δίπλα μου για ασκήσεις, θαρρώ
"βαθεία αύλαξ" λέει.
Ναι. Βαθεία αύλαξ.
Καληνύχτα.

Πικρίζει ο Λυκαβητός μέσα στο βλέμμα.
Με κούρασε πολύ αυτή η γεύση,
κι αυτά τα δέντρα που βαδίζουν μόνα τους
κάτω από φυλλορροημένες συναντήσεις.

Καληνύχτα.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Ένα σκληρό χαμόγελο στο πρόσωπο του κόσμου.
Με κούρασε πολύ το πρόσωπο του κόσμου.
Κι εσύ να είσαι ένα ποτήρι
στο πάνω πάνω ράφι
που δεν φτάνω.








ΟΙ ΛΥΠΗΜΕΝΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ


Mε ημέρα αρχίζει η εβδομάδα,
με ημέρα τελειώνει.
Kι η Kυριακή, κόμπος σφιχτός
να μη λυθούν οι εβδομάδες.
Έρχεται πάντα από το ίδιο Σαββατόβραδο
και φέρνει λίγο ύπνο παραπάνω το πρωί
και το θεό, όσο τον δίνουν οι ορθρινές καμπάνες.
Λίγο να σταθείς στ' ανοιχτά παράθυρα
και να κοντοσταθείς σ' αυτά που δεν συμβαίνουν,
περνάει η ώρα.
Δημοτικά τραγούδια απ' τα παράθυρα
ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
σιγά-σιγά η Kυριακή μεσουρανεί
σαν τρομαγμένη απορία.

Στις γειτονιές
περνάνε γύφτισσες να πω το ριζικό σου,
ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
δημοτικά τραγούδια απ' τα παράθυρα, ριζικά.
Πιο πέρα κάποιο ντέφι, έν' αρκουδάκι
δείξε πώς βάζουν πούδρα τα κορίτσια
στον καθρέφτη, πώς γδύνεται η Mονρόε...
Mη γελάς. Bρέθηκε κάποτε νεκρή η Mονρόε.
Mε πράγματα που δεν αντέχουν μη γελάς.

Aχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις,
πώς μοιάζουν στους τυφλούς οργανοπαίχτες
στους δρόμους τους εμπορικούς, τις Kυριακές.

Nα είχαμε μιαν άνοιξη.
Mη γελάς.
Mε πράγματα που δεν υπάρχουν μη γελάς.
Aς λένε τα πουλιά κι οι μυρωδιές στα πλάγια
πως είναι Aπρίλης.
Tο λένε τα πουλιά κι οι έρωτες των άλλων.
Eμένα μ' εξαπατούνε οι θεοί
κάθε που αλλάζει ο καιρός,
κάθε που δεν αλλάζει.
Mη γελάς.
Έαρ δεν γίνεταιμε ρίμες
ήλιοι-Aπρίλιοι,
ήλιοι-Aπρίλιοι,
ομοιοκατάληκτες στιγμές,
χρόνος χρωμάτων,
στρέμματα φωτός,
χαμομηλιών ανυπομονησία να μυρίσουν.
Δημοτικά τραγούδια απ' τα παράθυρα
ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
και όλα τ' άλλα τρόποι
για να πεθαίνουνε ανώδυνα τα ημερολόγια.

Tην Kυριακή τραβάει σε μάκρος
των τραγουδιών η αγωνία
ποια γυναί- ποια γυναί-

Aχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις,
στους δρόμους τους εμπορικούς,
τις Kυριακές τις ανοιξιάτικες.








Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ


Ὁ ἔρωτας,
ὄνομα οὐσιαστικόν,
πολὺ οὐσιαστικόν,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ,
γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ,
γένους ἀνυπεράσπιστου.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.

Ὁ φόβος,
ὄνομα οὐσιαστικὸν
στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς
καὶ μετὰ πληθυντικὸς
οἱ φόβοι.
Οἱ φόβοι
γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

Ἡ μνήμη,
κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
μόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
καὶ ἄκλιτη.
Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.

Ἡ νύχτα,
Ὄνομα οὐσιαστικόν,
Γένους θηλυκοῦ,
Ἑνικὸς ἀριθμός.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
Οἱ νύχτες.
Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.
(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)











ΠΕΡΑΣΑ

Περπατῶ καὶ νυχτώνει.
Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὑπῆρξα περίεργη καὶ μελετηρή.
Ξέρω ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.
Τὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε.
Πόσο εὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτων
μ᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες μὲ βροχή,
ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ
τὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινο
ὑπομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,
ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρων
ὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγει
κι ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα ἀπὸ κήπους, στάθηκα σὲ συντριβάνια
καὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦν
σὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς.
Καὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες.
Τὰ τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα.
Εἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρα
καὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολὺ στὰ αἰσθήματα,
τὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τους
νὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος.
Πέρασα ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα.
Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψα
καὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.
Ἔλαβα κάρτες σύντομες:
ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρα
καὶ κάτι χαιρετίσματα
ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.

Μίλησα πολύ. Στοὺς ἀνθρώπους,
στοὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες.
Καὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες.
Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέρια
καὶ νὰ χάνω χέρια.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ...
Παντοῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος.
Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ.
Κι ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασα
κι ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.
Πῆγα καὶ στὴ θάλασσα.
Μοῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα.
Φοβήθηκα τὴ μοναξιὰ
καὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους.
Τοὺς εἶδα νὰ πέφτουν
ἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης,
ποὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδα
κι ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης.
Καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες
ὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ἔπιασα καὶ φωτιὰ καὶ σιγοκάηκα.
Καὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα.
Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,
σκοτεινή, μὲ ἀκόνισε.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὅσο μπόρεσα ἔφερ᾿ ἀντίσταση σ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι
ὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει,
κι ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸ
στὰ ξεροπόταμα
καὶ παρασύρθηκα.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Σὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.












ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΕΣ


Εδώ δεν ήρθαμε ποτέ.
Ο λόφος δε σε ξέρει.
Το βήμα σου δεν βρίσκεται γραμμένο
σε κανένα μικρό ανηφοράκι
κι ούτε στις πράες κατηφοριές
ακούγεται το γέλιο της βιασύνης σου.
Γραμμένος δεν είσαι
ούτε και στα χλωρά ερωτολόγια:
στα σαρκώδη φύλλα των κάκτων.
Γεμάτα μικρές μαχαιριές ονομάτων
που δεν πάνε σε βάθος
κι εύκολα κλείνουν,
Έλση - Δημήτρης
και βέλος.
Κι άλλα ονόματα που πέρασαν
μ'ένα καημό διαρκείας.
Στα πιο πολλά
η ενωτική γραμμή ανάμεσά τους
έθρεψε κιόλας, έσβησε.
Κι αποσυνδέθηκε το κάποτε.

Φυσάνε όρκοι πίσω από τους θάμνους
και κυλάνε πέτρες.
Έρωτες που ανεβαίνουν,
έρωτες που γλυστράνε.

Το απόγευμα αισθάνεται
μια μυροβόλο απάθεια
κι ότι είναι λύπη
μοιάζει με ησυχασμό φυλλώματος.
Των αρωμάτων τα σώματα
βαριά ανοιγοκλείνουν τα φτερά τους,
βαρετά αγνοούν:
κανένα δε μυρίζει εξαφάνιση.
Που είσαι;
Κάτι πικραίνει πιο πολύ κι απ'τ' όνομά τους
τις πικροδάφνες.
Που είσαι;

Αλλά εδώ δεν ήρθαμε ποτέ.
Ο λόφος δε σε ξέρει.
Λοιπόν σώζομαι από συσχετίσεις.
Κι έτσι μπορώ να σταθώ
στο ύψος μιας ρεμβαστικής ουδετερότητας
για ν'απολαύσω ανενόχλητα
αυτό το κάθαρμα τη δύση.












ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1948

Κρατῶ λουλοῦδι μᾶλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε κῆπος κάποτε.

Στὸ ἄλλο χέρι
κρατῶ πέτρα.
Μὲ χάρη καὶ ἔπαρση.
Ὑπόνοια καμιὰ
ὅτι προειδοποιοῦμαι γι᾿ ἀλλοιώσεις,
προγεύομαι ἄμυνες.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε ἄγνοια κάποτε.

Χαμογελῶ.
Ἡ καμπύλη του χαμόγελου,
τὸ κοῖλο αὐτῆς τῆς διαθέσεως,
μοιάζει μὲ τόξο καλὰ τεντωμένο,
ἕτοιμο.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Καὶ προδιάθεση νίκης.

Τὸ βλέμμα βυθισμένο
στὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα:
τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ
τῆς προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.

Ἡ σκιά μου, παιχνίδι τοῦ ἥλιου μόνο.
Φοράει στολὴ δισταγμοῦ.
Δὲν ἔχει ἀκόμα προφθάσει νὰ εἶναι
σύντροφός μου ἢ καταδότης.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασ᾿ ἐπάρκεια κάποτε.

Σὺ δὲν φαίνεσαι.
Ὅμως γιὰ νὰ ὑπάρχει γκρεμὸς στὸ τοπίο,
γιὰ νά ῾χω σταθεῖ στὴν ἄκρη του
κρατώντας λουλούδι
καὶ χαμογελώντας,
θὰ πεῖ πὼς ὅπου νά ῾ναι ἔρχεσαι.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
ζωὴ πέρασες κάποτε.
ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 1971

Wolfgang Amadeus Mozart - Piano Concerto No. 21 - Andante








Κική Δημουλά - Η Ζωή είναι Αλλού
1,2,3,4,5

Συνέντευξη στην Εύη Κυριακοπούλου.
semelicorfu

























Και να το βιογραφικό της όπως εκείνη η ίδια το έχει γράψει:

" Ένα βιογραφικό σημείωμα πρέπει , αφού γραφτεί, να μείνει επ' αρκετόν καιρό κρεμασμένο στον αέρα από ένα τσιγκέλι αυστηρότητας, ώστε να στραγγίξουν καλά τα στερεότυπα, οι ωραιοποιήσεις, η ρόδινη παραγωγικότης και ο πρόσθετος ναρκισσισμός, πέραν εκείνου που ενυπάρχει στη φύση μιας αυτοπαρουσίασης. Μόνον έτσι βγαίνει το καθαρό βάρος: το ήθος που επέβαλες να τηρεί η προσπάθειά σου.

Τα πόσα βιβλία έγραψε κανείς, πότε τα εξέδωσε, ποιες μεταφράσεις τα μεταναστεύουν σε μακρινές ξένες γλώσσες και ποιες διακρίσεις τα χειροκροτούν είναι τόσο τρέχοντα, όσο το να πεις ότι μέσα σ' έναν βαρύτατο χειμώνα υπήρξαν και κάποιες μέρες με λαμπρή λιακάδα.

Ωστόσο, επειδή αυτό είναι το υλικό της πεπατημένης, που δεν μπορεί να συνεχίσει τη χάραξή της με συνεσταλμένες καινοτόμες επιφυλάξεις,

γεννήθηκα στην Αθήνα το 1931. Η παιδική ηλικία πέρασε χωρίς να αναδείξει το "παιδί θαύμα". Το 1949, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, υπέκυψα εύκολα στο "πρέπει να εργαστείς", και εργάστηκα στην Τράπεζα της Ελλάδος είκοσι πέντε χρόνια.

Ανώτερες σπουδές: η μακρά ζωή μου κοντά στον ποιητή Άθω Δημουλά. Χωρίς εκείνον, είμαι σίγουρη ότι θα είχα αρκεστεί σε μια ρεμβαστική, αμαθή τεμπελιά, προς την οποίαν, ίσως και σοφά, ακόμα ρέπω. Του οφείλω το λίγο έστω που της ξέφυγα, την ατελή έστω μύησή μου στο τι είναι απλώς φωνήεν στην ποίηση και τι είναι σύμφωνον με την ποίηση, του οφείλω ακόμα την πικρότατη δυνατότητα να μπορώ σήμερα, δημόσια, να τον μνημονεύω εις επήκοον της πολυπληθούς λήθης.

Αυταπαρνητική, παραχωρήθηκα στο ρόλο της μητέρας και με τρυφερή γενναιότητα άκουσα να προσφωνούμαι "γιαγιά". Κυλώ τώρα με ψυχραιμία και χωρίς βλέψεις διαιωνίσεως μέσα σ΄ αυτές τις νέες παρακαμπτήριες του αίματός μου. Κυλώ και, όσο πλησιάζω στις εκβολές, όλο και ονειρεύομαι ότι θα μου πετάξει η ποίηση ένα σωσίβιο ποίημα.

Δεν νιώθω δημιουργός. Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μιας πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής. Όταν μετά αρχίζω να καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ' ανάγκην: όπου λείπουν λέξεις, φράσεις ολόκληρες συχνά και το νόημα του οργίου, προσθέτω εκεί δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, το δικό μου όργιο στο νόημα, ότι τέλος πάντων έχει περισσέψει από δικές μου ακολασίες με έναν άλλον, άγνωστο τρόπο ζωής.

Τόσο μεταχειρισμένη και υπηρεσιακή είναι η ανάμειξή μου στη δημιουργία. Φύσει ολιγογράφος, εξέδωσα οκτώ ποιητικές συλλογές μέσα σε σαράντα πέντε χρόνια. Η σημασία τους είναι ακόμα συμβατική. Είναι γραμμένη στη λίστα αναμονής των μεγάλων επερχόμενων κυμάτων του μετα-κριτή χρόνου."

Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1952. Παντρεμένη από το 1954 με τον ποιητή Άθω Δημουλά (1921-1985) και μητέρα δύο παιδιών, εξέδωσε έκτοτε τα βιβλία: «Έρεβος» (1956), «Ερήμην» (1958), «Επί τα ίχνη» (1963), «Το λίγο του κόσμου» (1971), «Το τελευταίο σώμα μου» (1981), «Χαίρε ποτέ» (1988), «Η εφηβεία της λήθης» (1994), «Ενός λεπτού μαζί» (1998), «Ποιήματα» (συγκεντρωτική έκδοση, 1998), «Ήχος απομακρύνσεων» (2001), «Ο φιλοπαίγμων μύθος» (2003), «Εκτός σχεδίου» (2004), «Χλόη θερμοκηπίου» (2005). Το 2003 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.


Wolfgang Amadeus Mozart - Violin Concerto
No. 5 in A major






Η ταχεία ανάρρωση της απληστίας


Ακούω μεσημεριάτικα το λαχειοπώλη
να προσκαλεί αγοραστές στο γέλιο της τύχης.
σπρώχνω πιό πέρα την εγρήγορση
μου πιάνει όλο το χώρο και το ρίχνω
σε μιά τρελή ονειροπόληση,
αμύθητα πως θα άλλαζε η ζωή μου
άν κέρδιζα ένα
ανισόρροπο λαχείο.

Θα ξαναέχτιζα την πείρα μου με θέα
τους απέραντους κατάφυτους ξενώνες.
Επικλινείς σκεπές να μη λιμνάζουν
θέατρα και δάκρυα κακοκαιρίες ρόλων.

Στους κήπους διάχυτα αγάλματα
κομμωτές της ποικιλίας και της πρόβλεψης.
Αγάλματα νεράκια με την πετονιά ροή τους
να ψαρεύουν όσο θέλουν σιντριβάνια.
Μάκρος μυστηριώδες βουβός θαυμαστής
θα παίρνει από πίσω τις αλέες
άηχα θα τις ακολουθεί πατώντας
μέσα στον ίδιο θόρυβο βημάτων που αδειάζουν
εκείνες καθώς προχωρούν. Ώσπου
να τις χάσει ξαφνικά - θα του κρυφτούν
σε κάποιο άλλο σχέδιο περιπάτου.

Θ΄αγόραζα λιμάνια αυτοκίνητα ρολόγια ιλιγγιώδη
την κάθε ώρα μου θα ΄ρχόταν ο δικός της
σωφέρ να την παίρνει - θ΄αγόραζα
όλη την άγονη γραμμή επιπλωμένη
με καινούργιους επιβάτες
και πολυτελέστατους καπνούς - θα δρομολογούσα
το πρώτο μακρινό μου εκείνο τρένο,
νεόνυμφη που ήμουν με ταξίδι
άμαθη στα χάδια των συνόρων
στην αγρυπνία των σταθμών και ξένων τόπων
που τίναζαν απρόσεκτα της ονομασίας τους
την καύτρα στα μάτια της ταχύτητας και φεύγαν.
Wagon lit - τότε που πρωτοβλέποντας
τον καναπέ να γίνεται κρεβάτι
ταξίδεψα πως όλα μετατρέπονται
από αναπαυτικό σε αναπαυτικότερο.

Θ΄άρπαζα θα έδιωχνα θ΄ανέβαζα
θα ποδοπατούσα θα φοβέριζα θα σκόρπιζα θα νόμιζα
θα γκρέμιζα και σε τρείς μέρες θα ξανάκτιζα
θα με τρέμαν οι στερήσεις.

Γιά να μπορέσω έτσι θρασύτατα ισχυρή
ν΄αγοράσω πιά την ανάστασή σου.

Σωστά το άκουσες, μή μελαγχολείς.
την ανάστασή σου.
Είδες ποτέ του θαύμα να χάλασε χατίρι
παραμυθένιας τύχης;

Χωρίς παζάρια θα ΄δινα πίσω όσα κέρδισα
και θα γυρίζαμε πεζή, απίστευτοι στο σπίτι.

Θα ξάπλωνες εκεί, στη συνέχειά σου.
Θα ΄γερνα κι εγώ, διπλανή αμύθητα.
Κι αφού βεβαιωνόμουνα πως έχεις προσδεθεί
καλά πάνω στο σώμα σου
πως κούμπωσες καλά την ασφαλή επιστροφή σου
θα το ΄ριχνα σιγά-σιγά
σε μιά τρελή ονειροπόληση,
αμύθητα πως θ΄άλλαζε η ζωή μου
αν κέρδιζα ένα
ανισόρροπο λαχείο.

Eine kleine Nachtmusik (Wolfgang Amadeus Mozart)





ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ


Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ'αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστικός, συνέρημος
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μου'μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόσθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ'αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ'άλλα να'ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

Η τέχνη και συγκεκριμένα η ποίηση, είναι ένας ψιθυριστός υπαινιγμός. Υποθετικές είναι πάντα οι αποκρυπτογραφήσεις του...την ποίηση δεν την εννοουμε. Πρωτίστως την νιώθουμε. Πριν μας δοθούν κατευθύνσεις και οδικοί χάρτες..
Κική Δημουλά



Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

Εἶχε ἐλπίσει τότε,... Εἶχε ἐλπίσει ὕστερα...












Στην Ερατώ μου..


Αντώνης Σαμαράκης

Από τους σημαντικότερους έλληνες λογοτέχνες. Γεννήθηκε το 1919 στην Αθήνα. Φοίτησε στην ΑΣΟΕΕ και στην Νομική Αθηνών. Εργάστηκε ως υπάλληλος στο Υπουργείο Εργασίας. Στην αρχή της λογοτεχνικής του καριέρας συνεργάστηκε με το περιοδικό Διάπλαση των Παίδων και αργότερα το 1932 δημοσίευσε τα τραγούδια του παιδιού με το ψευδώνυμο Ιωσήφ Κυπριανός.

Το 1944 πιάστηκε από τους ναζί και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ύστερα από περιπέτειες, κατάφερε να ξεφύγει.

Το Ζητείται Ελπίς ήταν το πρώτο πεζογράφημα που έγραψε το 1954 ενώ ακολούθησε το 1961 το Αρνούμαι για το οποίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος. ?λλα έργα του: Το Λάθος το οποίο απέσπασε δύο λογοτεχνικά βραβεία στην Ελλάδα και στη Γαλλία, Το διαβατήριο, Η ζούγκλα, κ.α.

Ο Αντώνης Σαμαράκης έχει τιμηθεί επίσης και με το Βραβείο λογοτεχνίας Ευρωπάλια για το σύνολο του έργου του. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες χώρες του κόσμου και μερικά από αυτά έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Εξελέγη ομόφωνα επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Φιλολογίας των Πανεπιστημίων Αθηνών, Πατρών και Ιωαννίνων. Στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τα έργα του διδάσκονται στη δημοτική και μέση εκπαίδευση και στα πανεπιστήμια.

Επίτιμος δημότης σε 37 πόλεις στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Χρυσό Μετάλλιο Αξίας της πόλεως των Αθηνών. Μεγαλόσταυρος του Τάγματος Εθνάρχου Μακαρίου Γ', Κύπρος.

Το 1989, η UNICEF Νέας Υόρκης τον ονόμασε πρώτο έλληνα πρεσβευτή καλής θέλησης για τα παιδιά του κόσμου.

Πνευματικός πρεσβευτής των Γιατρών χωρίς Σύνορα. Διάκριση Ειρήνης και μετάλλιο από την Έκκληση της Ακρόπολης για την Ειρήνη, τη Ζωή και τον Πολιτισμό. Ασχολήθηκε ενεργά πέντε χρόνια, με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Βουλής των Εφήβων, ως πρόεδρος της Επιτροπής που το κατεύθυνε.


Mariza Koch - Nanourisma



Ζητεῖται Ἐλπίς

Ὅταν μπῆκε στὸ καφενεῖο, κεῖνο τὸ ἀπόγεμα, ἤτανε νωρὶς ἀκόμα. Κάθισε σ᾿ ἕνα τραπέζι, πίσω ἀπὸ τὸ μεγάλο τζάμι ποὺ ἔβλεπε στὴ λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.

Σὲ ἄλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιὰ ἢ συζητούσανε.

Ἦρθε ὁ καφές. Ἄναψε τσιγάρο, ἤπιε δυὸ γουλιές, κι ἄνοιξε τὴν ἀπογευματινὴ ἐφημερίδα.

Καινούριες μάχες εἶχαν ἀρχίσει στὴν Ἰνδοκίνα. «Αἱ ἀπώλειαι ἑκατέρωθεν ὑπῆρξαν βαρύταται», ἔλεγε τὸ τηλεγράφημα.

Ἕνα ἀκόμα ἰαπωνικὸ ἁλιευτικὸ ποὺ γύρισε μὲ ραδιενέργεια.

«Ἡ σκιὰ τοῦ νέου παγκοσμίου πολέμου ἁπλοῦται εἰς τὸν κόσμον μας», ἦταν ὁ τίτλος μιᾶς ἄλλης εἴδησης.

Ὕστερα διάβασε ἄλλα πράγματα: τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, προαγωγὲς ἐκπαιδευτικῶν, μιὰ ἀπαγωγή, ἕνα βιασμό, τρεῖς αὐτοκτονίες. Οἱ δυό, γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους. Δυὸ νέοι, 30 καὶ 32 χρονῶ. Ὁ πρῶτος ἄνοιξε τὸ γκάζι, ὁ δεύτερος χτυπήθηκε μὲ πιστόλι.

Ἀλλοῦ εἶδε κριτικὴ γιὰ ἕνα ρεσιτὰλ πιάνου, ἔπειτα κάτι γιὰ τὴ μόδα, τέλος τὴν «Κοσμικὴ Κίνηση»: «Κοκταίηλ προχθὲς παρὰ τῷ κυρίῳ καὶ τῇ κυρίᾳ Μ. Τ. Χάρμα εὐμορφίας καὶ κομψότητος ἡ κυρία Β. Χ. μὲ φόρεμα κομψότατο ἐμπριμὲ καὶ τὸκ πολὺ σίκ. Ἐλεγκάντικη ἐμφάνισις ἡ δεσποινὶς Ο. Ν.»

Ἄναψε κι ἄλλο τσιγάρο. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὶς «Μικρὲς Ἀγγελίες»:

ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευὴ ἀρίστη, ἐκ 4 δωματίων, χόλ, κουζίνας, λουτροῦ πλήρους, W.C.

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ εἰς σοβαρὸν κύριον δωμάτιον εἰς β´ ὄροφον, εὐάερον, εὐήλιον...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο πρὸς ἀγοράν...

Σκέψεις γυρίζανε στὸ νοῦ του.

Ἀπὸ τότε ποὺ τέλειωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ἡ σκιὰ τοῦ τρίτου δὲν εἶχε πάψει νὰ βαραίνει πάνω στὸν κόσμο μας. Καὶ στὸ μεταξύ, τὸ αἷμα χυνότανε, στὴν Κορέα χτές, στὴν Ἰνδοκίνα σήμερα, αὔριο...

Πέρασε τὸ χέρι του στὰ μαλλιά του. Σκούπισε τὸν ἱδρώτα στὸ μέτωπό του· εἶχε ἱδρώσει, κι ὅμως δὲν ἔκανε ζέστη.

Ὁ πόλεμος, ἡ βόμβα ὑδρογόνου, οἱ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις»... Τὸ πανόραμα τῆς ζωῆς!

Δὲν εἶχε ἀλλάξει διόλου πρὸς τὸ καλύτερο ἡ ζωή μας ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο. Ὅλα εἶναι, τὰ ἴδια σὰν καὶ πρίν. Κι ὅμως εἶχε ἐλπίσει κι αὐτός, ὅπως εἶχαν ἐλπίσει ἑκατομμύρια ἄνθρωποι σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, πῶς ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο, ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσο αἷμα ποὺ χύθηκε, κάτι θ᾿ ἄλλαζε. Πὼς θἀρχόταν ἡ εἰρήνη, πὼς ὁ ἐφιάλτης τοῦ πολέμου δὲ θὰ ἴσκιωνε πιὰ τὴ γῆ μας, πὼς δὲ θὰ γίνονταν τώρα αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, πὼς...

Σουρούπωνε. Μερικὰ φῶτα εἶχαν ἀνάψει κιόλας στὰ μαγαζιὰ ἀντίκρυ. Στὸ καφενεῖο δὲν εἴχανε ἀνάψει ἀκόμα τὰ φῶτα. Τοῦ ἄρεσε ἔτσι τὸ ἡμίφως.

Σκέφτηκε τὴ σύγχυση ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν κόσμο μας σήμερα. Σύγχυση στὸν τομέα τῶν ἰδεῶν, σύγχυση στὸν κοινωνικὸ τομέα, σύγχυση...

Δὲν ἔφταιγε ἡ ἐφημερίδα ποὺ ἔκανε τώρα αὐτὲς τὶς σκέψεις. Τὰ σκεφτότανε ὅλα αὐτὰ τὸν τελευταῖο καιρό, πότε μὲ λιγότερη, πότε μὲ περισσότερη ἔνταση. Σκεφτότανε τὸ σκοτεινὸ πρόσωπο τῆς ζωῆς. Τὴν εἰρήνη, τὴ βαθιὰ τούτη λαχτάρα, ποὺ κρέμεται ἀπὸ μιὰ κλωστή. Σκεφτότανε τὴ φτώχεια, τὴν ἀθλιότητα. Σκεφτότανε τὸ φόβο ποὺ ἔχει μπεῖ στὶς καρδιές.

Στὸν καθρέφτη, δίπλα του, εἶδε τὸ πρόσωπό του. Ἕνα πολὺ συνηθισμένο πρόσωπο. Τίποτα δὲ μαρτυροῦσε τὴν ταραχὴ ποὺ εἶχε μέσα του.

Εἶχε πολεμήσει κι αὐτὸς στὸν τελευταῖο πόλεμο. Καὶ εἶχε ἐλπίσει. Μὰ τώρα ἤτανε πιὰ χωρὶς ἐλπίδα. Ναί, δὲ φοβότανε νὰ τὸ ὁμολογήσει στὸν ἑαυτό του πῶς ἤτανε χωρὶς ἐλπίδα.

Μιὰ σειρὰ ἀπὸ διαψεύσεις ἐλπίδων ἦταν ἡ ζωή του. Εἶχε ἐλπίσει τότε,...

Εἶχε ἐλπίσει ὕστερα...

Κάποτε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, εἶχε ἐλπίσει στὸν κομμουνισμό. Μὰ εἶχε διαψευσθεῖ κι ἐκεῖ. Τώρα δὲν εἶχε ἐλπίδα σὲ καμιὰ ἰδεολογία!

Ζήτησε ἕνα ποτήρι νερὸ ἀκόμα. Αὐτὴ ἡ διάψευση ἀπὸ τὶς λογῆς-λογῆς ἰδεολογίες ἤτανε βέβαια γενικὸ φαινόμενο. Καὶ παραπάνω ἀπὸ τὴ διάψευση, ἡ κούραση, ἡ ἀδιαφορία, ποὺ οἱ πιὸ πολλοί, ἡ μεγάλη πλειοψηφία νιώθει μπροστὰ στὶς διάφορες ἰδεολογίες.

Κοίταζε τὰ τρόλλεϋ ποὺ περνάγανε ὁλοένα στὴ λεωφόρο, τὸ πλῆθος... Μπροστά του, ἡ ἐφημερίδα ἀνοιχτή. Ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶχε δεῖ καὶ πρωτύτερα: ἡ σκιὰ τοῦ καινούριου πολέμου, ἡ Ἰνδοκίνα, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις»...

Τσιγάρα! ἕνας πλανόδιος μπῆκε.

Πῆρε ἕνα πακέτο.

Στὶς ἕξι σελίδες τῆς ἐφημερίδας: ἡ ζωή. Κι αὐτός, ἤτανε τώρα ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἐλπίδα.

Θυμήθηκε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, ἤτανε παιδὶ ἀκόμα, εἶχε ἀρρωστήσει βαριὰ μιὰ θεία του, ξαδέρφη τῆς μητέρας του. Τὴν εἴχανε σπίτι τους. Ἦρθε ὁ γιατρὸς· βγαίνοντας ἀπὸ τὸ δωμάτιο τῆς ἄρρωστης, εἶπε μὲ ἐπίσημο ὕφος:

Δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίς!

Ἔτσι κι αὐτός, τώρα, εἶχε φτάσει στὸ σημεῖο νὰ λέει:

- Δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίς!

Τοῦ φάνηκε φοβερὸ ποὺ ἤτανε χωρὶς ἐλπίδα. Εἶχε τὴν αἴσθηση πὼς οἱ ἄλλοι στὸ καφενεῖο τὸν κοιτάζανε κι ἄλλοι ἀπὸ τὸ δρόμο σκέφτονταν καὶ ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αὐτὸς ἐκεῖ δὲν ἔχει ἐλπίδα!» Σὰ νὰ ἦταν ἔγκλημα αὐτό. Σὰ νὰ εἶχε ἕνα σημάδι πάνω του ποὺ τὸ μαρτυροῦσε. Σὰ νὰ ἤτανε γυμνὸς ἀνάμεσα σὲ ντυμένους.

Σκέφτηκε τὰ διηγήματα ποὺ εἶχε γράψει, δίνοντας ἔτσι μιὰ διέξοδο στὴν ἀγωνία του. Ἄγγιζε θέματα τοῦ καιροῦ μας: τὸν πόλεμο, τὴν κοινωνικὴ δυστυχία... Ὡστόσο, δὲν τὸ ἀποφάσιζε νὰ τὰ ἐκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε τὴν ἐτικέτα ποὺ θὰ τοῦ δίνανε σίγουρα οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ὄχι, ἔπρεπε νὰ τὰ βγάλει. Στὸ διάολο ἡ ἐτικέτα! Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, τίποτε ἄλλο. Οὔτε ἀριστερὸς οὔτε δεξιός. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ἐλπίσει ἄλλοτε, καὶ τώρα δὲν ἔχει ἐλπίδα, καὶ ποὺ νιώθει χρέος του νὰ τὸ πεῖ αὐτό. Βέβαια, ἄλλοι θἄχουν ἐλπίδα, σκέφτηκε. Δὲν μπορεῖ παρὰ νἄχουν.

Ξανάριξε μιὰ ματιὰ στὴν ἐφημερίδα: ἡ Ἰνδοκίνα, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις», τὸ ρεσιτὰλ πιάνου, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, οἱ «Μικρὲς Ἀγγελίες»...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζὶπ ἐν καλῇ καταστάσει...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικὸς...

Ἔβγαλε τὴν ἀτζέντα του, ἔκοψε ἕνα φύλλο κι ἔγραψε μὲ τὸ μολύβι του:

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ἐλπίς

Ὕστερα πρόσθεσε τὸ ὄνομά του καὶ τὴ διεύθυνσή του. Φώναξε τὸ γκαρσόνι. Ἤθελε νὰ πληρώσει, νὰ πάει κατευθείαν στὴν ἐφημερίδα, νὰ δώσει τὴν ἀγγελία του, νὰ παρακαλέσει, νὰ ἐπιμείνει νὰ μπεῖ ὁπωσδήποτε στὸ αὐριανὸ φύλλο.
Ἀντώνης Σαμαράκης


frangoulis-ton eayto toy paidi




Συνέντευξη με τον Αντώνη Σαμαράκη
Η λογοτεχνία είναι μια απεγνωσμένη απόπειρα ανθρώπινης επικοινωνίας
Του
Βασίλη Λεβαντίδη
Απόσπασμα


Θα λέγατε κάτι σε έναν νέο που κάνει δειλά – δειλά, τα πρώτα του βήματα στη ζωή। Θα του λέγατε κάτι για τον πολιτισμό μας, για την Ελλάδα;

Όχι δεν θα του έλεγα για πολιτισμό θα του έλεγα για…

Κοιτώντας τον στα μάτια κ. Σαμαράκη…

Ναι, ναι στα μάτια όσο μπορώ γιατί δεν έχουμε δικαίωμα να κοιτάμε στα μάτια τα παιδιά σήμερα, είμαστε ένοχοι. Είμαστε ένοχοι, εμείς οι μεγάλοι, στα χρόνια και στα αξιώματα. Και μπροστά στα μάτια ενός παιδιού πρέπει να σκύβουμε με συντριβή το κεφάλι, με συντριβή το κεφάλι και αν μπορούσα κάπως να το κοιτάξω θα του έλεγα, σε παρακαλώ να αγωνιστείς, γιατί τίποτα δεν γίνεται χωρίς αγώνα, να μείνεις έτσι όπως είσαι σήμερα, στα φυσικά σου χρώματα αυθόρμητος, ειλικρινής χωρίς υποκρισίες σε όλους του τομείς, να είσαι πάντα ο εαυτός σου. Αλλά θέλει αγώνα για να μείνεις ο εαυτός σου και εγώ θυμάμαι επειδή κάνω την διάκριση μεταξύ της θαυμάσιας νέας γενιάς που έχουμε σήμερα και εμείς οι μεγάλοι κάνουμε αυστηρά κριτική άδικη και βλακώδη και γελοία. Διότι εμείς λέμε η νεολαία σήμερα…Ποια νεολαία σήμερα; Η νεολαία είναι θαυμάσια, εμείς δεν είμαστε άξιοι της νεολαίας. Λέγαμε η αγνή ελληνική επαρχία και εγώ είμαι από επαρχία και οι ρεματιές ήτανε με εξώγαμα πνιγμένα και η αιμομιξία σύννεφο. Σήμερα οι σχέσεις των δύο φύλων είναι ειλικρινείς, απλές, εγώ είδα στην Καλαμαριά προχθές, το βλέπω και στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις και αισθάνθηκα τη νύχτα μέσα ένα αγόρι και ένα κορίτσι αγκαλιασμένα. Η εικόνα της ομορφιάς, της αλήθειας και της ζωής. Και παίρνω κουράγιο, αισιοδοξία, όπως παίρνω κουράγιο από τα φορτηγά που γράφουν πίσω «Έχει ο Θεός». Εντάξει έχει ο Θεός αλλά ως πότε θα έχει; Μήπως απελπίστηκε και αυτός; Θα του έλεγα λοιπόν κι αυτό «Να μείνεις όπως είσαι παιδί μου, να αγωνιστείς να μείνεις όπως είσαι»!

…«5 Νοεμβρίου 1998. Νύχτα. Στην Ελλάδα. Σε μια μικρή πόλη. Ένα παιδί ο Δημήτρης 16 χρονών, μαθητής στη Β’ Λυκείου, γράφει στο κομπιούτερ του και ρίχνει στους δρόμους μια προκήρυξη, με την υπογραφή μιας φανταστικής οργάνωσης νέος. Άνεμος σωτηρίας από τα εν ονόματι. Είναι μια κίνηση διαμαρτυρίας και εξέγερσης εναντίον των διαφόρων εν ονόματι που καταδυναστεύουν τη ζωή μας και της αφαιρούν το αληθινό της νόημα. Τα παιδιά εμείς, οι νέοι εμείς, είμαστε στην πρώτη γραμμή του αγώνα κατά των διαφόρων εν ονόματι, που καταδυναστεύουν τη ζωή μας και δεν μας αφήνουν να σκεφτόμαστε και να πράττουμε ως ελεύθεροι άνθρωποι»…


Nanourisma


ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ (1919-2003)। Ο Αντώνης Σαμαράκης του Ευριπίδη και της Ανδριανής γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε νομικά (1937-1941). Από το 1935 ως το 1963 εργάστηκε στο Υπουργείο Εργασίας, θέση από την οποία παραιτήθηκε με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά και στην οποία επέστρεψε το 1945. Συμμετείχε ως εκπρόσωπος της χώρας μας σε διεθνείς συναντήσεις για θέματα εργασιακά και μεταναστευτικά.

Το 1963 παντρεύτηκε την Ελένη Κουρεμπανά. Την περίοδο 1968-1969 ηγήθηκε αποστολής εμπειρογνωμοσύνης στις χώρες της Αφρικής μετά από ανάθεση της Διεθνούς Ομάδας Εργασίας. Ως εκπρόσωπος της Ουνέσκο ταξίδεψε στην Αιθιοπία και δραστηριοποιήθηκε με άρθρα του για τη διεθνή κινητοποίηση υπέρ της επίλυσης των προβλημάτων των κατοίκων της χώρας.

Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ως ποιητής από τις στήλες των περιοδικών "Παιδικός κόσμος" και "Διάπλασις των Παίδων". Ακολούθησαν δημοσιεύσεις του στις σελίδες της "Νέας Εστίας" και άλλων περιοδικών, όπως το "Ξεκίνημα", και τα "Νεοελληνικά Γράμματα". Συνεργάστηκε επίσης με το περιοδικό "Ακτίνες" μετά τον πόλεμο του 1940.

Το 1954 εκδόθηκε η πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Ζητείται ελπίς. Ακολούθησαν πέντε ακόμη βιβλία του, τα οποία γνώρισαν πολλές επανεκδόσεις και μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες. Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος (1962 για το "Αρνούμαι"), το Βραβείο των Δώδεκα - Έπαθλο Κώστα Ουράνη (1966 για "Το λάθος"), το Μέγα Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας στη Γαλλία (1970 για "Το λάθος").

Τιμήθηκε επίσης για τη συνολική προσφορά του από τη διοργάνωση Europalia (1982) και με το Σταυρό του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών (1995). Μετά τη μεταπολίτευση δημοσίευσε κείμενα κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Διηγήματά του έγιναν σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες. Ταινία έγινε επίσης "Το λάθος" από τον Peter Fleischmann.

Η πεζογραφία του Αντώνη Σαμαράκη τοποθετείται στο χώρο της κοινωνικής καταγγελίας. Μέσα από τα έργα του προβάλλει έντονη η αγωνία για την πορεία του σύγχρονου κόσμου, η κοινωνική συνείδηση και η ανθρωπιστική κοσμοθεωρία του συγγραφέα. Η γλώσσα του είναι απλή, χωρίς επιτηδευμένο ύφος, ξεχωρίζει κυρίως για την πυκνότητα των νοημάτων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η ευρηματικότητα στην εξέλιξη και το τέλος της δράσης και η συχνή χρήση οπτικής χρήσης του λόγου (κείμενα δακτυλογραφημένα, σκίτσα, κ.α.). Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αντώνη Σαμαράκη βλ. Δασκαλόπουλος Δημήτρης "Αντώνης Σαμαράκης", στο "Η μεταπολεμική πεζογραφία Από τον πόλεμο του 40 ως τη δικτατορία του '67", Ζ', σ.54-99. Αθήνα, Σοκόλης, 1988, Ζήρας Αλεξ., "Σαμαράκης Αντώνης", "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", 9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Παππάς Γιάννης Η., Σκιαθάς Αντώνης Δ., "Σχεδίασμα εργοβιογραφίας Αντώνη Σαμαράκη", Ελί-τροχος17-18 (Πάτρα), Χειμώνας - Άνοιξη 1999, σ.7-13. Εργογραφία (πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις): Ι. Διηγήματα "Ζητείται ελπίς διηγήματα". Αθήνα, 1954. "Αρνούμαι". Αθήνα, Φέξης, 1961. "Το διαβατήριο". 1973. "Η κόντρα διηγήματα". Αθήνα, 1992. ΙΙ.Μυθιστορήματα "Σήμα κινδύνου μυθιστόρημα". Αθήνα, 1959. "Το λάθος μυθιστόρημα" Εξώφυλλο του χαράκτη Α.Τάσσου. Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1965.


Σωκράτης Μάλαμας - Τσιγάρο Ατέλειωτο



ΕΛΕΓΕΙΟ

Δεν ήταν θάνατος, αυτός ο ξένος,
που εκείνο το βαθύ κι εξαίσιο βράδυ
ήρθε σιγά, κρυφά μες στο σκοτάδι,
σαν ένας αδερφός αγαπημένος

και σταυρωτά σε φίλησε, σα χάδι.
Έτσι πολύ κι αναίτια λυπημένος,
ήταν ένας χλωμός Εσταυρωμένος,
που εκείνο το βαθύ κι εξαίσιο βράδυ,

σε μιαν Αποκαθήλωση μοιραία,
-τριανταφυλλάκι σε γυμνή ρομφαία-
κάρφωσε την ψυχή σου… Σαν αστείο

τώρα θα σου φανεί να μάθεις ότι,
έγραψα τούτο το φτωχό ελεγείο
«Εις μνήμην Ναπολέοντος Λαπαθιώτη…»

(Από το αφιέρωμα του περιοδικού Νέα Εστία, τεύχος 398-399, 1944)



Μιλτιάδης Πασχαλίδης - Νανούρισμα



Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Κι ἂχ ὅ,τι πιὸ ὄμορφο θά ῾θελα νὰ σοῦ πῶ Δὲ στό ῾πα ἀκόμα.. Nazim Hikmet














Στο Υακινθάκι μου τη Γητεύτρια

Γιὰ τὴ ζωή

Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι παῖξε-γέλασε
Πρέπει νὰ τήνε πάρεις σοβαρά,
Ὅπως, νὰ ποῦμε, κάνει ὁ σκίουρος,
Δίχως ἀπ᾿ ὄξω ἢ ἀπὸ πέρα νὰ προσμένεις τίποτα.
Δὲ θά ῾χεις ἄλλο πάρεξ μονάχα νὰ ζεῖς.
Τὶς πιὸ ὄμορφες μέρες μας δὲν τὶς ζήσαμε ἀκόμα
Κι ἂχ ὅ,τι πιὸ ὄμορφο θά ῾θελα νὰ σοῦ πῶ
Δὲ στό ῾πα ἀκόμα.
(ἀπόδοση: Γιάννης Ρίτσος)





I'll Miss You (Mi Mancherai)
I'll miss you, if you go away
I'll miss your serenity
Your words like songs in the wind
And Love, that you take away.

I'll miss you, if you go away
Now and forever I don'know how to live
And joy, my friend, goes away with you

I'll miss you, I'll miss you, because you go away
Because the love in you is dead
Because, because...
Nothing it's gonna change, I know
And inside of me I feel you
I'll miss the immensity
Of our days and nights,us together
Your smiles when it's getting dark
Your being naive like a little girl

I'll miss you, my love
I look at myself and I find emptiness inside of me
And joy, my friend, goes away with you





ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-PART1



Γιὰ τὴ ζωή


Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι παῖξε-γέλασε
Πρέπει νὰ τήνε πάρεις σοβαρά,
Ὅπως, νὰ ποῦμε, κάνει ὁ σκίουρος,
Δίχως ἀπ᾿ ὄξω ἢ ἀπὸ πέρα νὰ προσμένεις τίποτα.
Δὲ θά ῾χεις ἄλλο πάρεξ μονάχα νὰ ζεῖς.

Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι παῖξε-γέλασε
Πρέπει νὰ τήνε πάρεις σοβαρὰ
Τόσο μὰ τόσο σοβαρὰ
Ποὺ ἔτσι, νὰ ποῦμε, ἀκουμπισμένος σ' ἕναν τοῖχο
μὲ τὰ χέρια σου δεμένα
Ἢ μέσα στ᾿ ἀργαστήρι
Μὲ λευκὴ μπλούζα καὶ μεγάλα ματογυάλια
Θὲ νὰ πεθάνεις, γιὰ νὰ ζήσουνε οἱ ἄνθρωποι,
Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ποτὲ δὲ θά ῾χεις δεῖ τὸ πρόσωπό τους
καὶ θὰ πεθάνεις ξέροντας καλὰ
Πὼς τίποτα πιὸ ὡραῖο, πὼς τίποτα πιὸ ἀληθινὸ
ἀπ᾿ τὴ ζωὴ δὲν εἶναι.

Πρέπει νὰ τηνε πάρεις σοβαρὰ
Τόσο μὰ τόσο σοβαρὰ
Ποὺ θὰ φυτέυεις, σὰ νὰ ποῦμε,
ἐλιὲς ἀκόμα στὰ ἑβδομῆντα σου
Ὄχι καθόλου γιὰ νὰ μείνουν στὰ παιδιά σου
Μὰ ἔτσι γιατὶ τὸ θάνατο δὲ θὰ τόνε πιστεύεις
Ὅσο κι ἂν τὸν φοβᾶσαι
Μὰ ἔτσι γιατί ἡ ζωὴ θὲ νὰ βαραίνει
πιότερο στὴ ζυγαριά.





Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων

Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων
εἶναι πιὸ ὄμορφα ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους
πιὸ βαριὰ ἀπὸ ἐλπίδα
πιὸ λυπημένα
πιὸ διαρκῆ.

Πιότερο ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους,
τὰ τραγούδια τους ἀγάπησα.
Χωρὶς ἀνθρώπους μπόρεσα νὰ ζήσω,
ὅμως ποτὲ χωρὶς τραγούδια·
μοὔτυχε ν᾿ ἀπιστήσω κάποτε
στὴν πολυαγαπημένη μου,
ὅμως ποτέ μου στὸ τραγούδι
ποὺ τραγούδησα γι᾿ αὐτήν·
οὔτε ποτὲ καὶ τὰ τραγούδια
μ᾿ ἀπατήσανε.

Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ γλῶσσα τους
πάντοτε τὰ τραγούδια τὰ κατάλαβα.

Σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο τίποτα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα νὰ πιῶ
καὶ νὰ γευτῶ
ἀπ᾿ ὅσες χῶρες γνώρισα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα ν᾿ ἀγγίξω
καὶ νὰ νιώσω
τίποτα, τίποτα
δὲ μ᾿ ἔκανε ἔτσι εὐτυχισμένον
ὅσο τὰ τραγούδια...





Στοὺς δεκαπέντε συντρόφους

Δὲ χύνουν δάκρυ
μάτια ποὺ συνηθίσαν νὰ βλέπουνε φωτιὲς
δὲ σκύβουν τὸ κεφάλι οἱ μαχητὲς
κρατᾶν ψηλὰ τ᾿ ἀστέρι
μὲ περηφάνεια
δὲν ἔχουμε καιρὸ νὰ κλαῖμε τοὺς συντρόφους
τὸ τρομερό σας ὅμως κάλεσμα
μὲς στὴ ψυχή μας
κι οἱ δεκαπέντε σας καρδιὲς
θὲ νὰ χτυπᾶνε
μαζί μας
τὸ σιγανό σας βόγγισμα
σὰν προσκλητήρι
χτυπᾶ στ᾿ ἀφτιά μας
σὰν τὸν ἀντίλαλο βροντῆς.

Στάχτη θὰ γίνεις κόσμε γερασμένε
σοῦ ῾ναι γραφτὸς ὁ δρόμος
τῆς συντριβῆς
καὶ δὲ μπορεῖς νὰ μᾶς λυγίσεις
σκοτώνοντας τ᾿ ἀδέρφια μας τῆς μάχης
καὶ νὰ τὸ ξέρεις
θὰ βγοῦμε νικητὲς
κι ἂς εἶναι βαριές μας
οἱ θυσίες.
Μαύρη ἐσὺ θάλασσα γαλήνεψε
τὰ κύματά σου
καὶ θά ῾ρθει ἡ μέρα ἡ ποθητὴ
ἡ μέρα της ειρήνης
τῆς λευτεριᾶς σου
ὦ ναὶ θά ῾ρθει
ἡ μέρα ποὺ θ᾿ ἁρπάξουμε τὶς λόγχες
ποὺ μὲς στὸ αἷμα τὸ δικό μας
ἔχουνε βαφτεῖ.
1921





Κλαίουσα Ἰτιά

Κυλοῦσε τὸ νερὸ
καὶ στὸν καθρέφτη του γυαλίζονταν ἰτιὲς
τὰ πλούσια τὰ μαλλιά τους λούζαν λυγερές.
Καὶ τὰ σπαθιὰ τ᾿ ἀστραφτερά τους
χτυπώντας στοὺς κορμοὺς
καλπάζαν κατακόκκινοι μὲς στοὺς δρυμοὺς
καλπάζαν πρὸς τὴ δύση
μεθύσι!...

Καὶ τότε ξάφνου
σὰ τὸ πουλὶ τὸ λαβωμένο
τὸ πληγωμένο
στὸ φτερό του
γκρεμίστηκ᾿ ἕνας καβαλάρης
ἀπ᾿ τ᾿ ἄλογό του.

Δὲ σκλήρισε
τοὺς ἄλλους πού ῾φευγαν δὲ ζήτησε
τὰ βουρκωμένα μάτια του ἐγύρισε
μονάχα γιὰ νὰ δεῖ
τὰ πέταλα ποὺ λάμπαν.
Τὸ ποδοβολητὸ ἐσβοῦσε μὲς στὴ φύση
καὶ τ᾿ ἄλογα ἐχάνονταν στὴ δύση!

Καμαρωτοὶ ἐσεῖς καβαλαρέοι
Ὦ κόκκινοι κι ἀστραφτεροὶ καβαλαρέοι
καβαλαρέοι φτερωτοὶ
καμαρωτοὶ
ὡραῖοι!...
Μ᾿ ἴδιες φτεροῦγες πέταξη ἡ ζωὴ ποὺ ῥέει!

Ὁ φλοῖσβος τοῦ νεροῦ σταμάτησε
ἐχάθη
οἱ ἴσκιοι ἐβυθίστηκαν στοῦ σκοταδιοῦ τὰ βάθη
τὰ χρώματα σβηστῆκαν
στὰ μάτια του τὰ πένθιμα
τὰ πέπλα κατεβῆκαν
καὶ τῆς ἰτιᾶς ἡ φυλλωσιὰ
χαϊδεύει τὰ μαλλιά του!

Μὴ κλαῖς ἰτιά μου θλιβερὰ
καὶ μὴ βαριοστενάζεις
πάν᾿ ἀπ᾿ τὰ σκοτεινὰ νερὰ
τὸ δάκρυ μὴ σταλάζεις
Ὦ μὴ στενάζεις
μὲ σφάζεις.
1925





Γιὰ τὰ τραγούδια μου

Δὲν ἔχω πήγασο μὲ σέλαν ἀργυρὴ
οὔτε καὶ πόρους
-ὅπως τοὺς λέν᾿- ἀδήλους
δὲν ἔχω μήτε γῆ
μιὰ σπιθαμὴ
μονάχα ἕνα ποτηράκι μέλι
σὰ νά ῾ναι φλόγα λαμπερή.

Αὐτὸ εἶναι τὸ βιός μου
κι εἶναι καὶ γιὰ τοὺς φίλους
κι ἐνάντια σ᾿ ὅλους τους ἐχθροὺς
ἐντός μου
φυλάγω αὐτὸν τὸν πλοῦτο μου
ἕνα ποτήρι μέλι.

Ὑπομονή, συντρόφοι, ὑπομονὴ
καὶ θὰ ῾ρθει μέρα ἡ τρανὴ
ναὶ θά ῾ρθει!
-Σ᾿ αὐτοὺς πού ῾χουν τὸ μέλι θὲ νὰ ῾ρθεῖ
ἡ μέλισσα ἡ μιὰ
ἀπ᾿ τὴ Βαγδάτη.
1935






Ἡ χώρα αὐτὴ εἶναι δική μας

Ἡ χώρα αὐτὴ π᾿ ὁρμᾶ ἀπ᾿ τὴν Ἀσία μὲ καλπασμὸ
καὶ ποὺ προβάλλει
τ᾿ ὥριο κεφάλι
σὰν τὸ πουλάρι
γεμάτο χάρη
πρὸς τῆς Μεσόγειος τὸ νερὸ
ἡ χώρ᾿ αὐτὴ εἶναι δική μας
μὲ ματωμένους τοὺς καρποὺς
δόντια σφιγμένα
πόδια γυμνά.

Σὰ μεταξένιο τούτη ἡ γῆ μας
εἶναι χαλί μας
τούτη ἡ γῆ μας
ἡ κόλασή μας
τούτ᾿ ἡ παράδεισο
εἶναι δική μας.

Ἡ θέλησή μας
τώρα τρανεύει
νά ῾ναι δική μας
παντοτινὰ
νὰ ζοῦμε λεύτεροι σὰ δέντρα
σὰ τὰ δεντρὰ τοῦ ἴδιου δάσου
ἀδερφωμένα
ἀγκαλιαστά.
1948





Αὐτὸ εἶναι ὅλο

Ζῶ στὴ φεγγοβολὴ
ποὺ προχωράει
ὁλόγιομα τὰ χέρια μου
μὲ πόθους
κι ὁ κόσμος εἶναι ὄμορφος πολὺ
μοσκοβολάει.

Τὰ μάτια μου λιμπίστηκαν
τὰ δέντρα
τὰ δέντρα ποὺ γιόμισαν ἐλπίδες
καὶ ντύθηκαν τὴ πράσινη στολὴ
τὸ λιόχαρο δρομάκι προχωράει
σ᾿ ὁλόδροσο χαλὶ
κι ἀπ᾿ τὸ φεγγίτη μὲ καλεῖ
στὶς πράσινες νησίδες.

Κι οὔτε μυρίζομαι τὰ φάρμακα
τ᾿ ἀναρρωτήριο πιὰ δὲ βρωμάει
-θ᾿ ἀνοίξουν τὰ γαρούφαλα
ἡ ὥρα ἡ καλή-

Τί τάχα ἂν εἶσαι φυλακή;
Νὰ μὴ λυγᾶς!
αὐτὸ εἶν᾿ ὅλο.
Δὲν εἶναι ἄλλη συμβουλή.
1948





Δὲ μᾶς ἀφήνουν νὰ τραγουδᾶμε

Δὲ μᾶς ἀφήνουν Ῥόμπσον νὰ τραγουδᾶμε
δὲ μᾶς ἀφήνουν καναρίνι
πού ῾χεις φτερὰ ἀητοῦ
μαῦρε ἀδερφέ μου
δόντια ποὺ ἔχεις
μαργαριτάρια
δὲ μᾶς ἀφήνουν νὰ ψηλώσουμε φωνή.

Φοβοῦνται Ῥόμπσον
φοβοῦνται τὴν αὐγή,
ν᾿ ἀκούσουνε φοβοῦνται
καὶ ν᾿ ἀγγίσουν
φοβοῦνται ν᾿ ἀγαπήσουν
φοβοῦνται ν᾿ ἀγαπήσουνε σὰν τὸν Φερχὰτ
(Ἀλήθεια θὰ ῾χετε κι ἐσεῖς ἕναν Φερχὰτ
οἱ νέγροι πῶς νὰ τόνε λένε Ῥόμπσον;)

Φοβοῦνται τὰ γεννήματα
τὴ γῆς
τὸ γάργαρο νερὸ φοβοῦνται τῆς πηγῆς
φοβοῦνται
νὰ θυμοῦνται
καὶ τὶς χαρές τους
τὸ χέρι ἑνὸς φίλου δὲν ἔσφιξε ποτέ τους
τὸ χέρι τους
ζεστὸ
σὰν τὸ πουλὶ
χωρὶς νὰ θέλει σκόντα
προμήθειες
ἡ κάποια ἀναβολὴ
στὴ πλερωμή.

Φοβοῦνται τὴν ἐλπίδα
φοβοῦνται Ῥόμπσον νὰ ἐλπίσουν
φοβοῦνται καναρίνι
πού ῾χεις φτερὰ ἀητοὺ
φοβοῦνται τὰ τραγούδια μας
μὴ τοὺς τσακίσουν.
Ὀχτώβρης 1949





Μονάκριβή μου

(ἀπόδοση: Γιάννης Ρίτσος)

Μονάκριβή μου ἐσὺ στὸν κόσμο
μοῦ λὲς στὸ τελευταῖο σου γράμμα:
«πάει νὰ σπάσει τὸ κεφάλι μου, σβήνει ἡ καρδιά μου,
Ἂν σὲ κρεμάσουν, ἂν σὲ χάσω θὰ πεθάνω».

Θὰ ζήσεις, καλή μου, θὰ ζήσεις,
Ἡ ἀνάμνησή μου σὰν μαῦρος καπνὸς
θὰ διαλυθεῖ στὸν ἄνεμο.
Θὰ ζήσεις, ἀδελφή με τὰ κόκκινα μαλλιὰ τῆς καρδιᾶς μου
Οἱ πεθαμένοι δὲν ἀπασχολοῦν πιότερο ἀπὸ 'να χρόνο
τοὺς ἀνθρώπους τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα.

Ὁ θάνατος
Ἕνας νεκρὸς ποὺ τραμπαλίζεται στὴν ἄκρη τοῦ σκοινιοῦ
σὲ τοῦτον ῾δῶ τὸ θάνατο δὲν ἀντέχει ἡ καρδιά μου.
Μὰ νά ῾σαι σίγουρη, πολυαγαπημένη μου,
ἂν τὸ μαῦρο καὶ μαλλιαρὸ χέρι ἑνὸς φουκαρᾶ ἀτσίγγανου
περάσει στὸ λαιμό μου τὴ θηλειὰ
ἄδικα θὰ κοιτᾶνε μὲς στὰ γαλάζια μάτια τοῦ Ναζὶμ νὰ δοῦν τὸ φόβο.
Στὸ σούρπωμα τοῦ στερνοῦ μου πρωινοῦ
θὰ δῶ τοὺς φίλους μου καὶ σένα.
Καὶ δὲ θὰ πάρω μαζί μου κάτου ἀπὸ τὸ χῶμα
παρὰ μόνο τὴν πίκρα ἑνὸς ἀτέλειωτου τραγουδιοῦ.

Γυναίκα μου
Μέλισσά μου μὲ τὴ χρυσὴ καρδιὰ
Μέλισσά μου μὲ τὰ μάτια πιὸ γλυκὰ ἀπ᾿ τὸ μέλι
Τί κάθησα καὶ σοῦ ῾γραψα πὼς ζήτησαν τὸ θάνατό μου.

Ἡ δίκη μόλις ἄρχισε
Δὲν κόβουν δὰ καὶ στὰ καλὰ καθούμενα ἔτσι τὸ κεφάλι
ὅπως ἕνα γογγύλι.
Ἔλα, ἔλα, μή μου σκᾶς
Αὐτὰ εἶναι μακρινὰ ἐνδεχόμενα.
Ἂν ἔχεις τίποτα λεφτὰ
Ἀγόρασέ μου ἕνα μάλλινο σώβρακο
Μοῦ μένει ἀκόμα κείνη ἡ ἰσχιαλγία στὸ πόδι

Καὶ μὴν ξεχνᾶς πῶς ἡ γυναίκα ἑνὸς φυλακισμένου
Δὲν πρέπει νὰ 'χει μαῦρες ἔγνοιες.





ΜΕΡΙΚΑ ΑΚΟΜΗ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΑΥΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ,ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΕ ΜΕΣΑ ΑΠ ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΕΝΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΤΟΥ







Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ γαρύφαλο

Ἔχω πάνω στὸ τραπέζι μου
τὴ φωτογραφία τοῦ ἀνθρώπου
μὲ τ᾿ ἄσπρο γαρούφαλο
ποὺ τὸν τουφέκισαν
στὸ μισοσκόταδο
πρὶν τὴν αὐγὴ
κάτω ἀπ᾿ τὸ φῶς τῶν προβολέων.

Στὸ δεξί του χέρι
κρατᾶ ἕνα γαρούφαλο
πού ῾ναι σὰ μιὰ φούχτα φῶς
ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ θάλασσα
τὰ μάτια του τὰ τολμηρὰ
τὰ παιδικὰ
κοιτάζουν ἄδολα
κάτω ἀπ᾿ τὰ βαριὰ μαῦρα τους φρύδια
ἔτσι ἄδολα
ὅπως ἀνεβαίνει τὸ τραγούδι
σὰ δίνουν τὸν ὅρκο τους
οἱ κομμουνιστές.

Τὰ δόντια του εἶναι κάτασπρα
ὁ Μπελογιάννης γελᾶ
καὶ τὸ γαρούφαλο στὸ χέρι του
εἶναι σὰν τὸ λόγο πού ῾πε στοὺς ἀνθρώπους
τὴ μέρα τῆς λεβεντιᾶς
τὴ μέρα τῆς ντροπῆς.

Αὐτὴ ἡ φωτογραφία
βγῆκε στο δικαστήριο
ὕστερ᾿ ἀπ᾿ τὴ θανατικὴ καταδίκη.
Ἀπρίλης 1952





Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο - Man with the Carnation Ν.Τζίμας






λίγα γαρούφαλλα - Μάνος Λοϊζος - Ναζίμ Χικμετ






Η πιο όμορφη θάλασσα
Στίχοι: Ναζίμ Χικμέτ (Nazim Hikmet)
(μετάφραση) Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Πρώτη εκτέλεση: Μάνος Λοΐζος
Γράμματα στην αγαπημένη -- 1983

Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή
που δεν την αρμενίσαμε ακόμα.

Το πιο όμορφο παιδί δε μεγάλωσε ακόμα.

Τις πιο όμορφες μέρες,
τις πιο όμορφες μέρες μας, δεν τις ζήσαμε ακόμα.
Δεν τις ζήσαμε ακόμα. (δις)

Κι ό, τι πιο όμορφο,
Κι ό, τι πιο όμορφο θα΄θελα να σου πω,
Δε στο 'πα ακόμα, δε στο 'πα ακόμα.

The most beautiful sea is the one
that hasn't been crossed yet.

The most beautiful child
Hasn't grown up yet.

Our most beautiful days
We haven't seen yet.

And the most beautiful words I wanted to tell you
I haven't said yet...

September 24th 1945
by Nâzım Hikmet Ran









Αὐτόγραφο


Φίλοι κι ἀδέλφια τῆς ψυχῆς μου. Ἐσεῖς ποὺ πέσατε στὶς φυλακὲς καὶ στὰ νησιὰ τῆς κόλασης, ποὺ σᾶς κρατᾶν ἁλυσωμένους μὲς στὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης γιατὶ πολεμᾶτε γιὰ τὴν ἀνεξαρτησία, τὸ ψωμὶ καὶ τὴ λευτεριὰ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, δεχτεῖτε τὴν ἀγάπη καὶ τὸν θαυμασμό μου.

Οἱ λαοὶ τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Ἑλλάδας ἔχουνε τοὺς ἴδιους θανάσιμα μισητοὺς ἐχθρούς: τὸν ἀγγλοαμερικάνικο ἰμπεριαλισμὸ καὶ τοὺς ντόπιους λακέδες του.
Οἱ λαοὶ τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Ἑλλάδας, φιλιωμένοι ὁ ἕνας με τὸν ἄλλο, μὲ τὴ βοήθεια τῶν φιλειρηνικῶν λαῶν ὅλου τοῦ κόσμου, θὰ τσακίσουνε στὸ τέλος αὐτοὺς τοὺς ἐχθρούς τους. Αὐτὸ τὸ πιστεύω. Ὁ δικός σας ἔνδοξος ἀγώνας εἶναι μία ἀπὸ τὶς πιὸ λαμπρὲς ἀποδείξεις ὅτι θὰ νικήσει ἡ ὑπόθεση τῆς εἰρήνης, τοῦ ψωμιοῦ καὶ τῆς λευτεριᾶς.

Σᾶς σφίγγω ὅλους μ᾿ ἀγάπη στὴν ἀγκαλιά μου.
ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ
10/8/1951 Βερολίνο




ναζίμ χικμέτ, ο τούρκος ποιητής παγκόσμιας εμβέλιας





Ο Ναζίμ Χικμέτ (20 Νοεμβρίου 1901- 3 Ιουνίου 1963) ήταν Τούρκος ποιητής και δραματουργός, τα έργα του οποίου μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες.Πολλά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από το γνωστό Τούρκο συνθέτη Ζουλφού Λιβανελί, ενώ αρκετά μελοποιήθηκαν και από το συνθέτη Μάνο Λοΐζο και τον Θάνο Μικρούτσικο.


Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 15 Γενάρη 1902. Ο πατέρας του Χικμέτ Ναζίμ Μπέης, υπηρετούσε στο Υπουργείον Εξωτερικών, έκανε μάλιστα για λίγο και Πρόξενος στο Αμβούργο κι όταν απολύθηκε έκανε τον διαχειριστή σε κινηματογραφικές αίθουσες. Η μητέρα του, Αϊσέ Τζελιέ Χανούμ, ήτανε ζωγράφος.

Ο μικρός Ναζίμ ολοκλήρωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση στη Κωνσταντινούπολη κι ύστερα γράφτηκε στη Ναυτική Σχολή Χάλκης, το 1918, κάτω από τη διοίκηση του Κεμάλ Πασά. Ο διοικητής του, άκουσε και θαύμασε το ποίημά του "Λόγια Ενός Αξιωματικού Του Ναυτικού", που 'χε γράψει στα 12. Όταν αποφοίτησε μπήκε στο πολεμικό σκάφος Hamidiye ως εκπαιδευόμενος αξιωματικός καταστρώματος. Ωστόσο, η σταδιοδρομία του στο Ναυτικό σταμάτησεν απότομα, γιατί αρρώστησεν από πλευρίτη στη διάρκεια μιας νυχτερινής βάρδιας (1919) και δεδομένου ότι δε μπόρεσε ν' ανακτήσει την υγεία του, απαλλάχτηκε σαν άτομο μ' ειδικές ανάγκες (1920).

Ανέλαβε καθηγητής στην Ανατολία, στο γυμνάσιο Bolu, για σύντομο διάστημα (1921). Ενδιαφέρθηκε ζωηρά για τη ρωσική επανάσταση, πήγε στη Μόσχα και μελέτησεν οικονομία και κοινωνικές επιστήμες στο εκεί πανεπιστήμιο (1922-1924). Εκεί συναντά τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκη κι επηρεάζεται απ' αυτόν. Η επαναστατική τούρκικη ποίηση έχει τον "πατέρα" της. Όταν επέστρεψεν αρχίζει να δουλεύει σε μιαν εφημερίδα της Σμύρνης.

Στη Τουρκία όμως το κεμαλικό κίνημα μισεί την αριστερή παράταξη και ξεκινά διώξεις και συλλήψεις. Έτσι αναγκάζεται να ξαναφύγει κρυφά για τη Μόσχα. Ο Μαγιακόφσκη τονε ξαναμαγεύει και μην αντέχοντας για πολύ να 'ναι μακριά από τη πατρίδα, γυρίζει κρυφά, χωρίς διαβατήριο.

Συλλαμβάνεται κι εισπράττει τη πρώτη καταδίκη για τα επαναστατικά του φρονήματα. Μπαίνει στη φυλακή Hopa για 3 μήνες (1928). Έπειτα, εγκαθίσταται στη Κωνσταντινούπολη κι εργάζεται σε διάφορα περιοδικά, εφημερίδες και σε κινηματογραφικά στούντιο. Εκδίδει τα πρώτα βιβλία ποίησης και γράφει συνεχώς (1928-1932). Συλλαμβάνεται ξανά το 1931, αλλά στο δικαστήριο, απο κατηγορούμενος, γίνεται κατήγορος κι αναγκάζονται να τον αθωώσουν. Την επόμενη χρονιά τονε ξαναπιάνουν και καταδικάζεται 5 χρόνια φυλακή, όμως αφήνεται λεύτερος λόγω της αμνηστείας για τον εορτασμό των πρώτων 10 ετών της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Εργάστηκεν ως αρθρογράφος και συντάκτης σε περιοδικά κι εφημερίδες με το ψευδώνυμο Orhan Selim (1933). Μα η αντίδραση που ξέρει πια με ποιον έχει να κάνει, του στήνει προβοκάτσια το 1934. Μηνύεται επειδή έκανε δήθεν, προπαγάνδα στους σπουδαστές της Στρατιωτικής Ακαδημίας. Δικάζεται "κεκλεισμένων των θυρών", χωρίς συνήγορο και καταδικάζεται συνολικά, σε 35ετή φυλάκιση, μα κατορθώνει να τη μειώσει στα 28 χρόνια και 4 μήνες σύμφωνα με τα άρθρα 68 κι 77 του τουρκικού ποινικού κώδικα (1938). Μπαίνει στα φοβερά μπουντρούμια της φυλακής στη Προύσα.

Οι διανοούμενοι ξεκινούν μεγάλην εκστρατεία για να πείσουν την ηγεσία να τον αμνηστεύσει. Αρχίζει απεργία πείνας στη φυλακή (1950). Τελικά, η υπόλοιπη ποινή, του χαρίζεται, μετά 13 χρόνια φυλακής. Δε μπορούσε να βρει δουλειά, μήτε να εκδόσει βιβλία, λόγω που 'χεν οριστεί ως άτομο μ' ειδικές ανάγκες κι είχε σταματήσει τη στρατιωτική του θητεία. Διάταγμα που ουσιαστικά είχε κείνον για στόχο. 50 χρονών πια, άρρωστος και σε τρομερά δύσκολη θέση, φοβούμενος παράλληλα τυχόν απόπειρα κατά της ζωής του, αποδέχεται τη συμβουλή του γνωστού, σύγχρονου, θεατρικού συγγραφέα και δημοσιογράφου Refik Erduran κι αυτοεξορίζεται. Με ρουμάνικο σκάφος, διαπλέει τη Μαύρη θάλασσα και περνά στη Ρωσία και πιο συγκεκριμένα στη Μόσχα.

Από κει πηγαίνει στο Βερολίνο, όπου μέσα σε μια κατάμεστην αίθουσα με πάνω από 500 άτομα, δίνει ένα αγωνιστικό ρεσιτάλ και καταχειροκροτείται σαν ελεύθερος πλέον αγωνιστής ποιητής. Χωρίς να σταματήσει να γράφει, περνά την υπόλοιπη ζωή του, στη Μόσχα.
Στις 3 Ιουνίου 1963 ο Ναζίμ Χικμέτ πεθαίνει και θάβεται στη Μόσχα, σ' ηλικία 61 ετών.







Fazil Say - Kiz Cocugu(Nazim Hikmet)




Mavi Gözlü Dev- Nazım Hikmet




Zülfü Livaneli - Karli Kayin Ormani Kizil.Net