Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά
στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων..
Τάσος Λειβαδίτης


Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

"Il est très simple: on ne voit bien qu'avec le coeur. L'essentiel est invisible pour les yeux"










Στη Faraona μου, όταν επιστρέψει να χαρεί..


"It's only with the heart that one can see clearly.
What's essential is invisible to the eye"




The Little Prince by Antoine de Saint Exupéry
(1900-1944)




Ο μικρός πρίγκηπας μας θυμίζει μικρές και απλές αλήθειες που οι μεγάλοι έχουν ξεχασμένες. Μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, του μικρού πρίγκηπα, οι μεγάλοι ξαναβλέπουν από την οπτική γωνία ενός παιδιού, όπου και βρίσκονται οι βασικές αρχές των ανθρώπων.

Η ιστορία ξεκινά με τον συγγραφέα να γνωρίζει τον μικρό πρίγκηπα ενώ είχε χαθεί στην έρημο. Του ζήτησε να ζωγραφίσει ένα πρόβατο αλλά ο πρίγκηπας είδε πως τελικά του ζωγράφισε έναν βόα που είχε καταπιεί έναν ελέφαντα.

Μοιάζει αστείο αλλά πραγματικά ξεχνάμε πως βλέπουμε τη ζωή όταν είμαστε μικροί σαν τον μικρό πρίγκηπα. Ο πρίγκηπας επισκέφτηκε και άλλους πλανήτες και βρήκε κάποιους μεγάλους που με κάποιον περίεργο τρόπο μοιάζουν με συγκεκριμένους τύπους ανθρώπων.

Ο πρίγκηπας επισκέφτηκε και τη Γη. Συνάντησε ένα φίδι που του πρότεινε να τον στείλει σπίτι του εννοώντας ύπουλα να τον σκοτώσει. Εξημέρωσε μια αλεπού και η σύντομη αυτή σχέση του μαζί της του έδειξε την ανθρώπινη αγάπη.

Πρόκειται για μια υπέροχη ιστορία με στοιχεία παιδικής φαντασίας και ανθρώπινης φιλοσοφίας. Τα παιδιά τη διαβάζουν σαν παραμύθι ενώ οι ενήλικοι διαβάζουν πίσω από τις λέξεις.




Στον συγγραφέα άρεσε πολύ η ζωγραφική, όταν ήταν μικρός, αλλά οι γονείς του τον ανάγκασαν να διαλέξει άλλο επάγγελμα κι έτσι, όταν μεγάλωσε, έγινε αεροπόρος. Ήταν ευαίσθητος στον χαρακτήρα και γι’ αυτό δεν έβρισκε κάποιον άνθρωπο που να τον νοιώθει και που να μπορεί να συνεννοηθεί μαζί του.

Κάποτε βρέθηκε στην έρημο Σαχάρα, επειδή του χάλασε το αεροπλάνο. Πέρασε μια νύχτα εκεί και το επόμενο πρωί συνάντησε ένα μικρό παιδί, τον μικρό πρίγκηπα, που είχε έλθει στην Γη από άλλο πλανήτη.

Ο μικρός πρίγκηπας του ζήτησε να ζωγραφίσει ένα πρόβατο για να το πάει στον πλανήτη του, ο οποίος ήταν πάρα πολύ μικρός, σχεδόν σαν ένα σπίτι. Ήθελε λοιπόν ένα πρόβατο, για να τρώει τις Αδανσωνίες, κάτι φυτά που φύτρωναν εκεί, τα οποία όμως, αν μεγάλωναν, θα του κατέστρεφαν τον μικρό του πλανήτη, επειδή γίνονταν πολύ μεγάλα δέντρα.









Ο συγγραφέας ήθελε να συνεχίσει την επισκευή του αεροπλάνου του, αλλά ο μικρός πρίγκηπας του έδωσε να καταλάβει πόσο σοβαρό ήταν το θέμα που τον απασχολούσε, δηλαδή τι θα γινόταν εάν το πρόβατο έτρωγε, εκτός από τις Αδανσωνίες, και το μοναδικό αγαπημένο του λουλούδι, που το φρόντιζε με πολλή αγάπη.

Έπειτα, του μίλησε για το πώς έφτασε στην Γη. Ξεκίνησε δηλαδή ο μικρός πρίγκηπας το ταξίδι του αποχαιρετώντας το λουλούδι του και αφού πρώτα συγύρισε τον πλανήτη του. Έκανε εκείνο το ταξίδι επειδή ήθελε να αποκτήσει γνώσεις.

Πρώτα επισκέφθηκε έναν πλανήτη στον οποίο κατοικούσε μόνο ένας βασιλιάς, που συνεχώς έδινε διαταγές. Ο μικρός πρίγκηπας όταν κατάλαβε ότι ο βασιλιάς δεν μπορούσε να διατάξει τον Ήλιο να δύσει, βαρέθηκε και έφυγε.

Στον δεύτερο πλανήτη κατοικούσε ένας φιλόδοξος. Ο μικρός πρίγκηπας, αφού συζήτησε μαζί του, κατάλαβε ότι ήταν ανόητος και έφυγε γεμάτος απορία.

Ο τρίτος πλανήτης κατοικούνταν από έναν μπεκρή. Ο πρίγκηπας παραξενεύτηκε για τον τρόπο ζωής του μπεκρή και αναχώρησε και από εκεί.

Στον τέταρτο πλανήτη κατοικούσε ένας έμπορος που μετρούσε τα αστέρια και νόμιζε πως ήταν δικά του. Ο πιο παράξενος πλανήτης όμως ήταν ο πέμπτος.

Εκεί υπήρχε ένα φανάρι και κάποιος άνθρωπος που το άναβε την νύχτα και το έσβηνε την ημέρα. Ο πρίγκηπας θαύμασε εκείνον τον άνθρωπο, επειδή ήταν πιστός στο καθήκον του.

Στον έκτο πλανήτη κατοικούσε ένας ηλικιωμένος σοφός γεωγράφος, που συμβούλεψε τον μικρό πρίγκηπα να επισκεφτεί τον πλανήτη Γη.

Στην Γη συνάντησε ένα φίδι, που προσφέρθηκε να τον βοηθήσει, αν κάποια μέρα θα ήθελε να επιστρέψει στον πλανήτη του.

Ύστερα συνάντησε ένα λουλούδι και αργότερα μερικά τριαντάφυλλα, που έμοιαζαν με το δικό του λουλούδι. Ο πρίγκηπας λυπήθηκε, επειδή κατάλαβε ότι το λουλούδι του πλανήτη του δεν ήταν το μοναδικό, όπως νόμιζε.

Κατόπιν βρήκε μια αλεπού. Η αλεπού τον έκανε φίλο της και του έμαθε για ποιο λόγο τελικά ήταν το λουλούδι του μοναδικό, του μίλησε για την αξία της φιλίας και για το ότι τα πιο σημαντικά πράγματα δεν είναι αυτά που βλέπει κάποιος με τα μάτια, αλλά αυτά που βλέπει με την καρδιά.

Τέλος, συνάντησε έναν κλειδούχο σιδηροδρόμων, που ρύθμιζε την κυκλοφορία των τραίνων και έναν έμπορο, που εμπορευόταν χάπια που σταματούσαν την δίψα.

Τότε ήταν πια η όγδοη μέρα του αεροπόρου στην έρημο. Ο αεροπόρος διέκοψε την διήγηση του πρίγκηπα λέγοντάς του ότι θα πέθαινε από την δίψα. Ο πρίγκηπας τον βοήθησε βρίσκοντάς του νερό από ένα παράξενο πηγάδι.

Την επόμενη μέρα, ο αεροπόρος ζωγράφισε και ένα φίμωτρο για το πρόβατο του πρίγκηπα, ώστε να μην φάει το αγαπημένο του λουλούδι. Ωστόσο, εκείνο το βράδυ ο πρίγκηπας συνεννοήθηκε με το φίδι να τον γυρίσει, με την βοήθεια του δηλητηρίου του, πίσω στον πλανήτη του.

Κατόπιν, έπιασε κουβέντα με τον αεροπόρο σχετικά με τα αστέρια και την σημασία τους, αλλά τον αεροπόρο τον ανησυχούσε και τον στενοχωρούσε η ιδέα ότι θα έχανε τον μικρό πρίγκηπα. Το παιδί, αφού παρηγόρησε τον αεροπόρο, πήγε στο μέρος που είχε συμφωνήσει με το φίδι και εκεί δέχτηκε στον αστράγαλό του το δάγκωμα του φιδιού…


The Little Prince


Αλλά ήρθε η στιγμή που ο μικρός πρίγκηπας, αφού πολύ περπάτησε στην άμμο, στους βράχους και στα χιόνια, ανακάλυψε επιτέλους ένα δρόμο. Κι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στους ανθρώπους.
«Καλημέρα», είπε. Ήταν ένας ανθισμένος κήπος με τριαντάφυλλα. «Καλημέρα», είπαν τα τριαντάφυλλα. Ο μικρός πρίγκηπας τα κοίταξε. Έμοιαζαν όλα στο λουλούδι του.
«Τι είσαστε;», τα ρώτησε έκπληκτος. «Είμαστε τριαντάφυλλα», είπαν τα τριαντάφυλλα. «Α!» έκανε ο μικρός πρίγκηπας... Κι αισθάνθηκε πολύ δυστυχισμένος.
Το λουλούδι του του 'χε πει, πως ήταν το μοναδικό στο σύμπαν. Και να που υπήρχαν πέντε χιλιάδες, όλα τους όμοια, μέσα σ' έναν μόνο κήπο. «θα αισθανόταν πολύ προσβεβλημένο, αν το 'βλεπε αυτό», σκέφτηκε, «θα 'βηχε πολύ καί θα 'κανε πως πεθαίνει, για ν' αποφύγει τη γελοιοποίηση.
Και θα 'μουνα υποχρεωμένος να κάνω, πως το φροντίζω, γιατί αλλιώς για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ' άφηνόταν στ' αλήθεια να πεθάνει...» Μετά σκέφτηκε κι αυτό: «Νόμιζα, πως έχω τον πλούτο ενός μοναδικού στον κόσμο λουλουδιού καί δεν έχω παρά ένα συνηθισμένο τριαντάφυλλο.
Αυτό καί τα τρία μου ηφαίστεια, που μου φτάνουν ως το γόνατο και που το ένα τους ίσως να 'χει σβύσει για πάντα, δεν με κάνουν δα και κανένα μεγάλο πρίγκηπα...» Καί ξάπλωσε στα χορτάρια κι έκλαψε.




Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.







«Καλημέρα», είπε η αλεπού. «Καλημέρα», απάντησε ευγενικά ό μικρός πρίγκηπας, που στράφηκε μα δεν είδε τίποτα. «Εδώ είμαι», είπε η φωνή, «κάτω απ' τη μηλιά...» «Ποια είσαι;», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Είσαι πολύ όμορφη...» «Είμαι μια αλεπού», είπε η αλεπού.
«Έλα να παίξεις μαζί μου», της πρότεινε ο μικρός πρίγκηπας. «Είμαι τόσο λυπημένος...». «Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου», είπε η αλεπού.
«Δεν είμαι εξημερωμένη». «Α! συγνώμην» έκανε ο μικρός πρίγκηπας. Αλλά μετά από σκέψη πρόσθεσε: «Τι σημαίνει «εξημερώνω»;»
«Είναι κάτι πολύ ξεχασμένο», είπε η αλεπού. «Σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς"». «Δημιουργώ δεσμούς;» «Βέβαια», είπε η αλεπού. «Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο με εκατό χιλιάδες άλλα αγοράκια.
Και δεν σ' έχω ανάγκη. Και δεν μ' έχεις ανάγκη ούτε κι εσύ. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Όμως, αν μ' εξημερώσεις, θα 'χουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. θα 'σαι για μένα μοναδικός στον κόσμο, θα 'μαι για σένα μοναδική στον κόσμο...»
«Αρχίζω να καταλαβαίνω», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Υπάρχει ένα λουλούδι... νομίζω ότι με έχει εξημερώσει...» «Μπορεί», είπε η αλεπού.
Αλλά η αλεπού ξαναγύρισε στην ιδέα της: «Ή ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγώ κότες, οι άνθρωποι με κυνηγούν. Όλες οι κότες μοιάζουν μεταξύ τους, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους. Έτσι πλήττω λιγάκι.
Αλλά αν μ' εξημερώσεις, η ζωή μου θα 'ναι σα φωτισμένη απ' τον ήλιο.
Θ' αναγνωρίζω έναν ήχο βημάτων πού θα 'ναι διαφορετικός απ' όλους τους άλλους.
Τ' άλλα βήματα με κάνουν να ξαναγυρνώ κάτω απ' τη γη. Τα δικά σου θα με καλούν σα μουσική να βγω απ' την υπόγεια φωλιά μου.
Και μετά, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τους κάμπους με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μού είναι άχρηστο. Οι κάμποι του σταριού δεν μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι θλιβερό.
Αλλά έχεις μαλλιά χρυσαφιά. Έτσι θα 'ναι θαυμάσια, αν μ' εξημερώσεις! Το στάρι, που είναι χρυσαφί, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ' αρέσει ν' ακούω τον άνεμο στα στάρια...»
Η αλεπού σώπασε καί κοίταξε για πολύ το μικρό πρίγκηπα: «Σε παρακαλώ ...εξημέρωσέ με!», είπε. Έτσι ο μικρός πρίγκηπας εξημέρωσε την αλεπού.
Κι όταν πλησίασε η ώρα της αναχώρησης: «Α!» είπε η αλεπού... «θα κλάψω». «Εσύ φταις», είπε ο μικρός πρίγκηπας, «εγώ δεν ήθελα καθόλου το κακό σου, αλλά θέλησες να σ' εξημερώσω».
«Ναι σίγουρα», είπε η αλεπού. «Αλλά θα κλάψεις!», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Ναι σίγουρα», είπε η αλεπού. «Τότε δεν κερδίζεις τίποτα!» «Κερδίζω», είπε η αλεπού, «εξ αιτίας του χρώματος που έχει το στάρι.»
Μετά πρόσθεσε. «Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα, θα καταλάβεις ότι το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο, θα ξανάρθεις να μ' αποχαιρετήσεις, κι εγώ θα σου χαρίσω ένα μυστικό.»
Ο μικρός πρίγκηπας πήγε να δει τα λουλούδια καί ξανάρθε στην αλεπού: «Αντίο» είπε. «Αντίο», είπε η αλεπού.
«Να το μυστικό μου.
Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια.» «Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια», επανέλαβε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται.
«Ο χρόνος που έχασες για το τριαντάφυλλό σου αυτός είναι που κάνει το τριαντάφυλλό σου τόσο σημαντικό.» «Ο χρόνος πού έχασα για το τριαντάφυλλό μου...», έκανε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται.
«Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια», είπε η αλεπού. «Αλλά εσύ δεν πρέπει να το ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος γι' αυτό που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου...» «Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου», επανέλαβε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται.


He aquí mi secreto, que no puede ser más simple :
Sólo con el corazón se puede ver bien.
Lo esencial es invisible para los ojos.


El Principito




ENTONCES apareció el zorro:

-¡Buenos días! -dijo el zorro.

-¡Buenos días! -respondió cortésmente el principito que se volvió pero no vío nada.

-Estoy aquí, bajo el manzano -díjo la voz.

-¿Quién eres tú? -preguntó el principito-. ¡Qué bonito eres!



-Soy un zorro -dijo el zorro.

-Ven a jugar conmigo -le propuso el principito-, ¡estoy tan triste!

-No puedo jugar contigo -dijo el zorro-, no estoy domesticado.

-¡Ah, perdón! -dijo el principito.

Pero después de una breve reflexión, añadió:

-¿Qué significa "domesticar"?

-Tú no eres de aquí -dijo el zorro- ¿qué buscas?

-Busco a los hombres -le respondió el principito-. ¿Qué significa "domesticar"?

-Los hombres -dijo el zorro- tienen escopetas y cazan. ¡Es muy molesto! Pero también crían gallinas. Es lo único que les interesa. ¿Tú buscas gallinas?

-No -díjo el principito-. Busco amigos. ¿Qué significa "domesticar"? -volvió a preguntar el principito.

-Es una cosa ya olvidada -dijo el zorro-, significa "crear lazos... "

-¿Crear lazos?

-Efectivamente, verás -dijo el zorro-. Tú no eres para mí todavía más que un muchachito igual a otros cien mil muchachitos. Y no te necesito. Tampoco tú tienes necesidad de mí. No soy para ti más que un zorro entre otros cien mil zorros semejantes. Pero si me domesticas, entonces tendremos necesidad el uno del otro. Tú serás para mí único en el mundo, yo seré para ti único en el mundo...

-Comienzo a comprender -dijo el principito-. Hay una flor... creo que ella me ha domesticado...

-Es posible -concedió el zorro-, en la Tierra se ven todo tipo de cosas.

-¡Oh, no es en la Tierra! -exclamó el principito.

El zorro pareció intrigado:

-¿En otro planeta?

-Sí.

-¿Hay cazadores en ese planeta?

-No.

-¡Qué interesante! ¿Y gallinas?

-No.

-Nada es perfecto -suspiró el zorro.

Y después volviendo a su idea:

-Mi vida es muy monótona. Cazo gallinas y los hombres me cazan a mí. Todas las gallinas se parecen y todos los hombres son iguales; por consiguiente me aburro un poco. Si tú me domesticas, mi vida estará llena de sól. Conoceré el rumor de unos pasos diferentes a todos los demás. Los otros pasos me hacen esconder bajo la tierra; los tuyos me llamarán fuera de la madriguera como una música. Y además, ¡mira! ¿Ves allá abajo los campos de trigo? Yo no como pan y por lo tanto el trigo es para mí algo inútil. Los campos de trigo no me recuerdan nada y eso me pone triste. ¡Pero tú tienes los cabellos dorados y será algo maravilloso cuando me domestiques! El trigo, que es dorado también, será un recuerdo de ti. Y amaré el ruido del viento en el trigo.

El zorro se calló y miró un buen rato al principito:

-Por favor... domestícame -le dijo.

-Bien quisiera -le respondió el principito pero no tengo mucho tiempo. He de buscar amigos y conocer muchas cosas.

-Sólo se conocen bien las cosas que se domestican -dijo el zorro-. Los hombres ya no fienen tiempo de conocer nada. Lo compran todo hecho en las tiendas. Y como no hay tiendas donde vendan amigos, Ios hombres no tienen ya amigos. ¡Si quieres un amigo, domestícame!

-¿Qué debo hacer? -preguntó el príncipito.

-Debes tener mucha paciencia -respondió el zorro-. Te sentarás al principio ún poco lejos de mí, así, en el suelo; yo te miraré con el rabillo del ojo y tú no me dirás nada. El lenguaje es fuente de malos entendidos. Pero cada día podrás sentarte un poco más cerca...

-Ven a jugar conmigo -le propuso el principito-, ¡estoy tan triste!

El principito volvió al día siguiente.

-Hubiera sido mejor -dijo el zorro- que vinieras a la misma hora. Si vienes, por ejempló, a las cuatro de la tarde; desde las tres yo empezaría a ser dichoso. Cuanto más avance la hora, más feliz me sentiré. A las cuatro me sentiré agitado e inquieto, descubriré así lo que vale la feliçidad. Pero si tú vienes a cualquier hora, nunça sabré cuándo preparar mi corazón... Los ritos son necesarios.

-¿Qué es un rito? -inquirió el principito.

-Es también algo demasiado olvidado -dijo el zorro-. Es lo que hace que un día no se parezca a otro día y que una hora sea diferente a otra. Entre los cazadores, por ejemplo, hay un rito. Los jueves bailan con las muchachas del pueblo. Los jueves entonces son días maravillosos en los que puedo ir de paseo hasta la viña. Si los cazadores no bailaran en día fijo, todos los días se parecerían y yo no tendría vacaciones.

De esta manera el principito domesticó al zorro. Y cuando se fue acercando eI día de la partida:

-¡Ah! -dijo el zorro-, lloraré.

-Tuya es la culpa -le dijo el principito-, yo no quería hacerte daño, pero tú has querido que te domestique...

-Ciertamente -dijo el zorro.

- Y vas a llorar!, -dijo él principito.

-¡Seguro!

-No ganas nada.

-Gano -dijo el zoro- he ganado a causa del color del trigo.

Y luego añadió:

-Vete a ver las rosas; comprenderás que la tuya es única en el mundo. Volverás a decirme adiós y yo te regalaré un secreto.

El principito se fue a ver las rosas a las que dijo:

-No son nada, ni en nada se parecen a mi rosa. Nadie las ha domesticado ni ustedes han domesticado a nadie. Son como el zorro era antes, que en nada se diferenciaba de otros cien mil zorros. Pero yo le hice mi amigo y ahora es único en el mundo.

Las rosas se sentían molestas oyendo al principito, que continuó diciéndoles:

-Son muy bellas, pero están vacías y nadie daría la vida por ustedes. Cualquiera que las vea podrá creer indudablemente que mí rosa es igual que cualquiera de ustedes. Pero ella se sabe más importante que todas, porque yo la he regado, porque ha sido a ella a la que abrigué con el fanal, porque yo le maté los gusanos (salvo dos o tres que se hicieron mariposas ) y es a ella a la que yo he oído quejarse, alabarse y algunas veces hasta callarse. Porque es mi rosa, en fin.

Y volvió con el zorro.

-Adiós -le dijo.

-Adiós -dijo el zorro-. He aquí mi secreto, que no puede ser más simple : Sólo con el corazón se puede ver bien. Lo esencial es invisible para los ojos.

-Lo esencial es invisible para los ojos -repitió el principito para acordarse.

-Lo que hace más importante a tu rosa, es el tiempo que tú has perdido con ella.

-Es el tiempo que yo he perdido con ella... -repitió el principito para recordarlo.

-Los hombres han olvidado esta verdad -dijo el zorro-, pero tú no debes olvidarla. Eres responsable para siempre de lo que has domesticado. Tú eres responsable de tu rosa...

-Yo soy responsable de mi rosa... -repitió el principito a fin de recordarlo



Buongiorno principessa






MARIO FRANGOULIS BUONGIORNO PRINCIPESSA
music: Nicola Piovani from the film "life is beautiful"
lyrics: Vincenzo Cerami

Se canterai
Nella notte che non passa mai
Ti bacero
Sono belle le labbra che ridono

Se piovera
Con la pioggia anche il grano verra
Ti trovero
Ripescando la felicita.

Guarda lassu
La luna e tutta bianca e il cielo e tutto blu
E se anche tu ci sarai
Sara facile tutto vedrai
Ce la faro
Con la forza che ti rubero

E torneremo
A camminare per la via
E ogni stagione riavra la sua poesia.

Se finira
Questa notte di bassa marea
Andremo via
Ripescando la felicita.

Felicita
Andremo via

----

Good Morning Princess

If you sing
In the night that never ends
I will kiss you
Those lips look beautiful when they're smiling

If it rains
Along with the rain, the wheat will also come
I will find you
Rediscovering happiness

Look up there
The moon is so white and the sky is so blue
And if you want to be there too
Everything will be easy, you'll see
I will make it happen
with the strength I'll steal from you

And we will return
To walk this path of life
And every season will have poetry once more

If it ends
This night of low tides
We will go away
Rediscovering happiness

Happiness
We will go away







ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Πες μου μικρέ μου άγγελε, καρδούλα μου και φώς μου
Τι να σου τάξω μάτια μου, τι να σου ευχηθώ ;
Από της γής τα πράγματα και θαύματα του κόσμου
Tης θάλασσας και τ’ουρανού, πόσα να θυμηθώ ;

Τα μονοπάτια σου γλυκά ο ήλιος να φωτίζει
Kάθε φωτιά στο διάβα σου να σβήνει η βροχή
Και το ποτήρι σου κρασί γλυκό να ξεχειλίζει
Στις πίκρες να χαμογελά μεθώντας η ψυχή

Απάνω στο κατάρτι σου κύμ’ αρμυρό μη φτάσει
Kαι όπου ρίχνεις άγκυρα να συναντάς γιορτή
Να σε κερδίσει μιά καρδιά που στα χαρτιά θα χάσει
Τη βέρα σου να μη χαρεί το χέρι πειρατή

Ποτέ σε πύλη της χαράς φρουρός μη σε μαλώσει
Κι αν βρείς τη διάβαση κλειστή ν’ανοίγεις τα φτερά
Ποτέ προτού τα μάτια σου νυστάξουν μη νυχτώσει
Σ’αυτά τα μάτια, μάτια μου, μόνο το φως χωρά

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

.."κι έπλεε στο φεγγαρόφωτο πάνω στην επιφάνεια του πελάγου"..














Αφιερωμένη στη Γλαρένια μου...

Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον - Ρίτσαρντ Μπαχ


Ήταν πρωί κι ο νιογέννητος ήλιος άστραφτε χρυσός πάνω στις ρυτίδες μιας ήρεμης θάλασσας. Ένα μίλι από την ακτή μια ψαρόβαρκα έκανε συντροφιά στα νερά. Το σύνθημα για το Πρωινό Κοπάδι ρίχτηκε στον αέρα κι ένα πλήθος από χίλιους, περίπου, γλάρους έφτασε για να σπρωχτεί και να παλέψει για μια μπουκιά φαΐ. 'Αλλη μια πολυάσχολη μέρα άρχιζε.

Όμως ξέμακρα, μονάχος, ολομόναχος, πέρα από βάρκα κι από ακτή, ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος, άρχιζε τις ασκήσεις του. Τριάντα μέτρα ψηλά στον ουρανό, κατέβασε τα μεμβρανωτά πόδια του, σήκωσε το ράμφος του κι αγωνίστηκε να διατηρήσει τις φτερούγες του σε μια κουραστική και δύσκολη κυρτή καμπύλη. Η καμπύλη αυτή είχε σαν αποτέλεσμα το σιγανό πέταγμα και να, τώρα έκοβε ταχύτητα ώσπου ο άνεμος να γίνει ένας ψίθυρος στο πρόσωπό του, ώσπου ο ωκεανός κάτω του να σταθεί ακίνητος· Μισόκλεισε τα μάτια σε έντονη συγκέντρωση, κράτησε την ανάσα του, ζορίστηκε για... μια... μονάχα... ακόμη... ίντσα... στη καμπύλη. Ύστερα τα φτερά του μπερδεύτηκαν, έχασε την ισορροπία του κι έπεσε. Οι γλάροι, όπως θα ξέρετε, δεν λαθεύουν ποτέ, δε χάνουν ποτέ την ισορροπία τους. Το να χάσουν την ισορροπία τους στον αέρα είναι γι' αυτούς ντροπή κι ατίμωση.

Αλλά ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος, που χωρίς ντροπή άπλωνε και πάλι τις φτερούγες του στην δύσκολη, τρεμάμενη εκείνη καμπύλη, που κόβοντας ταχύτητα ολοένα και πιο πολύ έχανε για άλλη μια φορά την ισορροπία του -δεν ήταν ένα συνηθισμένο πουλί. Οι περισσότεροι γλάροι δεν νοιάζονται να μάθουν τίποτε παραπάνω για το πέταγμα από τα στοιχειώδη -πώς να πάνε από την ακτή στο φαϊ και πώς να γυρίσουν πάλι πίσω. Κι αυτο, γιατί οι περισσότεροι γλάροι δεν δίνουν σημασία στο πέταγμα αλλά στο φαϊ. Τούτον εδώ όμως τον γλάρο δεν τον ένοιαζε το φαϊ αλλά το πέταγμα. Περισσότερο από κάθε τι ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος αγαπούσε το πέταγμα.

Ανακάλυψε πως ο τρόπος που σκεφτόταν δεν ήταν ο καλύτερος για να γίνει δημοφιλής στ' άλλα πουλιά. Ακόμα κι οι γονείς του ανησυχούσαν, καθώς ο Τζόναθαν περνούσε μέρες ολόκληρες μονάχος, κάνοντας εκατοντάδες δοκιμαστικές βουτιές. Δεν ήξερε το γιατί, όταν όμως πετούσε, λόγου χάρη, πάνω από το νερό, σε ύψος μικρότερο από το μισό του ανοίγματος των φτερών του, μπορούσε να μείνει στον αέρα περισσότερη ώρα με μικρότερη προσπάθεια. Οι βουτιές του δεν κατέληγαν στο συνηθισμένο πλατσούρισμα των ποδιών στη θάλασσα, αλλά έφτιαχναν ένα μακρύ και πλατύ αυλάκι καθώς άγγιζε την επιφάνεια, με τα πόδια σφιχτά κολλημένα πάνω στο σώμα του. Κι όταν πάλι άρχιζε τις προσγειώσεις στην ακτή, με τα πόδια μαζεμένα και μετά μέτραγε με βήματα πόσο ήταν το μήκος του γλυστρήματός του στην άμμο, οι γονείς του ανησυχούσαν στ' αλήθεια πολύ.

-"Γιατί, Τζων, γιατί;" ρωτούσε η μητέρα του. "Γιατί σου είναι τόσο δύσκολο να είσαι σαν όλους του κοπαδιού, Τζων; Γιατί δεν αφήνεις το χαμηλό πέταγμα για τους πελεκάνους και τα αλμπατρός; Γιατί δεν τρως; Τζων είσαι φτερό και κόκαλο".
-"Δε με νοιάζει αν είμαι φτερό και κόκαλο μητέρα. Το μόνο που θέλω είναι να ξέρω τι μπορώ να κάνω στον αέρα. Αυτό είναι όλο. Θέλω να ξέρω".
-"'Ακου, Τζόναθαν", έλεγε ο πατέρας του με καλωσύνη, "ο χειμώνας είναι κοντά. Οι βάρκες θα λιγοστέψουν και τ' αφρόψαρα θα κολυμπάνε βαθιά. Αν πρέπει να σπουδάσεις κάτι, σπούδασε το φαϊ και πώς να το αποκτήσεις. Αυτή η ιστορία με το πέταγμα είναι καλή, αλλά το ξέρεις, τις βουτιές δε μπορείς να τις φας. Μην ξεχνάς ότι πετάς για να τρως".

Ο Τζόναθαν κατένευσε υπάκουα. Στις μέρες που ακολούθησαν προσπαθούσε να συμπεριφέρεται σαν όλους τους άλλους γλάρους· Πραγματικά, προσπαθούσε σκληρίζοντας και παλεύοντας μαζί με το κοπάδι γύρω από τις προβλήτες και τις ψαρόβαρκες, βουτώντας για κομμάτια από ψάρια και ψωμιά. Δεν τα κατάφερνε, όμως, καθόλου. "Είναι τόσον άσκοπα όλ' αυτά", σκεφτόταν καθώς άφηνε σκόπιμα να του πέσει μια σαρδέλα, που κέρδισε με δυσκολία, σ' ένα πεινασμένο γέρικο γλάρο, που τον κυνηγούσε. "Θα μπορούσα να διαθέσω όλον αυτόν τον καιρό για να μαθαίνω να πετάω. Υπάρχουν τόσα πολλά να μάθω". Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ο Τζόναθαν Γλάρος, βρισκόταν πάλι μακρυά, μόνος του, ανοιχτά στην θάλασσα, πεινασμένος, ευτυχισμένος, μαθαίνοντας. Από τριακόσια μέτρα, χτυπώντας τα φτερά του όσο πιο δυνατά μπορούσε, χυμούσε σε μιαν απότομη, ορμητική βουτιά προς τα κύματα και τότε μάθαινε το γιατί οι γλάροι δεν κάνουν απότομες, ορμητικές βουτιές. Ακριβώς σ' έξη δευτερόλεπτα έφτανε τα εβδομήντα μίλια την ώρα, όπου οι φτερούγες -σ' αυτή τη ταχύτητα- χάνουν την σταθερότητά τους καθώς ανοίγουν.

Του συνέβαινε συχνά, όσο προσεκτικός κι αν ήταν, όσο σκληρά κι αν προσπαθούσε μ' όλες του τις δυνάμεις, να χάνει τον έλεγχο του πετάγματός του στις μεγάλες ταχύτητες. Ανέβαινε στα τριακόσια μέτρα. Πρώτα ολοταχώς ίσια μπροστά, ύστερα κάθετη εφόρμηση, χτυπώντας τα φτερά, σε μια κατακόρυφη βουτιά. Κάθε φορά, το αριστερό του φτερό έχανε την ευστάθειά του καθώς το ανασήκωνε κι ο Τζόναθαν κατρακυλούσε απότομα αριστερά το δεξί του φτερό μπερδευόταν και κείνος τιναζόταν σαν σπίθα σ' ένα τρελό στριφογύρισμα, πέφτοντας δεξιά. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε περισσότερο σ' αυτή τη δύσκολη φάση. Δέκα φορές προσπάθησε και τις δέκα, καθώς πέρναγε τα εβδομήντα μίλια την ώρα, κατρακυλούσε σα μάζα από φτερά, χωρίς κανέναν έλεγχο κι έπεφτε στο νερό.

Το κλειδί, σκέφτηκε στο τέλος, καθώς στέγνωνε τα φτερά του, πρέπει να βρίσκεται στο να κρατώ ακίνητες τις φτερούγες μου στις μεγάλες ταχύτητες, να φτερουγίζω μέχρι τα πενήντα και μετά να τις κρατώ ακίνητες. Δοκίμασε ξανά από τα εφτακόσια μέτρα, χυμώντας στη βουτιά του με το ράμφος ίσια μπροστά και με τα φτερά ορθάνοιχτα. Από τη στιγμή που πέρασε τα πενήντα μίλια την ώρα, τα κράτησε ακίνητα. Χρειάστηκε τρομερή δύναμη, αλλά τα κατάφερε. Μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα ξεπέρασε τα εννενήντα μίλια την ώρα. Ο Τζόναθαν είχε κάνει παγκόσμιο ρεκόρ ταχύτητος για γλάρους. Όμως η νίκη δεν κράτησε πολύ. Την ώρα που τελείωνε τη βουτιά, τη στιγμή που άλλαξε γωνία στα φτερά του, τινάχτηκε, χάνοντας κάθε έλεγχο, έπεσε, με κείνο τον ίδιο φοβερό τρόπο και τα εννενήντα μίλια την ώρα τον χτύπησαν σαν δυναμίτης. Ο Τζόναθαν Γλάρος έγινε κουβάρι στον αέρα και τσακίστηκε πάνω σε μια θάλασσα σκληρή σαν τσιμέντο.

Όταν συνήλθε, είχε κι όλας νυχτώσει. Έπλεε μέσα στο σεληνόφωτο, πάνω στην επιφάνεια του ωκεανού. Τα φτερά του τα αισθανόταν σαν δυο κομμάτια μολύβι, μα κείνο που βάραινε πιο πολύ στις πλάτες του, ήταν το βάρος της αποτυχίας. Ευχήθηκε, αδύναμα, να γινόταν το βάρος αρκετό να τον τραβήξει απαλά κάτω στον βυθό και να τελειώνει μ' όλ' αυτά. Καθώς βυθιζόταν στο νερό, μια παράξενη, βαθειά φωνή αντήχησε μέσα του. "Δεν υπάρχει τρόπος να πετύχω. Είμαι ένας γλάρος. Είμαι από τη φύση μου περιορισμένος· Αν ήμουν φτιαγμένος να μάθω τόσα πολλά για το πέταγμα, θα 'χα χάρτες αντί μυαλό. Αν ήμουν για να πετάω γρήγορα, θα είχα τα κοντά φτερά του γερακιού και θα τρεφόμουν με ποντίκια αντί για ψάρια. Ο πατέρας έχει δίκιο. Πρέπει να ξεχάσω αυτές τις ανοησίες. Πρέπει να πετάξω πίσω στο Κοπάδι και να μένω ευχαριστημένος έτσι όπως είμαι: ένας φτωχός και περιορισμένος γλάρος". Η φωνή έσβησε. Ο Τζόναθαν συμφώνησε. Η θέση ενός γλάρου το βράδυ ήταν στην ακτή κι από την στιγμή τούτη -ορκίστηκε- θα γινότανε φυσιολογικός γλάρος. Έτσι όλοι θα ήταν πολύ πιό ευχαριστημένοι. Σηκώθηκε κουρασμένα από τα σκοτεινα νερά και πέταξε προς τη ξηρά, ευγνωμονώντας που είχε μάθει το ξεκούραστο, χαμηλό πέταγμα. "Όμως όχι", σκέφτηκε. "Τέλειωσα πια με ό,τι ήμουνα, τελείωσαν όσα έμαθα. Είμαι ένας γλάρος σαν όλους τούς άλλους και θα πετάω σαν κι αυτούς". Έτσι ανέβηκε με κόπο στα τριάντα μέτρα και, χτυπώντας τα φτερά του πιο δυνατά, βιάστηκε να φτάσει στην ακτή. Αισθάνθηκε καλύτερα για την απόφαση που πήρε, να είναι ένας απλός γλάρος, σαν όλους τους άλλους του Κοπαδιού. Δεν θα είχε πια κανένα δεσμό με τη δύναμη που τον οδηγούσε να μαθαίνει. Δεν θα υπήρχαν πια προβλήματα για λύση, ούτε και αποτυχίες· Κι είναι τόσο όμορφα να σταματάς να σκέφτεσαι και να πετάς μονάχα μες στο σκοτάδι προς τα φώτα της ακτής.

Σκοτάδι! Η βαθειά φωνή ξέσπασε πανικόβλητη. "Οι γλάροι ποτέ δε πετούν στο σκοτάδι"! Ο Τζόναθαν όμως δεν της έδωσε προσοχή. "Ήταν τόσο όμορφα", σκέφτηκε. "Το φεγγάρι και τα φώτα που τρεμοπαίζουν στο νερό, λαμπυρίζοντας, σα μικροί φάροι στο σκοτάδι και όλα γύρω τόσο ειρηνικά και τόσο ήσυχα". "Κατέβα κάτω! Οι γλάροι ποτέ δεν πετούν στο σκοτάδι. Αν ήσουν φτιαγμένος για να πετάς στο σκοταδι, θα είχες τα μάτια της κουκουβάγιας! Θα είχες χάρτες, αντί μυαλό! Θα είχες τα κοντά φτερά τον γερακιού". Κι εκεί, μέσα στη νύχτα, τριάντα μέτρα ψηλά στον αέρα, τα μάτια του Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρου, ανοιγόκλεισαν. Ο πόνος του, οι αποφάσεις του, όλα εξαφανίστηκαν. "Κοντά φτερά! Τα κοντά φτερά τον γερακιού! Αυτή είναι η απάντηση! Τι ανόητος που ήμουν! Δεν μου χρειάζεται παρά ένα μικρούτσικο φτερό, δεν μου μένει παρά να διπλώσω τα φτερά μου και να πετώ μοναχά με τις άκρες τους! Κοντά φτερά"!

Ανέβηκε στα εφτακόσια μέτρα πάνω από την μαύρη θάλασσα και, χωρίς ούτε στιγμή να σκεφτεί αποτυχία ή θάνατο, σίμωσε σφιχτά τα μεγάλα φτερά του στο σώμα, αφήνοντας μόνο τις στενές άκρες των φτερούγων του απλωμένες στον αέρα κι όρμησε σε μια κάθετη βουτιά. Ο αέρας έγινε ένα τέρας που μούγκριζε στο κεφάλι του. Εβδομήντα μίλια, εννενήντα μίλια, εκατόν είκοσι κι ακόμα πιο γρήγορα. Η ένταση τώρα στα φτερά, στα εκατόν σαράντα μίλια την ώρα, ήταν πολύ μικρότερη, απ' ό,τι όταν πέταγε με τα εβδομήντα. Έτσι, με το παραμικρό στρίψιμο των φτερών του, άφηνε άνετα την τροχιά της βουτιάς κι εκτοξευόταν πάνω από τα κύματα, μια γκρίζα οβίδα κανονιού κάτω από το φεγγάρι. Έκλεισε τα μάτια του σχισμές, ενάντια στον άνεμο κι αναγάλλιασε. "Εκατόν σαράντα μίλια την ώρα! Και μ' έλεγχο! Αν βουτήξω από τα χίλια τριακόσια μέτρα αντί από τα εφτακόσια, αναρωτιέμαι πόσο γρήγορα θα..." Οι όρκοι που 'κανε λίγα λεπτά πριν ξεχαστήκανε, σαρώθηκαν από κείνο τον γρήγορο άνεμο. Κι όμως δεν αισθάνθηκε καθόλου τύψεις που παραβίασε τις υποσχέσεις που ο ίδιος είχε δώσει στον εαυτό του. Τέτοιες υποσχέσεις είναι μόνο για γλάρους που δέχονται το συνηθισμένο. Κείνος που 'χει αγγίξει την τελειότητα στη μάθηση, δεν έχει ανάγκη από τέτοιου είδους υποσχέσεις.

Με την ανατολή του ήλιου, ο Τζόναθαν Γλάρος, γυμναζόταν πάλι. Από τα χίλια τριακόσια μέτρα οι ψαρόβαρκες φαίνονταν σαν σημαδάκια στο επίπεδο, γαλάζιο νερό και το Πρωινό Κοπάδι, ένα αμυδρό σύννεφο από μόρια σκόνης που γυρόφερνε. Ήταν ζωντανός, τρέμοντας ανεπαίσθητα από χαρά, περήφανος που κυριαρχούσε στο φόβο του. Ύστερα, χωρίς τύπους, έσμιξε τα μεγάλα φτερά, άπλωσε τις λοξές, κοντές άκρες τους και βούτηξε κατ' ευθείαν στη θάλασσα. Φτάνοντας στα χίλια διακόσια μέτρα, είχε αγγίξει τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα. Ο αέρας γινόταν ένας συμπαγής τοίχος από ήχο, που χτύπαγε πάνω του και τον εμπόδιζε να κινηθεί γρηγορότερα. Πετούσε τώρα ίσια κάτω, με διακόσια δεκατέσσερα μίλια την ώρα. Ξεροκατάπιε, γιατί ήξερε πως αν τα φτερά του ξεδιπλώνονταν σ' αυτή τη ταχύτητα, θα 'σκαγε σ' ένα εκατομμύριο κομματάκια γλάρου. Αλλά η ταχύτητα ήταν δύναμη κι η ταχύτητα ήταν χαρά κι η ταχύτητα ήταν καθαρή ομορφιά.

'Αρχισε ν' αλλάζει την πορεία του στα τριακόσια μέτρα, ενώ οι άκρες των φτερών του χτυπούσαν και μπερδεύονταν, μέσα στον τεράστιο κείνον άνεμο, ενώ η βάρκα και το πλήθος των γλάρων που πάλευαν, μεγάλωναν με ταχύτητα μετεωρίτη που πλησιάζει κατά πάνω του. Δεν μπορούσε να σταματήσει. Δεν ήξερε καν πώς να στρίψει μ' αυτή την ταχύτητα. Η σύγκρουση σήμαινε ακαριαίο θάνατο. Κι έτσι έκλεισε τα μάτια του. Το πρωί εκείνο, μετά την ανατολή, ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος, πέρασε σα σφαίρα μέσα ακριβώς από το κέντρο του Πρωινού Κοπαδιού, αγγίζοντας τα διακόσια δώδεκα μίλια την ώρα, με τα μάτια κλειστά, σαν ένας σίφουνας από άνεμο και φτερά. Ο Γλάρος της Τύχης του χαμογέλασε ακόμη μια φορά και κανείς δεν σκοτώθηκε. Όταν κατάφερε να στρέψει το ράμφος του πάλι προς τον ουρανό, έτρεχε ακόμη με εκατόν εξήντα μίλια την ώρα. Αφού ελάττωσε την ταχύτητά του στα είκοσι κι άπλωσε επιτέλους πάλι τα φτερά του, η βάρκα είχε γίνει ένα σημαδάκι στη θάλασσα, χίλια τριακόσια μέτρα πιο κάτω. Η σκέψη του ήταν γεμάτη θρίαμβο! Υπέρτατη ταχύτητα! Ένας.γλάρος με διακόσια δεκατέσσερα μίλια την ώρα! Ήταν κατόρθωμα. Η πιο μεγάλη στιγμή στην ιστορία του Κοπαδιού. Τη στιγμή κείνη μια νέα εποχή άρχιζε για το γλάρο Τζόναθαν. Πετώντας για τη μοναχική τοποθεσία των ασκήσεών του, διπλώνοντας τα φτερά του για μια βουτιά από τα δύο χιλιάδες πεντακόσια μέτρα, βάλθηκε με μιας να μάθει πώς να στρίβει. Ανακάλυψε πως ένα μόνο φτερό από τ' ακραία αν μετακινηθεί ένα χιλιοστό του μέτρου, δίνει μια μεγάλη μαλακιά καμπύλη με τρομερή ταχύτητα. Πριν όμως το ανακαλύψει αυτό βρήκε ότι, αν κινήσεις περισσότερα από ένα φτερό στην ταχύτητα αυτή, θα στριφογυρίζεις σαν μπάλα. Κι έτσι ο Τζόναθαν έγινε ο πρώτος απ' όλους τους γλάρους που έκανε ακροβατικό πέταγμα. Κείνη τη μέρα δεν έχασε καθόλου καιρό σε κουβέντες με άλλους γλάρους, αλλά συνέχισε να πετά και μετά τη δύση. Ανακάλυψε την ανακύκλωση, την αργή περιστροφή, την επί τόπου περιστροφή, την ανάστροφη περιδίνηση, την ημιανακύκλωση και κατάφερε να διαγράφει κύκλους με κέντρο την άκρη του φτερού του.

Όταν ο Τζόναθαν Γλάρος συνάντησε το Κοπάδι στην ακτή, ήταν πια νύχτα. Ήταν ζαλισμένος και τρομερά κουρασμένος. Κι όμως γεμάτος χαρά έκανε με μια ανακύκλωση την προσγείωσή του στο έδαφος. Θα τρελαθούν από τη χαρά τους, σκέφτηκε, όταν μάθουν για το κατόρθωμα. Πόσο περισσότερο νόημα έχει τώρα να ζει κανείς! Αντί να πηγαινοερχόμαστε όλη την ώρα στις ψαρόβαρκες, έχουμε ένα σκοπό στη ζωή! Μπορούμε να υψωθούμε πάνω από την άγνοια, μπορούμε ν' ανακαλύψουμε τον εαυτό μας σαν πλάσματα, εξαιρετικά, μυαλωμένα κι ικανά. Μπορούμε να 'μαστε λεύτεροι! Μπορούμε να μάθουμε να πετάμε! Το μέλλον ήταν γεμάτο τραγούδι και φως υποσχέσεων!

Όταν προσγειώθηκε, οι γλάροι ήταν συγκεντρωμένοι στη Σύναξη του Συμβουλίου και φαίνονταν σαν να 'χανε μαζευτεί απ' ώρα. Στη πραγματικότητα τον περίμεναν.
-"Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρε! Στάσου στο Κέντρο!" τα λόγια του Πρεσβύτερου αντήχησαν με ύφος μεγάλης επισημότητας. Το να σταθείς στο Κέντρο σήμαινε μόνον ή μεγάλη τιμή ή μεγάλη ατίμωση. Το να σταθείς στο Κέντρο τιμητικά ήταν ο τρόπος που αναδείκνυαν οι γλάροι τους επιφανέστερους αρχηγούς τους. "Βέβαια", σκέφτηκε, "σήμερα όλο το Πρωινό Κοπάδι είδε το κατόρθωμα! Αλλά δε θέλω τιμές! Δε θέλω να γίνω αρχηγός. Θέλω μόνο να μοιραστώ αυτό που ανακάλυψα, ν' ανοίξω κείνους τους ορίζοντες, μακρυά πέρα, μπροστά μας". Προχώρησε ένα βήμα.

-"Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρε", είπε ο Πρεσβύτερος, "στάσου στο Κέντρο, για ατίμωση στα μάτια των γλάρων αδελφών σου". Αισθάνθηκε σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Τα γόνατά του λύθηκαν, τα φτερά του πάγωσαν. Στ' αφτιά του ανέβηκε βοή. Στο Κέντρο για ατίμωση! Αδύνατον! Το Κατόρθωμα! Δεν μπορούν να το καταλάβουν! Έχουν άδικο, άδικο! "...για παράτολμη επιπολαιότητα", η επίσημη φωνή απήγγειλε, "για παραβίαση αξιοπρέπειας και παράδοσης της Οικογένειας των
Γλάρων..." Το να σταθεί στο Κέντρο για ατίμωση σήμαινε πως θα τον έδιωχναν από
την κοινωνία των Γλάρων. Τον καταδίκαζαν σε μοναχική ζωή στους Μακρυνούς Βράχους. "...μια μέρα Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρε, θα μάθεις πως η ανευθυνότης δεν αμοίβεται. Η ζωή είναι το άγνωστο που δεν μπορεί να γίνει γνωστό. Ένα μόνο πράγμα ξέρουμε: πως ερχόμαστε στον κόσμο για να τρώμε και για να μείνουμε ζωντανοί όσο το δυνατόν περισσότερο".
Ένας γλάρος δεν απαντά ποτέ στο Συμβούλιο του Κοπαδιού, αλλά ο Τζόναθαν ύψωσε τη φωνή του. -"Ανευθυνότης! Αδέρφια μου!" φώναξε. "Ποιός είναι πιο υπεύθννος από κείνο το γλάρο που ανακαλύπτει κι ακολουθεί ένα νόημα, έναν ανώτερο σκοπό στη ζωή; Για χιλιάδες χρόνια τρέχουμε πίσω από ψαροκέφαλα, όμως σήμερα έχουμε ένα σκοπό στή ζωή. Να μάθουμε, ν' ανακαλύψουμε, να λευτερωθούμε! Δώστε μου μιαν ευκαιρία, αφήστε με να σας δείξω τι έχω ανακαλύψει..."

Το Κοπάδι θα ήταν σίγουρα από πέτρα. -"Η Αδελφότης έσπασε!", απήγγειλαν οι γλάροι όλοι μαζί και με τέλεια ομοφωνία, έκλεισαν τ' αφτιά τους και του γύρισαν τις πλάτες.
Ο Τζόναθαν Γλάρος περνούσε πια τις μέρες του μόνος, αλλά πέταξε πέρα από τους Μακρυνούς Βράχους. Η μοναδική του θλίψη δεν ήταν η μοναξιά, ήταν η άρνηση των γλάρων να πιστέψουν στη δόξα του πετάγματος που τους περίμενε. Η άρνηση ν' ανοίξουν τα μάτια τους και να δουν.
Καθε μέρα μάθαινε και πιο πολλά. Έμαθε πως όταν βουτούσε με μεγάλη ταχύτητα παράλληλα με το ρεύμα, εύρισκε τα σπάνια και νόστιμα ψάρια που κολυμπούσαν σε κοπάδια, τρία μέτρα κάτω από την επιφάνεια του ωκεανού. Δεν είχε ανάγκη πια τις ψαρόβαρκες και το μπαγιάτικο ψωμί, για να επιζήσει. Έμαθε να κοιμάται στον αέρα, βάζοντας πορεία, τη νύχτα, πάνω στον άνεμο του πελάγους κι έτσι κάλυπτε εκατό μίλια από δύση σ' ανατολή. Με τον ίδιο εσωτερικό έλεγχο πέταγε μέσα από βαρειές ομίχλες κι ανέβαινε πάνω από σύννεφα, στους αστραφτερούς ουρανούς, ενώ την ίδια στιγμή οι άλλοι γλάροι σέρνονταν στο έδαφος, βλέποντας μόνον ομίχλη και βροχή. Έμαθε να καβαλά τους ψηλούς ανέμους, που τον έφερναν στη ξηρά, για να τρέφεται κει με νόστιμα έντομα. Ό,τι είχε ελπίσει για το κοπάδι, τώρα το κέρδιζε μόνο για τον εαυτό του. Είχε μάθει να πετά κι όσο για το τίμημα που αναγκάστηκε να πληρώσει, δε μετάνοιωνε. Ο Τζόναθαν Γλάρος ανακάλυψε πως η ραθυμία, ο φόβος κι η οργή ήσαν τα αίτια που κάνανε τη ζωή των γλάρων τόσο σύντομη. Μα αυτά είχαν πια χαθεί από το νου του και τώρα ζούσε μια ζωή μεγάλη κι αληθινά όμορφη.

Τότε ήρθαν ένα απόγευμα και βρήκανε τον Τζόναθαν να γλυστρά ήσυχος και μόνος μες στον αγαπημένο του ουρανό. Οι δυο γλάροι που φανερωθήκανε δίπλα στα φτερά του ήταν καθαροί σαν το φως των άστρων κι η λάμψη που έβγαζαν ήταν απαλή και φιλική μες στην αιθέριαν ατμόσφαιρα της νύχτας. Όμως απ' όλα πιο θαυμαστό σ' αυτούς ήταν η δεξιοτεχνία που είχαν καθώς πετούσαν με τις άκρες των φτερών τους, κρατώντας μια σταθερή κι ακριβέστατη απόσταση τριών εκατοστών από τα δικά του. Χωρίς να πει λέξη, ο Τζόναθαν άρχισε να τους δοκιμάζει, με μια δοκιμασία που ποτέ, κανείς γλάρος δεν είχε περάσει. Έστριψε τα φτερά του κι έκοψε ταχύτητα μέχρι ένα μίλι την ώρα. Τα δυο ακτινοβόλα πουλιά κόψανε μαζί του, μαλακά, κρατώντας σταθερά τη θέση τους. Ήξεραν, λοιπόν, το αργό πέταγμα. Δίπλωσε τα φτερά του, κύλησε κι όρμησε σε μια βουτιά εκατόν εννενήντα μιλίων την ώρα. Βούτηξαν κι αυτοί μαζί του, ορμώντας προς τα κάτω μ' άψογο σχηματισμό. Τέλος γύρισε, με την ίδια ταχύτητα, κατ' ευθείαν πρός τα πάνω, σ' ένα κατακόρυφο πέταγμα. Ήρθαν μαζί του, χαμογελώντας. Ξανάρθε στο ίσιο πέταγμα και πέρασε πολλήν ώρα πριν μιλήσει. -"Πολύ καλά", είπε, «ποιοί είστε σεις"; -"Είμαστε από το Κοπάδι σου, Τζόναθαν. Είμαστε οι αδελφοί σου". Τα λόγια τους ήτανε δυνατά κι ήρεμα. "Ήρθαμε να σε πάρουμε πιο ψηλά. Να σε πάμε σπίτι".

-"Δεν έχω σπίτι. Δεν έχω Κοπάδι. Είμαι Απόβλητος. Και τώρα πετάμε πάνω στον άνεμο του Μεγάλου Βουνού. Δε μπορώ να σηκώσω αυτό το παλιοσώμα ψηλότερα από λίγες ακόμη δεκάδες μέτρα".
-"Κι όμως, μπορείς Τζόναθαν. Γιατί εσύ γνωρίζεις. Το ένα σχολείο τελείωσε κι ήρθε η ώρα ν' αρχίσει κάποιο άλλο".
Όπως τον φώτιζε σ' όλη του τη ζωή, έτσι και τώρα η Κατανόηση ξάστραψε μες στον Τζόναθαν Γλάρο. Είχανε δίκιο. Μπορούσε να πετάξει ψηλότερα κι ήτανε καιρός να γυρίσουν σπίτι. Έριξε μια τελευταία ματιά πίσω στον ουρανό, στον υπέροχο κείνο ασημένιο χώρο όπου είχε μάθει τόσα πολλά.
-"Είμαι έτοιμος!" είπε στο τέλος κι ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος υψώθηκε μαζί με τους δυο φωτεινούς, σαν άστρα γλάρους, για να εξαφανιστεί μες στον ολοσκότεινο
ουρανό. "Ώστε αυτός είναι ο Παράδεισος", σκέφτηκε και χαμογέλασε μέσα του, αλλά είναι σχεδόν ασέβεια να κάθεται κανείς να τον εξετάζει ακριβώς την ώρα που πετά, για να περάσει μέσα σ' αυτόν.
Καθώς ερχόταν τώρα από τη Γη, πάνω απο τα σύννεφα και σε κοντινό σχηματισμό με τους δυο ακτινοβόλους γλάρους, είδε πως και το δικό του σώμα άρχιζε να λάμπει σαν και τα δικά τους. Αλήθεια, ήταν πάλι ο ίδιος εκείνος νεαρός γλάρος Τζόναθαν, που πάντα ζούσε πίσω από τα χρυσά του μάτια, αλλά η εξωτερική του μορφή είχε αλλάξει. Την ένιωθε σα σώμα γλάρου, αλλά πέταγε κι όλας πολύ καλύτερα απ' όσο το προηγούμενο σώμα του είχε πετάξει ποτέ. "Με τη μισή προσπάθεια", σκέφτηκε, "φτάνω σε διπλάσια ταχύτητα, διπλάσια επίδοση, από όση στις καλύτερες μέρες μου στη γη"!

Τα φτερά του τώρα άστραφταν με λαμπρό, άσπρο χρώμα κι οι φτερούγες του ήταν μαλακές και τέλειες σαν φύλλα γυαλισμένου ασημιού. Μ' ευχαρίστηση άρχισε να μαθαίνει και να βάζει δύναμη πάνω σ αυτά τα νέα φτερά. Στα διακόσια πενήντα μίλια την ώρα αισθάνθηκε πως πλησίαζε την ανωτάτη ταχύτητα. Στα διακόσια εβδομήντα τρία σκέφτηκε πως πετούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και, για πρώτη φορά, αισθάνθηκε λίγο απογοητευμένος. Υπήρχε ένα όριο στα όσα μπορούσε να κάνει το νέο σώμα, αλλά αν και το πέταγμά του ήταν πολύ πιο γρήγορο από το παλιό του ρεκόρ, υπήρχε ακόμη ένα όριο, που για να το ξεπεράσει, θα 'πρεπε να προσπαθήσει πολύ. "Στον Παράδεισο", σκέφτηκε, "δε θα 'πρεπε να υπάρχουν όρια". Τα σύννεφα παραμέρισαν κι οι συνοδοί τού φώναξαν "καλή προσγείωση" κι εξαφανίστηκαν μες στον αιθέριο αέρα.

Πέταγε πάνω από τη θάλασσα προς μια δαντελωτή παραλία. Ελάχιστοι γλάροι κάναν ασκήσεις πάνω στα βράχια. Ξέμακρα προς τα βόρεια, πάνω στον ορίζοντα, πετούσαν μερικοί ακόμη. Καινούργιο θέαμα, νέες σκέψεις, νέες απορίες. Γιατί τόσοι λίγοι γλάροι; Ο ουρανός θα έπρεπε να είναι γεμάτος κοπάδια γλάρους! Και γιατί αισθάνομαι τόσο κουρασμένος, έτσι ξαφνικά; Οι γλάροι στον ουρανό, υποτίθεται πως δεν επιτρέπεται ποτέ να είναι κουρασμένοι ή να κοιμούνται. Που το είχε ξανακούσει αυτό; Η θύμηση της ζωής του στη Γη είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Η Γη υπήρξε γι' αυτόν ένας τόπος όπου έμαθε, βέβαια, πολλά, αλλά οι λεπτομέρειες ήταν θολές -κάτι για αγώνες γύρω από το φαϊ, κάτι για εξορίες...

Δώδεκα γλάροι ήρθαν από την παραλία, να τον προϋπαντήσουνε, χωρίς να μιλήσουν καθόλου. Ένιωσε μόνο πως τον καλοσώριζαν και πως μπορούσε να αισθάνεται σαν στο σπίτι του. Ήταν μια τόσο μεγάλη μέρα γι' αυτόν, που δεν θυμόταν καν την ανατολή της. Έστριψε για να προσγειωθεί στην ακτή, χτυπώντας τις φτερούγες του για να σταματήσει λίγο στον αέρα και μετά να πέσει ανάλαφρα στην άμμο. Κι οι άλλοι γλάροι προσγειώθηκαν, αλλά κανένας δεν κούνησε ούτε φτερό. Ταλαντεύτηκαν στον αέρα με απλωμένες τις λαμπερές φτερούγες κι έτσι άλλαξαν κάπως την κλίση των φτερών τους. Κι ώσπου να σταματήσουν, την ίδια στιγμή, τα πόδια τους άγγιξαν το έδαφος. Ήταν θαυμάσιος ο έλεγχός τους, αλλά ο Τζόναθαν ήταν τώρα τόσο κουρασμένος για να δοκιμάσει. Κι ενώ στεκόταν στην ακτή, χωρίς να πει ούτε μια λέξη, αποκοιμήθηκε. Στις μέρες που ακολούθησαν, ο Τζόναθαν είδε πως υπήρχαν τόσα πολλά να μάθει για το πέταγμα στον τόπο τούτο, όσα και στην προηγούμενη ζωή, που είχε αφήσει πίσω του. Με μια διαφορά όμως. Εδώ υπήρχαν γλάροι που σκέπτονταν, όπως σκεπτόταν κι αυτός. Για τον καθένα τους, το πιο σημαντικό πράγμα στην ζωή ήταν να τείνουν και ν' αγγίζουν την τελειότητα σ' ό,τι αγαπούσαν πιο πολύ, στο πέταγμα. Ήταν υπέροχα πουλιά όλοι τους, και περνούσαν ώρες ολόκληρες κάθε μέρα ασκούμενοι στις πτήσεις, δοκιμάζοντας τη πιο προχωρημένη αεροναυτική.

Για πολύ καιρό ο Τζόναθαν είχε ξεχάσει τον κόσμο απ' όπου είχε έρθει. Το μέρος εκείνο, όπου το Κοπάδι ζούσε με τα μάτια κλειστά στη χαρά του πετάγματος, χρησιμοποιώντας τα φτερά του σαν μέσο για να βρίσκει και να μάχεται για το φαγητό. Υπήρχαν όμως και στιγμές που, για λίγο μόνο, θυμόταν. Τον θυμήθηκε ένα πρωινό που είχε βγεί για πτήση με το δάσκαλο του κι ενώ ξεκουραζόταν στην ακτή, έπειτα από ένα μάθημα απότομων πτήσεων με διπλωμένα φτερά.
-"Μα πού είναι όλος ο κόσμος, Σάλλιβαν;" ρώτησε σιωπηλά, συνηθισμένος πια στην άνετη τηλεπάθεια που χρησιμοποιούσαν οι γλάροι κείνοι, αντί για σκληριές και κραυγές. "Γιατί δεν είμαστε πιο πολλοί εδώ; Από κει που έρχομαι υπάρχουν..."
-"...χιλιάδες και χιλιάδες γλάροι. Το ξέρω". Ο Σάλλιβαν κούνησε το κεφάλι του. "Η μόνη εξήγηση που βλέπω, Τζόναθαν, είναι πως είσαι πράγματι ένα πουλί στο εκατομμύριο. Οι πιο πολλοί από μας ήρθαν εδώ πολύ αργά. Πηγαίναμε από τον ένα κόσμο στον άλλον, που ήταν τόσο όμοιοι, ξεχνώντας αμέσως από πού είχαμε έρθει, χωρίς να νοιαζόμαστε πού πηγαίνουμε, ζώντας για τη στιγμή. Μπορείς άραγε να φανταστείς πόσες ζωές πρέπει να πέρασαν πριν μας έρθει η πρώτη ιδέα ότι υπάρχει στην ζωή κάτι πιο πέρα από το φαγητό ή τον καβγά ή την εξουσία στο Κοπάδι; Χίλιες ζωές, Τζων, δέκα χιλιάδες! Κι ύστερα, άλλες εκατό ζωές για ν' αρχίσουμε να μαθαίνουμε πως υπάρχει κάποιο πράγμα που λέγεται τελείωση κι άλλες εκατό πάλι για να βρούμε την ιδέα πως ο σκοπός στη ζωή μας είναι να φτάσουμε αυτή τη τελείωση και να την εκφράσουμε. Ο ίδιος κανόνας ισχύει και για μας εδώ τώρα. Διαλέγουμε τον επόμενο κόσμο μας με ό,τι μαθαίνουμε σ' αυτόν εδώ. Μη μάθεις τίποτε κι ο επόμενος κόσμος θα είναι ο ίδιος με τούτον εδώ, με όλους τους περιορισμούς και τα μολυβένια βάρη που πρέπει να ξεπεράσεις". Τέντωσε τα φτερά του κι έστριψε το πρόσωπό του στον άνεμο. "Αλλά εσύ, Τζων", είπε, "έμαθες τόσα πολλά με μιας, που δε χρειάστηκε να περάσεις χίλιες ζωές, για να φτάσεις σ' αυτήν εδώ".

Σ' ένα λεπτό πετούσαν πάλι κάνοντας άσκησεις. Οι ανάστροφες πτήσεις σε σχηματισμό ήταν δύσκολες, γιατί καθώς ήταν αναποδογυρισμένος, ο Τζόναθαν έπρεπε να τα σκέφτεται όλα ανάποδα, ν' αναστρέφει την καμπύλη των φτερών του και μάλιστα να την αναστρέφει με ακρίβεια, σε αρμονία με το δάσκαλό του.
-"Ας ξαναδοκιμάσουμε", έλεγε ο Σάλλιβαν, ξανά και ξανά. "Ας ξαναδοκιμάσουμε". Και στο τέλος, "Καλά". Κι άρχιζαν να εξασκούνται στις εξωτερικές περιστροφές.
Ένα βράδυ, οι γλάροι που δεν είχαν νυκτερινή πτήση στέκονταν στην αμμουδιά όλοι μαζί και στοχάζονταν. Ο Τζόναθαν μάζεψε όλο το θάρρος του και πλησίασε τον Πρεσβύτερο Γλάρο, που σύντομα, όπως έλεγαν, θα έφευγε μακρυά από κείνο τον κόσμο.
-"Τσιανγκ..." είπε λίγο αμήχανα. Ο γέρο Γλάρος τον κοίταξε με καλωσύνη. -"Ναι, γιε μου;" Αντί να τον εξασθενεί η ηλικία ο Πρεσβύτερος έπαιρνε δύναμη απ' αυτή. Ξεπερνούσε όλους τους γλάρους στο Κοπάδι κι ήξερε τεχνικές που οι άλλοι μόλις άρχιζαν να μαθαίνουν.

-"Τσιανγκ, ο κόσμος αυτός ασφαλώς δεν είναι ο Παράδεισος ή μήπως είναι";
Ο Πρεσβύτερος χαμογέλασε μέσα στο φως τον φεγγαριού.
-"Το έμαθες κι αυτό, Τζόναθαν Γλάρε", είπε. -"Τότε τί συμβαίνει μετά από 'δω; Πού πηγαίνουμε; Υπάρχει άραγε κάποιος τόπος που να είναι ο Παράδεισος";
-"Όχι Τζόναθαν, δεν υπάρχει τέτοιος τόπος. Ο Παράδεισος δεν είναι κάποιος χώρος, δεν είναι κάποιος χρόνος. Ο Παράδεισος είναι το να είσαι τέλειος". Σώπασε για μια στιγμή. "Είσαι πολύ γρήγορος στο πέταγμα, έτσι δεν είναι";
-"Μου... μου αρέσει η ταχύτητα", είπε ο Τζόναθαν σαστισμένος αλλά περήφανος που τον είχε προσέξει ο Πρεσβύτερος.
-"Θ' αρχίσεις ν' αγγίζεις τον Παράδεισο, Τζόναθαν, την στιγμή που θ' αγγίσεις την τέλεια ταχύτητα. Κι αυτή δεν είναι να πετάς με χίλια μίλια την ώρα ή ένα εκατομμύριο μίλια την ώρα ή να πετάς με την ταχύτητα του φωτός. Γιατί κάθε αριθμός είναι ένα όριο. Κι η τελειότητα δεν έχει όρια. Η τέλεια ταχύτητα, γιε μου, είναι το να βρίσκεσαι κι όλας εκεί". Χωρίς προειδοποίηση ο Τσιανγκ εξαφανίστηκε και φανερώθηκε στην ακροθαλασσιά, είκοσι μέτρα πιο κάτω, μέσα σ' ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Κι ύστερα χάθηκε πάλι και βρέθηκε δίπλα στο Τζόναθαν, πάλι μέσα σ' ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου. "Είναι διασκεδαστικό" είπε.

Ο Τζόναθαν είχε ζαλιστεί. Ξέχασε τις ερωτήσεις για τον Παράδεισο.
-"Πώς το κάνετε αυτό; Σαν τί μοιάζει; Πόσο μακρυά μπορείτε να φτάσετε";
-"Μπορείς να πας όπου θέλεις και όποτε θέλεις", είπε ο Πρεσβύτερος. "Έχω πάει παντού όποτε κι όπου το σκέφτηκα". Κοίταξε προς την θάλασσα. "Τι παράξενο. Οι γλάροι που κοροϊδεύουν την τελείωση, επειδή προτιμούν να ταξιδεύουν, δεν πηγαίνουν πουθενά. Εκείνοι που αφήνουν τα ταξίδια για την τελείωση, πηγαίνουν παντού, στη στιγμή. Θυμήσου, Τζόναθαν, ο Παράδεισος δεν είναι κάποιος χώρος ή κάποιος χρόνος, γιατί ο χώρος και ο χρόνος δεν έχουν νόημα, ο Παράδεισος είναι..."
-"Μπορείτε να με διδάξετε να πετάω έτσι;" Ο Τζόναθαν Γλάρος λαχταρούσε να κατακτήσει άλλο ένα μυστήριο.
-"Και βέβαια, αν θες να μάθεις".
-"Θέλω, πότε αρχίζουμε";
-"Μπορούμε ν' αρχίσουμε και τώρα, αν σ' αρέσει".
-"Θέλω να μάθω να πετώ έτσι", είπε ο Τζόναθαν κι ένα παράξενο φως άστραψε στα μάτια του. "Πέστε μου τί να κάνω".
Ό Τσιάνγκ μίλησε αργά και παρατηρούσε με απέραντη προσοχή τον νεαρό γλάρο.
-"Για να πετάξεις με την ταχύτητα της σκέψης, παντού σ' ό,τι υπάρχει", είπε, "πρέπει να ξεκίνησεις ξέροντας ότι έχεις κι όλας φτάσει εκεί".

Το μυστικό, κατά τον Τσιάνγκ, ήταν να πάψει να βλέπει ο Τζόναθαν τον εαυτό του σα φυλακισμένο σ' ένα περιορισμένο σώμα, που 'χε άνοιγμα φτερών σαρανταδύο ίντσες και δυνατότητες, που θα μπορούσαν ν' αποτυπωθούν σ' ένα χάρτη. Το μυστικό ήταν να γνωρίσει πως η αληθινή του φύση ζούσε τέλεια, όσον ο άγραφος αριθμός, παντού ταυτόχρονα, πέρα από το χώρο και το χρόνο.
Ο Τζόναθαν άρχισε καθημερινή προσπάθεια με μανία, από την ανατολή του ήλιου ως τα μεσάνυχτα και παρ' όλες τις προσπάθειές του δε κουνήθηκε ούτε εκατοστό από τη θέση του.
-"'Ασε την πίστη", έλεγε ο Τσιάνγκ ξανά και ξανά. "Δεν σου χρειάστηκε πίστη για να πετάξεις. Σου χρειάστηκε κατανόηση του πετάγματος. Κι αυτό είναι το ίδιο. Δοκίμασε πάλι τώρα".

Έτσι μια μέρα ο Τζόναθαν, καθώς στέκονταν στην ακτή με κλειστά μάτια, συγκεντρωμένος, αναγνώρισε μέσα σε μιαν έκλαμψη κείνο που ο Τσιάνγκ του είχε πει τόσες φορές.
-"Λοιπόν, είναι αλήθεια! Είμαι ένας τέλειος, αδέσμευτος γλάρος"! Αισθάνθηκε ένα δυνατό τράνταγμα χαράς.
-"Ωραία!", είπε ο Τσιάνγκ κι υπήρχε θρίαμβος στη φωνή του. Ο Τζόναθαν άνοιξε τα μάτια του. Στεκόταν μόνος μαζί με τον Πρεσβύτερο σε μιαν εντελώς διαφορετική ακτή. Δέντρα που έπεφταν ως την άκρη του νερού και δυο κίτρινοι δίδυμοι ήλιοι, που γυρνούσαν πάνωθέ τους.
-"Επιτέλους, κατάλαβες" είπε ο Τσιάνγκ αλλά ο έλεγχός σου χρειάζεται δουλειά ακόμη. Ο Τζόναθαν τα έχασε.
-"Πού είμαστε"; Χωρίς να εντυπωσιασθεί καθόλου από το παράξενο περιβάλλον, ο
Πρεσβύτερος απάντησε στην ερώτηση ατάραχος. -"Σε κάποιο πλανήτη προφανώς, με πράσινο ουρανό κι ένα διπλό άστρο για ήλιο".

-"ΓΙΝΕΤΑΙ"!
-"Μα και βέβαια γίνεται, Τζών", είπε ο Τσιανγκ. "Πάντα γίνεται, όταν ξέρεις τι κάνεις. Τώρα για τον έλεγχό σου..."
Όταν γύρισαν ήταν πια νύχτα. Όλοι οι γλάροι κοίταζαν τον Τζόναθαν με δέος στα χρυσά τους μάτια, γιατί τον είχαν δει να εξαφανίζεται από το μέρος που ήταν στηλωμένος από ώρα. Δεν μπορούσε να υποφέρει τα συγχαρητήρια ούτε λεπτο.
-"Εγώ είμαι νεοφερμένος εδώ! Μόλις άρχισα! Εγώ πρέπει να μάθω από σας".
-"Αμφιβάλλω γι' αυτό, Τζών", είπε ο Σάλλιβαν, που στεκόταν κοντά. "Φοβάσαι τη μάθηση λιγώτερο από κάθε άλλο γλάρο που έχω δει εδώ και χιλιάδες χρόνια". Το Κοπάδι έμεινε σιωπηλό κι ο Τζόναθαν κινήθηκε αμήχανα.

-"Μπορούμε ν' αρχίσουμε να δουλεύουμε με το χρόνο, αν θες", είπε ο Τσιάνγκ, "μέχρις ότου καταφέρεις να πετάς στο παρελθόν και στο μέλλον. Και τότε θα είσαι έτοιμος ν' αρχίσεις το πιο δύσκολο, το πιο δυνατό, το πιο ωραίο απ' όλα. Θα είσαι έτοιμος ν' αρχίσεις να πετάς προς τα άνω και να μαθαίνεις το νόημα της καλωσύνης και της αγάπης". Ένας μήνας πέρασε ή κάτι που 'μοιαζε για μήνας κι ο Τζόναθαν μάθαινε με τρομερή ταχύτητα. Πάντα μάθαινε πιο γρήγορα από το συνηθισμένο και τώρα ο ιδιαίτερος μαθητής του ίδιου του Πρεσβύτερου έπαιρνε τις καινούργιες ιδέες σαν ένας ηλεκτρονικός εγκέφαλος με φτερά. Όμως κάποτε έφτασε η μέρα, που ο Τσιάνγκ εξαφανίστηκε. Τους μιλούσε ήρεμα, εξορκίζοντάς τους να μη σταματήσουν ποτέ να μαθαίνουν και ν' ασκούνται και ν' αγωνίζονται για να κατανοήσονν ακόμη πιότερο τη τέλεια, αόρατη αρχή κάθε ζωής. Ύστερα, καθώς μιλούσε, τα φτερά του άρχισαν να γίνονται όλο και πιο λαμπρά, ώσπου στο τέλος έγιναν τόσο φωτεινά, που κανείς γλάρος δε μπορούσε να τον κοιτάξει.

-"Τζόναθαν", είπε. "Συνέχισε να εργάζεσαι για την αγάπη". Κι ήταν αυτές οι τελευταίες λέξεις που πρόφερε.
Όταν μπόρεσαν να ξανακοιτάξουν, ο Τσιάνγκ είχε χαθεί.
Καθώς περνούσαν οι μέρες, ο Τζόναθαν σκεφτόταν όλο και περισσότερο τη Γη, απ' όπου είχεν έρθει. Αν γνώριζαν εκεί κάτω το ένα δέκατο, το ένα εκατοστό μόνον απ' όσα κείνος ήξερε δω, πόσο νόημα θ' αποκτούσε η ζωή! Στεκόταν στην άμμο κι αναρωτιόταν αν θα υπήρχε κει κάτω ένας γλάρος που ν' αγωνίζεται να περάσει τους περιορισμούς του, να βρει νόημα στο πέταγμα πέρα από τα ταξίδια και το ψάξιμο για ξεροκόμματα από τις βάρκες. Ίσως να υπήρχε ακόμη και κάποιος απόβλητος, επειδή θα είχε τολμήσει να πει την αλήθεια κατάμουτρα στο Κοπάδι.
Κι όσο περισσότερο ο Τζόναθαν ασκείτο στα μαθήματα της καλωσύνης κι όσο δούλευε για να γνωρίσει τη φύση της αγάπης, τόσο ήθελε να γυρίσει πίσω στη Γη. Γιατί, παρά το μοναχικό του παρελθόν, ο Τζόναθαν Γλάρος ήταν γεννημένος για να γίνει δάσκαλος κι ο τρόπος να εκδηλώνει την αγάπη ήταν να δίνει κάτι από την αλήθεια που είχε ιδεί σε κάθε γλάρο που ζητούσε την ευκαιρία να την βρει κι εκείνος. Ο Σάλλιβαν, μύστης πιά στο πέταγμα με την ταχύτητα της σκέψης και δάσκαλος των άλλων, είχε πολλές αμφιβολίες.

-"Τζών, ήσουν απόβλητος κάποτε. Γιατί φαντάζεσαι πως οι γλάροι κείνης της εποχής θα σε ακούσουνε τώρα. Ξέρεις τη παροιμία κι είναι αληθινή: Βλέπει μακρύτερα ο γλάρος που πετά ψηλώτερα. Οι γλάροι κείνοι στέκονται στο χώμα, σκληρίζοντας και πολεμώντας μεταξύ τους. Απέχουνε χίλια μίλια από τον ουρανό και συ θες να τους τον δείξεις από κει κάτω που στέκουν. Τζών, δε μπορούν να δουν ούτε τις άκρες των φτερών τους! Μείνε δω. Βοήθησε τους νέους γλάρους μας που 'ναι αρκετά ψηλά, για να καταλάβουν αυτό που 'χεις να τους πεις". Σώπασε για μια στιγμή κι ύστερα είπε: "Τί θα 'χε γίνει, αν ο Τσιάνγκ είχε γυρίσει κι εκείνος πίσω στους δικούς του παλιούς κόσμους";

Το τελευταίο αυτό σημείο ήταν το πιο αποφασιστικό, ο Σάλλιβαν είχε δίκιο. Βλέπει μακρύτερα ο γλάρος που πετά ψηλώτερα. Ο Τζόναθαν έμεινε και δούλεψε για τα νέα πουλιά που έφταναν και που ήταν όλα πολύ έξυπνα και γρήγορα στην μάθησή τους. Αλλά τα παληά συναισθήματα ξαναγύριζαν. Δε μπορούσε να μη σκέφτεται ότι μπορεί να βρίσκονται στη Γη ένας ή δυο γλάροι που θα 'ταν ικανοί να μάθουν κι εκείνοι. Πόσα περισσότερα θα 'ξερε τώρα, αν ο Τσιάνγκ είχε έρθει να τονε βρει τη μέρα που τον έκαναν Απόβλητο!
-"Σάλλι, πρέπει να γυρίσω πίσω", είπε στο τέλος. "Οι μαθητές σου τα πηγαίνουνε περίφημα. Μπορούν να σε βοηθήσουν με τους καινούργιους".
Ο Σάλλιβαν αναστέναξε, αλλά δε διαφώνησε.

-"Μου φαίνεται πως θα μου λείψεις, Τζόναθαν", είπε μόνο.
-"Σάλλι, ντροπή", τον μάλωσε ο Τζόναθαν, "και μην είσαι ανόητος. Τί προσπαθούμε κάθε μέρα να εξασκήσουμε; Αν η φιλία μας βασίζεται στο χώρο και στο χρόνο, τότε, όταν ξεπεράσουμε το χώρο και το χρόνο, θα διαλύσουμε και την αδελφότητά μας! Όμως ξεπέρνα το χώρο κι ό,τι μένει είναι το Εδώ! Ξεπέρνα το χρόνο κι ό,τι μένει είναι το Τώρα! Και στο κέντρο του Εδώ και του Τώρα δε νομίζεις ότι θα μπορούμε να βλεπόμαστε συχνά";
Ο Σάλλιβαν Γλάρος γέλασε χωρίς να το θέλει.

-"Τρελό πουλί" είπε γλυκά. «Αν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να δείξει στους γλάρους που ζούνε στο χώμα πώς να βλέπουν χίλια μίλια μακρυά, αυτός είναι ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος". Κοίταξε πάλι την άμμο. "Αντίο, Τζων, φίλε μου".
-"Αντίο, Σάλλι. Θα ξανασυναντηθούμε". Και με τα λόγια αυτά ο Τζόναθαν οραματίστηκε την εικόνα τού μεγάλου κοπαδιού των γλάρων στις ακτές των αλλοτινών εκείνων καιρών και σκέφτηκε, με την άνεση που δίνει η άσκηση, ότι δεν ήταν κόκαλα και φτερά, αλλά η Τέλεια Ιδέα της ελευθερίας και του πετάγματος, χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό.
Ο Φλέτσερ Λυντ Γλάρος ήταν ακόμη πολύ νέος, αλλά γνώριζε κιόλας ότι το Κοπάδι σε κανένα πουλί δεν είχε φερθεί τόσο σκληρά και με τόση αδικία.

-"Δε με νοιάζει τι λένε», σκέφτηκε άγρια κι η όρασή του θόλωσε, καθώς πετούσε για τους Μακρυνούς Βράχους. "Το πέταγμα αξίζει πολύ περισσότερο από τα πεταρίσματά τους εδώ και κει. Μα κι ένα κουνούπι κάνει το ίδιο! Για μια μικρή, εναέρια τούμπα γύρω από τον Πρεσβύτερο Γλάρο, έτσι για αστείο, μ' έκαναν απόβλητο! Μα είναι τυφλοί! Δεν μπορούν να σκεφτούν τη δόξα που μας περιμένει, αν μάθουμε να πετάμε πραγματικά. Δέν με νοιάζει τι σκέφτονται. Θα τους δείξω τι θα πει πέταγμα. Θα είμαι ένας παράνομος, αφού το θέλουν. Και θα τους κάνω να μετανιώσουν".
Η φωνή ακούστηκε μέσα στο κεφάλι του και παρ' όλο που ήτανε γλυκειά πολύ, τον τρόμαξε τόσο που κλονίστηκε και σκόνταψε στον άερα.

-"Μην είσαι τόσο σκληρός μαζί τους, Φλέτσερ Γλάρε. Διώχνοντάς σε οι άλλοι γλάροι, βλάψανε μόνο τον εαυτό τους και μια μέρα θα το μάθουν και θα το καταλάβουν αυτό που καταλαβαίνεις και συ. Συγχώρησέ τους και βοήθησέ τους να μάθουν".
Τρία εκατοστά από το δεξί ακρινό του φτερό πετούσε ο πιο αστραφτερός άσπρος γλάρος του κόσμου, γλυστρώντας χωρίς κόπο, χωρίς να κουνά ούτε φτερό, σε μια ταχύτητα που ήταν η πιο γρήγορη, σχεδόν που μπορούσε να φτάσει ο Φλέτσερ. Για μια στιγμή μες στο νεαρό πουλί έγινε χάος.

-"Τί συμβαίνει; Μήπως τρελάθηκα! Μήπως πέθανα; Τί είναι αυτό";
Μαλακά και ήρεμα η φωνή συνέχισε μέσα στη σκέψη του, ζητώντας μιαν απάντηση.
-"Φλέτσερ Λυντ Γλάρε. Θέλεις να πετάς";
-"ΝΑΙ, ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΤΩ"!
-"Φλέτσερ Λυντ Γλάρε, θέλεις να πετάς τόσο πολύ, που να συγχωρήσεις το Κοπάδι και μαθαίνοντας, να γυρίσεις πίσω για να βοηθήσεις να μάθουν κι αυτοί μια μέρα";
Ο Φλέτσερ δεν μπορούσε να πει ψέμματα σ' αυτό το μεγαλόπρεπο, επιδέξιο πλάσμα, όσο περήφανος και πληγωμένος κι αν ήταν ο εγωισμός του.
-"Ναι, θέλω", είπε σιγά.
-"Τότε Φλετς", του 'πε το λαμπρό πλάσμα κι η φωνή του ήταν όλο καλωσύνη, "ας αρχίσουμε με την Επίπεδη Πτήση".

Ο Τζόναθαν έκοβε βόλτες πάνω από τους Μακρυνούς Βράχους, επιτηρώντας. Αυτός ο νεαρός Φλέτσερ Γλάρος, κόντευε να γίνει ένας τέλειος μαθητής στο πέταγμα. Ήταν δυνατός, ελαφρύς και σβέλτος στον αέρα, μα το πιο σημαντικό ήταν πως είχε μια φλογερή έφεση για μάθηση. Και νάτος που 'φτανε τη στιγμή αυτή, μια θολή γκρίζα μορφή, όλο βρυχηθμό, καθώς έβγαινε από μια βουτιά και πέρναγε σαν αστραπή, με
εκατόν πενήντα μίλια την ώρα, δίπλα από το δάσκαλό του. Απότομα άρχισε μιαν ακόμη προσπάθεια για μια κατακόρυφη, αργή κύληση δεκάξη σημείων, μετρώντας δυνατά: -"...οχτώ, ...εννιά, ...δέκα, ...κοίτα, Τζόναθαν η ταχύτητά μου σβήνει, ...έντεκα ...θα 'θελα ωραία, απότομα σταματήματα σαν τα δικά σου ...δώδεκα ...αλλά, να πάρει η οργή, δεν τα καταφέρνω, ...δεκατρία ...αυτά τα τελευταία σημεία ... δεκατέσσε... ααααα"!

Η πτώση αυτή στο τέλος της άσκησης γέμισε λύσσα και θυμό τον Φλέτσερ. Έγειρε πίσω, γκρεμίστηκε απότομα, στριφογυρίζοντας και τέλος ξαναβρήκε την ισορροπία του, τριάντα μέτρα κάτω από τα πόδια του δασκάλου του.
-"Χάνεις τον καιρό σου μαζί μου, Τζόναθαν. Είμαι βλάκας. Είμαι πολύ ανόητος. Προσπαθώ και προσπαθώ, αλλά ποτέ δεν θα τα καταφέρω"!
Ο Τζόναθαν Γλάρος τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι του.
-"Και βέβαια δεν θα τα καταφέρεις, όσο εξακολουθείς να κάνεις την ανάβαση τόσο σφιγμένος. Φλέτσερ, έχασες σαράντα μίλια την ώρα στην εκκίνηση. Πρέπει να 'σαι πιο χαλαρός. Να θυμάσαι: σταθερός αλλά χαλαρός". Κατέβηκε στο επίπεδο του νεαρού γλάρου. "Ας το δοκιμάσουμε μαζί τώρα σε σχηματισμό. Και πρόσεχε το
ανέβασμα. Είναι μια μαλακιά, άνετη εκκίνηση".

Μετά από τρεις μήνες ο Τζόναθαν είχε έξη ακόμα μαθητές. Όλοι απόβλητοι, αλλά και περίεργοι να μάθουν γι' αυτή την καινούργια, παράξενη ιδέα, να πετάς για τη χαρά του πετάγματος. Όμως τους ήταν πιο εύκολο να προσπαθούν και ν' ασκούνται στις δύσκολες επιδόσεις, παρά να καταλαβαίνουν την αιτία πίσω απ' όλα αυτά.
-"Ο καθένας μας είναι στ' αλήθεια μια ιδέα του Μεγάλου Γλάρου, μια χωρίς όρια ιδέα ελευθερίας", τους έλεγε ο Τζόναθαν τα βράδυα στην ακτή, "κι η τελειότητα στο πέταγμα είναι ένα βήμα για να εκφράσουμε την αληθινή μας φύση. Κάθε τι που μας περιορίζει πρέπει να το παραμερίσουμε. Γι' αυτό γίνονται όλες αυτές οι ασκήσεις μεγάλης και μικρής ταχύτητας και των ακροβατικών..."
...κι οι μαθητές του είχαν αποκοιμηθεί, εξαντλημένοι από τις πτήσεις της ημέρας. Τους άρεσε η εξάσκηση, γιατί είχε ταχύτητα και ενθουσιασμό και γιατί χόρταινε τη πείνα τους για μάθηση, που μεγάλωνε με κάθε μάθημα. Μα κανείς τους δεν είχε κατορθώσει να πιστέψει -ούτε κι ο Φλέτσερ Λυντ Γλάρος, ακόμη- πως το πέταγμα των ιδεών μπορούσε να είναι τόσο πραγματικό, όσο το πέταγμα του ανέμου και των φτερών.

-"Όλο σας το σώμα, απ' άκρη σ' άκρη", τους έλεγε ο Τζόναθαν, άλλες φορές, "δεν είναι παρά η ίδια σας η σκέψη σε μιαn ορατή μορφή. Σπάστε τις αλυσίδες της σκέψης σας και θα σπάσετε τις αλυσίδες του σώματός σας..." Όμως, όσο ωραία και αν τα έλεγε, μοιάζανε με κάποιαν ευχάριστη φαντασία. Κι εκείνοι χρειαζόντουσαν τον ύπνο περισσότερο.
Μόλις ένα μήνα αργότερα, ο Τζόναθαν, τους ανακοίνωσε πως είχεν έρθει ο καιρός να γυρίσουν στο Κοπάδι.
-"Δεν είμαστε έτοιμοι" είπε ο Χένρυ Κάλβιν Γλάρος. "Δε μας θέλουν. Είμαστε Απόβλητοι! Γιατί ν' αναγκαστούμε να πάμε κει που δε μας θέλουν";

-"Είμαστε λεύτεροι να πάμε όπου θέλουμε και να 'μαστε αυτοί που είμαστε", απάντησε ο Τζόναθαν, σηκώθηκε από την άμμο και στράφηκε ανατολικά προς τη Γη του Κοπαδιού. Οι μαθητές του ταράχτηκαν, γιατί ήταν ο νόμος του Κοπαδιού να μην
επιστρέφει ποτέ ένας απόβλητος. Κι ο Νόμος δεν είχε παραβιαστεί ποτέ μέσα
στα δέκα χιλιάδες αυτά χρόνια. Ο Νόμος έλεγε «μείνετε», ο Τζόναθαν έλεγε «πάμε» κι είχε πετάξει κι όλας ένα μίλι πάνω από το νερό. Αν καθυστερούσαν λίγο ακόμη, θα έφταναν στο εχθρικό Κοπάδι μόνοι.

-"Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούσουμε στον νόμο αφού δεν είμαστε μέλη του Κοπαδιού", είπεν ο Φλέτσερ μ' αρκετή αυταρέσκεια. "Κι ύστερα, αν γίνει μάχη, θα 'μαστε πιο χρήσιμοι εκεί, παρά εδώ".
Κι έτσι πέταξαν από τα δυτικά, κείνο το πρωί, οι οχτώ τους σε σχηματισμό διπλού ρόμβου, με τις άκρες των φτερών τους ν' αγγίζουν. Φτάσανε πάνω από την ακτή του Συμβουλίου του Κοπαδιού με εκατόν τριάντα πέντε μίλια την ώρα. Ο Τζόναθαν ήταν η κεφαλή, ο Φλέτσερ με άνεση στο δεξί του φτερό κι ο Χένρυ Κάλβιν προσπαθώντας φιλότιμα στο αριστερό του. Ύστερα, ολάκερος ο σχηματισμός έγειρε προς τα δεξιά σαν ένα πουλί, ενώ ο αέρας τους μαστίγωνε όλους. Οι σκληριές κι οι φωνές της καθημερινότητας του κοπαδιού κόπηκανε λες κι ο σχηματισμός ήταν ένα γιγάντιο μαχαίρι. Οχτώ χιλιάδες γλαρομάτια κοιτούσαν χωρίς να κουνηθεί ούτε βλέφαρο. Ένα-ένα τα οχτώ πουλιά υψώθηκαν απότομα προς τα πάνω, κάνανε μια πλήρη «θηλειά», γυρίσανε πάλι και πολύ αργά προσγειώθηκαν όρθια στην άμμο. Και σαν να μη συνέβαινε τίποτα, ο Τζόναθαν Γλάρος άρχισε τη κριτική του για τη πτήση:
-"Για να αρχίσουμε» είπε, μ' ένα πονηρό χαμόγελο, "όλοι αργήσατε λιγάκι να με προλάβετε..."
Κάτι σαν κεραυνός διαπέρασε το κοπάδι ολόκληρο. Τα πουλιά αυτά ήταν Απόβλητοι! Και ξαναγυρίσανε! Κι αυτό... αυτό δε γίνεται! Οι προβλέψεις του Φλέτσερ για μάχη χάθηκαν μες στη ταραχή του κοπαδιού.

-"Λοιπόν, ωραία, είναι Απόβλητοι" είπαν μερικοί νεαροί γλάροι, "αλλά πού στην ευχή μάθανε να πετάν έτσι"; Χρειάστηκε μια ώρα να φτάσει η Εντολή του Πρεσβύτερου σ' όλο το Κοπάδι: -"Αγνοείστε τους. Ο γλάρος που μιλά σ' έναν Απόβλητο, γίνεται κι αυτός Απόβλητος! Ο γλάρος που κοιτάζει έναν Απόβλητο, παραβιάζει το Νόμο του Κοπαδιού". Από κείνη τη στιγμή οι γκρίζες φτερωτές πλάτες γύρισαν κατά πρόσωπο στον Τζόναθαν, αλλ' αυτός δε φάνηκε να το προσέχει. Συνέχισε τις ασκήσεις του ακριβώς πάνω απο την ακτή του Συμβουλίου και για πρώτη φορά άρχισε να εξωθεί τους μαθητές του στα όρια των δυνατοτήτων τους.
-"Μάρτιν Γλάρε!" φώναξε μες στον ουρανό. "Λες ότι ξέρεις τις πτήσεις μικρής ταχύτητας. Δεν ξέρεις τίποτε, αν δεν το αποδείξεις! ΠΕΤΑ"!

Κι έτσι, ο ήσυχος, μικρός Μάρτιν Ουίλλιαμ Γλάρος, ξαφνιασμένος που βρέθηκε κάτω από τα πυρά του δασκάλου του, κατάπληξε ακόμη και τον εαυτό του κι έγινε ο μάγος της χαμηλής ταχύτητας. Στο παραμικρό αεράκι μπορούσε να καμπυλώνει τα φτερά του, για να υψωθεί, χωρίς ούτε ένα φτερούγισμα, από την άμμο στα σύννεφα και ύστερα πάλι κάτω. Το ίδιο και ο Τσαρλς-Ρόλλαντ Γλάρος, που πέταξε πάνω στον 'Ανεμο του Μεγάλου Βουνού σε τρεις χιλιάδες μέτρα ύψος και γύρισε πίσω μελανός από τον κρύο αέρα, κατάπληκτος κι ευτυχισμένος, με την απόφαση αύριο να πάει
ακόμη ψηλότερα. Ο Φλέτσερ Γλάρος, που αγαπούσε τ' ακροβατικά όσο κανείς άλλος, κυριάρχησε στη κάθετη αργή κύληση των δεκαέξη σημείων και την επόμενη μέρα την αποκορύφωσε με μια τριπλή κυκλική περιστροφή, καθώς τα φτερά του αστράφτανε στο κάτασπρο φως του ήλιου, στην ακτή, απ' όπου περισσότερα από δυο μάτια,τον κοιτούσαν κρυφά.

Κάθε στιγμή ο Τζόναθαν Γλάρος βρισκόταν στο πλευρό του κάθε μαθητή του, δείχνοντας, συμβουλεύοντας, οδηγώντας. Πετούσε μαζί τους μες στη νύχτα, στα σύννεφα και στις καταιγίδες, για κέφι, ενώ το Κοπάδι σερνόταν αξιολύπητο στο χώμα. Όταν το πέταγμα τέλειωνε, οι μαθητές ξεκουράζονταν στην άμμο και με τον καιρό άρχισαν ν' ακούνε προσεκτικότερα τον Τζόναθαν. Είχε μερικές παράξενες ιδέες που δε μπορούσαν να καταλάβουν, αλλά είχε και μερικές πολύ καλές που τις καταλάβαιναν. Σιγά-σιγά τη νύχτα, ένας δεύτερος κύκλος σχηματιζόταν γύρω από τους μαθητές -ένας κύκλος περίεργων γλάρων, που παρακολουθούσαν μες στο σκοτάδι, ώρες ολάκερες, χωρίς να θέλουν να δουν ή να τους δουν και που χάνονταν λίγο πριν από την αυγή.

Ένας μήνας είχε περάσει από την Επιστροφή, όταν ο πρώτος γλάρος από το Κοπάδι πέρασε τη γραμμή και ζήτησε να μάθει να πετά. Μ' αυτή του τη πράξη, ο Τέρενς Λόουελ Γλάρος, καταδικάστηκε, ονομάστηκε Απόβλητος κι έγινε ο όγδοος από τους μαθητές του Τζόναθαν. Την άλλη νύχτα ήρθε από το Κοπάδι ο Κερκ Μάυναρντ Γλάρος, κουτσαίνοντας πάνω στην άμμο, σέρνοντας την αριστερή φτερούγα του, για να σωριαστεί στα πόδια του Τζόναθαν. -"Βοήθησέ με", είπε πολύ σιγά, μιλώντας σαν ετοιμοθάνατος. "Θέλω να πετάξω -το θέλω πιο πολύ από κάθε τι άλλο στον κόσμο..."
-"Έλα μαζί μου τότε", είπε ο Τζόναθαν. "Υψώσου μαζί μου από το χώμα κι ας αρχίσουμε".
-"Δε καταλαβαίνεις. Η φτερούγα μου. Δε μπορώ να κουνήσω τη φτερούγα μου".
-"Μάυναρντ Γλάρε, είσαι λεύτερος να 'σαι ο εαυτός σου, ο αληθινός εαυτός σου, αυτή τη στιγμή και τίποτε δε μπορεί να σταθεί στο δρόμο σου. Είναι ο Νόμος του Μεγάλου Γλάρου, ο Νόμος που Είναι".

-"Λες ότι μπορώ να πετάξω";
-"Λέω πως είσαι λεύτερος".
Απλά και γρήγορα ο Κερκ Μάυναρντ Γλάρος άπλωσε τις φτερούγες του χωρίς κόπο και πέταξε μέσα στο σκοτεινό αέρα της νύχτας. Το Κοπάδι σηκώθηκε στο πόδι από τις δυνατότερες φωνές του, που μπόρεσε να βγάλει από εκατόν εξήντα μέτρα ύψος. -"Μπορώ να πετάξω! Ακούτε! ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΕΤΑΞΩ"!

Με την ανατολή του ήλιου υπήρχαν γύρω στα χίλια πουλιά, που στέκονταν στον εξωτερικό κύκλο των μαθητών, κοιτώντας τον Μάυναρντ περίεργα. Δεν τα ένοιαζε αν τα έβλεπαν ή όχι. Κι άκουγαν, προσπαθώντας να καταλάβουν τον Τζόναθαν Γλάρο. Μίλησε για πολύ απλά πράματα: πως είναι σωστό να πετά ένας γλάρος, ότι η λευτεριά είναι η πραγματική φύση του όντος κι οτιδήποτε την εμποδίζει πρέπει να παραμεριστεί είτε λέγεται τελετουργικά, είτε δεισιδαιμονία, είτε περιορισμός οιασδήποτε μορφής.
-"Να παραμεριστεί", ακούστηκε μία φωνή από το πλήθος, "ακόμα κι αν είναι ο Νόμος του Κοπαδιού";
-"Ο μόνος αληθινός νόμος είναι αυτός που οδηγεί στη λευτεριά", είπεν ο Τζόναθαν. "Δεν υπάρχει άλλος".
-"Μα πώς περιμένεις να πετάξουμε σαν και σένα!" ήρθε μια άλλη φωνή. "Συ είσαι εκλεκτός, είσαι προικισμένος και θεϊκός, πάνω απ' όλα τα πουλιά".
-"Κοιτάξτε τον Φλέτσερ! τον Λόουελ! τον Τσαρλς-Ρόλλαντ! Είναι κι αυτοί εκλεκτοί, προικισμένοι και θεϊκοί; Όχι περισσότερο από σας όχι περισσότερο από μένα. Η μόνη διαφορά είναι πως αυτοί άρχισαν να κατανοούν τι πραγματικά είναι. Κι άρχισαν να το εξασκούν".
Οι μαθητές του, εκτός από τον Φλέτσερ, κουνήθηκαν ανήσυχα. Δεν είχανε συνειδητοποιήσει πως αυτό ήταν ό,τι έκαναν. Το πλήθος μεγάλωνε κάθε μέρα κι ερχόταν να ρωτήσει, να αποθεώσει, να σαρκάσει.

-"Λένε στο Κοπάδι πως αν δεν είσαι Γιος του Μεγάλου Γλάρου του ίδιου, τότε βρίσκεσαι χίλια χρόνια μπροστά από την εποχή σου", είπε μια μέρα στον Τζόναθαν ο Φλέτσερ, ύστερα από τις ασκήσεις της προχωρημένης ταχύτητας. Ο Τζόναθαν αναστέναξε. "Το τίμημα να μη σε καταλαβαίνουν", σκέφτηκε."Σ' ονομάζουν δαίμονα ή σε ονομάζουν Θεό". -"Τί νομίζεις εσύ, Φλέτσερ; Είμαστε μπροστά από την εποχή μας";
Παρατεταμένη σιωπή.
-"Χμ, αυτό το είδος του πετάγματος υπήρχε πάντοτε, για να το μάθει όποιος ήθελε να το αναζητήσει. Κι αυτό δεν έχει σχέση με την εποχή. Είμαστε μπρος από τη συνήθεια, ίσως. Μπρος από τον τρόπο που πετούν οι περισσότεροι γλάροι".
-"Κάτι είναι κι αυτό", είπε ο Τζόναθαν και κύλησε σε μια βουτιά για λίγο. "Αυτό δεν είναι τόσο κακό, όσο το να βρισκόμαστε μπρος από την εποχή μας".

Συνέβη μια εβδομάδα αργότερα. Ο Φλέτσερ έδειχνε στοιχειώδη του πετάγματος υψηλής ταχύτητος σε μια τάξη νέων μαθητών. Μόλις είχεν ανυψωθεί από μια βουτιά του από τα δυο χιλιάδες τριακόσια μέτρα, σαν μια γκρίζα μακρυά γραμμή που σφύριζε, μερικά εκατοστά πάνω από την ακτή, όταν ένα μικρό πουλάκι, στο πρώτο του πέταγμα, έπεσεν ακριβώς πάνω στη πορεία του, φωνάζοντας τη μητέρα του. Σ' ένα δέκατο του δευτερολέπτου ο Φλέτσερ Λυντ Γλάρος, για ν' αποφύγει το μικρό, τινάχτηκε απότομα στ' αριστερά με διακόσια μίλια περίπου την ώρα κι έπεσε πάνω σε μια απότομη πλαγιά από σκληρό βράχο. Του φάνηκε σαν να 'ταν ο βράχος μια γιγάντια σκληρή πόρτα για έναν άλλο κόσμο. Μια έκρηξη φόβου, σοκ και μαυρίλα, καθώς χτύπησε... κι ύστερα πετούσε σ' ένα παράξενο ουρανό και ξεχνούσε, θυμόταν, ξεχνούσε κι ήταν φοβισμένος και λυπημένος, πολύ λυπημένος. Η φωνή τον έφτασε, όπως την πρώτη μέρα που είχε συναντήσει τον Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρο.

-"Τζόναθαν".
-"Γνωστός επίσης σαν ο Υιός του Μεγάλου Γλάρου", είπε ξερά ο δάσκαλος.
-"Τι κάνεις εδώ; Η πλαγιά! Δεν έχω... δεν πέθανα";
-"Ω Φλέτσερ, έλα τώρα... Σκέψου. Αν μου μιλάς αυτή τη στιγμή, τότε προφανώς δε πέθανες. Αυτό που κατόρθωσες να κάνεις ήταν ν' αλλάξεις επίπεδο συνείδησης κάπως απότομα. Τώρα πρέπει να διαλέξεις εσύ. Μπορείς να μείνεις εδώ και να συνεχίσεις να διδάσκεσαι στο επίπεδο τούτο -που είναι κάπως ψηλότερο από κείνο που άφησες- ή μπορείς να γυρίσεις πίσω και να συνεχίσεις να εργάζεσαι για το Κοπάδι. Οι Πρεσβύτεροι κει περιμένανε πώς και πώς να μας συμβεί κάτι κακό, αλλά εσύ τους διευκόλυνες τόσο πολύ, που τα 'χουνε χάσει".
-"Θέλω να γυρίσω πίσω στο Κοπάδι, φυσικά. Δε πρόλαβα καν ν' άρχίσω με τη νέα ομάδα".
-"Πολύ καλά Φλέτσερ. Θυμάσαι που λέγαμε ότι το σώμα μας δεν είναι παρά η ίδια η σκέψη..."
Ο Φλέτσερ κούνησε το κεφάλι του, άπλωσε τις φτερούγες του κι άνοιξε τα μάτια του στη βάση της απότομης πλαγιάς, στο κέντρο ολόκληρου του κοπαδιού, που 'ταν εκεί μαζεμένο. Ακούστηκε μεγάλος θόρυβος από σκληριές και κραυγές από το πλήθος, καθώς κουνήθηκε.

-"Ζει! Εκείνος που πέθανε ζει"!
-"Τον άγγιξε με το φτερό του! Τον έφερε στη ζωή! Ό Υιός του Μεγάλου Γλάρου"!
-"Όχι! Το αρνείται αυτό! Είναι ο δαίμονας. Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ! Ήρθε να διαλύσει το Κοπάδι"!
Ήταν εκεί περίπου ένα πλήθος από τέσσερις χιλιάδες γλάρους, φοβισμένο απ' αυτό που 'χε συμβεί κι η κραυγή «ΔΑΙΜΟΝΑΣ!» πήγε κι ήρθε ανάμεσά τους, σαν τον άνεμο της καταιγίδας. Με τα μάτια πετρωμένα, με κοφτερά ράμφη κοντοζύγωναν για ν' αφανίσουν.
-"Δεν θα αισθανόσουν καλύτερα, αν φεύγαμε, Φλέτσερ;" ρώτησε ο Τζόναθαν.
-"Αλήθεια, δεν θα 'χα πολλές αντιρρήσεις..." Στη στιγμή βρέθηκαν μαζί μισό μίλι μακρυά και τ' αστραφτερά ράμφη του πλήθους χτύπησαν τον άδειο αέρα! "Γιατί να 'ναι το δυσκολότερο πράγμα στον κόσμο να πείσεις ένα πουλί πως είναι λεύτερο και πως μπορεί να το αποδείξει και μόνο του, αν διαθέσει λίγο μόνο χρόνο για άσκηση. Γιατί πρέπει να 'ναι τόσο δύσκολο;" αναρωτήθηκε ο Τζόναθαν. Ο Φλέτσερ ανοιγόκλεινε ακόμη τα μάτια του από την αλλαγή του τοπίου.

-"Τί έκανες τώρα δα; Πώς ήρθαμε δω";
-"Δεν είπες ότι ήθελες να φύγουμε από το πλήθος";
-"Ναι, μα πώς το 'κανες αυτό";
-"Όπως και κάθε τι άλλο, Φλέτσερ, με άσκηση".
Μέχρι το πρωί το Κοπάδι είχε ξεχάσει κι όλας τη τρέλα του αλλά όχι κι ο Φλέτσερ.
-"Τζόναθαν, θυμάσαι που μου 'πες εδώ και πολύ καιρό ν' αγαπήσω το Κοπάδι τόσο που να γυρίσω να το βοηθήσω να μάθει"; -"Ναι".
-"Δε μπορώ να καταλάβω πώς μπορείς ν' αγαπάς έναν όχλο πουλιών, που μόλις πήγε να σε σκοτώσει"!

-"Ω Φλέτσερ! Μα δεν αγαπάς αυτό! Φυσικά δεν αγαπάς το μίσος και το κακό. Πρέπει να προσπαθήσεις για να δεις τον αληθινό γλάρο, το καλό μες στον καθένα τους και να τους βοηθήσεις να το δουν μέσα τους. Αυτό εννοώ αγάπη. Κι είναι όμορφο, όταν μάθεις τον τρόπο. Θυμήσου για παράδειγμα έναν άγριο νεαρό. Τον έλεγαν Φλέτσερ Λυντ Γλάρο. Μόλις τον είχαν αποβάλει. Ήταν έτοιμος να πολεμήσει μέχρι θανάτου το Κοπάδι, αρχίζοντας έτσι να χτίζει μια κόλαση για τον εαυτό του, πέρα στους Μακρυνούς Βράχους. Και νάτος σήμερα, χτίζοντας τον παράδεισό του κι οδηγώντας ολόκληρο το Κοπάδι στην κατεύθυνση αυτή".
Ο Φλέτσερ στράφηκε στον δάσκαλό του και για μια στιγμή Φόβος φάνηκε στα μάτια του.
-"Εγώ να οδηγώ; Τι εννοείς; Εγώ να οδηγώ; Εσύ είσαι ο δάσκαλός τους. Δε μπορείς να φύγεις!»

-"Δε μπορώ; Δε νομίζεις ότι υπάρχουν κι άλλα κοπάδια κι άλλοι Φλέτσερ, που χρειάζονται ένα δάσκαλο πιο πολύ από σένα που βρίσκεσαι κιόλας στο δρόμο προς το Φως";
-"Εγώ, Τζων, είμαι ένας απλός γλάρος και συ είσαι..."
-"...ο Μονογενής Υιός του Μεγάλου Γλάρου, υποθέτω". Ο Τζόναθαν αναστέναξε και βούτηξε προς τη θάλασσα. "Δεν μ' έχεις ανάγκη άλλο πια. Πρέπει όμως να συνεχίσεις ν' ανακαλύπτεις τον εαυτό σου σιγά-σιγά, κάθε μέρα, τον αληθινό, απέραντο Φλέτσερ τον Γλάρο. Αυτός είναι ο δάσκαλός σου. Χρειάζεται μόνο να τον καταλαβαίνεις και να τον ασκείς".
Μισό λεπτό αργότερα, το σώμα του Τζόναθαν μετεωριζόταν στον αέρα ακτινοβολώντας κι άρχιζε να γίνεται διάφανο.

-"Μη τους αφήσεις να κυκλοφορήσουν ανόητες φήμες για μένα και με θεοποιήσουν. Έτσι Φλέτσερ; Είμαι ένας γλάρος. Μου αρέσει να πετώ, ίσως..."
-"ΤΖΟΝΑΘΑΝ"!
-"Φτωχέ μου, Φλετς. Μη πιστεύεις τι σου λένε τα μάτια σου. Όλα όσα σου δείχνουν είναι περιορισμός. Κοίτα την κατανόησή σου, ανακάλυψε αυτό που γνωρίζεις ήδη και θα βρεις τον τρόπο να πετάξεις".
Η λάμψη σταμάτησε. Ο Τζόναθαν Γλάρος είχε εξαφανιστεί μέσα στον άδειο αέρα. Μετά από λίγο, ο Φλέτσερ μάζεψε τις δυνάμεις του και πέταξε μαζί μ' έναν όμιλο μαθητών, που ανυπομονούσαν για το πρώτο τους μάθημα.

-"Για ν' αρχίσουμε», είπε βαρειά, "πρέπει να καταλάβετε πως ένας Γλάρος είναι μια απεριόριστη ιδέα ελευθερίας, μια εκόνα του Μεγάλου Γλάρου και πως όλο σας το σώμα, από τη μια ως την άλλη άκρη των φτερών σας, δεν είναι παρά η ίδια σας η σκέψη".
Οι νεαροί γλάροι τον κοίταξαν με απορία.
-"Έλα τώρα", σκέφτηκαν, "αυτό που είπες δε μοιάζει για κανόνας τεχνικής πτήσης".
Ο Φλετσερ αναστέναξε και ξανάρχισε.
-"Χμμ, πολύ καλά", είπε και τους κοίταξε εξεταστικά. "Ας αρχίσουμε από την Επίπεδη Πτήση"! Και λέγοντάς το κατάλαβε ξαφνικά πως ο φίλος του δεν ήταν περισσότερο θεϊκός από τον Φλέτσερ τον ίδιο. "Όχι όρια, Τζόναθαν" σκέφτηκε. "Καλά λοιπόν. Δεν θ' αργήσω κι εγώ να εμφανιστώ μες στον αέρα στη δική σου ακτή και να σου δείξω κανα-δυό μυστικά για το πέταγμα"!
Και παρ' όλο που προσπαθούσε να φαίνεται πολύ σοβαρός στους μαθητές του, ο Φλέτσερ Γλάρος τους είδε ξαφνικά όπως αληθινά ήσαν, για μια μόνο στιγμή. Κι αυτό που είδε του άρεσε. Κι ακόμη περισσότερο, το αγάπησε. "Όχι όρια, Τζόναθαν"; σκέφτηκε και χαμογέλασε.
Ο αγώνας του για τη μάθηση είχεν αρχίσει.


The story of Jonathan Livingston Seagull * For Jen *




Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2008

"Απόψε φθινοπώριασε"..


Rowanberries
Rönn










Από το παραθυρό μου έβλεπα..

Από το παραθυρό μου βλέπω..



ΕΛΕΝΗ
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι

Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές

Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!

Κατά που θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια

ο καιρός

Κατά που θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές

ναυάγησαν στα σύννεφα

Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας

Κι είμαστε - σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη -

Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου.

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη

Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις

Μια που υπάρχει άλλου ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη

Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας

Μια που υπάρχει αλλού

Καταπράσινη πεδιάδα πέρ' από το γέλιο σου ως τον ήλιο

Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι

Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ' αντιμετωπίσουμε

Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής

Ένα θολό συναίσθημα

Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν

κι απομακρύνονται

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας

Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου

Το φως στον άσπιλο ουρανό

Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική

Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα

Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός

Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση

Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως

Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη

Που δε βλέπει τίποτε

Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα

του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο

Γιατί έγινε κιόλας

Ποίημα στίχος μ' άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα

και λόγια

Λόγια όχι σαν τ' αλλά μα κι αυτά μ' ένα μοναδικό τους προορισμόν:

Εσένα!
Ελύτης


Έμορφη μουσικότητα των φθινοπωρινών
ημερών στη Θεσσαλονίκη,
όταν η βροχή πέφτει πότε πυκνή,
αραιώνει κι ύστερα πάλι
πυκνώνει η ασημένια βροχή, διάφανη και τόσο λεπτή,
σαν σιγανή μουσική ομιλία γυναικών
στο φθινόπωρο της ζωής των.
Εκείνων των γυναικών που μένουν
στο φθινόπωρο της ζωής των.
Εκείνων των γυναικών που μένουν
ήσυχες και σιωπηλές, μοιάζουν,
λιγάκι περήφανες ή μελαγχολικές
και κάποτε, όταν μιλήσουν,
βιάζονται να πουν εκείνο
που ζητούν ίσως να λησμονήσουν.
Ζωή Καρέλλη


ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ' αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού' μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ' αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ' άλλα νά' ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.
Κική Δημουλά


Απόψε φθινοπώριασε

Απόψε πέφτει παγωνιά
Στο δρόμο και στη γειτονιά
Και μες’ το βράδυ το θολό
θυμάμαι και μελαγχολώ

Απόψε φθίνοπώριασε
Και τ’ όνειρο ξεθώριασε
Καρδιά μου κάν’ υπομονή
Κι ο ήλιος θα ξαναφανεί...

Απόψε μύρισε βροχή
Χειμώνας μπαίνει στη ψυχή
Και στο δρομάκι το στενό
Με πιάνει το παράπονο
Μητσιάς Μανώλης
Μουσική/Στίχοι: Χατζιδάκις Μάνος/Γκάτσος Νίκος

Έπεφτε βαθιά σιωπή - Γιάννης Πουλόπουλος